ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 317/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Αποτελούμενο από το Δικαστή, Βασίλειο Τζελέπη Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρίας με την επωνυμία <<……………>>, που εδρεύει στη ………… Αττικής, οδός ……….. (ΑΦΜ …………), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του δικηγόρο Άννα Κοντοσέα (Δ.Ε. Γ. ΚΟΝΤΟΣΕΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 22.12.2023 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2394/2024 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγόμενη με την από 1.9.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2025 Εφετ έφεσή της, η οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση στην παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η μεν πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που ανέπτυξε με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, δε πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσιβλήτου παραστάθηκε με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ανέπτυξε τις απόψεις τις με τις προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 1.9.2025 [ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2025 Εφετ] έφεση στρέφεται κατά της 2394/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έχει δε ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, ενόψει του ότι δεν προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης (12.7.2024). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 591 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, μέσα στα διαγραφόμενα από αυτούς όρια, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους του εκκαλούντος λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. τελευτ. Κ.Πολ.Δ. – Εφ.Δωδ. 225/2018, Εφ.Πειρ. 166/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αγωγή του, ως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε πρωτοβαμίως, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι με διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε στον Πειραιά με την εναγόμενη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού-οχηματαγωγού (Ε/Γ—Ο/Γ) ακτοπλοϊκού πλοίου S, ολικής χωρητικότητας δεκαέξι χιλιάδων εκατόν εβδομήντα δύο κόρων και είκοσι τεσσάρων εκατοστών (16.172,24 κ.ο.χ.), ναυτολογήθηκε σ’ αυτό με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε τελευταία κυρωθείσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, εφαρμοζομένης αυτής, κατά συμφωνία των διαδίκων, αναδρομικά αλλά και μετά τη λήξη της μέχρι την αντικατάστασή της με νεώτερη, μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, παρείχε δε έκτοτε τις υπηρεσίες του στο ίδιο πλοίο, που εκτελούσε καθημερινά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή δρομολόγια, μεταξύ των οποίων και δρομολόγια εξπρές, εργαζόμενος ημερησίως επί δεκατέσσερις [14] ώρες κατά τις διαδοχικές ναυτολογήσεις του εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος από 20-5-2022 έως 31-7-2022 και από 1-11-2023 έως 24-11- 2023, οπότε και λύθηκε η τελευταία σύμβασή του με την εναγόμενη. Με βάση το ιστορικό αυτό, και επικαλούμενος περαιτέρω ότι απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των αποδοχών του που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες και χωρίς να συνυπολογιστούν αυτές στο σύνολο τους για τον προσδιορισμό και την καταβολή της αναλογίας των επιδομάτων δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2022 και 2023, τα οποία δικαιούται ούτε τη νόμιμη αποζημίωση διανυκτέρευσης ούτε πλήρη την πρόσθετη αμοιβή του για την εκτέλεση των δρομολογίων εξπρές, που εκτέλεσε το πλοίο κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα, ζητεί ο ενάγων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (22.876,64€) με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, 68, 70, 74, 176, 907 και 908 παρ. 1 περ. ε” ΚΠολΔ, άρθρα 1, 2, 53, 54, 60, 82, 84, 105 και 106 του Κ.Ι.