Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 316/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός     316 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Λειβιδιώτου – Σαξώνη.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στον Πειραιά επί της …………., με Α.Φ.Μ. ……………., νομίμως εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Καλυβίτη   (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε την από 19.3.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./19.3.2025 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, απευθυνόμενη κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης – εκκαλούσας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3526/2025 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται: α) ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη από 1.9.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025Πρωτ. έφεσή του και β) η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη – εκκαλούσα με την κρινόμενη από 24.9.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025  Πρωτ  έφεσή της, οι οποίες ορίσθηκαν να συζητηθούν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκαν.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η μεν πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που ανέπτυξε με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η δε πληρεξουσία δικηγόρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας παραστάθηκε με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ανέπτυξε τις απόψεις τις με τις προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση: α) από 1.9.2025  με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025  Εφετ και β)  από 24.9.2025 με  ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025 Εφετ δύο εφέσεις, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης και δη κατά της με αριθμό 3526/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, επί της από 19.3.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025 αγωγής του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – ενάγοντος είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιτυγχάνεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 και 246 του Κ.Πολ.Δ). Οι άνω εφέσεις έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, ενόψει του ότι δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης,  (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης (30.7.2025). Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους των εκκαλούντων στις άνω εφέσεις, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. τελευτ. Κ.Πολ.Δ. – Εφ.Δωδ. 225/2018, Εφ.Πειρ. 166/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), πλην όμως πρέπει να επιστραφεί ως  αχρεωστήτως καταβληθέν το με αριθμό ……………./2025 e παράβολο ποσού 100 ευρώ που κατέθεσε η εφεσίβλητη – εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσής της.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος, με την προαναφερθείσα από 19.3.2025 υπό κρίση αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι σε εκτέλεση σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της εναγομένης που έλαβε χώρα στον Πειραιά στις 23.2.2022, εργάστηκε στο υπό ελληνική σημαία πλοίο Ε/Γ- Ο/Γ «Ν», με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ………………, πλοιοκτησίας της εναγομένης  με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, από την πρόσληψη του έως τις 22.05.2024 όταν και απολύθηκε λόγω κλεισίματος ναυτολογίου. Ότι συμφωνήθηκε  μισθός 5.165,78 ευρώ και κατά τα λοιπά η ως άνω ναυτολόγηση του, διέπεται από την ΣΣΝΕ πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού 2023, εφαρμοζομένων τούτων αναδρομικά κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων, διατηρεί αξιώσεις για δεδουλευμένες αποδοχές- διαφορά μισθών από 1.11.2023 έως 22.5.2024 ύψους 12.139,22 ευρώ, για πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερωριακής απασχόλησης Σάββατα, αργίες Κυριακές και καθημερινές, εντός του έτους 2023 (1.1 έως 31.12.2023) το συνολικό ποσό των 44.708,80 ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.802,78 ευρώ και αξίωση ποσού 4.500 ευρώ που απορρέει από την επιβολή προστίμου  που επιβλήθηκε στις 7.6.2023 από το Λιμεναρχείο Βόλου,  το οποίο αφορά υποχρέωση της εναγομένης για την οποία εσφαλμένα η αρμόδια Δ.Ο.Υ θεώρησε αυτόν ως συνυπόχρεο. Με βάση το ιστορικό αυτό  ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 64.370,70€ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του στις 22.5.2024, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του. Επικουρικά , ως προς το συνολικό ποσό των 64.370,70€ ο ενάγων το αιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσία, απορρίπτοντας ο,τι κρίθηκε ως απορριπτέο, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για την υπηρεσία του στο ένδικο πλοίο, ως αμοιβή για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των 12.140,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του και για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.582,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγή και μέχρις εξοφλήσεως   και καταδίκασε αυτή σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος τα οποία όρισε στο ποσό των 400 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τόσο ο ενάγων όσο και η εναγόμενη με τους λόγους των εφέσεών τους, που συνιστούν το μεν παράπονα για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το δε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της, ώστε να ξαναδικαστεί η αγωγή και  να γίνει το μεν ολικά δεκτή, το δε  να απορριφθεί στο σύνολό της αντίστοιχα.