ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 315/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από το Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχάλη Νταλάκο (Δ.Ε. ΝΑΤΑΛΑΚΟΣ ΦΑΣΟΛΗΣ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού ………………., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Βερνίκο.
Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 17.11.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../2023) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 3134/2024 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 29.12.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………../2025 – ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……………./2025) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικώς η 18.9.2025 και μετ’ αναβολή η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη με αριθμό κατάθεσης (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………/2025 – ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2025) έφεση κατά της με αριθμό 3134/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 αρ.3 και 621 επ. του ΚΠολΔ (άρθρο 82 του ΚΙΝΔ), αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 17.11.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023) αγωγής του εν μέρει ηττηθέντος ενάγοντος ήδη εκκαλούντος, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εμπροθέσμως, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (16.9.1024) δεδομένου ότι δεν προέκυψε η επίδοση της εκκαλουμένης με επιμέλεια των διαδίκων γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από αυτούς, (άρθρα 19, 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως η κρινόμενη έφεση και να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) με την επισήμανση ότι ως προς τις διαφορές αυτές υπάρχει απαλλαγή από το παράβολο άσκησης της έφεσης του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 17.11.2023 αγωγή του εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη πλοιοκτήτρια εταιρεία, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, αρχικώς την 12-5-2021 με ειδικότητα Α΄ Μηχανικού στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό πλοίο «Ε», συνεχίζοντας την απασχόλησή του χωρίς διακοπή μέσω ανανεώσεων συμβάσεων και, κατόπιν παρατάσεως της εργασιακής σχέσης πέραν του συμφωνημένου χρόνου, υπό καθεστώς σύμβασης αορίστου χρόνου, έως την 12-5-2023, οπότε και προέβη σε καταγγελία αυτής λόγω σπουδαίου λόγου συνιστάμενου σε βαριές παραβάσεις των συμβατικών και νόμιμων υποχρεώσεων της εναγόμενης. Ειδικότερα, επικαλείται ότι η εναγόμενη παρέλειψε να του καταβάλει συμφωνηθείσα κατ’ αποκοπή αμοιβή για πρόσθετες εργασίες επισκευής και συντήρησης του πλοίου, τις οποίες εκτελούσε πέραν των καθηκόντων του, καθώς και ότι του ανατέθηκαν παρανόμως καθήκοντα ελλείποντος Γ΄ Μηχανικού, κατά παράβαση των διατάξεων περί ασφαλούς σύνθεσης πληρώματος, χωρίς την αντίστοιχη αμοιβή. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν του καταβλήθηκαν δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημίωση άδειας μετά τροφοδοσίας, αποζημίωση απόλυσης, καθώς και αποδοχές που αντιστοιχούν σε υπηρεσία φυλακής, ενώ ταυτόχρονα δεν τηρήθηκαν στοιχειώδεις όροι διατροφής, εκθέτοντας την υγεία του σε κίνδυνο. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, δέχθηκε τον επαναπατρισμό του χωρίς εξόφληση, στηριζόμενος σε έγγραφη αναγνώριση οφειλής ποσού 24.689,00 ευρώ και σε υποσχέσεις εξόφλησης, οι οποίες ουδέποτε τηρήθηκαν. Επιπλέον, αναφέρει ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε πλήρως τις συμφωνηθείσες αποδοχές διαφόρων χρονικών περιόδων που αναγράφονται στην αγωγή, αφήνοντας ανεξόφλητο σημαντικό υπόλοιπο, ούτε την κατ’ αποκοπή αμοιβή ύψους 25.000,00 ευρώ για τις πρόσθετες εργασίες. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη στην καταβολή συνολικού ποσού 100.832,05 ευρώ για τις αναφερόμενες αιτίες, άλλως επικουρικώς βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να επιδικασθεί η δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι έχει υλική και τοπική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της υπόθεσης (άρθρα 7, 9, 10, 14 § 2, 16 περ. 2 και 25 § 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 51 §§ 1 εδ. α’, 2 και 3 Ν. 2172/1993 λόγω του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 591 και 614 σε συνδυασμό με 621 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε κατ’ ουσίαν κατά ένα μέρος την αγωγή απορρίψασα αυτή κατά τα λοιπά και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που αφορά την απορριπτική της κρίση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολο της.