Ν,Δ, άρθρο μόνο της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82. «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β’1/1982), των ΣΣΝΕ πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων έτους 2022 και 2023, που κυρώθηκαν με τις ΥΑ 2242.5-1.5/8785 και 2242.5-1.5/51894 (ΦΕΚ Β’ 663/15-2-2022 και 4621/2023), έκανε αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για την υπηρεσία του στο ένδικο πλοίο το συνολικό ποσό των 13.225,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσης του , (24.11.2023), μέχρι την εξόφληση και καταδίκασε αυτή σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος την οποία όρισε στο ποσό των 450 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγόμενη με τους λόγους των εφέσεών της, που συνιστούν παράπονα για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί ην εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να ξαναδικαστεί η αγωγή και να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη.
Από την επανεκτίμηση των από 20/- & 26-3-2024 δύο [2] ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Δικηγόρου Πειραιά …………, οι οποίες λήφθηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντος κατ’ αρ. 421 ΚΠολΔ, που κλήτευσε προς τούτο την αντίδικο του (σχ. η υπ’ αριθμ. …./13-3-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς . ….), οι οποίες εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι ο μάρτυρες αποδείξεως τυγχάνουν αντίδικοι της εναγομένης, επειδή καθένας τους έχει ασκήσει εναντίον της άλλη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων του (ΕφΑΘ. 3879/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ. 698/2003, ΑχΝομ. 2004/266), καθώς και του συνόλου των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα πιο κάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ΄ άρθρα 261 εδαφ. β’, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξηρτημένης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν όλες στον Πειραιά, μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του υπ’ αριθμ. ΑΑ ………. ναυτικού φυλλαδίου και των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας, πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού – οχηματαγωγού (Ε/Γ-Ό/Γ) ακτοπλοϊκού πλοίου S, με αριθμό νηολογίου Πειραιά ……., κόρων ολικής χωρητικότητας 16.172,24, υπό το διεθνές διακριτικό σήμα ………, ενάγων ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου 1) από 20-5-2022 έως 19-8-2022, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά λόγω ασθενείας, 2) από 14-3-2023 έως και 24-11-2023 οπότε απολύθηκε στον Πειραιά αμοιβαία συναινέσει αυτού και του Πλοιάρχου. Για τις παραπάνω συμβάσεις ναυτικής εργασίας τηρήθηκε έγγραφος τύπος και από τις συγκεκριμένες γραπτές συμφωνίες, αντίγραφα των οποίων προσκόμισε η εναγόμενη, προκύπτει ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος συνομολογήθηκε κλειστός, ανερχόμενος στο ποσό των 3.027,70€. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και δη για τα έτη 2022 και 2023 οι ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, διέπονταν ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής των ναυτικών) από τις διατάξεις των ΣΣΝΕ πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων έτους 2022 και 2023, που κυρώθηκαν με τις ΥΑ 2242.5-1.5/8785 και 2242.5-1.5/51894 (ΦΕΚ Β’ 663/15-2-2022 και 4621/2023), εφαρμοζομένων τούτων για έκαστο των ως άνω ετών αναδρομικά από την αρχή του έτους, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγομένη. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 των εν λόγω ΣΣΝΕ οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού. Όπως διευκρινίζεται δε με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής, αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 144/2024). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες δηλαδή την 1η του έτους την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαίου, την εορτή της Αναλήψεως την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου, όπως προκύπτει από το σχετικό άρθρο 18 της ως άνω ΣΣΝΕ. Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β’ και γ’ της ιδίας ΣΣΝΕ υπολογίζεται ως πηλίκο της διαιρέσεως του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1§ 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους -τ 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και Τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 2). Κατά τη ΣΣΝΕ έτους 2022 (άρθρα 1, 3, 5, 6, 8 § 13, 13, 10 § 4 και 15 § 2) ο μηνιαίος μισθός ενέργειας του θαλαμηπόλου ορίστηκε σε ποσό 1.240,91€, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, ήτοι σε ποσό 273€, το επίδομα ιματισμού σε ποσό 60,54€, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε ποσό 20,58€ την ημέρα και 617,40€ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσό 37,74€ και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε ποσό 446,97€ {[(1.240,90€ + 273 € / 22) + 20,58 €] Χ 5 ημέρες}, το δε ωρομίσθιο του θαλαμηπόλου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 7,17€ και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε 8,96€ και 10,76€ αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2022 ανέρχονταν σε ποσό 2.676,56€, δηλαδή σε χρηματικό ποσό που υπολειπόταν του συμβατικού κλειστού μισθού του. Κατά τη ΣΣΝΕ έτους 2023 (άρθρα 1, 3, 5, 6, 8 § 13, 13, 10 § 4 και 15 § 2) ο μηνιαίος μισθός ενέργειας του θαλαμηπόλου ορίστηκε σε ποσό 1.315,36€, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, ήτοι σε ποσό 289,38€, το επίδομα ιματισμού σε ποσό 64,17€, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε ποσό 21,81€ την ημέρα και 654,30€ το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσό 40€ και οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε ποσό 473,76€ {[(1.315,36€ + 289,38€/22) + 21,81 €] Χ 5 ημέρες}, το δε ωρομίσθιο του θαλαμηπόλου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 7,60€ και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε 9,50€ και 11,40€ αντίστοιχα. Οι συνολικές επομένως, ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2023 ανέρχονταν σε ποσό 2.836,97€, δηλαδή σε χρηματικό ποσό που υπολειπόταν του συμβατικού κλειστού μισθού του. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά την ένδικη χρονική περίοδο στο πλοίο S στην υπηρεσία ενδιαιτημάτων απασχολούταν προσωπικό που αριθμούσε 20 θαλαμηπόλους, 14 επίκουρους θαλαμηπόλους και 1 αρχιθαλαμηπόλο, των οποίων προΐστατο ο μοναδικός προϊστάμενος αρχιθαλαμηπόλος. Κατά τη θερινή περίοδο (1.4 έως και 30.9), λόγω της αυξημένης επιβατικής κίνησης, προστίθεντο 2 ακόμη θαλαμηπόλοι, ενώ κατά τη χειμερινή περίοδο (1.10 έως και 31.3) η ανωτέρω οργανική σύνθεση μειωνόταν κατά το 1/3, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 6 § 6 του ΠΔ 177/1974 «Περί οργανικής συνθέσεως των πληρωμάτων των επιβατηγών (ακτοπλοϊκών – μεσογειακών – τουριστικών) πλοίων (ΦΕΚ Α 64/13.3.1974). Τα γενικά καθήκοντα των θαλαμηπόλων στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά πλοία προβλέπονται από το ΒΔ 683/1960 «Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.ο.χ. και άνω» (ΦΕΚ Α 158/4.10.1960), κατά τις διατάξεις των άρθρων 116 και 118 του οποίου οι θαλαμηπόλοι, οι οποίοι ανάλογα με την εκτελούμενη από αυτούς ειδική υπηρεσία διακρίνονται σε θαλαμηπόλους ενδιαιτημάτων, εστιατορίων και κυλικείων, τελούν υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του αρχιθαλαμηπόλου της θέσεως στην οποία ανήκουν και βοηθούν αυτόν στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 117, στα ειδικότερα καθήκοντα τους περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η επιμέλεια της απόλυτης καθαριότητας, της καλής συντηρήσεως και της ευπρέπειας των ανατιθεμένων σε αυτούς ενδιαιτημάτων των θέσεων, η καταβολή ιδιαίτερης μέριμνας προς εξυπηρέτηση των επιβατών και η εκτέλεση φυλακών αναλόγως των προσεγγίσεων του εκτελούμενου δρομολογίου. Κατά την διάρκεια των ένδικων ναυτολογήσεων το πλοίο S διενεργούσε πολύωρους τακτικούς ακτοπλοϊκούς πλόες σε διάφορα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, τα οποία επεκτείνονταν και κατά τις νυκτερινές ώρες, είχαν δε αφετηρία τον λιμένα του Πειραιώς και προορισμό κυρίως τη Ρόδο της Δωδεκανήσου δια μέσου περισσότερων λιμένων, με επιστροφή, μέσω των ιδίων λιμένων, στον Πειραιά. Συγκεκριμένα, τα δρομολόγια του πλοίου είχαν ως ακολούθως, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγόμενη:
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΠΙΝΑΚΕΣ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΩΝ
Σύμφωνα με τον κρίσιμο αγωγικό ισχυρισμό ο εφεσίβλητος – ενάγων ισχυρίζεται ότι καθ’όλο το ένδικο χρονικό διάστημα απασχολούταν επί 14 ώρες ημερησίως επί του πλοίου εργαζόμενος στους χώρους υποδοχής επιβατών κατά τις ώρες επιβίβασης και αποβίβασης αυτών, εκτελώντας εργασίας καθαριότητας στις καμπίνες όταν αυτές άδειαζαν και στους κοινόχρηστους χώρους, αλλά και στο εστιατόριο «a la carte» του πλοίου κατά τις βραδινές ώρες. Αντιθέτως η εκκαλούσα – εναγομένη αρνείται την επί δεκατετράωρο ημερήσια εργασία του αντιδίκου της, ισχυριζόμενη ότι η πραγματική απασχόλησή του δεν υπερέβαινε σε ημερήσια βάση τις οκτώ [8] ώρες, αν δε τυχόν παρίστατο ανάγκη για υπερωριακή απασχόληση τούτη έχει εξοφληθεί από μέρους της. Ακολούθως από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις προέκυψε ότι ο εφεσίβλητος– ενάγων απασχολούνταν με τα καθήκοντα «διαμεριστή» θαλαμηπόλου και δη τους χειμερινούς μήνες στο πλοίο όπου ήταν ναυτολογημένοι 14 θαλαμηπόλοι, οι οκτώ από αυτούς, εκτός των άλλων καθηκόντων τους, όπως υπηρεσία στο εστιατόριο του πλοίου ή ως σαλονιέρηδες, ή ως νυχτερινός μπάρμαν, είχαν επιφορτιστεί με τη φροντίδα συγκεκριμένου αριθμού καμπινών τις οποίες έπρεπε να καθαρίζουν καθημερινά, να αλλάζουν τον ιματισμό τους κλπ, ενώ, επιπλέον κατ’ εντολή του προϊσταμένου αρχιθαλαμηπόλου εκτελούσαν και εργασίες γενικής καθαριότητας στις καμπίνες. Μεταξύ αυτών των θαλαμηπόλων ήταν και ο ενάγων στον οποίο είχε ανατεθεί και είχε υπ’ ευθύνη του, από 15 μέχρι 24 καμπίνες. Από τον Μάιο του 2022 μέχρι και τον Ιούλιο του ίδιου έτους, στον ενάγοντα είχε ανατεθεί επιπλέον εργασία σαν σαλονιέρης σε ένα από τα εσωτερικά μπαρ του πλοίου. Έτσι, το διάστημα αυτό, έπιανε δουλειά πριν τις 06.00 τα πρωί και δούλευε σαν σερβιτόρος, εξυπηρετώντας τους επιβάτες και επιπλέον φρόντιζε για την καθαριότητα και την τακτοποίηση του χώρου και των τραπεζιών. Ταυτόχρονα, κατ’ εντολή του προϊσταμένου αρχιθαλαμηπόλου, εκτελούσε εργασίες καθαριότητας στις καμπίνες που άδειαζαν σταδιακά μέχρι άφιξη στη Ρόδο ή τον Πειραιά. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο απασχολείτο μέχρι την άφιξη του πλοίου και την αποβίβαση, στα λιμάνια αυτά. αυτόν τον τρόπο απασχολείτο μέχρι την 11:00 πμ, η δε επιβίβαση επιβατών στον Πειραιά ξεκινούσε δύο ώρες πριν την αναχώρηση και στη Ρόδο δύο ώρες πριν. Ακολούθως ο ενάγων επέστρεφε στην εργασία του με την έναρξη της επιβίβασης εκτελώντας εργασία σερβιτόρου, συνεχόμενα μέχρι και μετά τα μεσάνυχτα. Τον Αύγουστο του έτους 2022 στον ενάγοντα ανατέθηκε εργασία, εκτός από το διαμέρισμα που είχε υπ΄ ευθύνη του, αντί για το σαλόνι του μπαρ, στο ένα από τα εστιατόρια του πλοίου, στο α λα καρτ. Τα παραπάνω καθήκοντά του εκτείνονταν και πέραν της νόμιμης οκτάωρης διάρκειας της εργασίας του, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσης των εργασιών του και της διάρκειας των αλλεπάλληλων δρομολογίων που διενεργούσε το πλοίο. Στο πλοίο αυτό, όπως ανωτέρω ελέχθη, σύμφωνα με την οργανική του σύνθεση, υπηρετούσαν εκτός του Αρχιθαλαμηπόλου και του Προϊσταμένου Αρχιθαλαμηπόλου, συνολικά 20 θαλαμηπόλοι και 14 επίκουροι και τραπεζοκόμοι, οι οποίοι μειώνονταν κατά το ένα τρίτο την περίοδο από 1η Νοεμβρίου έως 31 Μαρτίου λόγω μειωμένης επιβατικής κίνησης, ενώ οι θαλαμηπόλοι αυξάνονταν κατά δυο την περίοδο από 1η Απριλίου έως 30 Σεπτεμβρίου. Όμως, η ανάγκη παροχής εργασίας πέραν των καθορισμένων χρονικών ορίων δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο πλοίο υπήρχε πλήρης οργανική σύνθεση του πληρώματος, καθόσον αυτή η πληρότητα αποσκοπεί στην ασφάλεια του πλοίου κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν καταδεικνύει την ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η εναγόμενη, γεγονός άλλωστε που επιβεβαιώνεται και από το ότι κάθε μήνα καταβαλλόταν στον ενάγοντα ένα χρηματικό ποσό για την υπερωριακή του εργασία, όπως προκύπτει από τους λογαριασμούς μισθοδοσίας του που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και όπως συνομολογείται από την εναγόμενη (άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ.), αναγνωριζομένης εκ προοιμίου της ανάγκης υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος. Για την υπερωριακή απασχόλησή του βεβαίωσαν ενόρκως οι άνω μάρτυρές του …………. και …………….. (αμφότεροι θαλαμηπόλοι οι οποίοι υπηρέτησαν στο πλοίο ο μεν πρώτος για το έτος 2022 από 14.3.2022 έως 25.11.2022 και για το έτος 2023 από 16.1.2023 έως 14.7.2023, ο δε δεύτερος από το έτος 2016 έως το 2023 εκτός από μικρά χρονικά διαστήματα, αντιστοίχως). Οι μαρτυρίες αυτές λαμβάνονται υπόψη κατά το μέτρο αξιοπιστίας και κατά το λόγο γνώσης του κάθε μάρτυρος και συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής. Το γεγονός ότι οι ενόρκως βεβαιώσαντες άνω μάρτυρες του ενάγοντος βρίσκονται σε αντιδικία με την εναγόμενη σε άλλη εκκρεμή δίκη επί ασκηθέντων αγωγών τους για την προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, δεν τους καθιστά αναξιόπιστους και εξαιρετέους, διότι δεν θεωρείται ότι έχουν άμεσο και βέβαιο συμφέρον ως αναγκαία συνέπεια της έκβασης της προκείμενης δίκης (Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 196/2020, Εφ.