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, η εναγόμενη – εκκαλούσα διατείνεται ότι  εκκαλουμένη κατά κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ που αφορά το ορισμένο της αγωγής, απέρριψε την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση της περί απαραδέκτου αυτής λόγω ανεπανόρθωτης αοριστίας της αγωγής σε σχέση με τα αιτούμενα κονδύλια α) της καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών, β) υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος και γ) αποζημίωσης απόλυσης. Επί του λόγου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όσον αφορά το κονδύλιο της απαίτησης διαφοράς δεδουλευμένων μισθών είναι πλήρως ορισμένο δεδομένου ότι στην αγωγή περιγράφεται η σύμβαση ναυτικής εργασίας του ενάγοντος, το ύψος του συμφωνηθέντος καταβαλλόμενου μισθού, τα ένδικα χρονικά διαστήματα για τα οποία οφείλονται οι διαφορές, τα μερικότερα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν έναντι του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού του καθώς και η οφειλόμενη διαφορά μισθών κατά μήνα και στο σύνολό της. Κατά συνέπεια ορθά η εκκαλουμένη εφάρμοσε το νόμο και έκρινε το σχετικό κονδύλιο ως πλήρως ορισμένο. Όσον αφορά το κονδύλιο της απαίτησης υπερωριακής αμοιβής τούτο είναι πλήρως ορισμένο  κατά τα άρθρα 216 ΚΠολΔ και τις ειδικότερες ρυθμίσεις της ναυτικής εργατικής νομοθεσίας και δη της ΣΣΝΕ πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού για το έτος 2023 και 2024. Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθεται με επάρκεια και σαφήνεια το χρονικό διάστημα της ναυτολόγησης του ενάγοντος, το πλοίο επί του οποίου αυτός παρείχε την εργασία του, καθώς και η ειδικότητά του, στοιχεία απολύτως αναγκαία για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου και δη της οικείας Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας. Περαιτέρω, γίνεται σαφής διάκριση της παρεχόμενης εργασίας καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, με αναφορά στον αριθμό των ωρών υπερωριακής απασχόλησης, κατά κατηγορίες ημερών (εργάσιμες, Κυριακές και αργίες), καθώς και επίκληση των αντίστοιχων μισθολογικών συντελεστών που προβλέπονται από τη συγκεκριμένη ΣΣΝΕ που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, στο δικόγραφο προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των οφειλομένων ποσών, με αναφορά στον νόμιμο μισθό, ώστε να καθίσταται εφικτός τόσο ο δικαστικός έλεγχος της βασιμότητας της αγωγής όσο και η άσκηση του δικαιώματος άμυνας της εναγομένης. Εξάλλου η αγωγή   δεν καθίσταται αόριστη εκ μόνου του λόγου ότι δεν περιέχει εξαντλητική και απολύτως μαθηματική καταγραφή εκάστης ώρας απασχόλησης, εφόσον εκτίθενται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ήτοι το σύστημα εργασίας επί του πλοίου, η διάρκεια της απασχόλησης και η κατά προσέγγιση έκταση της υπερωριακής εργασίας, στοιχεία τα οποία, εν προκειμένω, πράγματι περιλαμβάνονται. Η δε τυχόν ανάγκη περαιτέρω ποσοτικοποίησης ή ακριβούς προσδιορισμού των ωρών ανάγεται στο αποδεικτικό στάδιο και δεν άπτεται του ορισμένου της αγωγής. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η εκκαλούμενη η οποία έκρινε ως ορισμένο το ένδικο τούτο κονδύλιο ορθά εφάρμοσε το νόμο,  απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης. Όσον αφορά το κονδύλιο της αιτούμενης αποζημίωσης απολύσεως του ενάγοντος, το οποίο υπό τον ισχύοντα ΚΙΝΔ (η ισχύς του οποίου άρχεται από την 1.5.2023, αρ.292 νέου ΚΙΝΔ) εδράζεται στη διάταξη του άρθρου 180 και ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την προιχύσασα διάταξη του άρθρου 75 παρ.2 ΚΙΝΔ, η αξίωση του ναυτικού για αποζημίωση αντιστοιχεί προς τις πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές δεκαπέντε (15) ημερών κατά τον χρόνο λύσεως της σύμβασης. Ειδικότερα, στο αγωγικό δικόγραφο εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης, ήτοι ο χρόνος και ο τρόπος λύσης της σύμβασης ναυτολόγησης, ο συγκεκριμένος λόγος αυτής (κλείσιμο ναυτολογίου, συνιστών καταγγελία εκ μέρους του πλοιάρχου), καθώς και η έλλειψη πταίσματος του ενάγοντος, στοιχείο αναγκαίο για τη γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης. Περαιτέρω, προσδιορίζονται επαρκώς οι τακτικές αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα της απασχόλησής του, επί των οποίων στηρίζεται ο υπολογισμός της αποζημίωσης, με αναφορά στο ύψος του συμφωνηθέντος μισθού και στις λοιπές παροχές που συνιστούν το μισθολογικό του καθεστώς, σύμφωνα με την εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας. Επίσης, εκτίθεται ο τρόπος υπολογισμού της αιτούμενης αποζημίωσης, ήτοι η αναγωγή των ανωτέρω αποδοχών σε δεκαπενθήμερη βάση, ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της βασιμότητας και του ύψους της αξίωσης. Υπό τα δεδομένα αυτά, το δικόγραφο της αγωγής σε σχέση με το αιτούμενο κονδύλιο παρέχει πλήρη και σαφή εικόνα της ένδικης απαίτησης, καθιστώντας δυνατή τόσο την άσκηση του δικαιώματος άμυνας της εναγομένης όσο και την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση ή ανάλυση, η οποία ανάγεται στο αποδεικτικό στάδιο της δίκης. Συνεπώς, η αγωγή δεν πάσχει αοριστίας ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης απόλυσης, αλλά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ, απορριπτομένου κάθε αντίθετου ισχυρισμού.  Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε τα ίδια και θεώρησε την αγωγή ως πλήρως ορισμένη ορθά εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο παρών λόγος έφεσης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο Δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη. Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου Δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 1106/2018, ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1420/2015). Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος   ……., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης,  της υπ’ αριθμ. ……/18-6-2025 ένορκης βεβαιώσεως του …………., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης κατά τα άρθρα 421 και 422 του ΚΠολΔ (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’αριθμ. …../13- 6-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 33 6 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους (άρθρα 261 παρ.8 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ, [σημειώνοντας ότι οι διάδικοι στις προτάσεις του παρόντος βαθμού, περιλαμβάνουν, αυτολεξεί, τις προτάσεις και την προσθήκη-αντίκρουση της πρωτοβάθμιας συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους (διαδίκων, αντίστοιχα), και κατά τον τρόπο αυτό έχουν καταστεί ενιαίες προτάσεις, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης – εφεσίβλητης που προβλήθηκε το πρώτον με τη προσθήκη – αντίκρουση των προτάσεων της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου], αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη εκκαλών,  όπως προκύπτει  από το αντίγραφο του υπ’ αρ. …….. ναυτικού φυλλαδίου του ναυτολογείται από το 1981 με πλείστες ειδικότητες σε διαφορετικά πλοία, ενώ από τις 6.5.2011 μέχρι τις 22.5.2024 με διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας ναυτολογείται στο με ελληνική σημαία και με αριθμό νηολογίου Πειραιά ……….. Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «Ν» αρχικά με την ιδιότητα του επιθεωρητή πλοίαρχου και εν συνεχεία με την ιδιότητα του πλοίαρχου. Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη  προς απόδειξη της σύμβασης ναυτικής εργασίας του ενάγοντος προσκομίζει την από 17.2.2020 σύμβαση ορισμένου χρόνου, υπογεγραμμένη από τον ενάγοντα, η οποία δεν αφορά το επίδικο χρονικό διάστημα της αγωγής και ένα αντίγραφο της από 21.4.2023 σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν είναι υπογεγραμμένη από τον ενάγοντα, ωστόσο από το ως άνω ναυτικό φυλλάδιο αποδεικνύεται ότι σε συνέχεια προηγούμενων ναυτολογήσεων του, α) στις 28.2.2022 ναυτολογήθηκε με την ιδιότητα του πλοιάρχου, συμφωνήθηκε μισθός κατά την ισχύουσα ΣΣΝΕ, («ΣΣ»), απολύθηκε στις 11.4.2022 λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς σε νέο, β) στις 11.4.2022 επαναυτολογήθηκε με την ιδιότητα του πλοιάρχου, συμφωνήθηκε μισθός κατά την ισχύουσα ΣΣΕ, («ΣΣ»), απολύθηκε στις  11.10.2022 λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς σε νέο, γ) στις 11.10.2022 επαναυτολογήθηκε με την ιδιότητα του πλοιάρχου, συμφωνήθηκε μισθός κατά την ισχύουσα ΣΣΕ, («ΣΣ»), απολύθηκε στις 20.4.2023 λόγω ληξιπρόθεσμου ναυτολογίου κατά το άρθρο 15 παρ, 7 του Ν. 3569/2007, δ) στις 21.4.2023 επαναυτολογήθηκε με την ιδιότητα του πλοιάρχου, συμφωνήθηκε μισθός κατά την ισχύουσα ΣΣΕ, («ΣΣ»), απολύθηκε στις 21.10.2023 λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς σε νέο και τέλος ε) στις 21.10.2023 επαναυτολογήθηκε με την ιδιότητα του πλοιάρχου, συμφωνήθηκε μισθός κατά την ισχύουσα ΣΣΕ, («ΣΣ»), απολύθηκε στις 22.05.2024 λόγω κλεισίματος ναυτολογίου κατά το άρθρο 15 παρ. 7 του Ν. 3569/2007. Από την επισκόπηση των ναυτολογήσεων που έχουν καταχωρηθεί στο ναυτικό του φυλλάδιο προκύπτει ότι ο συμφωνηθείς  μισθός του ενάγοντος αντιστοιχεί  στον προβλεπόμενο στην εφαρμοστέα στην υπό κρίση περίπτωση ΣΣΝΕ, τα συμβαλλόμενα μέρη σε εξειδίκευση της συμφωνίας τους για τις αποδοχές του ναυτικού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω δύο συμβατικών κειμένων, συμφωνήθηκαν τα  τα εξής: << ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣ ΚΑΘΑΡΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Ο μηνιαίος μισθός που λαμβάνει ο ναυτικός ανέρχεται στο ποσό που ορίζει η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Ο τύπος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μισθού είναι όπως ορίζει η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας>>. Περαιτέρω στο κεφάλαιο 2 αμφοτέρων των επίδικων συμβάσεων εργασίας που φέρει τον τίτλο: ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ στον υπό στοιχείο Γ όρο προβλέπεται ότι << ο συνομολογούμενος μισθός συμπεριλαμβάνει υπερωρίες, επιδόματα, δώρα εορτών και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη χρηματική παροχή και καλύπτει πλήρως το ναυτικό>>. Ακολούθως η εφαρμοστέα στην υπό κρίση αγωγή ΣΣΝΕ είναι αυτή των Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού 2023 -2024 (υπ’αρ. 2242.5-2/51903/2023 Κύρωση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού, ετών 2023-2024, που κυρώθηκε στο ΦΕΚ Β’ 4620/17-07- 2023). Περαιτέρω η εναγομένη λόγω της δεινής οικονομικής συγκυρίας στη οποία είχε