Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 336/2026

Αριθμός   336/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών,  Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ………….,   για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ……………., ατομικώς και υπό την ιδιότητά του ως συνασκούντος την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του, ……… (με ΑΦΜ ……….. της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά) και ……….. (με ΑΦΜ ……….. της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά), κατοίκων ομοίως και 2) ……………., υπό την ιδιότητά της ως συνασκούσης την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της, ……… (με ΑΦΜ ………. της Δ.Ο.Υ. Α’ Πειραιά) και …………. (με ΑΦΜ …………… της Δ.Ο.Υ.   Α’ Πειραιά), κατοίκων ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Δικηγόρο, Ιουλία Αγγελακοπούλου (με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………….», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο, Ιωάννη Τσακόπουλο (με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 18.1.2018 αγωγή (ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………./2018), επι της οποίας εκδόθηκαν η υπ΄ αριθ 217/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που ανέστειλε τη συζήτηση της αγωγής για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτήν (απόφαση) και η υπ΄ αριθμ 3047/2020 απόφασή του, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγομενοι και ήδη εκκαλούντες με την από  5.4.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ………../2021-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  ……………/2023) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 21η.3.2024, μετά δε από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 5-4-2021 (με αριθμ. κατάθ. …………../29-4-2021) έφεση των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 3047/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, λαμβανομένου υπόψη και του χρονικού διαστήματος της αναστολής, που μεσολάβησε και δεν υπολογίζεται στην νόμιμη προθεσμία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ. α` ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α` ν. 4790/2021, οι οποίες ίσχυσαν στα πλαίσια προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού (covid 19), μη υπολογιζόμενου δηλαδή του χρονικού διαστήματος από 7-11-2020 έως 5-4-2021  (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε, φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το απαιτούμενο για την άσκησή της παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην από 18-1-2028 (υπ’ αριθμ. κατάθ. …………./2018) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία ιστορούσε ότι στις 3-12-2002 κατάρτισε με τη μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» την υπ’ αριθμ. …/03.12.2002 (νέος αριθμός …../3-12-2002) σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τις αναφερόμενες στην αγωγή πρόσθετες πράξεις, δυνάμει της οποίας της χορήγησε πίστωση έως του ποσού των 3.000.000 ευρώ υπό τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στη σύμβαση όρους. Ότι την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της ως άνω πίστωσης εγγυήθηκε εγγράφως, μεταξύ άλλων και ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος εκκαλών, ευθυνόμενος σε ολόκληρο με την πιστούχο ως αυτοφειλέτης. Ότι η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης, πλην όμως κατέστη υπερήμερη και στις 10-4-2017 η ενάγουσα έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς που εξυπηρετούσαν τη σύμβαση, οι οποίοι κατά τον εν λόγω χρόνο εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 432.024,97 ευρώ. Ότι, ακολούθως, η ενάγουσα με την από 10-4-2017 επιστολή της, που επιδόθηκε στην πιστούχο και τον πρώτο εναγόμενο, εγγυητή, στις 11-4-2017, κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τους κάλεσε να εξοφλήσουν την ανωτέρω οφειλή τους, πλην όμως, οι τελευταίοι ουδέν ποσό της κατέβαλαν. Ότι, κατόπιν τούτων, εκδόθηκε με αίτηση της ενάγουσας – μεταξύ άλλων και – κατά του πρώτου εναγομένου η υπ’ αριθμ. ……./2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 432.024,97 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ότι, περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./5-6-2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο καθένα από τα εκπροσωπούμενα από τους εναγόμενους ανήλικα τέκνα του, την πλήρη κυριότητα της υπό στοιχείο «Β» οριζόντιας ιδιοκτησίας, οικοδομής κείμενης στη θέση «……………» του Δήμου Πειραιώς και, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στο καθένα από τα τέκνα του, την κυριότητα του δικαιώματος επεκτάσεως καθ’ ύψος της ίδιας ως άνω οικοδομής, όπως αμφότερες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες περιγράφονται επαρκώς στο δικόγραφο της αγωγής, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα της ισόβιας οικήσεως επί των μεταβιβασθέντων ακινήτων. Ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην ως άνω μεταβίβαση εν γνώσει της ένδικης απαίτησης και με σκοπό να βλάψει την ίδια (ενάγουσα) και να ματαιώσει την ικανοποίησή της, καθόσον μετά την απαλλοτρίωση δεν διαθέτει πλέον εμφανή περιουσιακά στοιχεία από τα οποία να μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτησή της. Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσε να απαγγελθεί η διάρρηξη της προαναφερόμενης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 217/2019 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε το παραδεκτό, νόμω βάσιμο και ορισμένο της ως άνω αγωγής, ανεστάλη η συζήτηση της αγωγής έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της υπ’ αριθμ. ……/24-11-2017 ανακοπής, που είχε ασκήσει ο πρώτος εναγόμενος κατά της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. ………/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και απήγγειλε τη διάρρηξη της ανωτέρω δικαιοπραξίας μέχρι του ποσού των 432.025,30 ευρώ εντόκως. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεση, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητούν δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και, ακολούθως, να απορριφθεί η αγωγή.

