Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 252/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός   252/2026

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την …………, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 Της Εκκαλούσας-Αντεφεσίβλητης: Της Εταιρείας, με την επωνυμία «……………», (Α.Φ.Μ. ….. – Δ.Ο.Υ. Πλοίων), εδρεύουσας στην ………… Αττικής στη συμβολή των οδών ……….., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Παρασκευά Ζουρντού (A.M.Δ.Σ.Π. ……….), (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμόν Α …./18-.02-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ. Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση, χωρίς ο ίδιος να παραστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του Εφεσίβλητου- Αντεκκαλούντος: ……….., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Άννας Κοντοσέα (A.M.Δ.Σ.Π. ….), (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμόν Α …./19-02-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013) (Δικηγορική Εταιρεία «Γ. ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Α.Μ.Δ. Σ.Π. ….), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α ……/18-.02-2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013).

Ο ενάγων εφεσίβλητος-αντεκκαλών …………… άσκησε σε βάρος της εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης εναγόμενης εταιρείας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 28.12.2023 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./ 2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …../2023.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 3.426/2024 (οριστική) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών Διαδικασία άρθρων 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ.), με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή, ως κατ’ ουσία βάσιμη κατά ένα μέρος αυτής, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα σε αυτήν.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη εταιρεία άσκησε την από 04.08.2025 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) …/2025 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …../2025 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …/2025 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …/2025, παρούσας.

Ομοίως, κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως και ο ενάγων άσκησε την από 16/01/2026 αντέφεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (= Εφετείου Πειραιώς), που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) …/2026 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …../2026, δικάσιμος δε ορίστηκε αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, που παραστάθηκαν, όπως ανωτέρω, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις, τις οποίες κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές η έφεση, η αντέφεση και οι προτάσεις, που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι) Η κρινόμενη από 04 Αυγούστου 2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ……/(Ε.Α.Κ.Δ.) …/2025 έφεση της εναγόμενης εταιρείας «………………….» κατά της υπ’ αριθμόν 3426/2024 (οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από το χρόνο έκδοσης αυτής, την 30/08/2024 κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄87/23.07.2015) σε συνδυασμό με τη μη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σε οποιονδήποτε διάδικο για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αφού δεν προσκομίζεται είτε έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης είτε αντίγραφο αυτής με σχετική επισημείωση Δικαστικού Επιμελητή για επίδοση αυτής, ενώ παράλληλα δεν προτείνεται ισχυρισμός για εκπρόθεσμη άσκηση αυτής από την πλευρά ου εφεσίβλητου, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει να διαδράμει η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. Β Κ.Πολ.Δ., το δε δικόγραφο αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 04/08/2025,, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), καθώς για το παραδεκτό αυτής αφενός δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου λόγω του ότι πρόκειται για (ναυτ-)εργατική διαφορά (άρθρο 495 §4 εδ. τελευταίο και 614 §3 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 – σχ. Κ. Ρίζο σε Ν. Λεοντή, Ειδικές Διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, 2018, σσ. 239), αφετέρου δε έχει κατατεθεί από τον υπόχρεο προς τούτο πληρεξούσιο Δικηγόρο της εναγόμενης το υπ’ αριθμόν …………../30-07-2025 παράβολο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του  Δ.Σ.Α.(άρθρα 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4139/2013), (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμόν …………./30-07-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών). Επομένως, αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 523 § 1, 532, 591 § 1 στοιχ. ζ ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ο εφεσίβλητος μπορεί και αφού παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως, ακόμη και αν αποδέχθηκε την εκκαλουμένη απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση κατ’ αυτής, να ασκήσει με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο του τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντέφεση, η οποία θα κριθεί παραδεκτή τότε μόνον, όταν με αυτήν προσβάλλονται τα κεφάλαια της εκκαλουμένης αποφάσεως, που έχουν πληγεί με την έφεση, καθώς και εκείνα που συνέχονται αναγκαίως με αυτά. Τούτο δε, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 523 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 522 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, η άσκηση της αντέφεσης, προκειμένου να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η υπόθεση στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια (ΑΠ 1019/1989, ΔΕΝ 1990/1015, ΕφΘεσ. 1759/2013, πρώτη δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφο ριών [ΤΝΠ] ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 143/2012, ΕφΑΔ 2012/622, ΕφΛαρ. 318/2011, Δικογραφία 2011/515). Ως «κεφάλαιο», κατά την έννοια του άρθρου 523 § 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 520 § 2 του ιδίου Κώδικα σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους έφεσης, που είναι ταυτόσημες, δεδομένου ότι εισήχθησαν στον ΚΠολΔ με το ίδιο άρθρο 40 (§§ 3 και 5) του ΝΔ 958/1971 και αποσκοπούν στην περιστολή της ανεπίτρεπτης διεύρυνσης του αντικειμένου της έκκλητης δίκης (ΑΠ 1061/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και στην αποτροπή του αιφνιδιασμού του αντιδίκου είτε από την πλευρά του εκκαλούντος με την άσκηση προσθέτων λόγων έφεσης, είτε από την πλευρά του εφεσίβλητου με την άσκηση αντέφεσης, νοείται η οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό (ή) και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, που εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης (ΑΠ 132/2004, NoB 2004/1547), διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα, είτε προς την ιστορική του βάση είτε ως προς αμφοτέρους τους παράγοντες, που οριοθετούν αυτό (ΑΠ 978/2014, ΧρΙΔ 2015/35, ΑΠ 671/2003, Ελλ.Δνη 2003/1343, Κ. Μακρίδου, Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ, 2000, σελ. 42 επ.). Εξάλλου, αναγκαία συνεχόμενα με τα κεφάλαια της αποφάσεως, που εφεσιβλήθηκαν, είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλά ασύμβατων αποφάσεων, εάν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της αποφάσεώς του (ΑΠ 684/2013, ΧρΙΔ 2013/696, ΑΠ 697/2012, ΜονΕφΠειρ. 460/2013, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος …… άσκησε την 19/02/2026 με ιδιαίτερο- αυτοτελές δικόγραφο την από 16/01/2026 αντέφεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (= Εφετείου Πειραιώς), που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλούμενη Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) …/2026 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) ……/2026 κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, το οποίο (=δικόγραφο αντέφεσης) ακολούθως επέδωσε στην εναγόμενη εταιρεία (ΑΠ 1496/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες την 19/01/2026, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό ……/19-01-2026 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………….. Συνεπώς, η ένδικη αντέφεση, η οποία σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, τυγχάνει παραδεκτή, εφόσον προσβάλλει κεφάλαια, τα οποία προσβάλλονται και με την ένδικη έφεση (διαφορές υπερωριακής αμοιβής, δώρα εορτών και πρόσθετη αμοιβή για δρομολόγια εξπρές), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα παρακάτω. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αντέφεση, συνεκδικαζόμενη λόγω συνάφειας της με την έφεση (άρθρο 246 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 524 παρ. 1 εδ. α΄ και 591 παρ. 1 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο των λόγων της.

(ΙΙΙ) Με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι με διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε στον Πειραιά με την εναγόμενη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, πλοιοκτήτρια του με ελληνική σημαία επιβατηγού-οχηματαγωγού (Ε/Γ-Ο/Γ) ακτοπλοϊκού πλοίου «ΒSP», 10.755 κ.ο. χ., ναυτολογήθηκε σε αυτό με την ειδικότητα του ναύτη αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε τελευταία κυρωθείσα συλλογική σύμβαση εργασίας πληρωμάτων ακτοπλοϊκών πλοίων εφαρμοζόμενης ταύτης με συμφωνία των διαδίκων αναδρομικά αλλά και μετά της μέχρι τη λήξη της αντικατάστασης της με νεότερη μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, τα είχε δε έκτοτε τις υπηρεσίες του στο ίδιο πλοίο, που εκτελούσε καθημερινά τα αναλυτικά αναφερόμενα δρομολόγια, μεταξύ των οποίων και δρομολόγια εξπρές, εργαζόμενος ημερησίως επί δεκαέξι (16) ώρες κατά τις διαδοχικές ναυτολογήσεις του στο ένδικο χρονικό διάστημα από την 01-01-2022 μέχρι την 30-09-2022 και επί δεκατέσσερις (14) ώρες κατά τις διαδοχικές ναυτολογήσεις του στο ένδικο χρονικό διάστημα από την 01-10-2022 μέχρι και την 05-12-2023, οπότε και λύθηκε η τελευταία σύμβασή του με την εναγόμενη εταιρεία. Με βάση το ιστορικό αυτό, και επικαλούμενος περαιτέρω ότι απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των αποδοχών του, που αντιστοιχούσαν στο βασικό μισθό του, στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις ημέρες της Κυριακής, του Σαββάτου και τις αργίες και χωρίς να συνυπολογιστούν αυτές στο σύνολό τους για τον προσδιορισμό και την καταβολή της αναλογίας των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων ετών 2022 και 2023 και Πάσχα ετών 2022 και 2023, τα οποία δικαιούται, ούτε τη νόμιμη αποζημίωση διανυκτέρευσης ούτε πλήρη την πρόσθετη αμοιβή του για την εκτέλεση των δρομολογίων κυκλικών εξπρές, που εκτέλεσε το πλοίο κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα, ζητεί κατόπιν νομότυπου περιορισμού του αιτήματος της ένδικης αγωγής: (α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων οκτακοσίων ευρώ και επτά λεπτών του ευρώ (32.800,07 €) για απαιτήσεις του από υπερωριακή εργασία και διαφορών επί των δώρων εορτών και (β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης εταιρείας να του καταβάλλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 20. 211,22 € για απαιτήσεις του από διαφορές επί της αμοιβής δρομολογίων εξπρές και αποζημίωσης διανυκτερεύσεων και τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του διαφορετικά από την επίδοση της ένδικης αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 3426/2024 (οριστική) απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού το τελευταίο έκρινε εαυτόν καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση αυτής, στη συνέχεια έκρινε αυτήν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων  340, 341, 345, 346, 361, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, 176, 907, 908 παρ. 1 περ. ε 910 Κ. Πολ.Δ, άρθρα 1, 2, 53, 54, 60, 82 Κ.Ι.Ν.Δ, άρθρο μόνο της ΥΑ. 70109/ 8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82. «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και «Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β’ 1/1982), της Σ.Σ.Ν.Ε. πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων των ετών 2022 και 2023, οι οποίες κυρώθηκαν με τις Υ.Α. 2242.5-1.5/8785 και 2242.5-1.5/51894 (Φ.Ε.Κ. B’ 663/15-2-2022 και 4621/2023), με εξαίρεση τα αιτήματα: (α) αναφορικά με τα επιδόματα εορτών και την αμοιβή λόγω δρομολογίων εξπρές, κατά το μέρος, που ο ενάγων για την εξεύρεση του οφειλόμενου σε αυτόν χρηματικού ποσού συνυπολογίζει τα κατά μέσο όρο καταβαλλόμενα επιδόματα εορτών, καθόσον αυτά δεν καταβάλλονται κατά το άρθρο 14 των ως άνω εφαρμοστέων Σ.Σ.Ν.Ε. ως αντάλλαγμα της εργασίας του εργαζομένου κάθε μήνα αλλά «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα») (Εφ. Πειρ 83/2024, Εφ.Πειρ. 423/2021, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο), υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των έντεκα χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (11. 972,62€), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της απόλυσής του (06-12-2023) και μέχρι την πλήρη εξόφληση αυτού και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης εταιρείας να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εκατόν είκοσι ενός ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (13.121,92€), με το νόμιμο τόκο από τη επομένη της απόλυσής του (06-12-2023) μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού.