Αθ. 3879/2012, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 421/2021, Εφ.Πειρ. 368/2019, www.efeteio-peir.gr). Επομένως, από τα προαναφερθέντα, που αφορούν τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί του άνω πλοίου, της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησής του, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και το γεγονός της σταθερής καταβολής κάθε μήνα προς αυτόν χρηματικών ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, συνάγεται ότι ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος κατά τα επίδικα άνω χρονικά διαστήματα της ναυτολόγησής του ήταν δώδεκα ώρες ημερησίως. Η εκκαλουμένη με βάση τις ίδιες ακριβώς παραδοχές δεχόμενη 12ωρη ημερήσια απασχόληση του ενάγοντος προέβη στον αριθμητικό υπολογισμό του ένδικου κονδυλίου οφειλόμενης διαφοράς υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την εκκαλούσα με ειδικότερο λόγο έφεσης και κατέληξε ότι δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 20.5.2022 έως και 19.8.2022 το συνολικό ποσό των 4.696,48 ευρώ έναντι του οποίου ο ενάγων είχε λάβει με βάση τις μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας του το ποσό των 2.251,71 ευρώ, το οποίο ουδέποτε αμφισβητήθηκε, οπότε και δικαιούται να λάβει τη διαφορά από ευρώ 2.444,77 κατά παραδοχή της προβληθείσας νόμιμης ένστασης της εναγομένης περί μερικής εξοφλήσεως του κονδυλίου τούτου. Για ο χρονικό διάστημα από 14.3.2023 έως 24.11.2023 κρίθηκε ότι δικαιούται να λάβει το ποσό των 13.976,40 ευρώ, του οποίου ο αριθμητικός υπολογισμός ομοίως δεν αμφισβητήθηκε από την εκκαλούσα, από το οποίο αφαιρέθηκε το ποσό των 7.745,13 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές που είχε λάβει ο ίδιος για την ίδια αιτία κατά το ένδικο τούτο χρονικό διάστημα, όπως προκύπτει από τις μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας του, οι οποίες ουδέποτε αμφισβητήθηκαν, οπότε και δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή το ποσό των 6.231,27 ευρώ κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας νόμιμης ένστασης μερικής εξοφλήσεως της εναγομένης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση η οποία έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων τα όσα δε αντίθετα διατείνεται η εκκαλούσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της η εκκαλούσα διατείνεται ότι η εκκαλούμενη κατά κακή εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της περί ολικής εξοφλήσεως του ένδικου τούτου κονδυλίου για το ποσό πέραν των 9.621,59 ευρώ που καταβλήθηκε στον ενάγοντα με το μισθό του και μέχρι του ποσού των 15.107,39 ευρώ, δια του συμψηφισμού αυτού με τα κονδύλια που ο ίδιος έλαβε στο μισθό του με την αιτιολογία έκτακτες αμοιβές, που σύμφωνα όμως με τις μεταξύ τους συμφωνίες οι αμοιβές αυτές μπορούσαν να συμψηφιστούν με τυχόν πραγματοποιούμενες υπερωρίες. Για την απόδειξη της άνω ένστασης συμψηφισμού η εναγόμενη προσκόμισε πρωτόδικα με τις έγγραφες προτάσεις της και προσκομίζει, παραδεκτά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αποδείξεις πληρωμής μηνιαίας μισθοδοσίας του ενάγοντος για τις περιόδους των ένδικων ναυτολογήσεών του στο άνω πλοίο, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι, κατά τη διάρκεια των άνω ναυτολογήσεών του, του κατέβαλε μηνιαίως διάφορα χρηματικά ποσά με την αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές». Δεν αποδείχθηκε όμως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού των καταβαλλόμενων κάθε φορά στον ενάγοντα διαφορετικών πρόσθετων ποσών με την οφειλόμενη προς αυτόν αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ορισμένη και ειδική συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων μερών περί καταλογισμού των πρόσθετων αυτών ποσών στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές του ενάγοντος που προβλέπονταν από την οικεία Σ.