Η απόφαση, που αναστέλλει τη δίκη, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, είναι μη οριστική και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, η δε επαναλαμβανόμενη μετά την αναστολή συζήτηση, που γίνεται με κλήση, θεωρείται συνέχεια της αρχικής (κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ) και δεν είναι υποχρεωτική η προκατάθεση προτάσεων (βλ.  ΜΕφΠατρ. 131/2021, ΕφΑθ. 320/2019 ΝΟΜΟΣ, Η αγωγή στην πολιτική δίκη, Α. Βαθρακοκοίλης, I. Βαλμαντώνης, Χ.Λαγανάς, Γ. Πλαγάκος, Α. Σκόντζος, Νομ.Βιβλ. έκδοση 2020, σελ. 387 – 388, Χαρ.Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 6η έκδοση, άρθρο 249, παρ. 6, σελ. 809-810, Κ. Μακρίδου Τακτική Διαδικασία στα Πρωτοβάθμια Δικαστήρια, 2019, σελ. 156, παρ. 11). Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες επανέφεραν τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμό τους, περί απαραδέκτου της επαναφοράς και συζήτησης της ανασταλείσας, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, αγωγής με κλήση, διότι θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί η διαδικασία και να είχαν τηρηθεί οι προθεσμίες των άρθρων 215, 237 και 238  ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου, με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, β) επίκληση πρόθεσης βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσης της εν λόγω πρόθεσης από τον τρίτο, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνιστάμενη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπόμενη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι’ αυτό (βλ. ΑΠ 227/2024, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 1341/2019 ΝΟΜΟΣ). Κατά τα ανωτέρω, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (Ολ.ΑΠ 15/2012, ΑΠ 158/2023). Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (βλ. Ολ.ΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020 ΝΟΜΟΣ) και τέτοια είναι κατ’ αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ’ αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και, επομένως, εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι’ αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (βλ. ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014 ΝΟΜΟΣ). Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη μετά τις καταδολιευτικές μεταβιβάσεις είναι στοιχείο της αγωγής (βλ. Ολ. ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1268/2023, ΑΠ 158/2023 ΝΟΜΟΣ), αρκεί όμως η επίκληση αυτής (ΑΠ 824/2021), ενώ η ύπαρξη επαρκούς περιουσίας και μετά τις μεταβιβάσεις αποτελεί άρνηση της αγωγής (βλ. ΑΠ 227/2024, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1778/2006 ΝΟΜΟΣ).

Η ως άνω αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία για τη νομική της θεμελίωση. Η ενάγουσα, που ανέφερε στην αγωγή της ότι ο αντίδικός της παρακράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα της ισόβιας οίκησης επί των μεταβιβασθέντων ακινήτων, όπως είχε δικαίωμα προσδιόρισε την αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων στο ύψος της αντικειμενικής αξίας αυτών (βλ. ΑΠ 1876/2023 ΝΟΜΟΣ) και ουδόλως είχε υποχρέωση να κάνει ειδικότερη αναφορά στην αξία του ως άνω δικαιώματος οίκησης, ώστε να προβεί στην αφαίρεση αυτού από την αξία της κυριότητας των μεταβιβασθέντων. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση, για το ορισμένο της αγωγής της, να αναφέρει την υπόλοιπη εμφανή περιουσία του αντιδίκου της (βλ. ΑΠ 1876/2023 ό.π..). Ούτε βέβαια υφίσταται αοριστία της αγωγής, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, λόγω της προβαλλόμενης από αυτούς ακυρότητας ορισμένων όρων της ως άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, στοιχείο που αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό, με τον οποίο επιχειρείται να αμφισβητηθεί το ύψος της απαίτησης της δανείστριας. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, γι’ αυτό είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης.