Κατά της απόφασης αυτής τόσο η εναγόμενη Εταιρεία όσο και ο ενάγων, έχοντες αμφότεροι έννομο συμφέρον, ως ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό διάδικοι, κατά το μέτρο, που απορρίφθηκαν τα ένδικα αιτήματα και ισχυρισμοί τους, άσκησαν τις υπό κρίση ένδικες έφεση και αντέφεση τους αντίστοιχα, παραπονούμενοι για τους λόγους, που ειδικότερα εκτίθενται στα εφετήρια και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους εκτιμώμενες, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας την παραδοχή αυτών, ως βάσιμων, και στη συνέχεια την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, έτσι ώστε, αφού κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η ένδικη υπόθεση, η μεν εναγόμενη εταιρεία (=ζητεί) να απορριφθεί η σε βάρος της ασκηθείσα αγωγή, ο δε ενάγων αντίθετα (=ζητεί) να γίνει αυτή καθ’ ολοκληρίαν δεκτή στο σύνολο του αιτητικού της. Πλέον συγκεκριμένα,  με τον πρώτο (1ο)  κατά σειρά λόγο της εφέσεως της η εναγόμενη εταιρεία διατείνεται για εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα αυτό να αχθεί στην κρίση ότι για την εκτέλεση των καθηκόντων του αυτός απασχολείτο καθ’ υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου του επί τέσσερις (4) ώρες, δηλαδή εργαζόταν κατά τα έτη 2022 και 2023 σε καθημερινή βάση κατά μέσο όρο επί δώδεκα (12) ώρες, ενώ ο εκκαλών-ενάγων με την αντέφεση του διατείνεται αντίστοιχα για πλημμέλεια της εκκαλουμένης συνιστάμενη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου αλλά και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του αναφορικά με το χρόνο της πρόσθετης υπερωριακής απασχόλησης του, συνιστάμενης αυτής κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς σε δεκατέσσερις (14) ώρες και δέκα έξι (16) ώρες αντίστοιχα, κατά τις επιχειρούμενες διακρίσεις στην ένδικη αγωγή. Περαιτέρω, με το δεύτερο (2ο) κατά σειρά λόγο της εφέσεως της η εναγόμενη εταιρεία διατείνεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, καθώς επίσης και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού (καταλογισμού) των καταβληθέντων χρηματικών ποσών πλέον των νόμιμων με την αξίωση του ενάγοντος για υπερωριακή απασχόληση του. Ακολούθως, με τον τρίτο (3ο) κατά σειρά λόγο της εφέσεως της η εναγόμενη εταιρεία διατείνεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, καθώς επίσης και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την επιδίκαση στον ενάγοντα διαφορών δώρων εορτών, ενώ με τον τέταρτο (4ο) κατά σειρά λόγο της υπό κρίση εφέσεως της η εναγόμενη εταιρεία διατείνεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, καθώς επίσης και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την επιδίκαση στον ενάγοντα αμοιβής για δρομολόγια εξπρές, ενώ με τον πέμπτο (5ο) κατά σειρά λόγο διατείνεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, καθώς επίσης και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την επιδίκαση στον ενάγοντα διαφοράς ως προς την αποζημίωση λόγω μη χορήγησης διανυκτέρευσης, τέλος δε με τον έκτο (6ο) κατά σειρά λόγο διατείνεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου αναφορικά με την απόρριψη της προβληθεί σας από αυτήν ενστάσεως για καταχρηστική ένσταση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.

Περαιτέρω, με την αντέφεση του, ο ενάγων-αντεκκαλών πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση με τους τρεις (3) ως προς τον αριθμό λόγους, ήτοι, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος, που κρίθηκε ότι αυτός εργαζόταν επί δώδεκα (12) ώρες σε ημερήσια βάση κατά τις αναφερόμενες κατ’ αριθμό ημέρες καθημερινές, του Σαββάτου, της Κυριακής και αργιών των ενδίκων ναυτολογήσεών του, αντί των δέκα έξι (16) ωρών ημερησίως σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να του επιδικασθεί μειωμένη αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, καθώς επίσης μειωμένη αναλογία δώρων εορτών και πρόσθετης αμοιβής για τα δρομολόγια εξπρές, που εκτέλεσε το ανωτέρω πλοίο και επιπλέον, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αντέφεσης πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος, που έκρινε ότι στις τακτικές αποδοχές του για τον προσδιορισμό των δώρων εορτών και της πρόσθετης αμοιβής για δρομολόγια εξπρές, δεν συνυπολογίσθηκε το επίδομα ιματισμού, όπως επίσης και η μηνιαία αναλογία των δώρων εορτών. Ζητεί δε την εξαφάνιση διαφορετικά μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή του, κατά τα κεφάλαια, που πλήττονται με την ένδικη αντέφεσή του, και να καταδικαστεί η εναγόμενη εταιρεία στη δικαστική  δαπάνη του και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Αναφορικά με τις αιτιάσεις του αντεκκαλούντος για κακή ερμηνεία του νόμου ως προς τον προσδιορισμό των τακτικών αποδοχών, ήτοι, ότι εσφαλμένα δεν συνυπολογίστηκαν στις τακτικές αποδοχές του τα δώρα εορτών, η πρόσθετη αμοιβή για δρομολόγια εξπρές και το επίδομα ιματισμού, καθώς αυτά δεν συνέχονται αναγκαία με τα εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλούμενης, αφού ουσιαστικά αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί ο χρόνος της πρόσθετης- υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος και ο υπολογισμός βάσει του χρόνου αυτού των τακτικών αποδοχών και λοιπών επιδομάτων του ενάγοντος. Ως εκ τούτου, απαραδέκτως προβάλλονται οι σχετικοί λόγοι σε αντίθεση με τις αιτιάσεις του για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ένεκα της οποίας δεν έγιναν πλήρως δεκτοί οι αγωγικοί ισχυρισμοί και το αγωγικό αίτημά του για υπερωριακή απασχόληση δεκαέξι (16) ωρών σε ημερήσια βάση, οι οποίοι συνέχονται αναγκαία με τα εκκληθέντα κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης, κατά τη προεκτεθείσα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη έννοια. Πρέπει  δε συνεπώς αυτοί να εξεταστούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