περιέλθει, κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή μέρους του μισθού του ενάγοντος, όπου η οφειλή αυτή κατόπιν εξωδίκου συμβιβασμού των συμβαλλομένων μερών ρυθμίστηκε με το από 21.12.2023 ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικού συμβιβασμού, το οποίο κατά τα κρίσιμα μέρη αυτού έχει ως εξής: << Ο αφ’ ενός συμβαλλόμενος Πλοίαρχος δυνάμει της από 28/02/2022 σύμβασης ναυτικής εργασίας που κατάρτισε στον Πειραιά με την αφετέρου συμβαλλόμενη, συμφώνησε να εργαστεί, ως πλοίαρχος, επί του υπό ελληνική σημαία Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου <<Ν>>, πλοιοκτησίας της πιο πάνω εταιρείας, νηολογίου Πειραιά με αρ. ………, αντί μηνιαίων αποδοχών των προβλεπομένων υπό της οικείας Ελληνικής κατ κάθε φορά ισχύουσας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των Πληρωμάτων των πορθμείων – Επιβατηγών πλοίων. Στο ανωτέρω πλοίο είναι ναυτολογημένος μέχρι και σήμερα. Πιο συγκεκριμένα, οι μηνιαίες απολαβές του, ορίστηκαν στο ποσά 5.165,78 ευρώ. Το έτος 2023, η Εταιρεία κατέστη -υπερήμερη ως προς την καταβολή ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον Πλοίαρχο. Συγκεκριμένα, δεν κατέβαλε και ως εκ τούτου κατέστη υπερήμερη ως προς την μερική αποπληρωμή μηνός Ιανουαρίου 2023, ποσού 3.165,73, για το σύνολο του μηνός Φεβρουαρίου, ποσού 5.165,78, μερικώς για τον μήνα Μάρτιο, ποσού 1.165,78, για το σύνολο του μηνός Απριλίου, ποσού 5,165,78 και μερικώς για τον μήνα Μάιο, ποσού 1,165,78 ευρώ. Στο σημείο τούτο εκκρεμούσης της διαφοράς, ο αφενός συμβαλλόμενος και η αφετέρου συμβαλλόμενη δήλωσαν άτι κατόπιν σχετικών διαπραγματεύσεων, συμμεριζόμενοι τις εκατέρωθεν αναρρήσεις και απόψεις, αναγνωρίζοντας ρητώς και ανεπιφυλάκτως την αβεβαιότητα που διέπει την ως είρηται έννομη σχέση τους και επιθυμώντας την συμβιβαστική και εξώδικη πλέον επίλυση της διαφοράς τους, συμφωνούν και αποδέχονται να προσέλθουν και προσέρχονται σήμερα δια του παρόντος σε πλήρη και οριστικό συμβιβασμό της επιδίκου διαφοράς τους,  διάλυση της ως είρηται  φιλονικίας, διένεξης και διαφοράς και συναφούς αβεβαιότητος, δια της καταβολής υπό της αφετέρου συμβαλλόμενης και αντιστοίχου λήψεως υπό του αφενός συμβαλλομένου του συνολικού ποσού των δεκαέξι χιλιάδων ευρώ (16.000,000 για πραγματικές οφειλές της. Συνεπώς, ο Πλοίαρχος με την είσπραξη του ποσού αυτού απεκδύεται και δεν φέρει ουδεμία περαιτέρω οιασδήποτε οικονομικής φύσεως αξίωση από προγενέστερες οφειλές της Εταιρείας προς αυτόν>>. Επισημαίνεται ότι το παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό αφορά οφειλές μηνών  Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2023 και δεν σχετίζεται με το κρίσιμο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή που αφορά διαφορές δεδουλευμένων μισθών Νοεμβρίου 2023 έως 22.5.2024. Ο ενάγων με έρεισμα το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικού συμβιβασμού, επικαλούμενος την εξώδικη ομολογία της εναγομένης σχετικά με το ύψος του συμφωνηθέντος καταβαλλόμενου μισθού ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο της από 28.2.2022 σύμβασης ναυτικής εργασίας οι μηνιαίες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των 5.165,78 ευρώ. Ωστόσο το χρηματικό αυτό ποσό κατ’ αρχήν δεν επαληθεύεται από τις προαναφερθείσες προσδιοριστικές του ύψους του μισθού του εγγραφές τόσο στο ναυτικό φυλλάδιο του, όσο και στις ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, όπου σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα αναφερόταν ο προβλεπόμενος στην οικεία σσνε μισθός. Σημειωτέον ότι όπως ομολογεί ο ενάγων στην αγωγή του ο καταβαλλόμενος από την εναγομένη μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 3.362,91, οποίος με βάση τους ισχυρισμούς της εναγομένης αλλά και τις σχετικές προβλέψεις της ΣΣΝΕ πληρωμάτων πορθμείων εσωτερικού ετών 2023 – 204 αντιστοιχεί στον οριζόμενο από την τελευταία μισθό. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω δύο συμβάσεων ναυτικής εργασίας του ενάγοντος, ο καταβαλλόμενος μισθός  συμπεριλαμβάνει υπερωρίες, επιδόματα, δώρα εορτών και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη χρηματική παροχή και καλύπτει τον ναυτικό.  Ερμηνεύοντας το σχετικό όρο των ένδικων συμβάσεων πρέπει να αναφερθεί ότι  στη ναυτική πρακτική η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 44/160 = ΔΕΝ 2002/1314, ΜονΕφΠειρ. 361/2013). Δηλαδή η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ. 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπό τα δεδομένα αυτά ο μισθός του ενάγοντος που αναφέρεται στο από 21.12.2023 ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικού συμβιβασμού φέρει τον χαρακτήρα του κλειστού καθώς από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άνω εγγράφων αλλά και του ύψους των αποδοχών που προβλέπει η οικεία ΣΣΝΕ προκύπτει ότι το χρηματικό ποσό που απομένει από τη διαφορά μεταξύ αναγνωρισθέντος εξωδίκως καταβαλλόμενου μισθού και του καταβληθέντος  μισθού καλύπτει λοιπές παροχές που κατοχυρώνονται στην οικεία ΣΣΝΕ, οπότε ο αναφερόμενος στην αγωγή ως συμφωνηθείς μισθός από ευρώ 5.165,78 ευρώ αποτελεί μορφή κλειστού μισθού.  Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ισχυρίζεται ότι ο μισθός αυτός είναι κλειστός καθώς ο μεν ενάγων θεωρεί ότι διατηρεί ακέραια με βάση την οικεία ΣΣΝΕ την αξίωση για την καταβολή υπερωριακής αμοιβής, η οποία δεν εμπεριέχεται στο συμφωνηθέντα μισθό του, η δε εναγόμενη αρκείται στο να θεωρεί ότι ο μισθός των 3.362,91 ευρώ που ομολογεί ο ενάγων αποτελεί το νόμιμο μισθό του όπως αυτός προκύπτει με βάση την ισχύουσα ΣΣΝΕ,   ισχυριζόμενη ότι με το ποσό αυτό ο ενάγων έχει πλήρως εξοφληθεί αφού συμπεριλαμβάνει και κάθε αξίωση για υπερωρίες, σύμφωνα με την προβληθείσα πρωτοβαθμίως ένσταση εξοφλήσεως τόσο της διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών όσο και της αξίωσης καταβολής οφειλόμενων υπερωριών. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να εξεταστεί εάν το αγωγικό κονδύλιο της διαφοράς μισθών είναι βάσιμο κατ’ ουσίαν, ή κατά την σχετική ένσταση της εναγομένης έχει εξοφληθεί πλήρως. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω το χρονικό πεδίο ρύθμισης τον οφειλών της εναγομένης που διακανονίστηκαν με το από 21.12.2023 ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικού συμβιβασμού αφορά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 2023 και συνεπώς δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του διακανονισμού αυτού καθώς οι υπό κρίση αξιώσεις αφορούν τους μήνες Νοέμβριο 2023 έως 22.5.2024. Ωστόσο, η εξωδίκως διατυπωθείσα ομολογία της εναγομένης ότι οι απολαβές του ενάγοντος στο πλαίσιο της από 28.2.2022 σύμβασης εργασίας τουλάχιστον κατά το χρόνο κατάρτισης του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ανέρχεται στο ποσό των 5.165,78 ευρώ αποδεικνύει το ύψος του καταβαλλομένου συμφωνηθέντος μισθού του ενάγοντος που όφειλε η εναγομένη να καταβάλει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα Νοεμβρίου 2023 έως 22.4.2024. Και τούτο διότι το συμβατικό υπόβαθρο που χρησιμοποιεί ο ενάγων για την αναζήτηση των διαφορών των δεδουλευμένων αποδοχών του δεν έχει μεταβληθεί ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου μισθού δεδομένου ότι τόσο τα δικαιοπαραγωγικά του μισθού του ενάγοντος κρίσιμα στοιχεία του προσδιορισμού του με βάση την οικεία ΣΣΝΕ δεν μεταβλήθηκαν  όσο και οι συνθήκες παροχής εργασίας του ενάγοντος αλλά και ο τρόπος προσδιορισμού του μισθού του παρέμειναν αμετάβλητος καθώς διατρέχει όλο το χρονικό διάστημα της ισχύος   της από 28.2.2022 σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία εξακολουθεί να ενεργεί και να αναπτύσσει τις έννομες συνέπειες τη και κατά επίδικο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα ίδια ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος μισθού του ενάγοντος για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2023 έως 22.5.2024  δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.  Να σημειωθεί ότι η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατά τους ένδικους μήνες κατέβαλε το ποσό των .362,91 ευρώ, ήτοι 1.802,87 ευρώ λιγότερα από τα οφειλόμενα, για το λόγο ότι το πλοίο   δεν εκτελούσε πλόες και με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία  ο ενάγων αποδέχθηκε να λαμβάνει το μικρότερο τούτο χρηματικό μισθό, πλην όπως η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας δεν αποδείχθηκε  δεδομένου ότι για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα του έτους 2023  αλλά και με βάση τις ένδικες  συμβάσεις εργασίας δεν προβλέφθηκε η διαφοροποίηση των αποδοχών του ενάγοντος με βάση τους διενεργούμενους πλόες του σκάφους της κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες. Επιπλέον προβάλλει τον ισχυρισμό ότι σε ορισμένες από τις αποδείξεις μισθοδοσίας αναγράφεται η αιτιολογία εξόφληση μισθοδοσίας ορισμένου μηνός, η οποία όπως δεν αναπτύσσει την αποσβεστική της ενοχής ισχύ για το λόγο ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των μισθοδοτικών του καταστάσεων δεν ενέχει, άνευ άλλου τινός παραίτηση αυτού από τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά του με την επισήμανση ότι ο κλειστός χαρακτήρας του καταβαλλόμενου μισθού του αναιρεί τον περί εξοφλήσεως ισχυρισμό της αφού τα καταβληθέντα από αυτή χρηματικά ποσά είναι κατώτερα των πραγματικά οφειλομένων ανώτερων χρηματικών ποσών. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των ως άνω δελτίων μισθοδοσίας ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) είναι άνευ εννόμου επιρροής αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη (Εφ Πειρ 569/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με τις εκεί παραπομπές σε νομολογία). Κατόπιν των ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για διαφορά μισθών το ποσό των 12.139,22 ευρώ, απορριπτομένης ως αβάσιμης κατ΄ουσίαν της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης εξοφλήσεως ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί με την παρούσα (534 ΚΠολΔ), τα όσα δε αντίθετα διατείνεται η εκκαλούσα – εναγομένη με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης της πρέπει να απορριφθούν ως κατ΄ουσίαν αβάσιμα. Στη συνέχεια από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδείξεων προέκυψε ότι το επιβατηγό – οχηματαγωγό πλοίο της εναγομένης με το όνομα «Ν» εκτελεί τη πορθμειακή γραμμή Πειραιώς – Αιγίνης και πραγματοποιεί σε καθημερινή βάση επαναλαμβανόμενους πλόες με αναχωρήσεις από τον λιμένα Πειραιώς στις 08:20, 12:20 και 16:20 και αντίστοιχες αναχωρήσεις από τον λιμένα Αιγίνης στις 10:20, 14:20 και 18:20. Η διάρκεια εκάστου πλου ανέρχεται κατά μέσο όρο σε μία ώρα και σαράντα λεπτά, με αποτέλεσμα ο συνολικός καθαρός χρόνος ναυσιπλοΐας για το σύνολο των ημερήσιων διαδρομών να προσεγγίζει τις δέκα