Από το άρθρο 520 παρ.1 KΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Λόγος, όμως, έφεσης, ο οποίος, ακόμη και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί έννομη επιρροή και, επομένως, δεν δύναται να οδηγήσει κατά νόμο στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης, είναι αλυσιτελής και κατά τούτο απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 122/2014, ΕφΠειρ 6/2021, ΕφΠειρ 425/2021, ΕφΑιγαίου 37/2021, ΝΟΜΟΣ). Ενόψει αυτού, η προβαλλόμενη με τον τρίτο (κατά το τέταρτο σκέλος του) λόγο έφεσης νομική πλημμέλεια του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να λάβει υπόψη του και να αξιοποιήσει αποδεικτικά, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους εναγομένους,  ακόμη και αν υποτεθεί βάσιμη, δεν καθιστά εξαφανιστέα την εκκαλούμενη απόφαση εκ του λόγου αυτού, διότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης έφεσης (άρθρο 522 KΠολΔ), κατά τον έλεγχο του συναφούς λόγου της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, θα εκτιμήσει από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης (άρθρο 534 KΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, η δε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης θα επέλθει μόνο εάν το Δικαστήριο τούτο, κατά τον έλεγχο του ανωτέρω λόγου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αχθεί σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ΕφΔωδ 2/2025 ΝΟΜΟΣ).

Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η αντίδικός τους δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής, διότι ήδη από το 2013 είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης Α΄ τάξης, μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ στο αναφερόμενο ακίνητο της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος για τα συμφέροντά της. Σε σχέση με τον λόγο αυτό επισημαίνεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και κρίνεται αν υφίσταται κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, σε περίπτωση δε ανυπαρξίας του απορρίπτεται η αγωγή ως αβάσιμη. Πέραν αυτού, όμως, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ` αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε σε ολόκληρο συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων σε ολόκληρο συνοφειλετών (άρθρο 481 Α.Κ.) (βλ. ΑΠ 1475/2010, ΑΠ 1567/2008, ΑΠ 1/2002 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν και των υπ’ αριθμ. …./7-6-2018 και …../8-6-2018 ένορκων βεβαιώσεων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, των μαρτύρων των εκκαλούντων …………. και …………, που έγιναν κατόπιν νόμιμης κλήσης της εφεσίβλητης (βλ. την υπ’ αριθμ. ……./4-6-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά ………….., αντίστοιχα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει  της υπ’ αριθμ. …./3.12.2002 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της εφεσίβλητης και της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «………………..», όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις από 28.05.2004 και από 31.07.2014 τροποποιητικές συμβάσεις, χορηγήθηκε στην προαναφερόμενη εταιρεία πίστωση έως του ποσού των 3.200.000 ευρώ. Ο πρώτος των εκκαλούντων, ο οποίος συμβλήθηκε στην ανωτέρω σύμβαση, τόσο ως νόμιμος εκπρόσωπος (με τον ……….) της ανωτέρω πιστούχου εταιρείας, όσο και ως εγγυητής (με τους ………. και ………………..), εγγυήθηκε προς την εφεσίβλητη την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε ληξιπρόθεσμου και απαιτητού από την ανωτέρω σύμβαση ποσού, παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και ενεχόμενος σε ολόκληρο με την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, ως αυτοφειλέτης, αναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να γνωστοποιεί στην τράπεζα εγγράφως οποιαδήποτε μεταβολή της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης, προσάγοντας όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα (άρθρο 7 παρ. 1.2 και 3.3 της σύμβασης). Για την εξυπηρέτηση αυτής της σύμβασης, τηρήθηκαν ο υπ’ αρ. …… αλληλόχρεος λογαριασμός από 26.02.2013 έως 10.04.2017, ο υπ’ αρ. … λογαριασμός από 02.04.2015 έως 10.04.2017, ο υπ’ αρ. ….. λογαριασμός από 02.04.2015 έως 10.04.2017, ο υπ’ αρ. ….. λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης από 10.04.2017 και ο υπ’ αρ. ………….. λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης από 10.04.2017. Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε με την από 10.04.2017 εξώδικη καταγγελία της εφεσίβλητης, που επιδόθηκε στην πρωτοφειλέτρια και τους εγγυητές στις 11.04.2017 και 12.04.2017, αντίστοιχα (βλ. τις υπ’ αρ. ….., …./11.04.2017 και …, …/12.04.2017 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δικαστικού επιμελητή ………..), με την παράλληλη πρόσκληση καταβολής του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού ύψους 432.025,30 ευρώ. Στη συνέχεια, εκδόθηκε, κατόπιν της από 06.07.2017 αίτησης της εφεσίβλητης, η υπ’ αριθμ. ……./2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν η πρωτοφειλέτρια εταιρεία και οι εγγυητές της, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εκκαλούντων, να καταβάλουν στην εφεσίβλητη, σε ολόκληρο, το ποσό των 432.025,30 ευρώ, εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας από την 11.04.2017 μέχρις εξοφλήσεως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων. Η διαταγή αυτή πληρωμής, κατόπιν: α) ασκήσεως εναντίον της της με αριθμ. εκθ. κατάθ. ………/2017 ανακοπής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) απόρριψης της ανακοπής με την υπ’ αριθμ. 432/2019 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (οριστική ως προς την απόρριψη της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ και παραπεμπτική ως προς τη σωρευόμενη ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ), γ) επίδοσης της απόφασης με πρωτοβουλία της εφεσίβλητης προς τους ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εκκαλούντων (βλ. τις υπ’ αρ. …, …, …. και ….. Β/22.03.2019 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δικαστικού επιμελητή ……………..), και δ) άπρακτης παρέλευσης της νόμιμης προθεσμίας (άρθρα 518 παρ. 1 και 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) άσκησης έφεσης και ανακοπής ερημοδικίας κατά της υπ’ αριθμ. 432/2019 απόφασης (βλ. το υπ’ αρ. πρωτ. ……./10.05.2019 πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων της γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιώς), έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (άρθρο 633 παρ. 2 τελ. εδάφ. ΚΠολΔ), από το οποίο καλύπτεται η ύπαρξη της απαίτησης, καθώς και οι ενστάσεις που προτάθηκαν και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν (άρθρα 322 παρ. 1 και 330 ΚΠολΔ). Συνεπώς, οι προβληθείσες από τους εκκαλούντες αιτιάσεις περί ακυρότητας όρων της σύμβασης πίστωσης, οι οποίες αποτέλεσαν και λόγους της με αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2017 ανακοπής τους, πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαραδέκτως προτεινόμενες (βλ. ΑΠ 1072/2021 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος των εκκαλούντων, στις 05.06.2013, μεταβίβασε, σε καθένα από τα δύο ανήλικα τέκνα του, ………. και ………., εκπροσωπούμενα στη σύμβαση από τον ίδιο και τη δεύτερη των εκκαλούντων, μητέρα τους, …………, λόγω γονικής παροχής, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ………….., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …. με αριθμό ….. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά: α) κατά το ½ εξ αδιαιρέτου, την κυριότητα της υπό στοιχείο «Β» ανεξάρτητης και διαιρεμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας (μεζονέτας), ανεγερθείσας επί οικοπέδου εμβαδού 520 τ.