Σ.Ν.Ε, αφού, η αόριστη διατύπωση του υπ’ αριθ. 1 συμπληρωματικού όρου των ένδικων έγγραφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας του στο πλοίο αυτό: «Κάθε ποσό που καταβάλει η εταιρία στο ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της εταιρίας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας», ερμηνευμένου κατά τα άρθρα 173, 200 Α.Κ. (Α.Π. 1214/2010, Α.Π. 1746/2009, Α.Π. 142/2003, Α.Π. 737/2001, Εφ.Πειρ. 196/2020, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), δεν επιτρέπει το συμψηφισμό των ως άνω πρόσθετων ποσών που χορηγούσε η εναγόμενη εξ ελευθεριότητας προς τον ενάγοντα με την οφειλόμενη προς αυτόν αμοιβή για υπερωριακή εργασία, αφού στον ως άνω συμβατικό όρο δεν προσδιορίζονται ειδικά και ορισμένα (κατά ποιόν και ποσόν), οι υπέρτερες αποδοχές οι οποίες θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγόμενης προς τον ενάγοντα. Πράγματι, η αόριστη διατύπωση της εν λόγω συμφωνίας («κάθε ποσό … πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές …») δεν δύναται να θεμελιώσει δυνατότητα συμβατικού συμψηφισμού των εν λόγω «εκτάκτων αμοιβών», όπως, αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στον επίμαχο όρο προβλεπόταν ρητά ότι οι συγκεκριμένες παροχές, υπό την ένδειξη «έκτακτες αμοιβές», θα καλύπτουν υποχρεώσεις της εναγόμενης από τη σύμβαση για υπερωριακή αμοιβή ή για δώρα εορτών (Εφ.Πειρ. 205/2019, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πειρ. 465/2009, ό.α.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν συμψήφισε τα καταβληθέντα στον ενάγοντα ποσά έκτακτων αμοιβών, με την οφειλόμενη σ’ αυτόν υπερωριακή αμοιβή, όπως αβάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, κατά το σχετικό μέρος του.
Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της έφεσης της διατείνεται ότι η εκκαλουμένη κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο πλοίο S οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε 4.147,02€ για το 2022 και σε 4.410,50€ για το 2023 και ότι δήθεν δικαιούται α. το ποσό των 1.606,38€ για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2022 έναντι του οποίου έλαβε ποσό 869,20€ και του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 737,18€, β. το ποσό των 882,10€ για διαφορά αναλογίας δώρου Πάσχα 2023 έναντι του οποίου έλαβε ποσό 458,61€ και του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 423,49€ και γ. το ποσό των 3.862,53€ για διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2023 έναντι του οποίου έλαβε ποσό 2.148,49€ και του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 1.714,04€, πλην όμως εάν εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις, λάμβανε υπόψη της και έκρινε τους αποδειχθέντες δικούς της ισχυρισμούς θ’ απέρριπτε καθ’ ολοκληρία τις απαιτήσεις του για τις αιτίες αυτές. Ωστόσο το σκέλος αυτό του υπό κρίση λόγου έφεσης με αυτό το περιεχόμενο σύμφωνα και με τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω σχετικά με την παροχή δωδεκάωρης ημερήσιας υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο δεδομένου ερείδεται επί ισχυρισμού ο οποίος αποδείχθηκε αβάσιμος κατ’ ουσίαν.
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι όλως επικουρικά και σε περίπτωση που κριθεί ότι ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη επιδικάζοντας υπέρ του ενάγοντος-εφεσίβλητου διαφορά αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2023, κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έκρινε ότι το ένδικο τούτο κονδύλιο οφείλεται νόμιμος τόκος από την επομένη της απόλυσης του, ήτοι την 24/11/2023, πλην όμως δήλη ημέρα καταβολής αυτού είναι η 1/1 του επόμενου έτους στο οποίο ανάγεται, δηλαδή η 1/1/2024, αφού σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 11 της υπ’ αριθ. 70109/8008/14.12.1982 απόφασης του Υπουργού Ναυτιλίας σχετικά με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται όχι αργότερα από τις 31 Δεκεμβρίου και τις 30 Απριλίου του έτους για το οποίο οφείλονται. Επί του λόγου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 655 Α.