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 εδ. β` και 76 παρ. 1 του προσιχύσαντος Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ – Ν. 3816/1958), όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τα άρθρα 292 και 293 του νέου ΚΙΝΔ (Ν. 5020/2023), σύμβαση ναυτολογήσεως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δύναται να καταγγελθεί υπό του ναυτικού κατά πάντα χρόνο, εάν ο πλοίαρχος υποπέσει σε βαρεία παράβαση των έναντι του ναυτικού καθηκόντων του. Στην περίπτωση αυτή οφείλεται αποζημίωση η οποία είναι ίση με το μισθό δέκα πέντε ημερών και σε περίπτωση κατά την οποία η λύση της συμβάσεως εγένετο στην αλλοδαπή, η αποζημίωση διπλασιάζεται προκειμένου περί λιμένος της Μεσογείου, του Ευξείνου Πόντου, της Ερυθράς Θαλάσσης ή της Ευρώπης, τριπλασιάζεται δε προκειμένου περί οποιουδήποτε άλλου λιμένος. Βαρεία παράβαση των καθηκόντων του πλοιάρχου νοείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, εκείνη εξαιτίας της οποίας δεν δύναται να αξιωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση από το ναυτικό, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να συνεχίσει να εργάζεται στο πλοίο, εμμένων στη σύμβαση, αλλά επιβάλλεται η εκ μέρους αυτού καταγγελία της συμβάσεως ναυτολογήσεως, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων. Η βαρεία παράβαση δεν απαιτείται να υπάρχει αποκλειστικά στο πρόσωπο του πλοιάρχου, στον οποίο αναφέρεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 74 του ΚΙΝΔ. Αρκεί να υπάρχει στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή ή άλλου σχετιζομένου προς το πλοίο, εφόσον η παράβαση συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, αθέτηση βασικών υποχρεώσεων έναντι του ναυτικού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης είναι μονομερής και απευθυντέα δικαιοπραξία που αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο παραλήπτης κατά το άρθρο 167 ΑΚ, πρέπει δε αυτή (καταγγελία) να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης (ΑΠ 1909/2023, ΑΠ 377/2022, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 524/2018).
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως εφάρμοσε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη το άρθρο 340 παρ. 2 του Π.Δ. 80/2022 και τον Ν. 3198/1955, οι οποίες δεν τυγχάνουν εφαρμοστέες στην ένδικη σχέση ναυτικής εργασίας, η οποία διέπεται από το ειδικό καθεστώς του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου με συνέπεια να προβεί σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου, η απορριπτική κρίση της εκκαλουμένης ως προς το κονδύλιο αποζημίωσης των 8.500 ευρώ λόγω της νομικής αβασιμότητας αυτού, είναι, κατά τα προβαλλόμενα, νομικά πλημμελής και πρέπει να εξαφανισθεί. Ο λόγος αυτός της έφεσης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίας, δεδομένου ότι η νομική βασιμότητα του επίδικου κονδυλίου αποζημίωσης ερείδεται στις προμνησθείσες νομικές διατάξεις του προισχύσαντος ΚΙΝΔ και καθώς πρόκειται για σύμβαση εξηρτημένης εργασίας που αφορά ναυτικό και δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του χερσαίου εργατικού, ως εσφαλμένως το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε στην υπό κρίση αγωγή αναφορικά με το ζήτημα της αποσβεστικής προθεσμίας της κρινόμενης απαίτησης στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 340 παρ. 2 του Π.Δ. 80/2022 και του Ν. 3198/1955. Κατά συνέπεια, αφού κρίθηκε ως νομικά βάσιμο το ένδικο κονδύλιο, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του παρόντος λόγου έφεσης, η οποία άγει στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης τουλάχιστον ως προς το κονδύλιο αυτό, σύμφωνα και με τα όσα ειδικότερα θα αναφερθούν συνολικά κατωτέρω, πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του.
Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που ο ενάγων νόμιμα προσκομίζει με επίκληση, τα οποία λαμβάνονται υπόψη του Δικαστηρίου, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είχε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων: α) η από 19-12-2023 (με αριθμό πρωτ. ΔΣΠ_ΕΒ_……._2023 απόδειξης κατάθεσης ενώπιον του Δ.Σ.Π.) ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………, που δόθηκε με επιμέλειά του ενώπιον της δικηγόρου Πειραιά …….. (A.M. Δ.Σ.Π. ……), στα πλαίσια προγενέστερης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 736/2016, ΑΠ 1312/2009 ΤΝΠ NOMOS), εκτιμώμενη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και β) έγγραφα που έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και προσάγονται με επίκληση από τον ενάγοντα είτε σε νόμιμη, αποσπασματική μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, είτε χωρίς μετάφραση στην ελληνική, τα οποία (αμετάφραστα έγγραφα) ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 § 1 εδ. β’ ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 1402/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επιπλέον την από 13.3.2026 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ……………., η οποία ελήφθη με επιμέλεια του εκκαλούντος – ενάγοντος ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιά ………… με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ- ΕΒ- …………-2026 κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου του (σχετ η η με αριθμό ………../10.3.2026 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……………) για χρήση το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, (σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ. 3 ως έχει τροποποιηθεί από 1η.1.2022 ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων δυνάμει των άρθρων 22 και 120 Ν. 4842/2021 το οποίο ορίζει ότι «Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από των τριών (3) για κάθε διάδικο και δύο (2) για την αντίκρουση, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας») καθώς και των εγγράφων που παραδεκτά προσκομίζονται με επίκληση από τον εκκαλούντα το πρώτον ενώπιον της παρούσας έκκλητης δίκης ως νέα αποδεικτικά μέσα στο πλαίσιο της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 529 ΚΠολΔ για τα οποία δεν αντιλέγει η εφεσίβλητη σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του υπ’ αριθμό ………….. ναυτικού φυλλαδίου, και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, προσελήφθη και ναυτολογήθηκε στις 12-5-2021 στο λιμάνι του Βόλου, με την ειδικότητα του Α’ Μηχανικού, στο υπό Ελληνική σημαία Ε/Γ πλοίο «E», με αριθμό νηολογίου Πειραιά ….., αριθμό ΙΜΟ …., κ.ο.χ. 1541, και αφού απολύθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου στις 29-7-2021 ναυτολογήθηκε εκ νέου την επόμενη ημέρα, στις 30-7-2021, στο λιμάνι του Βόλου, και απολύθηκε στον ίδιο λιμένα στις 29-1-2022 λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου. Στη συνέχεια, επαναυτολογήθηκε στις 30-1-2022 στο λιμάνι του Βόλου, οπότε απολύθηκε λόγω κλεισίματος ναυτολογίου στο λιμάνι του Λαυρίου στις 5-8-2022 και ναυτολογήθηκε την ίδια ημέρα στον ίδιο τόπο, οπότε απολύθηκε στις 12-5-2023 «αμοιβαία συναινέσει» όπως αναγράφηκε στο ναυτικό του φυλλάδιο. Πλέον συγκεκριμένα συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων οι από 1-12-2021, 1-8-2022 και 1-9-2022 τρεις έγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, τριών μηνών οι δύο πρώτες εξ αυτών και δύο μηνών η τρίτη, οι οποίες καταρτίσθηκαν στο Βόλο Μαγνησίας (η πρώτη) και στην Αντίπ (Antibes) Γαλλίας (οι έτερες δύο). Με τις δύο πρώτες εξ αυτών συμφωνήθηκε η καταβολή κλειστού μισθού, ποσού έξι χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (6.500,00) ευρώ, ενώ με την τρίτη σύμβαση, συμφωνήθηκε η καταβολή κλειστού μισθού, ύψους οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (8.500,00) ευρώ, στον οποίο ρητά συμφωνήθηκε όχι περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός και όλα τα επιδόματα και οι παροχές που προβλέπονται σύμφωνα με τη ΣΣΕ και κάθε άλλη διάταξη εφαρμοστέου νόμου, όπως, ενδεικτικά, επίδομα Κυριακών, επίδομα άδειας, τροφοδοσία, υπερωρίες και αμοιβές για έξτρα εργασίες. Ο τελευταίος αυτός όρος φέρει τον αριθμό 5 των ένδικων συμβάσεων ναυτική εργασίας και εντάσσεται στο κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο <<ΑΠΟΔΟΧΕΣ>>> όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στο συμφωνηθέντα μισθό περιλαμβάνεται και το επίδομα αδείας και τροφοδοσία. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη του ορισμένου χρονικού διαστήματος της τρίτης ως άνω σύμβασης (των δύο μηνών) και ως εκ τούτου, η σύμβαση εργασίας του κατέστη αορίστου χρόνου, και συγκεκριμένα, παρέμεινε ναυτολογημένος στο παραπάνω πλοίο της εναγόμενης μέχρι τις 12-5-2023, οπότε στην πραγματικότητα, και παρά την προαναφερόμενη αναγραφή στο ναυτικό του φυλλάδιο περί απόλυσής του με αμοιβαία συναίνεση αυτού και του πλοιάρχου [εγγραφή που είναι δεκτική ανταπόδειξης με κοινά αποδεικτικά μέσα (βλ. ΕφΠειρ 353/2015 ΤΝΠ NOMOS – I. Κοροτζή, ό.