μ. κείμενου στη θέση «….» ή «….» ή «…..» της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πειραιώς, επί της διασταύρωσης των οδών …….. ……….., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 297/1000 εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο, αποτελούμενης από υπόγειο όροφο εμβαδού 88,31 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 127,62 τ.μ., αποτελούμενο από καθιστικό με τζάκι και τραπεζαρία ενοποιημένα, κουζίνα, wc, λουτρό, ένα δωμάτιο, εξώστη προς την οδό …… και εσωτερική κλίμακα επικοινωνίας με το υπόγειο και τον πρώτο όροφο της οικοδομής και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο εμβαδού 106,65 τ.μ., αποτελούμενο από τρία υπνοδωμάτια, διάδρομο, δύο λουτρά, wc, κλίμακα καθόδου προς το ισόγειο, δύο εξώστες και ημιυπαίθριο χώρο, με ΚΑΕΚ ………. και β) το 1/4 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος επεκτάσεως καθ’ ύψος ή πλάτος της ίδιας οικοδομής, ανερχόμενο σε 320,69 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 406/1000 εξ αδιαιρέτου και ΚΑΕΚ ………….. Η αντικειμενική αξία των εν λόγω ακινήτων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 224.698,36 ευρώ, ενώ η αγοραία τους αξία κατά τους ίδιους χρόνους, στο ποσό των 400.000 ευρώ για το πρώτο και των 120.000 ευρώ για το δεύτερο από αυτά, και συνολικά στο ποσό των 520.000 ευρώ. Η μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων από τον πρώτο των εκκαλούντων έγινε με σκοπό βλάβης της εφεσίβλητης δανείστριας, προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, καθόσον ο πρώτος των εκκαλούντων γνώριζε ότι, μετά την εν λόγω μεταβίβαση, δεν θα μπορούσε η εφεσίβλητη να εξεύρει άλλα εμφανή, επαρκή περιουσιακά στοιχεία. Ειδικότερα, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, το χρεωστικό υπόλοιπο του υπ’ αρ. …..….. αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης της πρωτοφειλέτριας εταιρείας από 26.02.2013 έως 10.04.2017, ανερχόταν σε 397.000 ευρώ και η σύμβαση δεν είχε μεν ακόμη καταγγελθεί, πλην όμως, η εκταμίευση του αρχικού για τον λογαριασμό ποσού των 405.000 ευρώ είχε λάβει χώρα τρεις μήνες νωρίτερα, στις 21.03.2013 και ο λογαριασμός λειτουργούσε αρχικά, κυρίως μέσω συμψηφιστικών εγγραφών, ενώ ήδη από 22.04.2013 υπήρχαν ποσά που μεταφέρονταν σε προσωρινή καθυστέρηση (βλ. την κίνηση του υπ’ αριθμ. ……… λογαριασμού, σε συνδυασμό με την ερμηνεία «κωδικών αιτιολογίας εγγραφών σε λογαριασμούς»). Αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος που η εφεσίβλητη προέβη, τον Ιούλιο του 2013, στην έκδοση της υπ’ αριθμ. ……../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών για ποσό 100.000 ευρώ, εγγράφοντας, στη συνέχεια, με βάση αυτή, προσημείωση υποθήκης για την εξασφάλιση της απαίτησής της σε ακίνητο της πρωτοφειλέτριας εταιρείας στη Ζάκυνθο. Η δε καταγγελία της σύμβασης πίστωσης έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2017 και όχι σε προγενέστερο χρονικό σημείο λόγω της αναστολής κάθε ατομικού καταδιωκτικού μέτρου και αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και της απαγόρευσης μεταβολής της νομικής και πραγματικής κατάστασης των πάγιων περιουσιακών στοιχείων της πρωτοφειλέτριας, που διατάχθηκε με την από 16.11.2015 προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ήρθη με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 122/2017 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αίτηση εξυγίανσης. Επιπλέον, ο πρώτος των εκκαλούντων, ως διευθύνων σύμβουλος έως τις 30.06.2012 και μετέπειτα ως μέλος του Δ.Σ. της πρωτοφειλέτριας εταιρείας (βλ. την από 26.09.2007 ανακοίνωση καταχώρισης στο Μ.Α.Ε. των από 30.06.2007 και από 02.07.2007 πρακτικών Γ.Σ. και Δ.Σ. της εταιρίας στο ΦΕΚ 11333/01.10.2007 τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. και την από 06.08.2012 ανακοίνωση καταχώρισης στο Μ.Α.Ε. των από 30.06.2012 πρακτικών Γ.Σ. και Δ.Σ. της εταιρείας στο ΦΕΚ 8412/09.08.2012 τεύχος Α.Ε.-Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ.), γνώριζε τόσο το ύψος της πίστωσης, που είχε λάβει η τελευταία μέσω της προαναφερόμενης σύμβασης και την κίνηση των αλληλόχρεων λογαριασμών, που τηρούνταν για την εξυπηρέτησή της, όσο και το ύψος των λοιπών χρεών της και την δυσχερή οικονομική κατάσταση, στην οποία αυτή είχε περιέλθει ήδη προ του έτους 2013. Ειδικότερα, από τα επίσημα δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας (ισολογισμούς) προκύπτει ότι, κατά το έτος 2009, τα κέρδη της εταιρείας προ φόρων, χρηματοδοτήσεων, επενδυτικών αποτελεσμάτων και αποσβέσεων ανέρχονταν σε 1.002.830 ευρώ και τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα λήξης χρήσης στο ποσό των 1.041.236 ευρώ, το έτος 2010 σε 803.406 ευρώ και 1.610.212 ευρώ, το έτος 2012 σε 689.319 ευρώ και 302.648 ευρώ και το έτος 2013 σε 316.990 ευρώ και 135.687 ευρώ, αντίστοιχα. Η πτωτική αυτή οικονομική πορεία της εταιρείας συνεχίσθηκε και οδήγησε δύο έτη αργότερα στην υποβολή από την εν λόγω εταιρεία της από 11.11.2015 αίτησης εξυγίανσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο δικόγραφο της οποίας γινόταν επίκληση της έντονης οικονομικής ύφεσης της εταιρείας κατά τα έτη 2009-2014, ενώ ο προσδιορισμός των έως τότε οφειλών της προς πιστωτές ανερχόταν στο πολύ υψηλό ποσό των 6.301.006,72 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 1.724.752,63 ευρώ, (στο οποίο περιλαμβανόταν μόνο ποσό 25.000 ευρώ από το επίδικο χρέος προς την εφεσίβλητη, καθόσον δεν είχε ακόμη καταγγελθεί η σύμβαση πίστωσης της εταιρείας με την εφεσίβλητη) αποτελούσε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τραπεζικούς οργανισμούς, ενώ η αξία των ακινήτων της εταιρείας προσδιοριζόταν από την ίδια την πρωτοφειλέτρια εταιρεία στο συνολικό ποσό των 1.179.551,60 ευρώ (1.086.143,40 ευρώ για ακίνητο στο ….. και 93.408 ευρώ για ακίνητο στη ……..), με εγγραφείσες έως τότε προσημειώσεις στα ακίνητά της για την εξασφάλιση των απαιτήσεων των πιστωτών συνολικού ποσού 700.000 ευρώ. Ενδεικτική της δεινής οικονομικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει η πρωτοφειλέτρια εταιρεία κατά το έτος 2013, είναι η επιβολή, στις 13-6-2013, αναγκαστικής κατάσχεσης σε βάρος ακινήτου της πρωτοφειλέτριας εταιρείας υπέρ της Δ.Ο.Υ. ΦΑ.Ε. Πειραιώς για ποσό 106.299,85 ευρώ, λόγω της αδυναμίας της να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Ενισχυτικό του σκοπού βλάβης της εφεσίβλητης είναι και το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη εκποιητική δικαιοπραξία ο πρώτος των εκκαλούντων παρακράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα οικήσεως στα προαναφερόμενα ακίνητα, εκ των οποίων σημειωτέον, το πρώτο (η υπό στοιχείο «Β» μεζονέτα), αποτελούσε το μοναδικό στοιχείο της ακίνητης περιουσίας του με δικαίωμα πλήρους κυριότητάς του, πράξη που υποδεικνύει τη βούληση τυπικής και μόνο αποξένωσής του από την ακίνητη περιουσία του. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους της μεταβίβασης, ο τελευταίος είχε ήδη απαλλοτριώσει έτερα δύο περιουσιακά του στοιχεία, ήτοι το ανήκον σ’ αυτόν ποσοστό του 30/100 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχείο A3 οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 73,81 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 47/1000 εξ αδιαιρέτου, επί της συμβολής των οδών …… και ………. οικοδομής στην …….. και του 30/100 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχείο Α1 οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 69,63 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 44/1000 εξ αδιαιρέτου (βλ. το υπ’ αρ. …../12.07.2012 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά ……. και το υπ’ αριθμ. …./11.06.2013 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., αντίστοιχα), ενώ, κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης της πρωτοφειλέτριας εταιρείας (2009 κι εντεύθεν) μεταβίβασε το ανήκον σ’ αυτόν ποσοστό των 30% εξ αδιαιρέτου επί επτά οριζόντιων ιδιοκτησιών στον ………… στη θέση «…………» του Δήμου …… Ο σκοπός δε βλάβης συνέτρεχε και στο πρόσωπο της συζύγου του πρώτου των εκκαλούντων, ως συνασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους, δεύτερης εξ αυτών, διότι, λόγω της συγγενικής (συζυγικής) σχέσης αυτής με τον πρώτο, γνώριζε την οικονομική πορεία της εταιρείας και την ύπαρξη της οφειλής, για την οποία αυτός είχε εγγυηθεί. Ενόψει δε της χαριστικής αιτίας των ως  άνω δικαιοπραξιών προς τα εκπροσωπούμενα από τους εκκαλούντες τέκνα τους, δεν απαιτείται γνώση αυτών ως προς την πρόθεση των γονέων τους και, συνεπώς, παρέλκει η έρευνα αυτής (άρθρο 942 ΑΚ). Κατόπιν τούτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, στην ακίνητη περιουσία του πρώτου των εκκαλούντων περιλαμβάνονταν εξ αδιαιρέτου δικαιώματα κυριότητας σε τρία ακίνητα και ειδικότερα: α) 25% εξ αδιαιρέτου μίας διώροφης οικίας (μεζονέτας), επί της συμβολής των οδών ……… στην περιοχή ……. (θέση «…………..») του Δήμου Σαλαμίνας ανεγερθείσας επί οικοπέδου εμβαδού 1476 τ.μ., η οποία αποτελείται από ισόγειο συνολικής επιφάνειας 179,40 τ.μ., πρώτο όροφο συνολικής επιφάνειας 136 τ.μ. και μία παράπλευρη ισόγεια αποθήκη επιφάνειας 10,96 τ.μ., συνολικής αξίας, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, 350.000 ευρώ (με αντίστοιχη αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του πρώτου των εκκαλούντων 87.500 ευρώ), βεβαρημένου, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, με προσημειώσεις υπέρ της τράπεζας Eurobank για ποσό 122.000 ευρώ και της τράπεζας Πειραιώς για ποσό 100.000 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 222.000 ευρώ, β) 30% εξ αδιαιρέτου ενός τριώροφου καταστήματος, κείμενου στη διασταύρωση των οδών …… και ……. του Δήμου …………. Αττικής, συνολικής επιφάνειας 404,50 τ.μ., αποτελούμενου από υπόγειο, ισόγειο και ημιώροφο, που συνδέονται μεταξύ τους με εσωτερική κλίμακα και ανελκυστήρα και αποτελούν ενιαίο οργανικώς και λειτουργικώς σύνολο, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 300/1000 εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο εμβαδού 292,92 τ.μ., συνολικής αξίας, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, 600.000 ευρώ (με αντίστοιχη αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του πρώτου των εκκαλούντων 180.000 ευρώ), βεβαρημένου κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και της άσκησης της αγωγής με προσημείωση υπέρ της Alpha Bank για την εξασφάλιση ποσού 600.000 ευρώ, και γ) 68% εξ αδιαιρέτου της με αριθμό 5 κατοικίας του κτιρίου 2, κείμενης στη θέση «…..» («………..») της περιφέρειας του Δήμου ……, εντός του οικισμού «………….» του Δήμου ……, σε οικόπεδο εμβαδού 1148 τ.μ., η οποία αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 68,015 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 57,495 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 55,910 τμ., που συνδέονται μεταξύ τους με εσωτερική κλίμακα και έχουν λειτουργική ενότητα, αποτελώντας μία ενιαία κατοικία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 259/1000 εξ αδιαιρέτου, μετά των παρακολουθημάτων της, ήτοι της αποκλειστικής χρήσης ενός χώρου εμβαδού 92,74 τ.μ. και των υπ’ αρ. 1 και 2 χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων του ακαλύπτου χώρου στη νότια πλευρά του οικοπέδου εμβαδού 15 τ.