ώρες ημερησίως. Πέραν όμως του καθαρού χρόνου πλου, για κάθε αναχώρηση και κατάπλου απαιτείται υποχρεωτικώς πρόσθετος χρόνος για τη διενέργεια των αναγκαίων διαδικασιών επιβίβασης και αποβίβασης επιβατών και οχημάτων, τη φόρτωση και εκφόρτωση αυτών, την ασφαλή πρόσδεση και απόδεση του πλοίου, τον έλεγχο καταπελτών, τον συντονισμό του πληρώματος και την ολοκλήρωση των λιμενικών και υπηρεσιακών διαδικασιών υπό την άμεση εποπτεία και ευθύνη του πλοιάρχου. Ειδικότερα, πριν από κάθε απόπλου απαιτείται χρονικό διάστημα δεκαπέντε λεπτών για την ασφαλή και οργανωμένη επιβίβαση επιβατών και φόρτωση οχημάτων, ενώ μετά από κάθε κατάπλου απαιτείται επιπλέον αντίστοιχο χρονικό διάστημα δεκαπέντε λεπτών για την αποβίβαση επιβατών, την εκφόρτωση οχημάτων και την ολοκλήρωση των αναγκαίων διαδικασιών λιμένος. Δεδομένου ότι το πλοίο εκτελεί ημερησίως έξι λιμενικές προσεγγίσεις και έξι αντίστοιχες διαδικασίες απόπλου, ο συνολικός πρόσθετος χρόνος που αφιερώνεται αποκλειστικά στις διαδικασίες επιβίβασης, αποβίβασης και λιμενικής εξυπηρέτησης ανέρχεται σε περίπου δύο ώρες ημερησίως. Κατά συνέπεια, ο συνολικός ημερήσιος χρόνος πραγματικής λειτουργίας του πλοίου και αντίστοιχα της πραγματικής υπηρεσιακής απασχόλησης του πλοιάρχου ανέρχεται κατ’ ελάχιστον σε δώδεκα ώρες ημερησίως, αποτελούμενος από περίπου δέκα ώρες καθαρού χρόνου ναυσιπλοΐας και δύο επιπλέον ώρες που αφορούν τις αναγκαίες διαδικασίες επιβίβασης, αποβίβασης και επιχειρησιακής λειτουργίας του πλοίου, καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου οκτάωρης απασχόλησης κατά τέσσερις ώρες υπερωριακής . Η ανωτέρω διάρκεια απασχόλησης ανταποκρίνεται στη φύση της ναυτικής εργασίας και ειδικότερα στα καθήκοντα του πλοιάρχου ακτοπλοϊκού πλοίου καθημερινής γραμμής, δεδομένου ότι ο τελευταίος φέρει τη συνολική ευθύνη ασφαλούς λειτουργίας του πλοίου, της ναυσιπλοΐας, της εποπτείας του πληρώματος, της επιβίβασης και αποβίβασης επιβατών και οχημάτων, της τήρησης των διεθνών και εθνικών κανόνων ασφαλείας και της ορθής εκτέλεσης των δρομολογίων, τελώντας σε συνεχή κατάσταση επιχειρησιακής ευθύνης και υπηρεσιακής ετοιμότητας καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του πλοίου. Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών δεδομένων και της φύσεως της συγκεκριμένης ακτοπλοϊκής εκμετάλλευσης, η ημερήσια δωδεκάωρη απασχόληση του ενάγοντος συνιστά αντικειμενικά αναγκαία και λειτουργικά επιβεβλημένη πραγματικότητα της παρεχόμενης ναυτικής εργασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά ο ενάγων, ο οποίος ήταν ναυτολογημένος με την ειδικότητα του πλοιάρχου στην εναγομένη και εργαζόταν καθημερινά, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων, Κυριακών και αργιών για δώδεκα (12) ώρες ημερησίως για εργασία 214 ημερών (ήτοι 7,13 μηνών) εντός του έτους 2023 δικαιούται να λάβει για αποδοχές υπερωριακής απασχόλησης τα εξής: Από τις 365 ημέρες που εργάστηκε εντός του έτους 2023 στο ανωτέρω πλοίο, οι 252 ημέρες ήταν καθημερινές οι 52 ημέρες ήταν Σάββατα, οι 53 ημέρες ήταν Κυριακές και οι 13 ημέρες ήταν αργίες. Ειδικότερα: Για 252 καθημερινές που εργάστηκε υπερωριακά 4 ώρες καθ’ εκάστην, δικαιούται το ποσό των (252 καθημερινές Χ 4 ώρες Χ 12,79 ευρώ=) 12.892,32 ευρώ. Για 53 Κυριακές που εργάστηκε υπερωριακά 4 ώρες καθ’ εκάστην, δικαιούται το ποσό των (53 Κυριακές Χ 4 ώρες Χ 12,79 ευρώ=)  2.711,48. Για 52 Σάββατα που εργάστηκε υπερωριακά επί 12 ώρες καθ’ εκάστην, δικαιούται το ποσό των (52 Σάββατα Χ 4 ώρες Χ 12,79 ευρώ=) 2.660,32 +  (52 Σάββατα Χ 8 ώρες Χ 20,46 ευρώ=) 8.511,36 ευρώ, ήτοι για τα Σάββατα του 2023 οφείλεται το χρηματικό ποσό των (2.660,32+ 8.511,36=) 11.171,68 ευρώ. Για 13 αργίες που εργάστηκε επί 12 ώρες καθ’ εκάστην, δικαιούται το ποσό των (13 αργίες Χ 4 ώρες Χ 12,79 ευρώ=) 665,08 + (13 αργίες Χ 8 ώρες Χ 20,46=) 2.127,84  ευρώ, ήτοι για τις αργίες του 2023 οφείλεται το χρηματικό το ποσό των (665,08 + 2.127,84 =) 2.792,92 ευρώ.  Κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται να λάβει υπό τις ανωτέρω διακρίσεις για  ημερήσια απασχόληση 12 ωρών κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2023 έως 31/12/2023, το ποσό των (12.892,32 + 2.711,48 + 11.171,68 + 2.792,92  =) 29.568,40 ή  άλλως το ποσό των ( 29.568,40: 7,13 μήνες=) 4.147,04 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με τις προβλέψεις της εφαρμοζόμενης στην υπό κρίση περίπτωση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού. Ακολούθως όπως έγινε δεκτό ανωτέρω ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, ο οποίος ανέρχεται στο ποσό των 5.165,78 ευρώ έχει το χαρακτήρα κλειστού μισθού στον οποίο συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων χρηματικών παροχών και η αμοιβή υπερωριακής εργασίας. Επιπλέον όπως ο ίδιος ο ενάγων ομολογεί ελάμβανε μηνιαίως ως μισθό το ποσό των 3.362,91 ευρώ, οπότε με βάση τους ανωτέρω υπολογισμούς για την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των (3.362,91 + 4.147,04=) 7.509,95 ευρώ μηνιαίως. Κατά συνέπεια  οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, οπότε ο συμφωνηθείς μισθός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών και ως εκ τούτου ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά. Ωστόσο η διαφορά που προκύπτει μεταξύ συμφωνηθέντος (5.165,78) και καταβληθέντος μισθού από ευρώ 1.802,87 πρέπει να καταλογιστεί στην αξίωση της αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση δεδομένου ότι ο ενάγων στο υπό κρίση αγωγικό του δικόγραφο δεν έχει καταστήσει επίδικη ουδεμία άλλη αξίωση από αυτές που συναπαρτίζουν το ύψος του συμφωνηθέντος μισθού του και προβλέπονται στην οικεία ΣΣΝΕ, πλην της ένδικης αξίωσης για την αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης του, οπότε η προκύπτουσα διαφορά μεταξύ των δύο μισθών από ευρώ 1.802,87 ευρώ πρέπει να καταλογισθεί και να αφαιρεθεί από τη συνολική μηναία αξίωση του ενάγοντος για υπερωριακή απασχόληση και ως εκ τούτου το χρηματικό ποσό που δικαιούται να αξιώσει ο τελευταίος για την αμοιβή της μηνιαίας υπερωριακής απασχόλησης του ανέρχεται στο ποσό των (4.147,04 – 1.802,87=) 2.344,17 ευρώ. Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή για χρονικό διάστημα 7,13 μηνών το χρηματικό ποσό των (2.344,17 Χ 7,13=) 16.713,93 ευρώ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω  η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε το ένδικο τούτο κονδύλιο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524 παρ. 1, 525 παρ. 1 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, στο οποίο, με την άσκηση της έφεσης, μεταβιβάζεται η υπόθεση, μέσα στα όρια, που καθορίζονται απ` αυτή και τους πρόσθετους λόγους, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που έχει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συνεπώς, μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπάγγελτα το ορισμένο, τη νομιμότητα και το παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει, αν είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας ή δεν στηρίζεται στο νόμο, αρκεί από το αποτέλεσμα αυτό να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος, χωρίς να συντρέξει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 536 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, επί εφέσεως του ενάγοντος, όταν η αγωγή του απορρίφθηκε, πρωτοδίκως, ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν κρίνει, ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης ή προώρως ασκηθείσα, εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή, για έναν από τους άνω λόγους και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη, για τον εκκαλούντα, από την προσβληθείσα. Και είναι επωφελέστερη, διότι η απόρριψη μίας αγωγής, για έναν από τους παραπάνω τυπικούς λόγους, αφορά όχι γενικά την ύπαρξη ή ανυπαρξία αυτού του ίδιου του καταγόμενου στη δίκη ουσιαστικού δικαιώματος, όπως συμβαίνει σε περίπτωση κρίσης, περί του ουσιαστικά βασίμου της αγωγής, αλλά μόνο τον τυπικό λόγο, για τον οποίο η αγωγή παρίσταται απορριπτέα. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, επειδή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας, κατά το άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, δεν αρκεί, γιατί η απόρριψη της αγωγής, για τους άνω λόγους, οδηγεί σε διάφορο, κατ` αποτέλεσμα, διατακτικό, από την απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης, το Εφετείο εξαφανίζει την εκκαλούμενη, μερικά ή ολικά, αντίστοιχα με το σφάλμα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρατά την υπόθεση, δικάζει αυτό και απορρίπτει αντίστοιχα την αγωγή, για έναν από τους ως άνω λόγους, δηλαδή, ως νομικά βάσιμη, απαράδεκτη, αόριστη ή προώρως ασκηθείσα (βλ. ΑΠ 40/2006 δημ. σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 7/2001, ΕλλΔ/νη 42,925, ΑΠ 103/2001, ΕλλΔ/νη 42,714, ΕφΑθ 6048/2005, ΕλλΔ/νη 2006/894, ΕφΘεσ 2204/2005, Αρμ. 2005/1785, ΕφΑθ 37/2009, ΕφΘεσ 227/2008, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 481, 482 και 483 του Αστικού Κώδικα, σε περίπτωση παθητικής ενοχής εις ολόκληρον, η οποία δύναται να θεμελιώνεται ευθέως εκ του νόμου, όπως συμβαίνει επί επιβολής διοικητικού προστίμου από αρμόδια αρχή και της εν συνεχεία βεβαιώσεώς του ως δημοσίου εσόδου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., έκαστος των συνυπόχρεων ευθύνεται έναντι του δανειστή για το σύνολο της οφειλής. Ο δανειστής (εν προκειμένω το Δημόσιο) δικαιούται να απαιτήσει την πλήρη καταβολή από οποιονδήποτε εκ των εις ολόκληρον υποχρέων, κατά την ελεύθερη επιλογή του, χωρίς να δεσμεύεται από την εσωτερική σχέση αυτών. Η δε ολοσχερής καταβολή της οφειλής από έναν εκ των συνυπόχρεων επιφέρει, κατ’ αντικειμενική ενέργεια, την πλήρη απόσβεση της ενοχής έναντι του δανειστή για όλους τους υποχρέους, οι οποίοι απαλλάσσονται και δύνανται να προτείνουν την ένσταση εξοφλήσεως κατ’ άρθρο 483 ΑΚ. Τέλος  ο καταβαλών την οφειλή εις ολόκληρον υπόχρεος, αποκτά δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών συνυποχρέων, προκειμένου να αναζητήσει από αυτούς το ποσό που κατέβαλε σύμφωνα με την εσωτερική έννομη σχέση, εκτός εάν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά. Στην προκειμένη περίπτωση, με  το υπό στοιχείο Ε κονδύλιο της αγωγής με  ζητείται η καταψήφιση υπέρ του ενάγοντος του χρηματικού ποσού των 4.500 ευρώ για το λόγο ότι εσφαλμένα η φορολογική αρχή θεώρησε αυτόν συνυπόχρεο της οφειλής που επέβαλε από κοινού σε αυτόν με την ιδιότητα του πλοιάρχου και της εξαγομένης ως πλοιοκτήτριας του ένδικου πλοίου που απορρέει από πρόστιμο που επέβαλε το Κεντρικό λιμεναρχείο Βόλου. Ωστόσσο το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις που αναφέρονται στη ρύθμιση της παθητικής ενοχής εις ολόκληρον μεταξύ περισσοτέρων συνοφειλετών, σύμφωνα με τα αναφερθήκαν