(IV) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 62, 63, 136 παρ. 1 και 3, 137 και 146 παρ. 2 του Κανονισμού Εργασίας των ναυτικών στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά πλοία πεντακοσίων κ.ο.χ. και άνω (β.δ. 683/1960, Φ.Ε.Κ. Α’ 158/4.10.1960): 62. «Οι Ναύται τελούσιν υπό τας διαταγάς και τον έλεγχον του Ναυκλήρου και βοηθούσιν αυτόν και τον Υποναύκληρον εις την εκτέλεσιν των καθηκόντων των», 63 «Ειδικώτερον οι Ναύται εκτελούσι κατά φυλακάς τας εργασίας πηδαλιούχου, οπτήρος, αγγελιοφόρου γεφύρας και εκτός φυλακής τας γενικάς συντηρήσεως και καθαριότητος του σκάφους και του εξαρτισμού αυτού, πρωρατικά έργα, συντήρησιν και χειρισμόν σωσιβίων μέσων, εργασίαν υπολόγου αποθηκαρίου υλικών συντηρήσεως σκάφους, κυτωρού, τοποθέτησιν παραφραγμάτων φορτίου και εν γένει πάσαν εργασίαν σχετικήν προς την ειδικότητά των», 136 «1. Οι διηρημένοι εις τας γενικάς εργασίας καταστρώματος άνδρες εργάζονται υπό την επίβλεψιν του Ναυκλήρου και του Υπαναυκλήρου ένδον εις καθαρισμούς, αποσκωρίασιν ελασμάτων, χρωματισμούς, καθαρισμόν των υδροσυλλεκτών και δεξαμενών πρωραίας και πρυμναίας ζυγοσταθμίσεως, προετοιμασίαν των κυτών διά φόρτωσιν ή εκφόρτωσιν, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, εις πρωρατικά έργα, ευθέτισιν των αποθηκών υλικών συντηρήσεως σκάφους και των κυτών προς πρόληψιν μετατοπίσεως, αναμίξεως, βλάβης, φθοράς ή κλοπής του φορτίου πυρκαϊάς, τοποθέτησιν παραφραγμάτων φορτίου και εις πάσαν άλλην εργασίαν της ειδικότητός των, διατασσομένην υπό του Υπάρχου, ….3.  Οι εν παραγράφω 1 οφείλουσι να είναι έτοιμοι επί του καταστρώματος, ίνα αρχίσωσι την εργασία των την 07:00’ ώραν….. Πλην των ανωτέρω ωρών εργασίας, ούτοι δεν υποχρεούνται να εκτελέσωσιν άλλην εργασίαν, εκτός εάν πρόκειται περί απάρσεως αγκυροβολίας ή γυμνασίων διαρροής πυρκαϊάς», 137 «1. Το προσωπικόν καταστρώματος κατανέμεται κατά τον κατάπλουν, την αγκυροβολίαν, την άπαρσιν και τον απόπλουν επί τη βάσει του οικείου πίνακος διαιρέσεως προσωπικού ως εξής: α) ο Πλοίαρχος επί της γεφύρας, β) ο Ύπαρχος όπου θεωρείται αναγκαίον, γ) ο Υποπλοίαρχος εις το πρόστεγον μετά του Ναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος, δ) ο Ανθυποπλοίαρχος εις το επίστεγον μετά του Υποναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος…, ε) ο Δόκιμος αξιωματικός επί της γεφύρας διά την διαβίβασιν των παραγγελμάτων, στ) ο Πηδαλιούχος εις το πηδάλιον. 2. Κατά τον κατάπλουν και την αγκυροβολίαν, την μεθόρμισιν ως και την άπαρσιν και τον απόπλουν, δεν τηρούνται αι συνήθεις ώραι εργασίας, αλλά πάντες εργάζονται διά την κανονικήν και ασφαλή αγκυροβολίαν και όρμισιν του πλοίου ή διά την κανονικήν άπαρσιν αυτού και πέραν έτι των ωρών εργασίας, χωρίς τούτο να θεωρήται υπερωρία. Εάν το πλοίον είναι ηγκυροβολημένον εις ανοικτόν όρμον ή εις άλλο αγκυροβόλιον ουχί ασφαλές δύναται κατά την κρίσιν του Πλοιάρχου να εξακολουθήση η εργασία κατά φυλακάς ως εν πλώ» και 146 «2. εν όρμω το προσωπικόν καταστρώματος υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπάρχου και υπό την διεύθυνσιν του Ναυκλήρου, ασχολείται εις καθαρισμούς, υποσκωρίασιν ελασμάτων χρωματισμούς, καθαρισμόν υδροσυλλεκτών και δεξαμενών, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, πρωρατικά έργα και εις πάσαν άλλην εργασίαν σκάφους, διατασσομένην υπό του Υπάρχου, συμφώνως προς το ωρολόγιον πρόγραμμα ημερησίας εργασίας εν όρμω, χειμερινόν ή θερινόν, αναλόγως της εποχής του έτους». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, πρώτον, ότι οι εργασίες αποσκοριώσεως (ματσακόνι) και χρωματισμού των εξωτερικών ελασμάτων του πλοίου δεν επιτρέπεται να εκτελούνται εν πλω, δεύτερον, ότι στα λιμάνια προσεγγίσεως του πλοίου το προσωπικό καταστρώματος μετέχει σύσσωμο στις εργασίες κατάπλου (πρόσδεση και αγκυροβολία) και απόπλου (απόδεση και άπαρση) και, τρίτον, ότι η εργασία αυτή, ακόμα και αν εκτείνεται πέραν του οκταώρου της καθημερινής απασχόλησης των ναυτών, δεν θεωρείται υπερωριακή. Όμως, η τελευταία αυτή ρύθμιση υποχωρεί, καθόσον στη (μεταγενέστερη και ειδικότερη) διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 της ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε., που έχει ισχύ νόμου, ορίζεται αντιθέτως ότι, για όλες τις εργασίες που εκτελούνται στο λιμάνι πέραν των κανονικών εργασίμων ωρών ο ναυτικός δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, επειδή οι εργασίες αυτές, στις οποίες ρητά συμπεριλαμβάνονται και αυτές κατά τον κατάπλου και τον απόπλου, θεωρούνται υπερωριακές (Εφ.Πειρ. 433/2023, Εφ.Πειρ. 357/2023 , www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 464/2021, Εφ.Πειρ. 602/2015, Εφ. Πειρ. 539/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 16/2006, Δνη 2006/1331 = Δ 2006/1151 = ΝοΒ 2006/1716, Ολ. ΑΠ 1/1997, Δνη 1997/534 = ΕΕΝ 1997/389 = ΝοΒ 1998/17, ΟλΑΠ 17/ 1995, Δνη 1995/1531, ΟλΑΠ 62/1990, Δνη 1991/501 = ΕΕΝ 1991/320 = ΝοΒ 1991/389, ΟλΑΠ 2101/1984,  ΝοΒ 1985/648, ΟλΑΠ 88/1980, ΝοΒ 1980/1437, ΑΠ 38/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει εύλογα δημιουργηθεί στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΕΕΝ 2003/168 = ΝοΒ 2003/648, ΟλΑΠ 8/2001, ΝοΒ 49/1814 = Δνη 2001/382 = Επισκ.ΕμπΔ 2002/392). Η συγκεκριμένη διάταξη όμως έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από το δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός επιδιώκει την παροχή έννομης προστασίας για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης, που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο αντίδικός του αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος (ΑΠ 764/2001, ΔΕΕ 2001/1013, ΑΠ 950/1989, Δνη 1991/77, ΑΠ 84/1984, ΝοΒ 1985/239, ΜονΕφΔυτΣτερΕλ 34/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 2243/2012, ΔΕΕ 2012/1031, ΕφΑθ. 8263/2007, ΔΕΕ 2008/1115, ΕφΔωδ. 122/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 871/2002, ΠειρΝομ. 2002/472, ΕφΠειρ. 470/1992, ΕΝαυτΔ 1993/256) ή όταν επικαλείται απλά νομική αβασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος, αποκρούοντας δηλαδή την εφαρμογή του ως μη αναγνωριζόμενου από το νόμο (ΑΠ 1119/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 764/2001, ΔΕΕ 2001/1013, ΑΠ 950/1989, Ελλ.Δνη 1991/77, ΑΠ 84/1984, ΝοΒ 1985/ 239, ΑΠ 1255/1980, ΝοΒ 29/554, ΜονΕφΔυτΣτερΕλ 34/2015, ΤΝ Π ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 2243/2012, ΔΕΕ 2012/1031, ΕφΑθ. 8263/2007, ΔΕΕ 2008/1115, Εφ. Δωδ. 122/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 871/2002, Πειρ. Νομ. 2002/472, ΕφΠειρ. 470/1992, ΕΝαυτΔ 1993/256) ΕφΔωδ. 171/ 2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘρακ. 221/2000, DIGESTA 2003/36, Εφ. Πειρ. 13/1995, Δνη 1996/423 = ΔΕΕ 1995/403), καθόσον, ειδικότερα, εάν μεν το δικαίωμα αυτό είναι νόμιμο, μπορεί να ενασκηθεί και εναντίον της βουλήσεως του υπόχρεου, οπότε ελέγχεται βεβαίως ενδεχόμενη καταχρηστικότητα της ασκήσεώς του, εάν όμως είναι ανυπόστατο ή αντίκειται στο νόμο, δεν μπορεί εκ μέρους του αμφισβητούντος αυτό να γίνει λόγος για κατάχρηση δικαιώματος (ΑΠ 1417/1984, ΝοΒ 1985/1002, ΕφΘεσ. 727/2000, Αρμ. 2000/ 806). Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγόμενης εταιρείας για καταχρηστική άσκηση «υποτιθέμενου» δικαιώματος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά άρνηση της αγωγής (ΕφΑθ. 966/2010, Δνη 2012/188), η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 894/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ανεξαρτήτως όμως τούτου, από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 5 § 1 ΑΝ 539/1945 και 8 § 4 Ν. 4020/1959 συνάγεται γενική αρχή του εργατικού δικαίου, κατά την οποία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και επομένως είναι άκυρη και θεωρείται, ως μη γενομένη κάθε παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψης των προβλεπομένων από το νόμο, τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή άλλες κανονιστικές διατάξεις ελαχίστων ορίων των αποδοχών, επιδομάτων ή άλλων από την εργασία του παροχών, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή άφεσης χρέους κατ’ άρθρο 454 ΑΚ, όπως άκυρη τυγχάνει και  η παραίτησή του από άλλα δικαιώματά του, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης, όπως είναι το δικαίωμά του για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση, ανεξαρτήτως μάλιστα αν η αξίωση αυτή έχει ή δεν έχει ακόμη γεννηθεί (ΑΠ 166/2016, ο.π, ΑΠ 1340/2014, ΧρΙΔ 2015/225, ΑΠ 1554/2011, ΜονΕφΠειρ. 691/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εκ τούτου, επειδή δηλαδή η συμφωνία που περιορίζει τα ως άνω δικαιώματα του εργαζομένου είναι για λόγους δημοσίας τάξεως άκυρη, έπεται ότι η παρά την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας δικαστική επιδίωξή τους δεν μπορεί να αποκρουστεί με την επίκληση της από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστικότητας (Μον.Εφ.Πειρ. 250/2025 Δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΠειρ. 71/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 795/2010, ΕΝαυτΔ 2010/385, Εφ. Πειρ. 901/2002 δημ. Νόμος). Ειδικότερα, με τον έκτο (6ο) κατά σειρά λόγο εφέσεως της η εναγόμενη εταιρεία επαναφέρει τον και αμυντικό ισχυρισμό, που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η άσκηση της αγωγής, της οποίας προηγήθηκε επανειλημμένη άμεση και ρητή διαβεβαίωση του ενάγοντος για ανυπαρξία οικονομικών απαιτήσεών του σε βάρος της, είναι καταχρηστική, καθόσον ειδικότερα ο ενάγων ναυτικός με θετικές ενέργειές του της προκάλεσε την εύλογη βεβαιότητα ότι δεν θα διεκδικήσει τις υπό κρίση αξιώσεις του. Συγκεκριμένα, αυτή εκθέτει ότι ο εργαζόμενος ναυτικός υπέγραφε ανεπιφύλακτα τις μηνιαίες καταστάσεις της υπερωριακής απασχόλησής του, ενώ ουδέποτε την όχλησε για την εξόφλησή του, αντιθέτως λάμβανε τις οικειοθελείς παροχές και την αμοιβή του για την πέραν της νόμιμης υπερωριακή απασχόλησή του, παραλαμβάνοντας τα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα των αποδοχών του χωρίς να διατυπώσει ουδέποτε σε αυτές οποιαδήποτε επιφύλαξη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι νόμιμος όχι μόνον διότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, όταν ο εναγόμενος αρνείται το αγωγικό δικαίωμα, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία η εναγόμενη εταιρεία ήδη εκκαλούσα παρότι επικαλείται καταχρηστικότητα κατά την ενάσκηση του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος αμφισβητεί ταυτόχρονα την ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος αυτού του τελευταίου, που απορρέει από σύμβαση εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αλλά και επειδή τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι ικανά και πρόσφορα κατά νόμο να συγκροτήσουν το πραγματικό της ιδίας διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού ο ενάγων για όσους λόγους προαναφέρθηκαν, δεν μπορούσε να στερηθεί του δικαιώματός του στη δικαστική επιδίωξη των νομίμων απαιτήσεών του από την παροχή της εργασίας του. Κρίνοντας όμοια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό ορθά το νόμο ερμήνευσε και τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στο σχετικό έβδομο λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους, νόμιμα, (Ολ. ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα υπόλοιπα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/2005, δημοσιευμένες αμφότερες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ») είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθμόν …………/23-11-2021 ένορκη βεβαίωση του …….. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που λήφθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου της, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ………/18-11-2021 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………., εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ. Πολ.Δ, (ΑΠ 154/1992, ΕλλΔνη 33-814, ΑΠ 796/1983, ΕλλΔνη 1983. 1398, Εφ. Αθ 9440/1986, ΕλλΔνη 1986,869), από τη με αριθ. πρωτ. …./09-09-2024 ένορκη βεβαίωση του ….. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ληξουρίου ………. και από τη με αριθμό πρωτ. …./10-09-2024 ένορκη βεβαίωση του ………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σουφλίου ………., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, ως επισπεύδοντος τη συγκεκριμένη διαδικαστική ενέργεια (=της λήψης ενόρκων βεβαιώ σεων) διάδικος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ., κατ’ άρθρο 421 ΚΠολΔ, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης εταιρείας, σύμφωνο με τους ορισμούς του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν 382Ε/3-9-2024 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …………., εκτιμώμενες αμφότερες κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας των εξετασθέντων μαρτύρων,  χωρίς το γεγονός ότι οι εξετασθέντες με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρες τυγχάνουν αντίδικοι της εναγόμενης εταιρείας, επειδή έχουν ασκήσει άλλη δική τους αγωγή, με το ίδιο αντικείμενο, να αποκλείει μόνο αυτό την αποδεικτική αξία των όσων βεβαιώνουν ενόρκως (Εφ.Πειρ. 196/ 2020, Εφ.Αθ. 3879/ 2012 Δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ» Εφ.Πειρ. 149/2022, Εφ.Αθ. 3879/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πατρ 698/2003 Αχ. Νομ 2004. 266), από τη με αριθ. πρωτ. …………/19-9-2024 ένορκη βεβαίωση του …………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ………………, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εναγόμενης εταιρείας, ως επισπεύδουσας τη συγκεκριμένη διαδικαστική ενέργεια (=της λήψης ενόρκων βεβαιώσεων) διάδικος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ., κατ’ άρθρο 421 ΚΠολΔ, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν …../16-9-2024 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέτρο, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, όπως πρόκειται να εκτεθεί παρακάτω, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) {Ν. Παισίδου: Τα δικαστικά τεκμήρια, 1991, σελ. 230 κα σημ. 86, πρβλ. Στ. Κουσούλη στην Ερμηνεία Κ. Πολ.Δ. Κεραμέως/ Κονδύλη/ Νίκα, Ι (2000) άρθρο 231, αριθ. 5), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν όλες στον Πειραιά, μεταξύ του …………….. (=ενάγοντος), Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του υπ’ αριθ. ΜΕΘ …… ναυτικού φυλλαδίου και των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας, πλοιοκτήτριας του με ελληνική σημαία επιβατηγού-οχηματαγωγού (Ε/Γ-Ο/Γ) ακτοπλοϊκού πλοίου «BSP», με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ……., κόρων ολικής χωρητικότητας 10.755, ο ενάγων ναυτολογήθηκε στο πλοίο αυτό με την ειδικότητα του ναύτη (βλ. σχετ. τις σελίδες 4,5  και 105 έως και 111, όπως και αποσπασματικό φωτοτυπικό αντίγραφο του ταυτάριθμου ναυτικού φυλλαδίου του και συγκεκριμένα τις σελίδες 4 έως και 7 και 42, αναφορικά με τις επίδικες ναυτολογήσεις του), κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: (1) από την 28-09-2021 μέχρι την 20-01-2022, τηρουμένου προς τούτο του εγγράφου τύπου, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά αμοιβαία λόγω ασθενείας, (2) από την 03-03-2022 μέχρι την 21-07-2022, τηρουμένου προς τούτο του εγγράφου τύπου, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά λόγω αδείας, (3) από την 20-08-2022 μέχρι την 23-12-2022, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά λόγω αδείας, (4) από την 24-01-2023 μέχρι την 29-05-2023, τηρουμένου προς τούτο του εγγράφου τύπου, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά λόγω αδείας, (5) από την 08-07-2023 μέχρι την 05-12-2023, τηρουμένου προς τούτο του εγγράφου τύπου, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά «αμοιβαία συναινέσει» αυτού και του πλοιάρχου. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και δη για τα έτη 2022 και 2023 οι ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, διέπονταν ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής των ναυτικών από τις διατάξεις των Σ.Σ.Ν.Ε. πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων των ετών 2022 και 2023, οι οποίες κυρώθηκαν με τις Υ,Α. 2242.5-1.5/8785 και 2242.5-1.5/51894 (ΦΕΚ B’ 663/15-02-2022 και 4621/2023 αντίστοιχα,) εφαρμοζομένων τούτων για κάθε έτος αναδρομικά από την αρχή του έτους κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων και για το λόγο αυτό αναγράφονταν στην ένδειξη «μισθός» τα γράμματα «Σ.Σ.», δηλαδή «Συλλογική Σύμβαση». Κατά τη Σ.Σ.Ν.Ε. έτους 2022 (άρθρα 1, 3, 5, 6, 8 13, 13, 10 παρ. 4 και 15 παρ. 2) ο μηνιαίος μισθός ενέργειας του ναύτη ορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 1.240,91 €, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, ήτοι, στο χρηματικό ποσό των 273 €, το επίδομα ιματισμού στο χρηματικό ποσό των 60,54 €, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας στο χρηματικό ποσό των 20,58 € την ημέρα και 617,40€ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας στο χρηματικό ποσό των 37,74€ και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας στο χρηματικό ποσό των 446,97€ {[(1.240,90€ + 273 € /22) + 20,58  € 1 X 5 ημέρες}, το δε ωρομίσθιο του ναύτη καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 7,17 € και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε 8,96€ και 10,76€ αντίστοιχα. οι συνολικές επομένως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2022 ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό 2.676,56€, δηλαδή σε χρηματικό ποσό, που υπολειπόταν του συμβατικού κλειστού μισθού του. Κατά τη Σ.Σ.Ν.Ε. του έτους 2023 (άρθρα 1, 3, 5, 6, 8 ξ 13, 13, 10 ξ 4 και 15 ξ 2) ο μηνιαίος μισθός ενέργειας του ναύτη ορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 1.315,36 €, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, ήτοι, στο χρηματικό ποσό των 289,38 €, το επίδομα ιματισμού στο χρηματικό ποσό των 64,17 €, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας στο χρηματικό ποσό των 21,81 € την ημέρα και 654,30€ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας στο χρηματικό ποσό 40 € και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας στο χρηματικό ποσό των 473,76 € {[(1.315,36€ + 289,38 € / 22) + 21,81 €] Χ 5 ημέρες}, το δε ωρομίσθιο του ναύτη καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 7,60 € και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε 9,50€ και 11,40€ αντίστοιχα. Οι συνολικές επομένως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2023 ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των 2.836,97 €.  Ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος για το ένδικο χρονικό διάστημα από την 28-09-2022 μέχρι την 08-07-2023 συνομολογήθηκε κλειστός, ανερχόμενος στο χρηματικό ποσό των 3.360,63 € μεικτά, για το ένδικο χρονικό διάστημα από την 08-07-2023 μέχρι την 05-12-2023 συνομολογήθηκε ομοίως κλειστός, ανερχόμενος στο χρηματικό ποσό των 3.669,07 € μεικτά, δηλαδή σε χρηματικό ποσό, που υπολειπόταν του συμβατικού κλειστού μισθού του. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά την ένδικη χρονική περίοδο στο πλοίο «BSP», ως προσωπικό καταστρώματος του σκάφους, απασχολούνταν δώδεκα (12) ναύτες,  δύο (2) ναυτόπαιδες, δύο (2) υποναύκληροι και ένας (1) ναύκληρος όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 6 ξ 6 του Π. Δ/τος 177/1974 «Περί οργανικής συνθέσεως των πληρωμάτων των επιβατηγών (ακτοπλοϊκών- μεσογειακών- τουριστικών) πλοίων (Φ.Ε.Κ. Α 64/ 13. 3.1974). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε όλα εκείνα τα καθήκοντα της ειδικότητας του ναύτη, όπως αυτά καθορίζονται από τα άρθρα του ως άνω Κανονισμού (άρθρα 62, 63, 132, 133, 135, 136, 137, 146, 148 και 159 του Β. Δ/τος 683/1960), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Πλέον συγκεκριμένα, αυτός εκτελούσε σειρά εργασιών, που απέβλεπαν στην εκτέλεση και ευόδωση του πλου, στη συντήρηση του πλοίου, όπως και του εξαρτισμού του, Επιπλέον, συμμετείχε στη φυλακή γέφυρας και εκτελούσε καθήκοντα πηδαλιούχου και οπτήρος, καθώς και γενικές εργασίες καταστρώματος κάτω από την επίβλεψη του Ναυκλήρου και του Υποναυκλήρου, όπως χρωματισμοί, αποσκωριάσεις, διευθετήσεις σχοινιών, καθαρισμοί υδροσυλλεκτών και δεξαμενών κ.