π., I. Τέντε στην Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέως – Κονδύλη – Νίκα, I (2000), άρθρο 438 αριθ. 5, σελ. 792)], ο ίδιος προέβη στη καταγγελία της της σύμβασής του λόγω βαριάς παράβασης των καθηκόντων της εναγόμενης. Ειδικότερα η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται με ειδικό λόγο έφεσης δέχθηκε ότι καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αυτού έλαβε χώρα λόγω βαρείας παράβασης των καθηκόντων της εναγομένης με την αιτιολογία ότι η πληρωμή των αποδοχών του πρώτου δεν ήταν πλήρης και ειδικότερα, ότι α) κατά το μήνα Αύγουστο του 2022 του καταβλήθηκε μόνο το ποσό των 5.500,00 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου προς εξόφληση του ποσού των 1.000,00 ευρώ και β) κατά τους μήνες από το Σεπτέμβριο του 2022 έως το Μάρτιο του 2023 του καταβάλλονταν το ποσό των 8.000,00 ευρώ κάθε μήνα, απομένοντος υπολοίπου προς εξόφληση του συνολικού ποσού των (7 μήνες χ 500,00=) 3.500,00 ευρώ και γ) κατά δε τους μήνες Απρίλιο 2023 και τις δώδεκα (12) ημέρες εκ του μηνός Μαΐου 2023 που εργάσθηκε δεν του καταβλήθηκε κανένα ποσό, απομένοντος προς εξόφληση του ποσού των (8.500,00 + 3.400,00=) 11.900,00 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές η εκκαλουμένη έκαμε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το αγωγικό κονδύλιο περί καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών και προέβη στην καταψήφιση του αιτούμενου για την αιτία αυτή συνολικού ποσού των 16.400,00 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας η μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του ναυτικού συνιστά περίπτωση βαρείας παράβασης της κύριας ενοχικής υποχρέωσης της εναγομένης εργοδότριας έναντι του αντισυμβαλλομένου ναυτικού – μισθωτού καθώς η εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ αντιβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες δικαιολογούν τη καταγγελία της συμβάσεως ναυτολογήσεως του ενάγοντος. Ακολούθως η εναγομένη για την αιτία αυτή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές 30 ημερών, ήτοι το ποσό των 8.500 ευρώ δεδομένου ότι η καταγγελία της συμβάσεως ναυτικής εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα σε λιμένα της αλλοδαπής και δη στην Αντίπ Γαλλίας (λιμένας Μεσογείου) κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του σχετικού αγωγικού κονδυλίου κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Στη συνέχεια ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατόπιν συμφωνίας με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ήδη από την αρχή της ναυτολόγησής του, εκτός και πέραν των καθηκόντων του ως Α’ Μηχανικού, την εκτέλεση εργασιών επισκευής και συντήρησης των μηχανών, αντλιών και μηχανημάτων του πλοίου έναντι κατ’ αποκοπή αμοιβής 25.000,00 ευρώ, για τις οποίες αν και εξετέλεσε εντούτοις δεν τις πληρώθηκε καθόλου. Η εκκαλουμένη απέρριψε το σχετικό κονδύλιο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο και ήδη με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης επαναφέρει προς κρίση τούτο ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Πλέον συγκεκριμένα ο ενάγων προς απόδειξη του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου προσκομίζει το τηρούμενο από τον ίδιο (ανυπόγραφο) ημερολόγιο εργασιών συντήρησης, στο οποίο βρίσκονται καταγεγραμμένες σε χρονολογική σειρά όλες οι επιμέρους πρόσθετες εργασίες που η εναγόμενη του ανέθεσε, όπως ισχυρίζεται, και καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από 10-5- 2021 έως 31-12-2022. Από την επισκόπηση του ημερολογίου αυτού προκύπτει μεν ότι έλαβαν χώρα συγκεκριμένες μηχανολογικές εργασίες στο πλοίο, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, πλην όμως από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτουν οι ιδιαίτερες εργασίες για τις οποίες διατείνεται ο ενάγων συμφωνήθηκε κατ’ αποκοπήν αμοιβή ποσού 25.000 ευρώ δεδομένου ότι δημιουργείται εύλογη ασάφεια στο Δικαστήριο, η οποία αποστερεί από αυτό τη δυνατότητα σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα του κονδυλίου αυτού, αναφορικά με τις εργασίες που αμείβονται το μεν με το μισθό του στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, το δε ξεχωριστά με βάση την επικαλούμενη ως άνω ιδιαίτερη συμφωνία. Πιο συγκεκριμένα, όπως ορθά η εκκαλουμένη ανέφερε στην αιτιολογία της το έγγραφο αυτό που φέρει τη μορφή ημερολογίου στο οποίο καταχωρήθηκαν με χρονολογική σειρά οι εργασίες που έλαβαν χώρα στο πλοίο κρίνεται ότι αυτό ομοιάζει με το ημερολόγιο μηχανής που τηρεί ο εκάστοτε Α’ Μηχανικός του πλοίου, κατ’ άρθρο 82 του Β .Δ. 683/1960, και άρα, αφορά εργασίες, που αποτελούν μέρος των καθηκόντων του. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα άρθρα 67 και 78 του Β.Δ. 683/1960 «Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσία επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.οχ. και άνω» ο Α’ Μηχανικός είναι εκ της εργασίας του υπεύθυνος για τη συντήρηση και καλή λειτουργία των κινητηρίων μηχανών, των βοηθητικών μηχανημάτων, των λεβήτων και λοιπών μέσων παραγωγής της προωστικής δύναμης, των άλλων εγκαταστάσεων εντός του μηχανοστασίου και λεβητοστασίου, πάσης εν γένει μηχανικής και ηλεκτρικής εγκατάστασης, των ψυκτικών μηχανών, ενώ επιμελείται της εκτέλεσης εν πλω όλων των επισκευών μηχανικής φύσης των δυναμένων να εκτελεσθούν από το υπ’ αυτού προσωπικό και των μέσων τα οποία διαθέτει το πλοίο. Επιπλέον ο ενάγων προς απόδειξη της ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας προσάγει και επικαλείται δύο ένορκες βεβαιώσεις του πλοιάρχου του πλοίου, μία ανά βαθμό δικαιοδοσίας, όπου στη δεύτερη από αυτή, σύμφωνα και με τις υποδείξεις της εκκαλουμένης, συμπλήρωσε τις εργασίες που εκτελούσε, το συμφωνηθέν τίμημα και τον τρόπο πληρωμής του ενάγοντος. Πλην όμως και στη δεύτερη αυτή ένορκη βεβαίωση αναφέρεται γενικά στην ανάθεση εργασιών σχετικά με τη συντήρηση και τον καθαρισμό των μηχανών, αντλιών και μηχανημάτων του πλοίου έναντι προσυμφωνημένης κατ’ αποκοπή αμοιβής ποσού 25.000 ευρώ, χωρίς όμως να διαφοροποιείται ποιοτικά η ένορκη βεβαίωση του σε σχέση με τη πρώτη καθώς και αυτή διέπεται από την απροσδιοριστία των συγκεκριμένων εργασιών για τις οποίες συμφωνήθηκε ιδιαίτερη αμοιβή, προσδιορίζοντας αυτές μόνο κατά γένος σε εργασίες μηχανής, αντλιών και μηχανημάτων, οι οποίες, όμως σε κάθε περίπτωση είναι συνυφασμένες με την ειδικότητα του, για την οποία αμείβεται με τον συμφωνηθέντα καταβαλλόμενο κλειστό μισθό. Επιπλέον η απροσδιοριστία αυτή εντείνεται και με την απαίτηση ελλείποντος μισθού Γ’ Μηχανικού, δεδομένου ότι δεν αποσαφηνίζεται αν οι εργασίες που περιγράφονται στο ημερολόγιο εργασιών της μηχανής εμπίπτουν στα καθήκοντα του Γ’ Μηχανικού ώστε να κριθεί ποιες εργασίες διαφεύγουν των καθηκόντων του Α΄και Γ’ Μηχανικού. Κατόπιν αυτών, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ποσού 25.000,00 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, τόσο κατά την κύρια βάση της αγωγής, όσο και κατά την επικουρική με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού της οποίας η εξέταση παρέλκει αφού δεν αποδείχθηκαν τα δικαιοπαραγωγικά της κατ’ άρθρον 904 ΑΚ αξίωσης πραγματικά περιστατικά και δη οι εργασίες για τις οποίες συμφωνήθηκε κατ’ αποκοπή αμοιβή ποσού 25.000 ευρώ, δεδομένου ότι οι εργασίες που περιγράφονται στο προαναφερθέν ημερολόγιο δεν πραγματοποιήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία, αφού αποτελούν αντικείμενο της εργασίας του ναυτικού για τις οποίες αμείβεται με τον συμφωνηθέντα μηνιαίως καταβαλλόμενο μισθό του σε συνδυασμό με την αξίωση του για την καταβολή μισθού ελλείποντος Γ ΄Μηχανικού που αναιρεί το υπόβαθρο του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά συνέπεια η εκκαλούμενη η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το αγωγικό τούτο κονδύλιο δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, τα όσα δε αντίθετα διατείνεται ο ενάγων – εκκαλών τόσο με τον τρίτο λόγο όσο και τον έκτο λόγο της υπό κρίση έφεσης του πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης ο εκκαλών – ενάγων διατείνεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, οι μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας, καθώς και οι εφαρμοστέες διατάξεις της οικείας συλλογικής ρύθμισης, δεν επιτρέπουν την υπαγωγή της αποζημίωσης άδειας μετά τροφοδοσίας στον συμφωνηθέντα «κλειστό» μισθό, ενώ, περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίζεται ότι παρερμήνευσε τους σχετικούς συμβατικούς όρους και κακώς δέχθηκε ότι η εν λόγω παροχή είχε ενσωματωθεί στις μηνιαίες αποδοχές του, οι οποίες είχαν τον χαρακτήρα «κλειστού» μισθού, στον οποίο είχαν ενσωματωθεί όλες οι επιμέρους παροχές, συμπεριλαμβανομένης και της αποζημίωσης άδειας μετά τροφοδοσίας, κρίνοντας ότι δεν προέκυπτε από τα αποδεικτικά στοιχεία αυτοτελής αξίωση του ενάγοντος για το επίδικο κονδύλιο, και, ως εκ τούτου, απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα ως αβάσιμο. Επί του λόγου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η εκκαλουμένη απόφαση με έρεισμα τον όρο με αριθμό 5 που φέρει τον τίτλο <<ΑΠΟΔΟΧΕΣ>> δέχθηκε τον χαρακτήρα του καταβαλλόμενου μισθού ως