στην άνω μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, για το λόγο, ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της αγωγής για να γεννηθεί το ασκούμενο αναγωγικό δικαίωμα του ενάγοντος για την αναζήτηση του πιο πάνω χρηματικού ποσού προϋποθέτει την προηγούμενη καταβολή του ποσού αυτού στο Ελληνικό Δημόσιο, η οποία  επιφέρει κατ’ αντικειμενική ενέργεια, την πλήρη απόσβεση της ενοχής έναντι του δανειστή για όλους τους υποχρέους, οπότε και ο καταβαλών την οφειλή ενάγων για να αναζητήσει από την εναγομένη το ποσό που κατέβαλε πρέπει να επικαλεστεί την ύπαρξη προγενέστερης καταβολής, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ορισμένο και νόμιμο το ένδικο τούτο αγωγικό κονδύλιο, το οποίο απέρριψε ως κατ΄ουσίαν αβάσιμο έσφαλλε, περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών δικαίου διατάξεων των προμνησθεισών κανόνων δικαίου, γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του ενάγοντος, όπως, σχετικά, διαλαμβάνεται στην παραπάνω νομική σκέψη. Ενόψει αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή εν μέρει της έφεσης αυτής, με την οποία ο ενάγων παραπονείται με το δεύτερο λόγο αυτής, για την κατ` ουσία απόρριψη του αγωγικού τούτου κονδυλίου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η αγωγή κατά το παραπάνω κεφάλαιο, πρέπει αυτό να απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμο  και χωρίς ειδικό λόγο έφεσης, καθ` όσον η απόρριψη του κονδυλίου αυτού της αγωγής, για τον ανωτέρω λόγο, στοιχειοθετεί διαφορετικό διατακτικό και οδηγεί στη δημιουργία διαφορετικού δεδικασμένου, για τον εκκαλούντα και δεν αρκεί η αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας, κατ` άρθρο 534 ΚΠολΔ.

Μη υπάρχοντος έτερου λόγου έφεσης  προς εξέταση πρέπει η μεν από 24.9.2025 με  ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Εφετ έφεση της εκκαλούσας εναγομένης να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη, η δε από 1.9.2025  με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025  Εφετ έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος να γίνει εν μέρει δεκτή  ως βάσιμη κατ΄ουσίαν, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω,  να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν, αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για να υπάρ­χει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (βλ. και Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, Ε΄ έκδοση, 2003, παρ. 1143, σελ. 430, 344, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642).Ακολούθως, πρέπει αφού κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν δικαστήριο η από 14.7.2018 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2018 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 12.140,82 ευρώ για οφειλόμενες διαφορές δεδουλευμένων μισθών με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (22.5.2024), β) το ποσό των 16.713,93 ευρώ για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής του (22.5.2024) και γ) το ποσό των 2.582,89 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.  Εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 535§1 ΚΠολΔ. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της εκτάσεως της νίκης του, πρέπει, σε αποδοχή του σχετικού αιτήματος του, να επιβληθεί σε βάρος της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης (άρθρα 178§1, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, ζήτημα επιστροφής παραβόλου των ενδίκων μέσων δεν τίθεται για την έφεση του εκκαλούντος ενάγοντος, διότι κατά το χρόνο άσκησής τους δεν υπήρχε η σχετική υποχρέωση και ως εκ τούτου δεν καταβλήθηκε παράβολο ενώ αντιθέτως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σχετικού παραβόλου άσκησης έφεσης της εκκαλούσας – εναγομένης διότι καταβλήθηκε αχρεωστήτως.

ΓΙΑ  ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις :  α) από 1.9.2025 [ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025  Εφετ]  και β)  από 24.9.2025 [με  ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Εφετ ] εφέσεις.

Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.

Απορρίπτει την από 24.9.2025 [ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Εφετ.] έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό ………../2025 e παράβολου.

Δέχεται κατ’ ουσίαν εν μέρει την από 1.9.2025 [ ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025  Εφετ] έφεση.

Εξαφανίζει στο σύνολό  της την εκκαλούμενη με αριθμό 3526/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.

Κρατεί και Δικάζει την από 19.3.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/19.3.2025 αγωγή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριάντα μιας χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα επτά και εξήντα τεσσάρων λεπτών (31.437,64) ευρώ εκ των οποίων ποσό από ευρώ είκοσι οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τεσσάρων και εβδομήντα πέντε λεπτών (28.854,75) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσης του (22.5.2024) και ποσό από ευρώ δύο χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα δύο και ογδόντα εννέα λεπτών (2.582,89) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής   και άπαντα  μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800)  ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 7 Μαίου 2026.

Ο  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