λ.π. Επίσης, αυτός συμμετείχε  στις εργασίες κατάπλου και απόπλου από το λιμάνι, σε φυλακές φύλαξης του πλοίου στον όρμο. Εργάστηκε στην κανονική και ασφαλή αγκυροβολία και όρμιση του πλοίου ή για ην κανονική άπαρση αυτού και πέραν επί των ωρών εργασίας. Συμμετείχε στην φορτοεκφόρτωση του πλοίου και έχμαση των οχημάτων. Σε όλα τα λιμάνια του δρομολογίου για τις εργασίες κατάπλου και απόπλου ο ενάγων συμμετείχε σε εργασίες κατάπλου και απόπλου, πρόσδεσης και απόδεσης των κάβων, πόντισης και άρσης της άγκυρας, ανοίγματος και κλεισίματος του καταπέλτη, επιτηρούσε τους χώρους, από τους οποίους διέρχονταν επιβάτες και οχήματα, ενώ παράλληλα με τη φορτοεκφόρτωση και έχμαση στο γκαράζ, συμμετείχε στην παράδοση και παραλαβή δεμάτων, αποσκευών κ.λ.π.. Η προετοιμασία του κατάπλου και της εκφόρτωσης του πλοίου στα ενδιάμεσα λιμάνια του δρομολογίου γινόταν μισή (1/2) ώρα πριν την άφιξη, ενώ για τον κατάπλου στο λιμάνι του Πειραιώς, οι εργασίες αυτές ξεκινούσαν μία (1) ώρα πριν την προγραμματισμένη άφιξη. Ο ενάγων έπρεπε να βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση, στη γέφυρα, στο πρόστεγο, το επίστεγο ή το γκαράζ και εκτελούσε άμεσα όποια εντολή του δινόταν, έτσι ώστε το πλοίο να καταπλεύσει με ασφάλεια. Επίσης, αυτός (=ενάγων) προέβαινε σε απασφάλιση των οχημάτων, που θα εκφορτώνονταν. Κατά την ώρα της αναχώρησης του πλοίου, ο καταπέλτης έκλεινε, μαζεύονταν οι κάβοι, οι οποίοι στη συνέχεια έπρεπε να τακτοποιηθούν και γινόταν άπαρση της άγκυρας. Απαιτείτο επιπλέον μισή (1/2) ώρα μετά τον απόπλου, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εργασίες αυτές. Επίσης, αυτός έδινε οδηγίες για την εκτέλεση των κατάλληλων μανουβρών για την τοποθέτηση του φορτηγού οχήματος στην υποδεικνυόμενη σύμφωνα με το πλάνο φόρτωσης θέση. Στη συνέχεια, έπρεπε να ξεκοτσαριστεί δηλαδή να αποσυνδεθεί από τον πράκτορα από τον πράκτορα και να τοποθετηθεί σε ειδική βάση και επιπλέον να ασφαλιστεί με τάκους, αλυσίδες, σχοινιά, ιμάντες κ.λ.π. προς αποφυγή μετατόπισης, ενώ ο πράκτορας αποχωρούσε από το πλοίο. Αντίστοιχα, για να εκφορτωθεί έπρεπε να αποδεθεί έγκαιρα και αφού εκφορτωθούν τα άλλα οχήματα να εισέλθει στο πλοίο τράκτορας, στον οποίο έπρεπε να κοτσαριστεί δηλαδή θα συνδεθεί σε αυτόν και να αφαιρεθεί η βάση, στην οποία στηριζόταν, προκειμένου να ρυμουλκηθεί έξω στην προβλήτα, μεταφέροντας τα μέσα συγκράτησης και ασφάλισης των οχημάτων από την αποθήκη υλικών ή αντίστοιχα όταν αυτά εκφορτώνονταν τα μετέφεραν πίσω και τα τακτοποιούν στην αποθήκη υλικών. Στις εργασίες αυτές συμμετείχε ο ενάγων. Επιπλέον, αυτός εκτελούσε εργασίες καθαριότητας και πλυσίματος των γκαράζ, που εκτείνονταν σε τέσσερα (4) καταστρώματα και έξι (6) επιπλέον «πατάρια» των εξωτερικών κλιμάκων, διαδρόμων, καταστρωμάτων και γενικά όλων των εξωτερικών επιφανειών του πλοίου, καθώς και εργασίες συντήρησης και επισκευών. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ενάγων είτε εκτελούσε φυλακές είτε εργαζόταν ως ντεϊμάνης (dayman), Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. 2251.2-5/80049/09/11/2022 και 2251.2-5/81733/2023 επιστολές- βεβαιώσεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (Διεύθυνση θαλασσίων Συγκοινωνιών/ Τμήματα Α και Β) με τα συνημμένες σε αυτές αποφάσεις δρομολόγησης του συγκεκριμένου πλοίου, τα έντυπα σήματα και τους εγκεκριμένους πίνακες δρομολογίων. Κατά τη διάρκεια των ένδικων ναυτολογήσεων του ενάγοντος το πλοίο «BSP» διενεργούσε πολύωρους τακτικούς ακτοπλοϊκούς πλόες σε διάφορα νησιά, τα οποία επεκτείνονταν και κατά τις νυκτερινές ώρες, όπως εκτίθενται διεξοδικά στην εκκαλούμενη απόφαση και τα οποία δεν διαλαμβάνονται στην παρούσα απόφαση προς αποφυγή περιττών και άσκοπων επαναλήψεων, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγόμενη εταιρεία, δεδομένου ότι δεν προσβλήθηκε το εν λόγω κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης με τις υπό κρίση εφέσεις. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την εκτέλεση των δρομολογίων το εν λόγω πλοίο αναχωρούσε κάθε φορά από το λιμένα του Πειραιώς είτε προς τα νησιά της Δωδεκανήσου, φθάνοντας μέχρι τη Ρόδο και από το λιμάνι τα Ρόδου με πρόσθετο δρομολόγιο μέχρι την Κάρπαθο, την Κάσο ή το Καστελόριζο και επιστροφή είτε με προορισμό τα νησιά των Κυκλάδων, του Ανατολικού και Βορείου Αιγαίου με τελικό προορισμό την Καβάλα και επιστροφή είτε προς νησιά των Κυκλάδων, πραγματοποιώντας πολύωρους πλόες άγονης γραμμής, με συνέπεια να καθίσταται απαραίτητη η πολύωρη και υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος στις εργασίες της ειδικότητας του ναύτη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα παρακάτω. Οι γραμμές «………», «……………….» και «…………» ουσιαστικά αποτελούσαν μία αυτοτελή και διακεκριμένη έναντι της βασικής- αρχικής δρομολογιακής γραμμής, μη υπαγόμενη ως εκ τούτου στην κύρια δρομολογιακή γραμμή του συγκεκριμένου πλοίου, και μη θεωρούμενη ως ενιαίο δρομολόγιο, αναφερόμενες και εκλαμβανόμενες ως αυτό τελείς επιδοτούμενες δρομολογιακές γραμμές στις σχετικές αποφάσεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, η δε αυτοτέλεια αυτών των δρομολογιακών γραμμών προκύπτει από τις συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, στις οποίες γίνεται λόγος για επιδοτούμενη δρομολογιακή γραμμή και όχι για επιδοτούμενο τμήμα δρομολογίου. Για την εκτέλεση αυτών των πρόσθετων δρομολογίων το λιμάνι της Ρόδου καθίστατο λιμάνι αφετηρίας και όχι ένα ενδιάμεσο λιμάνι, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγόμενη εταιρεία. Επομένως, τα πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη στις ίδιες παραδοχές και έκανε δεκτό, ως ουσιαστικά βάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλι (-αναφορικά με τα δρομολόγια εξπρές), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το Νόμο και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, απορριπτόμενου του σχετικού τέταρτου (4ου) κατά σειρά λόγου της εφέσεως της εναγόμενης εταιρείας. Λόγω των δρομολογιακών αυτών γραμμών και του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο πλοίο εξυπηρετούσε πολλούς λιμένες και νησιά προέκυπτε ανάγκη παροχής εργασίας πέραν των καθορισμένων χρονικών ορίων, που προβλέπονται από τις οικείες Σ.Σ.Ν.Ε., γεγονός άλλωστε, που επιβεβαιώνεται και από το ότι κάθε μήνα καταβαλλόταν σε αυτόν ένα χρηματικό ποσό για την υπερωριακή του εργασία, όπως προκύπτει από τους λογαριασμούς μισθοδοσίας, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και όπως συνομολογείται  από την εναγόμενη εταιρεία (άρθρο 352 ΚΠολΔικ), αναγνωριζομένης  εκ προοιμίου της ανάγκης υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος.  Για την υπερωριακή απασχόληση του στο παραπάνω πλοίο με διαφοροποίηση ως προς τη χρονική διάρκεια αυτής κατέθεσαν ενόρκως οι εξετασθέντες μάρτυρες των διαδίκων, συντασσομένων προς τούτο των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, συνεκτιμώμενων αυτών ωστόσο ελεύθερα και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, το δε γεγονός ότι οι μάρτυρες, οι οποίοι εξετάστηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος, βρίσκονται σε αντιδικία με την εναγόμενη εταιρεία σε άλλες εκκρεμείς δίκες σε ασκηθείσες αγωγές για την προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, δεν αναιρεί τις μαρτυρικές καταθέσεις τους, ούτε τις καθιστούν αναξιόπιστες, μήτε εξαιρετέες, εφόσον δεν θεωρούνται ότι έχουν άμεσο και βέβαιο συμφέρον, ως αναγκαία συνέπεια της έκβασης της προκειμένης δίκης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αντίθετα η εναγόμενη εταιρεία με το συναφή ισχυρισμό, που διαλαμβάνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναλαμβάνεται με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος ωστόσο κρίνεται απορριπτέος, κατά το μέρος αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τα όσα δε αυτοί καταθέτουν, δεν αναιρούνται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγόμενη εταιρεία ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος ……, την οποία προσκόμισε στα πλαίσια άλλης αστικής δίκης ανάμεσα στην εναγόμενη εταιρεία και σε άλλον εργαζόμενο, δεδομένου ότι όσα κατατέθηκαν από τον τελευταίο αφορούν σε χρόνο προγενέστερο των επίδικων ναυτολογήσεων του ενάγοντος και αναφέρεται γενικά στη σύνθεση του προσωπικού ενδιαιτημάτων, τα καθήκοντα, που τους αναλογούσαν και την κατανομή των εργασιών τους, εφόσον οι καταθέσεις δεν διαφοροποιούνται ως προς τα καθήκοντα, τα οποία εκτελούσε ο ενάγων, αλλά στη χρονική διάρκεια τους, ενόψει της σημαντικής αυξημένης επιβατικής κίνησης, της εκτέλεσης διπλών δρομολογίων τις αναφερόμενες ημέρες της εβδομάδας και της αυξημένης διάρκειας των δρομολογίων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Πάσχα και τη θερινή. Ενόψει των παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι η χρονική διάρκεια της καθ’ ημέρα εργασίας του ενάγοντος κατά τα παραπάνω διαστήματα, που το άνω πλοίο εκτελούσε ακτοπλοϊκά δρομολόγια, δεν ήταν επακριβώς καθορισμένη, αλλά επηρεαζόταν από την αυξομείωση της κίνησης των επιβατών και των οχημάτων, από την πραγματοποίηση συγκεκριμένων ανά ημέρα δρομολογίων, από την προσέγγιση περισσότερων ή λιγότερων λιμένων, καθώς και από τις συνθήκες κάθε φορά της ναυτικής αποστολής του πλοίου. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πλοίο εξυπηρετούσε ακτοπλοϊκές γραμμές, στις οποίες ήταν ενταγμένα πολλά ενδιάμεσα λιμάνια, κάποια από τα οποία με αυξημένη επιβατική κίνηση, ακόμη και τους χειμερινούς μήνες, τις περιόδους κατά τις οποίες ο ενάγων ήταν ναυτολογημένος, τη φύση και το αντικείμενο της απασχόλησής του, τον επιμερισμό των εργασιών μεταξύ του προσωπικού καταστρώματος, την ύπαρξη της προβλεπόμενης σύνθεσης για το προσωπικό αυτό, τις ανάγκες, που κάλυπτε το ανωτέρω πλοίο και το μέγεθός του και συνεκτιμημένου ακόμη του ότι η εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα σταθερά κάθε μήνα διάφορα χρηματικά ποσά για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, η διάρκεια της οποίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν μεγαλύτερη κατά τη θερινή περίοδο και μικρότερη τη χειμερινή, το Δικαστήριο τούτο οδηγείται στην κρίση ότι ο μέσος όρος της συνολικής (όχι εξαιρετικής αλλά) καθημερινής απασχόλησής του ενάγοντος καθ’ όλη τη διάρκεια των ναυτολογήσεών του στο συγκεκριμένο πλοίο ήταν επί δώδεκα (12) ώρες και όχι δεκαέξι [16] ώρες κατά τις διαδοχικές ναυτολογήσεις του στο ένδικο χρονικό διάστημα από την 01-01-2022 μέχρι την 30-09-2022 και δεκατέσσερις [14] ώρες κατά τις διαδοχικές ναυτολογήσεις του στο ένδικο χρονικό διάστημα από την 01-10-2022 μέχρι και την 05-12-2023, οπότε και λύθηκε η τελευταία σύμβασή του με αυτήν. Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πλοίο, κατά τα επίδικα αυτά χρονικά διαστήματα, είχε πλήρη την οργανική σύνθεση πληρώματος δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς το μέσον όρο της υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος, που πραγματοποιούνταν καθημερινά, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του ΝΔ 187/1973 «Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (Κ.Δ.Ν.Δ., Φ.Ε.Κ. Α 261/3.10.1973), η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλεια αυτού κατά τη διάρκεια των πλοών του και δεν υποδηλώνει ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (Εφ.Πειρ. 655/2022, Εφ.Πειρ. 569/2022, Εφ. Πειρ. 423/2021, www.efeteio-peir.gr), ενώ το γεγονός ότι η άνω υπερωριακή εργασία του ενάγοντος δεν αναγραφόταν πλήρως στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσαν οι εναγόμενες, διά του προεστημένου οργάνου τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 157 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επιβατηγών πλοίων και 19 της των ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε., καθώς και το ότι ο ενάγων υπέγραφε στο εν λόγω βιβλίο, καθώς και στις αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας του χωρίς επιφύλαξη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (Εφ.Πειρ. 155/2023, Εφ.Πειρ. 577/2022, Εφ.Πειρ. 304/2020, Εφ.Πειρ. 274/ 2019,  www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 716/ 2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), επιπλέον δε, είναι κοινώς γνωστό ότι δεν είναι σύνηθες οι ναυτικοί, που υπηρετούν σε ένα πλοίο να διατυπώνουν επιφυλάξεις στις σχετικές καταστάσεις, προφανώς από φόβο ότι μπορεί να δυσαρεστήσουν τον εργοδότη και να διακινδυνεύσουν τη θέση εργασίας τους. Εξάλλου, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, η οποία συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 Α.Κ, 8 Ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 Ν. 4020/1959, κάθε παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα λήψης των νόμιμων αποδοχών, επιδομάτων ή άλλων από την εργασία του παροχών, έστω και υπό τη μορφή άφεσης χρέους κατ’ άρθρο 454 ΑΚ, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Π. 587/2006, Εφ.Πειρ. 18/2016, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 304/2020,  www.efeteio -peir.gr). Δεν έσφαλε επομένως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επίσης δέχθηκε ότι ο ενάγων, στα πλαίσια της ειδικότητας του ναύτη, εργαζόταν στο άνω πλοίο τις ίδιες ώρες τις καθημερινές, τις ημέρες της Κυριακής, του Σαββάτου και τις αργίες, κατά τη διάρκεια των δρομολογίων του πλοίου και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ο πρώτος (1ος) λόγος της έφεσης και της αντέφεσης, αντίστοιχα κατά το μέρος, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατόπιν τούτων, παρέπεται η ουσιαστική αβασιμότητα  των σχετικών λόγων της έφεσης και αντέφεσης, με τους οποίους παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τον υπολογισμό των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, με βάση τη μηνιαία αναλογία υπερωριακής αμοιβής, που αντιστοιχούσε σε δώδεκα (12) ώρες ημερήσιας απασχόλησης, και αφετέρου τον μη συνυπολογισμό υπερωριακής αμοιβής στις τακτικές αποδοχές του με την παραδοχή ότι δεν παρείχε υπερωριακή απασχόληση και όχι με βάση εκείνη, που αναλογούσε στη μείζονα επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπερωριακή εργασία και εντεύθεν τη μερική παραδοχή των αγωγικών αξιώσεων για τις διαφορές των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2022 και 2023 αντίστοιχα και την απόρριψη των συναφών αγωγικών κονδυλίων κατά το υπερβάλλον μέρος τους, που ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και της μη ευδοκίμησης του πρώτου (1ου) λόγου της έφεσης και της αντέφεσης, αντίστοιχα, κρίνονται απορριπτέος, ως αβάσιμοι κατ’ ουσία. Αναφορικά με το δεύτερο (2ο) κατά σειρά λόγο της έφεσης της εναγόμενης εταιρείας σχετικά με την απόρριψη της ενστάσεως συμψηφισμού, την οποία πρότεινε η εναγόμενη εταιρεία, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Συγκεκριμένα, η εναγόμενη εταιρεία πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το ανωτέρω αποδεικτικό της πόρισμα, επικαλούμενη στα πλαίσια του υπό κρίση (δευτέρου (2ου) λόγου της κρινόμενης εφέσεως, ότι τα εν λόγω ποσά, τα οποία αυτή καταλόγιζε κατά την καταβολή του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές/ bonus», αυτή (εναγομένη), κατέβαλε σε αυτόν (ενάγοντα) εξ ελευθεριότητος και χωρίς να έχει σχετική προς τούτο υποχρέωση, ως κίνητρο καλής απόδοσης του εργαζομένου – ενάγοντος. Επιπλέον, ισχυρίσθηκε ότι, με συμπληρωματικό όρο των παραπάνω συμβάσεων ναυτικής, που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων, προβλέφθηκε ότι «κάθε ποσό που καταβάλλει η εταιρεία στο ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της εταιρείας σχετικά με την παρούσα. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας». Επί αυτού πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955, ατομική σύμβαση εργασίας, καταρτιζόμενη από κάποιον, που δεσμεύεται από Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Σ.Σ.Ε.), θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους καθορισθέντες στη Σ.Σ.Ε. όρους, ακυρουμένων των τυχόν αντίθετων συμφωνιών. Όμως, όροι ατομικής σύμβασης εργασίας, ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από τους διαλαμβανόμενους σε Σ.Σ.Ε, είναι επικρατέστεροι. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπόμενων από τη Σ.Σ.Ε. και περιλήφθηκε όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις καταβαλλόμενες πέραν των νόμιμων, ο όρος τυγχάνει ισχυρός και έγκυρος. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές, που υφίστανται κατά το χρόνο της σύναψης της ατομικής εργασιακής σύμβασης, αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες, οι οποίες θεσπίσθηκαν μετά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης. Επίσης, τα προαναφερθέντα ισχύουν και για τις αξιώσεις από ναυτική εργασία, οι οποίες θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις, που καθορίζουν κατ’ αποκοπή το ποσό της δικαιούμενης αμοιβής για πρόσθετη υπερωριακή εργασία, διότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. Δ/τος. 4020/1959, η οποία προβλέπει ακυρότητα της σύμβασης κάλυψης των υπερωριακών αμοιβών με τις πέραν των ελάχιστων ορίων συμβατικές αποδοχές στη χερσαία εργασία, δεν εφαρμόζεται στην πάγια κατ’ αποκοπή αμοιβή υπερωριών στη ναυτική εργασία (Α.Π. 516/2017, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 397/2020, Εφ.Πειρ. 592/2019, Εφ.Πειρ. 433/2019, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Δωδ. 122/2018, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές, που προβλέπονται από την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε., ονομάζεται «κλειστός μισθός» και τυγχάνει έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από το συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, εάν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (Α.Π. 1013/2013, Α.Π. 225/2002, Εφ.Πειρ. 361/ 2013, Τ.Π.Ν. 2013, 208). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού τους (Εφ.Πειρ. 397/2020, Εφ.Πειρ. 568/2009, Τ.Ν.Π. ΝΟΜ ΟΣ). Επομένως, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικά και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπόμενου από την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε. μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη για καταλογισμό αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσό αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες αξιώσεις του ναυτικού, απορρέουσες από τη σύμβαση. Όμως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφισθεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες Σ.Σ.Ν.Ε. αποδοχές, μόνον τότε, όταν υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον ως άνω συμψηφισμό, περιορίζοντας έτσι μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του ναυτικού (Α.Π. 1013/2003, Α.Π. 225/2002,  Εφ.Πειρ. 402/2023, Εφ.Πειρ. 743/ 2022, Εφ.Πειρ. 485/2022, Εφ.Πειρ. 173/2022, www. efeteio- peir.gr, Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 196/2020, Εφ.Πειρ. 464/2021, Εφ.Πειρ. 72/2019, Εφ.Πειρ. 588/2018, Εφ.Πειρ. 213/2016, Εφ.Πειρ. 441/2015, Εφ. Πειρ. 465/2009, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Ι. Κοροτζή, «Ναυτικό Δίκαιο, τ. 1ος, 2004, υπ’ άρθρο 60, σ. 326). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 659 Α.Κ, αν παρουσιασθεί ανάγκη για εργασία πέρα από τη συμφωνημένη ή τη συνηθισμένη, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να την παράσχει, εάν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη με την καλή πίστη, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ο εργαζόμενος δικαιούται για την πρόσθετη αυτή εργασία σε συμπληρωματική αμοιβή, που κανονίζεται ανάλογα με το συμφωνημένο μισθό και με τις ειδικές περιστάσεις. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 648, 649, 652 και 653  Α.Κ. προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νόμιμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού, που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή, το μισθό, που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς, οι οποίοι παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Α.