κλειστού καθώς στη διάταξη αυτή, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, υπάρχει ρητή πρόβλεψη περί συμπερίληψης στο μισθό του επιδόματος αδείας μετά τροφοδοσίας. Ο ενάγων – εκκαλών με τον παρόντα λόγο της έφεσης του επικαλείται προς θεμελίωση του αγωγικού τούτου κονδυλίου τον όρο με αριθμό <<7>> των ίδιων συμβάσεων, ο οποίος φέρει τον τίτλο <<ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ>>, χωρίς όμως κατά τους ισχυρισμούς του να περιλαμβάνεται τούτο στο κλειστό μισθό καθώς το μεν υπήρχε ρητή συμβατική πρόβλεψη για την καταβολή αυτό στο μισθό, το δε δεν είχε συμφωνηθεί ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών η υπαγωγή αυτού στο συμφωνηθέντα κλειστό μισθό. Πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται βάσιμος κατ’ ουσίαν δεδομένου ότι ο εκκαλών, ενώ αφενός αποδέχεται τον χαρακτήρα των συμφωνηθεισών αποδοχών με τη μορφή «κλειστού» μισθού, αφετέρου αρνείται την ενσωμάτωση σε αυτόν της επίμαχης παροχής, η οποία ρητώς περιελήφθη στο κεφάλαιο των ένδικων συμβάσεων που αφορούν τον προσδιορισμό των αποδοχών του. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η πρόβλεψη των θεμάτων αδείας μετά τροφοδοσίας σε δύο διαφορετικά κεφάλαια των ίδιων ένδικων συμβάσεων ναυτικής εργασίας δεν είναι αντιφατική ούτε αλληλοαναιρούναι καθώς το μεν κεφάλαιο με αριθμό 7 που αφορά το επίδομα αδείας προσδιορίζει ποιοτικά και ποσοτικά την εν λόγω δικαιούμενη συμβατικά παροχή του μισθωτού, το δε άρθρο 5 που αναφέρεται στις παροχές του ναυτικού πραγματεύεται διαφορετικό αντικείμενο από το προαναφερθέν άρθρο και υπόκειται αυτόνομη ερμηνεία κατά τον έλεγχο και υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών του ναυτικού. Επιπλέον με βάση τη συνήθη πρακτική στις συναλλακτικές σχέσης εργοδότη – μισθωτού στο πεδίο των συμβάσεων ναυτικής εργασίας είναι συνηθισμένη η πρόβλεψη καταβολής κλειστού μισθού στο ναυτικό στον οποίο ενσωματώνονται τα ειδικότερα δικαιούμενα κατά νόμο κονδύλια που συνθέτουν την έννοια του μισθού. Επομένως δεν υφίσταται θέμα ερμηνείας των προαναφερθέντων με αριθμούς 5 και 7 όμοιων όρων των ένδικων συμβάσεων εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ καθώς το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει ερμηνευτικό κενό αφού και οι δύο αυτοί όροι ρυθμίζουν διαφορετικά μεταξύ τους θέματα της συμβάσεως εργασίας τα οποία ερμηνεύονται αυτόνομα χωρίς αυτοί να διασταυρώνονται στην υπό κρίση περίπτωση δεδομένου ότι στη έννοια του κλειστού μισθού προβλέφθηκε ρητά και το επίδομα αδείας, το οποίο κατοχυρώνεται με ρητή συμβατική πρόβλεψη. Επομένως διαφορετικό ζήτημα είναι το πως θα πληρωθεί το ένδικο επίδομα και αν έχει χάσει την αυτοτέλεια του στο πλαίσιο του συμφωνηθέντος κλειστού μισθού και διαφορετικό αν με τη σύμβαση εργασίας δικαιούται την καταβολή του επιδόματος αυτού. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος τόσο κατά το ανωτέρω πρώτο κύριο σκέλος του λόγου αυτού, όσο και ως προς τα λοιπά δύο σκέλη αυτού όπου με το πρώτο από αυτά επικουρικά διατείνεται ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι ο χαρακτήρας του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού του είναι κλειστός τότε με βάση τους αριθμητικούς υπολογισμός στους οποίους προβαίνει με τον ίδιο λόγο έφεσης δικαιούται να λάβει το ποσό των 36.000,32 ευρώ, με το δε δεύτερο ότι ο μισθός του υπολείπεται του νομίμου όπως αυτός προσδιορίζεται από την εφαρμοζόμενη ΣΣΝΕ μόνο για το έτος 2022 το οποίο με βάση τους αριθμητικούς υπολογισμούς που παραθέτει με τον ίδιο λόγο έφεσης δικαιούται το ποσό των 12.384 ευρώ καθώς αμφότερα τα σκέλη του ίδιου λόγου απαραδέκτως προβάλλονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καθώς με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής κατ’ άρθρο 526 ΚΠολΔ αφού η ιστορική βάση του αιτούμενο αγωγικού κονδυλίου εδράζεται στην απαίτηση ποσού 39.075 ευρώ το οποίο προκύπτει με βάση τις διατάξεις 185 ΚΙΝΔ και του άρθρου 123 οικείας ΣΣΝΕ, χωρίς να συνοδεύεται από επικουρικές ιστορικές βάσεις, οι οποίες το πρώτον προβάλλονται στο πλαίσιο της παρούσας έκκλητης δίκης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος 3, 189, 192, 193, 361, 648, 651- 653 και 679 του Α.Κ. και 53 του Κ.Ι.Ν.