μ. εκάστου, συνολικής αξίας, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, 500.000 ευρώ (με αντίστοιχη αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του πρώτου των εκκαλούντων 340.000 ευρώ), στο οποίο ήταν εγγεγραμμένες, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, προσημειώσεις υπέρ της τράπεζας Eurobank για την εξασφάλιση ποσών 61.056 ευρώ, 128.211CHF, 129.744 CHF και 264.316 CHF, ήτοι συνολικού ποσού (μετά τη μετατροπή του νομίσματος του ελβετικού φράγκου σε ευρώ κατά την ισχύουσα ισοτιμία κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης) 671.410,80 ευρώ. Τέλος, στον πρώτο των εκκαλούντων ανήκε, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ανήκει και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, το 27,82% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας «………….», ονομαστικής αξίας της κάθε μετοχής 2,21 ευρώ και συνολικής ονομαστικής αξίας 336.683,91 ευρώ. Η πραγματική αξία των εν λόγω μετοχών, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να δύναται να υπολογισθεί με ακρίβεια, λόγω της μη δημοσίευσης ισολογισμών της εταιρίας κατά τα έτη 2014-2018 και λόγω της παράλειψης προσκομιδής σχετικών αποδεικτικών μέσων από τους φέροντες το βάρος απόδειξης (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκκαλούντες, είναι μηδαμινή, καθόσον, ήδη από το έτος 2015, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξυγίανσής της, τα χρέη της εταιρείας ανέρχονταν (κατά τους ισχυρισμούς της) σε 6.301.006,72 ευρώ, η αξία των ακινήτων της ανερχόταν σε 1.179.551,60 ευρώ, τα οποία είναι ήδη βεβαρημένα με προσημειώσεις υποθηκών συνολικού ποσού ανώτερου των 2.500.000 ευρώ, ενώ, μετά την απόρριψη της αίτησης εξυγίανσης, η εταιρεία βρίσκεται σε κατάσταση παύσης των πληρωμών της. Κατόπιν τούτων, η αξία της λοιπής υφιστάμενης, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ακίνητης περιουσίας του πρώτου των εκκαλούντων, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της εφεσίβλητης, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων. Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη έλαβε γνώση της πρόθεσης του πρώτου των εκκαλούντων να προβεί στην επίδικη εκποιητική δικαιοπραξία πριν την τέλεσή της. Και τούτο διότι τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες έγγραφα αλληλογραφίας μεταξύ της πρωτοφειλέτριας και της εφεσίβλητης για την περιουσιακή κατάσταση των εγγυητών της, μεταξύ των οποίων και του πρώτου των εκκαλούντων, αφορούν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (2015), χωρίς να προκύπτει η προηγούμενη ενημέρωση της εφεσίβλητης και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο συναίνεσή της ή η μεταγενέστερη έγκριση της επίδικης μεταβίβασης. Οι μάρτυρές τους καταθέτουν ότι η εφεσίβλητη έλαβε γνώση της επίδικης μεταβίβασης περί τα τέλη του 2015 και μόνο υποθετικά εκτιμούν ότι είχε λάβει γνώση αυτής και σε προγενέστερο χρόνο. Προσθέτως, επισημαίνεται ότι, εφόσον υποτεθεί ότι η εφεσίβλητη έλαβε γνώση της ως άνω απαλλοτρίωσης περί τα τέλη του 2015, δεν είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι την ενέκρινε εκ των υστέρων, ενόσω η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, όπως προεκτέθηκε, στις 11.11.2015 είχε υποβάλει αίτηση εξυγίανσης. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η (εν μέρει) νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση των εκκαλούντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εφεσίβλητης, καθόσον δεν αρκεί μόνη η άπρακτη παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την μεταβίβαση (05.06.2013) έως την άσκηση της αγωγής διάρρηξης (13.02.2018) για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης του άρθρου 281ΑΚ (βλ. και ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή,  απήγγειλε τη διάρρηξη της επίδικης μεταβίβασης, δεν έσφαλε. Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά το τυπικό της μέρος και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά το ουσιαστικό της μέρος.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που είχε κατατεθεί για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους, που ορίζει για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε εφτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Μαρτίου 2026  και δημοσιεύθηκε στις 11 Μαΐου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.

    Η   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