Π. 270/2017, Α.Π. 1769/2017, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η πρόσθετη όμως αυτή αμοιβή δεν οφείλεται, εάν έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 ΑΚ) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας, είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτός την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή, ή η τελευταία να καλύπτεται από το μισθό της κύριας απασχόλησής του (Ολ.Α.Π. 861/1984, Α.Π. 1892/1987, Α.Π. 937/1980, Α.Π. 1766/2001, Α.Π. 18/2011, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 397/2020, www.efeteio-peir.gr). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μισθοδοτικές καταστάσεις του ενάγοντος για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, καταβάλλονταν σε αυτόν τακτικά, κάθε μήνα, ως μέρος των αποδοχών μισθοδοσίας του, αφενός ορισμένο ποσό υπό την ονομασία «έκτακτες αποδοχές», αφετέρου ποσό υπό την ονομασία «ρολόγια ναυτών». Δεν αποδείχθηκε ότι οι «έκτακτες αποδοχές» καταβάλλονταν στον ενάγοντα, ως αμοιβή για εργασία, που δεν περιλαμβανόταν στα καθήκοντά του ως ναύτη (π.χ. για παράδοση και παραλαβή ασυνόδευτων δεμάτων, όπως αόριστα ισχυρίζεται ο εκκαλών – ενάγων και οι μάρτυρές του), αλλά αποδείχθηκε είχαν τον χαρακτήρα «επιμίσθιου» κατά τα ανωτέρω, δηλαδή δινόταν ως ανταμοιβή για τον ζήλο και τη δραστηριότητα του ναυτικού, η δε αμοιβή, που δινόταν για «ρολόγια ναυτών» πληρωνόταν για εργασία συναφή με τα καθήκοντα του ναύτη, για την οποία δεν προβλεπόταν ειδικό επίδομα στην οικεία Σ.Σ.Ν.Ε. για το πλήρωμα καταστρώματος των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε αναλυτικά στη νομική σκέψη της παρούσας, τα καθήκοντα του ναύτη στα επιβατικά πλοία προβλέπονται ενδεικτικά στα άρθρα 62 και 63 του Β.Δ. 683/1960 και κατ’ άρθρο 136 παρ. 3 του ιδίου Β/Δ και περιλαμβάνεται σε αυτά και η συμμετοχή σε γυμνάσια πυρκαγιάς. Επομένως, η λήψη μέτρων πυρασφάλειας και δη εν προκειμένω το πέρασμα μέσα στο κομοδέσιο, που πραγματοποιούσε ο κάθε ναύτης στη βάρδιά του και έλεγχε μήπως είχε ξεσπάσει πυρκαγιά, χτυπώντας τα ρολόγια πυρασφάλειας του πλοίου αποτελούσε εργασία συναφή με την κύρια απασχόληση του ναύτη στα επιβατηγά πλοία και όχι ξένη προς τα καθήκοντα του, ώστε να δικαιούται κατ’ άρθρο 659 παρ.2 ΑΚ συμπληρωματική αμοιβή, η οποία να μην μπορεί να συμψηφισθεί με την αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, όπως είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι για τις καταβαλλόμενες αποδοχές πέραν των υποχρεωτικώς καταβαλλόμενων αμοιβών και επιδομάτων κατά την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε. Σε περίπτωση, που γινόταν δεκτό ότι δεν θα μπορούσε να συμψηφισθεί το χρηματικό ποσό για τα ρολόγια ναυτών με την αμοιβή για υπερωριακή εργασία του ενάγοντος ναύτη, ουσιαστικά αυτός θα αμειβόταν δύο φορές για την ίδια εργασία, καθώς ο χρόνος, που διέθεσε για τα ρολόγια πυρασφάλειας, θα αμειβόταν και ως πρόσθετη εργασία με τα χρηματικά ποσά, που ήδη έλαβε βάσει της μισθοδοσίας του και ως υπερωριακή μη πληρωθείσα από τον εργοδότη εργασία (Εφ.Πειρ. 397/2020, Εφ.Πειρ. 592/2019, www.efeteio – peir.gr). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ωστόσο απέρριψε την νομότυπα και παραδεκτά προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση εν μέρει εξοφλήσεως λόγω συμφωνημένου συμψηφισμού της απαίτησης για υπερωριακή αμοιβή με χρηματικά ποσά, που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα ως «έκτακτες αμοιβές», όπως το ύψος των συγκεκριμένων ποσών δεν αμφισβητείται ειδικά με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα – ενάγοντα. Συνεπώς, με βάση το χρόνο εργασίας του στο πιο πάνω πλοίο και τις ρυθμίσεις εκάστης εφαρμοζόμενης εν προκειμένω Σ.Σ.Ν.Ε., ο ενάγων διατηρεί από τις ένδικες ναυτολογήσεις του τις ακόλουθες αξιώσεις: Για την υπερωριακή του απασχόληση των ημερών του Σαββάτου και αργιών ο ενάγων δικαιούται: (α) Για το έτος 2022: (ι) για το χρονικό διάστημα από την 01-01-2022 μέχρι την 20-01-2022, από την 03-03-2022 μέχρι και την 21-07-2022 και από την 20-0 8-2022 μέχρι την 30-09 2022, από την 01-10-2022 μέχρι την 23-12-2022 και δη για την απασχόλησή του επί 36 Σάββατα και 7 αργίες (αφαιρουμένων των ημερών 22/04, 23/04, 24/4 και 25/4/2022, κατά τις οποίες είχε λάβει διανυκτέρευση, τον αριθμό των οποίων δεν αμφισβητεί η εναγόμενη) κα συνολικά επί 43 ημέρες και (43 Χ 12 ώρες=) 516 ώρες, το χρηματικό ποσό των (516Χ10,76 € η κάθε ώρα=) 5.552,16 € και ιι) για το χρονικό διάστημα ακινησίας και δη για την απασχόλησή που τις ακόλουθες ημέρες του Σαββάτου 02/04/2022, 09/04/2022 και 16/04/2022 επί 8 ώρες (3 Χ 8=) 24 ώρες, το χρηματικό ποσό των (24 X 10,76 η κάθε ώρα=) 258, 24 €, συνολικά δε το χρηματικό ποσό των 5.810,40 €, έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των  4.667,08 €, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.143,32 €, δεκτής γενομένης κατά ένα μέρος της ένστασης εξόφλησης, που προέβαλε η εναγόμενη στην ουσιαστική της βασιμότητα, (β) Για το έτος 2023 και συγκεκριμένα ι) για το χρονικό διάστημα από την 24-01-2023 μέχρι την 29-05-2023, από την 08-07-2023 μέχρι και την 05-12-2023 και συγκεκριμένα για την απασχόλησή του επί 35 Σάββατα και 10 αργίες και συνολικά επί 4 ημέρες και (45 Χ 12 ώρες=) 540 ώρες, το χρηματικό ποσό των (540 Χ 11,40€ η κάθε ώρα=) 6.156,00 και ιι για το χρονικό διάστημα ακινησίας και δη για την απασχόλησή του τις ημέρες του Σαββάτου 15/04/2023, 13/05/2023 και 20/05/2023 επί 8 ώρες (3 Χ 8=) 24 ώρες, το χρηματικό ποσό των (24 X 11,40 η κάθε ώρα=) 273,60 € και συνολικά το χρηματικό ποσό των 6.429,60, έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των 4.790,81 €, και τα οικεία τραπεζικά εμβάσματα, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.638,79 €, δεκτής γενομένης κατά ένα μέρος της ένστασης εξόφλησης, που προέβαλε η εναγόμενη στην ουσιαστική της βασιμότητα. (2) για την υπερωριακή απασχόλησή του καθημερινών και των ημερών της Κυριακής: α) Για το έτος 2022 και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από την  01-01-2022 μέχρι την 20-01-2022, από την 03-03-2022 μέχρι και την 21-07-2022 και από την 20-08-2022 μέχρι την 30-09-2022, από την 01-10-2022 μέχρι την 23-12-2022 και ειδικότερα για την απασχόλησή του επί 219 καθημερινέ και τις ημέρες της Κυριακής (αφαιρούμενης της καθημερινής 21/4/2022, οπότε και έλαβε διανυκτέρευση) και συνολικά για (219 Χ 4 ώρες=) 876 ώρες το χρηματικό ποσό των (876 Χ 8,96€=) 7.848,96€, έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των 5.742,79€, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.106,17 €, δεκτής γενομένης κατά ένα μέρος της ένστασης εξόφλησης, την οποία προέβαλε η εναγόμενη εταιρεία στην ουσιαστική της βασιμότητα, (β) για το έτος 2023 και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από την 24-01-2023 μέχρι 29-05-2023, από την 08-07-2023 μέχρι και την 05-12-2023 και ειδικότερα για την απασχόλησή του επί 215 καθημερινές και Κυριακές και συνολικά για (215 Χ 4 ώρες=) 860 ώρες το χρηματικό ποσό των (860Χ9,50€=) 8.170,00 Ευρώ (Ε), έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των 6.050,85 €, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.119,15 €, δεκτής γενομένης κατά ένα μέρος της ένστασης εξόφλησης, που προέβαλε η εναγόμενη στην ουσιαστική της βασιμότητα. Συνολικά, από την παραπάνω αιτία (=υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος) οφείλεται το χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων επτά Ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (7.007,43) Ευρώ (Ε), αναλυόμενο αυτό, ως εξής (1) 1.143,32 € + (2) 1.638,79 €+ (3)2.106,17 + € (4) 2.119,15 €. Ωστόσο, από το χρηματικό αυτό ποσό πρέπει να εκπέσουν τα επιμέρους χρηματικά ποσά των 2.252,08 ευρώ και των 2.214,11 ευρώ. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας την ίδια ένσταση κατά το μέρος της, που αφορούσε τον συμβατικό συμψηφισμό της αμοιβής για «ρολόγια ναυτών», που καταβαλλόταν στο ναυτικό για τη δραστηριότητά του στο πλοίο πλέον των προβλεπόμενων και υποχρεωτικά καταβαλλόμενων κατά την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε. επιδομάτων, με την αμοιβή για υπερωριακή εργασία κατά τη ρητή συμφωνία των διαδίκων ότι κάθε ποσό ανώτερο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών μπορούσε να συμψηφισθεί με «τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες». Εξάλλου, όπως προκύπτει από τους λογαριασμούς μισθοδοσίας του ενάγοντος, τα προτεινόμενα σε συμψηφισμό ποσά, όπως αυτά διεξοδικά αναλύονται στους συνημμένους στο εφετήριο δικόγραφο πίνακες, καταλογίζονταν από την εναγόμενη εταιρεία με την ένδειξη «έκτακτες αμοιβές» και «ρολόγια ναυτικών», από την οποία ουδόλως αποδεικνύεται καταβολή από ελευθεριότητα. Εάν επρόκειτο για «επιμίσθιο» τα καταβαλλόμενο χρηματικά ποσά θα είχαν καταλογιστεί με την ένδειξη αυτή ή με άλλη ισοδύναμη έκφραση, όπως «bonus» ή «δώρο πλοιοκτήτη», όπως είθισται στη ναυτιλιακή πρακτική. Σύμφωνα με όσα κατέθεσαν οι εξετασθέντες με επιμέλεια του ενάγοντος οι «έκτακτες αμοιβές», που έχουν καταχωρηθεί στους λογαριασμούς του αποτελούν αμοιβές για πρόσθετες εργασίες, που ο ενάγων εκτέλεσε πέραν των καθηκόντων του, όπως η παράδοση και παραλαβή ασυνόδευτων δεμάτων και η συμμετοχή σε επισκευαστικές εργασίες, που κανονικά εκτελούνται από εξωτερικά τεχνικά συνεργεία. Έτσι, τα ποσά, που κατέβαλε η εναγόμενη εταιρεία περιελάμβαναν την ένδειξη «ρολόγια ναυτών» Στο βιβλίο υπερωριών περιέχεται στήλη με την ένδειξη «ΕΞΤΡΑ ΕΡΓΑΣΙΕΣ, στην οποία καταχωρούσε την αμοιβή, που κατέβαλε για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών.  Η πρακτική αυτή τηρείτο και σε άλλα μέλη του πληρώματος του εν λόγω πλοίου (………………). Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί και ο υπό στοιχεία/ αριθμό 3 (συμπληρωματικός όρος) των ατομικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας, κατά τον οποίο: «Ο Ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντα, που αρμόζουν στο βαθμό και την ειδικότητα του με επιμέλεια σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις υποχρεούται να εκτελεί διατασσόμενη υπηρεσία διάφορη εκείνης για την οποία προσελήφθη». Ενόψει δε του ότι ο ενάγων έλαβε ως «ρολόγια ναυτών» το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.252,08 ευρώ (ήτοι 76,21 ευρώ τον Μάρτιο 2022 + 53,80 ευρώ την 1η Απριλίου 2022 + 134,49 ευρώ την 1η Μαΐου 2022 + 134,49 την 1η Ιουνίου 2022 + 89,66  την 1η Ιουλίου 2022 + 49,31  την 1η Αυγούστου 2022 + 134,49 ευρώ την 1η Σεπτεμβρίου 2022 + 134,49 ευρώ την 1η Οκτωβρίου 2022 + 134,49 ευρώ την 1η Νοεμβρίου 2022 + 94,14 ευρώ την 1η Δεκεμβρίου 2022 + 31,38 ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2023 + 134,49 ευρώ την 1η Φεβρουαρίου 2023+ 134,49 ευρώ, την 1η Μαρτίου 2023 + 134,49  ευρώ την 1η Απριλίου 2023 + 53,80 ευρώ την 1η Μαΐου 2023 + 109,30 ευρώ την 1η Ιουλίου 2023 + 142,59 ευρώ την 1η Αυγούστου 2023 + 142,59 ευρώ την 1η Σεπτεμβρίου 2023 + 142,59 ευρώ την 1η Οκτωβρίου 2023 + 142,59 ευρώ την 1η Νοεμβρίου 2023 + 19,01 ευρώ την 1η Δεκεμβρίου 2023 και το χρηματικό ποσό των 2.214,11 Ευρώ ως «έκτακτες αμοιβές το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.214,11 ευρώ, (ήτοι 26,01 ευρώ τον Ιανουάριο 2022 + 33,83 ευρώ Μάρτιο 2022 + 18,71 ευρώ την 1η Απριλίου 2022 + 556,44 ευρώ την 1η Μαΐου 2022 + 110,32 ευρώ την 1η Ιουνίου 2022 + 36,49 ευρώ την 1η Ιουλίου 2022 + 22,45 ευρώ την 1η Αυγούστου 2022 + 47,31 ευρώ το Σεπτέμβριο 2022 + 42,03 ευρώ τον Οκτώβριο 2022 + 50,28 ευρώ το Νοέμβριο 2022 + 6,04 ευρώ το Δεκέμβριο 2022 + 40,54 ευρώ το Δεκέμβριο 2022 + 12,08 ευρώ τον Ιανουάριο 2023 + 40,43 ευρώ τον Φεβρουάριο 2023 + 167,16 ευρώ, το  Μάρτιο 2023 + 57,81  ευρώ τον Απρίλιο 2023 + 16,78 ευρώ το Μάιο 2023 + 716,00 ευρώ τον Ιούνιο 2023 ++ 33,98 ευρώ τον Ιούλιο 2023  50,23 ευρώ τον Αύγουστο 2023 + 41,10 ευρώ το Σεπτέμβριο 2023 + 39,32 ευρώ τον Οκτώβριο 2023 + 42,73 ευρώ το Νοέμβριο 2023 + 06,04 ευρώ το Δεκέμβριου 2023, τα ποσά αυτά πρέπει να συμψηφισθούν με την υπερωριακή αμοιβή του, γενομένου δεκτού στην ουσία του, του δεύτερου (2ου)  λόγου έφεσης της εκκαλούσας-εναγόμενης εταιρείας, κατά το σχετικό μέρος του. Επομένως, μετ’ αφαίρεση των παραπάνω ποσών εκτάκτων αμοιβών και αμοιβών ρολογιών ναυτών από τα παραπάνω υπόλοιπα υπερωριακής αμοιβής ποσών, ο ενάγων δικαιούται του χρηματικού ποσού των δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα ενός Ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (2.541,24) Ευρώ (Ε), αναλυόμενου τούτου, ως εξής: (7.007,43) Ευρώ (Ε)- 2.252,08 Ευρώ (Ε) – 2.214,11 Ευρώ (Ε), το οποίο του οφείλεται με το νόμιμο τόκο από την 06-12-2013 και μέχρι την εξόφληση.  Συνεπώς, πρέπει ο δεύτερος (2ος) λόγος της υπό κρίση εφέσεως της εναγόμενης εταιρείας τυγχάνει βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός. Τέλος, κατά τη ναυτολόγησή του ενάγοντος κατά τα έτη 2022 και 2023 η εναγομένη εταιρεία δεν του παρείχε τις προβλεπόμενες από το άρθρο 16 των εφαρμοζόμενων Σ.Σ.Ν.Ε’ άδειες διανυκτέρευσης, οι οποίες ανέρχονται για το έτος 2022 σε τέσσερις (4), ήτοι από δύο τους μήνες Ιανουάριο, Μάρτιο, Μάιο, Ιούνιο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο και από μία κατά τους μήνες Ιούλιο και Σεπτέμβριο για το έτος 2023 σε 12 ημέρες (από δύο τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Οκτώβριο και Νοέμβριο) χωρίς μάλιστα να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση για κάθε μη παρασχεθείσα διανυκτέρευση. Αποδεικνύεται δε από τα αποσπάσματα ημερολογίου γέφυρας της 26ης-4-2022, τα οποία η εναγόμενη εταιρεία προσκομίζει, ότι ο ενάγων έλαβε 5 ημέρες διανυκτέρευση για το μήνα Απρίλιο 2022. Συνεπώς ο ενάγων για την ως άνω αιτία δικαιούται: ι) για το έτος 2022 το χρηματικό ποσό των (1.240,91€ €/22Χ9 =) 507,65€, έναντι του οποίου έλαβε ποσό 180,49€, όπως αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής με τα οικεία τραπεζικά εμβάσματα, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού 327,16€, δεκτής γενομένης της ένστασης εξόφλησης, που προέβαλε η εναγόμενη κατά ένα μέρος στην ουσιαστική της βασιμότητα και ιι) για το έτος 2023 το χρηματικό ποσό των (1.315,36€ /22Χ12=) 717,47€, έναντι του οποίου έλαβε το χρηματικό ποσό των 127,35 €, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού 590, 12€, δεκτής γενομένης της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγόμενη κατά ένα μέρος στην ουσιαστική της βασιμότητα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη στις ίδιες παραδοχές δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πέμπτο (5ο) κατά σειρά λόγο της κρινόμενης εφέσεως της εναγόμενης εταιρείας, απορριπτόμενου τούτου συνακόλουθα, ως αβάσιμου. Κατόπιν τούτων, ο ενάγων διατηρεί σε βάρος της εναγόμενης αξιώσεις: (Α) χρηματικού ποσού 422,08 € για αμοιβή υπερωριακής εργασίας Σαββάτου και αργιών έτους 2023 + χρηματικού ποσού 2.119,15€ για αμοιβή υπερωριακής εργασίας καθημερινών και Κυριακών έτους 2023, ,ήτοι, συνολικού χρηματικού ποσού 2.541,23 Ευρώ (Ε), (Β) χρηματικού ποσού 1.748,44 €, για επίδομα Χριστουγέννων έτους 2022, (Γ) χρηματικού ποσού 660,78 € για επίδομα Πάσχα έτους 2022, (Δ) χρηματικού ποσού 1.631,95 € για επίδομα Χριστουγέννων έτους 2023, (Ε) χρηματικού ποσού 924,02 € για επίδομα Πάσχα έτους 2023, (ΣΤ) χρηματικού ποσού 5.199,64 € για αμοιβή δρομολογίων εξπρές έτους 2022, (Ζ) χρηματικού ποσού 7.005€ για αμοιβή δρομολογίων εξπρές έτους 2023, (Η) χρηματικού ποσού 327,16 € για αποζημίωση λόγω μη χορηγηθείσας διανυκτέρευσης έτους 2022 και χρηματικού ποσού 590,12€ για αποζημίωση μη χορηγηθείσας διανυκτέρευσης έτους 2023, ήτοι αξιώσεις (2.541,23€,+ 1748,44 €,+ 660,78 €,+ 1.631,95€, + 924,02 €,+ 5.199,64 €,+ 7.005 €,+ 327,16 € + 590,12 €, συνολικού χρηματικού ποσού είκοσι χιλιάδων εξακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (20.628,34€), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολόγησης του ενάγοντος (6-12-2023), που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα και μέχρι την πλήρη εξόφληση, για όλα τα ως άνω κονδύλια, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2023 κατά ρητή προς τούτο πρόβλεψη του αρ. 14 παρ. 3 της εφαρμοζόμενης Σ.Σ.Ν.Ε. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση των υπό κρίση εφέσεως και αντεφέσεως, η ένδικη αντέφεση πρέπει να απορριφθεί, ενώ η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία, και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, ήτοι και κατά τα μη εκκληθέντα κεφάλαια αυτής για λόγους ενότητας της εκτέλεσης. Στη συνέχεια, πρέπει  να κρατηθεί η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), να δικασθεί κατ’ ουσία η ένδικη αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσία [εφόσον αρμόδια (άρθρα 16, 25 παρ. 2, 33 Κ.Πολ.Δ, 51 παρ. 3Α’ Ν. 2172/1993) και παραδεκτά εισήχθη αυτή στο Δικαστήριο τούτο κατά τη διαδικασία των άρθρων 1-465 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 Κ.Ι.Ν.Δ, καταβλήθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο για το αντικείμενό της και είναι και νόμιμη κατά τις προεκτεθείσες στις διατάξεις των άρθρων 192, 193, 3, 353, 361, 648, 649, 651 – 653, 655, 656 και 659 ΑΚ (ήδη 1-2, 3-5, 7, 8, ΙΙ του Κ.Ι.Ν.Δ 80/2022), 680, 1710, 1711, 1813, 1820, 1884 και 1885 ΑΚ, 39, 53, 54, 57, 60, 82, 84, 105 ξ Ι και 106 προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ (Ν. 3816/ 1958), των άρθρων 3, 6, 8 παρ. 13, 11, 13 παρ. 1, 2, 4, 5 και 6, 14, 15 παρ. 1α, 2 και 4, 18, 33 παρ. 1-3 και 5, 38, 39 της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2019, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β 3170/12-8-2019, και της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας), 68, 176, 191 ξ 2  ΚΠολΔ, πρέπει δε να υποχρεωθεί, όπως και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης εταιρείας να καταβάλει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, όπως ανωτέρω και κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσης της τελευταίας σύμβασης ναυτολόγησης του ενάγοντος, που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που υπέβαλε σχετικό αίτημα, ανάλογη με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 04 Αυγούστου 2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/(Ε.Α.Κ.Δ.) …./2025 έφεση της εναγόμενης εταιρείας «……………….» και την από 16/01/2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ….…/ (Ε.Α.Κ.Δ) …/2026 αντέφεση του …………….. κατά της υπ’ αριθμόν 3426/2024 (οριστικής) απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων,

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και την αντέφεση.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αντέφεση κατ’ ουσία.

-ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσία την έφεση .

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμόν 3426/2024 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών)

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ  κατ’ ουσία την υπόθεση επί της από 28.12.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./ 2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …/ 2023 αγωγής του ……

-ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά ένα μέρος αυτής.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων έξι και σαράντα δύο λεπτών (7.506,42) Ευρώ (Ε), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της απόλυσής του (06-12-2023) μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού.

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εκατόν είκοσι ενός ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (13.121,92 ), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της απόλυσής του (06-12-2023) μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού.

– ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγόμενης εταιρείας μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των οκτακοσίων (800,00) Ευρώ (Ε).

-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριο του, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους, στον Πειραιά, την 21  Απριλίου 2026.

Ο  ΔΙΚΑΣΤΗΣ            Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