Δ. συνάγεται ότι και στο πεδίο της ναυτικής εργασίας ισχύει η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελευθερίας των συναλλαγών στο μέτρο που δεν περιορίζεται από κανόνες δημόσιας τάξης. Βάσει της αρχής αυτής γίνεται δεκτό ότι ο ναυτικός μπορεί με τη σύμβαση ναυτολογήσεώς του να αναλάβει έγκυρα την παράλληλη εκτέλεση περισσότερων καθηκόντων επί του πλοίου μέσα στο νόμιμα χρονικά όρια, όπως γίνεται συνήθως κατά την αναπλήρωση ελλείποντος μέλους του πληρώματος. Στην περίπτωση αυτή ο ναυτικός, άσχετα με το χρόνο της ημερήσιας απασχόλησής του για κάθε αυτοτελή και διαφορετική υπηρεσία, δικαιούται να λάβει όλες τις αποδοχές των ειδικοτήτων – υπηρεσιών που προσέφερε, εφόσον με την εργασία που προσέφερε εξαντλείται το περιεχόμενο τους (Εφ.Πειρ. 666/2020,Εφ.Πειρ. 109/2019, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 97/2008, Εφ.Πειρ. 480/2007, Εφ.Πειρ. 187/2005, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Πέραν αυτών, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 349, 374, 648, 653, 656 του Α.Κ. και 53 και 60 του Κ.Ι.Ν.Δ, για να γεννηθεί η παραπάνω αξίωση του ναυτικού, αρκεί ο τελευταίος να βρίσκεται σε απλή ετοιμότητα προς εργασία, έχοντας στη διάθεση του πλοιάρχου όλες τις υπηρεσίες που κατόπιν συμφωνίας ανέλαβε να εκτελέσει, αδιάφορα αν αυτές δεν χρησιμοποιήθηκαν για λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε λόγους ανωτέρας βίας ή σε πταίσμα του εργαζομένου (Εφ.Πειρ. 62/2019, Εφ.Πειρ. 629/2018, Εφ.Πειρ. 458/2018, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 109/2019, Εφ.Πειρ. 231/2013, Εφ.Πειρ. 480/2007, Εφ.Πειρ. 747/2005, Εφ.Πειρ. 712/2004, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Αν όμως η απασχόληση του ναυτικού είναι μειωμένη σε κάποια από τις παραπάνω εργασίες, τότε επιτρέπεται να γίνει ανάλογη ελάττωση του αντίστοιχου μισθού μόνο αν η μειωμένη απασχόληση οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε ρητή ή σιωπηρή συμφωνία η οποία έχει διαλάβει τη λεγόμενη ρήτρα υποαπασχολήσεως, που επιτρέπει αντίστοιχη μείωση της αντιπαροχής του εργοδότη (Α.Π. 326/2017, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1007/2000, Ε.Ν.Δ. 29, 40, Α.Π. 33/1992, Ε.Ν.Δ. 1993, 239, Α.Π. 178/1981, Νο.Β. 29, 1387, Εφ.Πειρ. 62/2019, ό.α, Εφ.Πειρ. 629/2018, ό.α, Εφ.Πειρ. 109/2019, Εφ.Πειρ. 255/2018, www.efeteio-peir.gr). Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης ο εκκαλών – ενάγων διατείνεται ότι η εκκαλουμένη μετά από κακή εφαρμογή του νόμου και εσφλαμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε στο σύνολό του το αγωγικό κονδύλιο που αφορούσε στη καθ΄ολοκληρίαν εκτέλεση καθηκόντων ελλείποντος Γ΄Μηχανικού μετά από εντολή του πλοιάρχου του πλοίου. Στη προκειμένη περίπτωση με βάση τις ίδιες ως άνω αποδείξεις προέκυψε ότι σύμφωνα με τον αριθμό ……../5.8.2022 Ναυτολόγιο Π/του – Ι/φορου πλοίου της εναγομένης που εκδόθηκε από το Λιμεναρχείο Λαυρίου η οργανική σύνθεση του πληρώματος του ένδικου σκάφους στην ειδικότητα του προσωπικού μηχανής, στο οποίο υπάγεται ο ενάγων, προβλέπει την ναυτολόγηση ενός μηχανικού Β΄τάξης και ενός μηχανικού Γ΄τάξης ή μηχανοδηγό και συνολικά δύο (2) άτομα στο προσωπικό μηχανής. Σημειωτέον ότι το ένδικο αγωγικό κονδύλιο αφορά το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 μέχρι 12.5.2023 για το οποίο ο ενάγων όμως δεν προσκομίζει σχετικό ναυτολόγιο που να καλύπτει το χρονικό αυτό διάστημα. Ωστόσο από το προσκομισθέν ως άνω ναυτολόγιο προκύπτει ότι το πλήρωμα της μηχανής σε κάθε περίπτωση προβλέπει ελάχιστη οργανική σύνθεση δύο ατόμων. Ακολούθως όπως προκύπτει από τις ένορκες βεβαιώσεις του πλοίαρχου του ένδικου σκάφους ο ενάγων αν και είχε ναυτολογηθεί ως Α΄ Μηχανικός κάλυπτε τα καθήκοντα του Β Μηχανικού και ήταν το μοναδικό μέλος του προσωπικού μηχανής στο πλοίο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, με εργασία (βάρδιες Γ’ Μηχανικού) που προσέφερε στο άνω πλοίο κατά το άνω διάστημα, εξάντλησε και το περιεχόμενο της παράλληλης ειδικότητας που ανέλαβε, εκτελώντας πλήρως τα σχετικά συμβατικά του καθήκοντα. Σημειώνεται εδώ εκ του περισσού ότι, για την πληρωμή στον ενάγοντα του άνω μισθού ελλείποντος Β’ Μηχανικού, θα αρκούσε, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, καθ’ όλο το άνω διάστημα που δεν υπήρχε άλλος ναυτολογημένος στο πλοίο με την άνω ειδικότητα, να βρισκόταν αυτός (ενάγων) σε απλή ετοιμότητα προς τέτοια εργασία, έχοντας στη διάθεση του πλοιάρχου όλες τις υπηρεσίες που κατόπιν συμφωνίας ανέλαβε να εκτελέσει, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι υπηρεσίες αυτές (βάρδιες Γ’ Μηχανικού) δεν χρησιμοποιήθηκαν για λόγους που οφείλονταν σε ανωτέρα βία ή σε πταίσμα του, αλλά, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι εκτελέστηκαν κανονικά απ’ αυτόν. Μετά ταύτα, οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα που εκτέλεσε μόνος καθήκοντα Γ Μηχανικού, ήτοι από την 1/10/2023 μέχρι τις 12/5/2023, ήτοι για 8 ώρες ημερησίως, ανέρχονται σύμφωνα με την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε. Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2022 (αριθ. 2242.5-1.10/8368//2022) στο συνολικό ποσό των Ευρώ 11.857,05 ήτοι σε Ευρώ 2.634,90 μηνιαίως (β.μ. 1.439,19 + ΕΚ 316,62 + επιδ. Αρθρου 36 ανθυγιεινής εργασίας εξ Ευρώ 22,75 + επιδ. Άρθρου 24 εξ Ευρώ 162,07 + ειδικό επίδομα εξ Ευρώ 209,57 + άδεια με τροφοδοσία εξ Ευρώ 801,32) για συμφωνηθείσα εφάπαξ αμοιβή ελλείποντος Β’ Μηχανικού πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο κατ’ ουσία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το άνω κονδύλι είναι αβάσιμο κατ’ ουσία, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το σχετικό βάσιμο τέταρτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος ενώ παρέλκει η εξέταση του πέμπτου λόγου της ίδιας έφεσης που αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής για την αναζήτηση του άνω κονδυλίου με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού δεν πληρώθηκε η ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής που θα οδηγούσε στην εξέταση της επικουρικής βάσης αυτής καθώς το ένδικο τούτο αγωγικό κονδύλιο έγινε δεκτό ως προς την κύρια ιστορική και νομική βάση του.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση της έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ’ ουσίαν οι πρώτος και τέταρτος λόγος αυτής και στη συνέχεια να γίνει δεκτή εν μέρει η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν, αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, Ε΄ έκδοση, 2003, παρ. 1143, σελ. 430, 344, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642). Ακολούθως, πρέπει αφού κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν δικαστήριο η από 17.11.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των [α)16.400 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, β) 8.500 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και γ) 2.634,09 ευρώ για αποδοχές ελλείποντο Γ’ Μηχανικού=] 27.534,09 ευρώ. Σημειωτέον ότι το αίτημα του εκκαλούντος περί επιδίκασης τόκων, το οποίο προβάλλεται για πρώτη φορά με το αιτητικό της ένδικης έφεσης, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο δεδομένου ότι επέκταση του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής μπορεί να ζητηθεί εφόσον πρόκειται για την επιδίκαση παρεπόμενων απαιτήσεων, όπως οι τόκοι επιδικίας, που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση (αρ.525 παρ.3 ΚΠολΔ), πλην όμως στην υπό κρίση περίπτωση οι αιτούμενοι τόκοι επιδικίας είχαν καταστεί απαιτητοί πριν από το άνω χρονικό σημείο, οπότε και αυτοί μπορούν να ζητηθούν μέχρι το πέρας της δίκης στο πρώτο βαθμό (223 ΚΠολΔ) και απαραδέκτως ζητούνται κατ’ ‘έφεση (σχ. Σαμουήλ Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, Έ έκδοση, Αθήνα 2003, αρ.672β, με παραπομπές σε παλαιότερη νομολογία. Εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. παρελκομένης της εξέτασης έβδομου λόγου της έφεσης που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας πρωτοδίκως δικαστικής δαπάνης. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της εκτάσεως της νίκης του, πρέπει, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος του, να επιβληθεί σε βάρος της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης (άρθρα 178§1, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, ζήτημα επιστροφής παραβολών των ενδίκων μέσων δεν τίθεται, διότι κατά το χρόνο άσκησής τους δεν υπήρχε η σχετική υποχρέωση και ως εκ τούτου δεν καταβλήθηκε παράβολο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 29.12.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …./2025 – ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …./2025) έφεση.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Δέχεται εν μέρει την από 29.12.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2025 – ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2025) έφεση.
Εξαφανίζει στο σύνολό της την εκκαλούμενη με αριθμό 3134/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί και Δικάζει την από 17.11.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2023 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των εικοσιεπτά χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα τεσσάρων και εννέα λεπτών (27.534,09) ευρώ.
Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 7 Μαΐου 2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