Κ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στον χρόνο έως τη λήξη. Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά τον νόμο ή τη σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε, με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α’ Α.Κ. Εξάλλου, ασχέτως του άρθρου 655 Α.Κ, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η λήξη το αργότερο του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες. Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια, με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από τον νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας. Το εκκαθαρισμένο της απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαίτησης θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 Α.Κ. της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από το ότι ο νόμος (άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980) επιβάλλει στον εργοδότη τη χορήγηση στον μισθωτό, κατά την εξόφληση, σημειώματος αναλυτικού των πάσης φύσεως αποδοχών του και όχι μόνο του υπό στενή έννοια μισθού του (Ολ. Α.Π. 39/2002, Α.Π. 1649/2012, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 της εφαρμοστέας εν προκειμένω Σ.Σ.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατικών Πλοίων έτους 2022 και 2023, υπό τον τίτλο «Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα», «Κατά την απόλυσή του ο ναυτικός δικαιούται και την καταβολή της αναλογίας δώρων εορτών». Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη, ορίζοντας την 24.11.2023 ως ημερομηνία έναρξης τοκοφορίας του κονδυλίου που επιδίκασε στον ενάγοντα για διαφορά επί της αναλογίας του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα ετών 2022 και 2023, ορθά εφάρμοσε την άνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 της εφαρμοστέας Σ.Σ.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατικών Πλοίων των άνω ετών και τις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 648 και 655 Α.Κ., με συνέπεια τα όσα αντίθετα διατείνεται η εκκαλούσα με τον άνω λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Επιπλέον, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη και δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης, το άνω πλοίο, κατά τη διάρκεια των άνω ναυτολογήσεων του ενάγοντος, πραγματοποιούσε λιγότερα από 5 κυκλικά δρομολόγια ανά εβδομάδα, διάρκειας άνω των 12 ωρών έκαστο, και αναχωρούσε από τον Πειραιά 3,5 ώρες πριν τη συμπλήρωση έξι ωρών από την άφιξή του στο λιμάνι αυτό που ήταν λιμάνι αφετηρίας, πραγματοποιώντας το έτος 2022 36,88 ώρες και το έτος 2023 68,36 ώρες πρόωρης αναχώρησης (τις οποίες δεν αμφισβητεί η εναγόμενη), οι δε μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για τα έτη 2022 και 2023 ανέρχονταν στο ποσό 4.147,02€ και 4.410,5€ αντίστοιχα με την επισήμανση ότι οι ανωτέρω αποδοχές του διαμορφώθηκαν στα άνω χρηματικά ποσά με την παραδοχή τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι αυτός παρείχε ημερήσια 12ωρη υπερωριακή εργασία. Μετά ταύτα, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται με ειδικό λόγο έφεσης τόσο ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός όπως αυτός διαμορφώνεται με βάση την παρασχεθείσα υπερωριακή απασχόληση, ο ενάγων δικαιούται για αμοιβή λόγω πραγματοποίησης 4,61 (36,88/8) δρομολογίων εξπρές το έτος 2022 και 8,54 (68,36/8) το έτος 2023 ποσό ίσο με το 1/30 των τακτικών αποδοχών του για κάθε δρομολόγιο και δη ποσό [4,61Χ(4.147,02€Χ1/30)=] 637,25€ για το έτος 2022 και ποσό [8,54Χ(4.410,5X1/30)] 1.255,52€ για το έτος 2023, έναντι των οποίων έχει λάβει ποσό 330,93€ το έτος 2022 και ποσό 688,19€ το έτος 2023, ως αποδεικνύεται από τις μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας και συνολικά του ποσού των 873,65€, δεκτής γενομένης κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγόμενη. Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της η εναγόμενη παραπονείται για τον υπολογισμό από την εκκαλουμένη της πρόσθετης αμοιβής που επιδικάστηκε στον ενάγοντα για δρομολόγια εξπρές και συγκεκριμένα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επειδή α) συνυπολογίστηκε μεγαλύτερος μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής εργασίας του, η οποία, κατ’ αυτήν, σε καμία περίπτωση δεν ξεπερνούσε τα όρια του συμφωνηθέντος κλειστού μισθού και β) το ποσό που έλαβε ο ενάγων για την αιτία αυτή με τις αποδοχές του ανέρχεται στο ποσό των 1.019,12 ευρώ αντί του ποσού των 873,65 ευρώ που δέχθηκε η εκκαλουμένη. Ο ανωτέρω λόγος έφεσης αθ’ ο μέρος αφορά διαφορετικό μέσο όρο αμοιβής υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος από αυτόν που έκρινε η εκκαλουμένη, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και β) καθ’ ο μέρος αναφέρεται στη καταβολή του χρηματικού ποσού των 1.019,12 ευρώ το ποσό τούτο δεν προκύπτει από το άθροισμα των επιμέρους μηνιαίων καταβολών ετών 2022 και 2023 με βάση τον πίνακα που επικαλείται με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις, το οποίο άγει σε διαφορετικό αποτέλεσμα και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.
Τέλος ο ενάγων σύμφωνα με το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό διατείνεται ότι κατά τη ναυτολόγησή του το έτος 2022 η εναγομένη δε του παρείχε τις προβλεπόμενες από το αρ. 16 των εφαρμοζόμενων ΣΣΝΕ άδειες διανυκτέρευσης, οι οποίες ανέρχονται σε 6, ήτοι από δύο τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, και από μία κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, ενώ κατά το έτος 2023 έλαβε μόνο δύο (το μήνα Οκτώβριο) και όχι τις λοιπές 13 (από δύο κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Οκτώβριο και Νοέμβριο και από μία κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο), χωρίς μάλιστα να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση για κάθε μη παρασχεθείσα διανυκτέρευση. Από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις προέκυψε ότι ο ενάγων δεν έλαβε τις ως άνω άδειες διανυκτέρευσης (6 το έτος 2022 και 13 το έτος 2023), οπότε και δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των (1.204,91€/22Χ6 =) 328,61€ το έτος 2022, και το ποσό των (1.315,36€/22Χ13=) 777,25€ το έτος 2023, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.105,86€ έναντι του οποίου έλαβε ποσό 91,95 € το έτος 2022 και ποσό 212,44€ το έτος 2023, οφειλομένων των υπολοίπων ποσών των 236,66 € και 564,81€ αντίστοιχα, και συνολικά 801,47€, δεκτής γενομένης κατά ένα μέρος της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε πρωτοβαθμίως η εναγόμενη ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Ωστόσο με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της η εκκαλούσα – εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου αλλά και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως βάσιμο κατ’ ουσίαν εν μέρει το ένδικο τούτο κονδύλιο καθώς εάν είχε εφαρμόσει ορθά το νόμο και εκτιμήσεις τις αποδείξεις θα οδηγούνταν σε αντίθετη κρίση. Πλέον συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι: α) ο ενάγων δεν δικαιούταν αδείας διανυκτέρευσης για τους μήνες Μάιο 2022 και Μάρτιο και Απρίλιο 2023 για το λόγο ότι αυτός δεν ήταν ναυτολογημένος παρά μόνο για λίγες ημέρες του μήνα. Η εκκαλούμενη σε απάντηση επί του ισχυρισμού δέχθηκε ότι όπου τέθηκε ως προϋπόθεση η μηνιαία απασχόληση προβλέφθηκε η κατ’ αναλογία χορήγηση παροχών (ενδεικτικά στο αρ. 7 των εφαρμοζόμενων ΣΣΝΕ για το επίδομα άγονης γραμμής, αρ. 15 για τις άδειες), περίπτωση που δε συντρέχει εν προκειμένω. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από τη γραμματική ερμηνεία της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 της εφαρμοστέας εν προκειμένω ΣΣΝΕ προκύπτει η αξίωση του ναυτικού για την παροχή αδείας διανυκτέρευσης εκτός του πλοίου για συγκεκριμένο αριθμό ημερών κάθε μήνα που προσδιορίζεται ειδικά στην ίδια διάταξη. Πλην αυτών, τίποτε διαφορετικό δεν ορίζεται στην επίμαχη διάταξη του άρθρου 16 της εν λόγω ΣΣΝΕ, οπότε και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί χρονικού περιορισμού των αδειών με βάση τις ημέρες υπηρεσίας του ναυτικού εντός του δικαιούμενου μήνα δεν ευρίσκει έρεισμα στη διάταξη αυτή. Μάλιστα, όπως ορθά επεσήμανε η εκκαλουμένη, αν υπήρχε η αντίθετη βούληση των συμβαλλομένων στη ΣΣΝΕ μερών για περιορισμό των αδειών διανυκτέρευσης με βάση τις ημέρες εργασίας του ναυτικού στο πλοίο στο χρονικό διάστημα ενός μηνός θα είχε προβλεφθεί ρητά, όπως τούτο συμβαίνει στις περιπτώσεις του αρ. 7 των εφαρμοζόμενων ΣΣΝΕ για το επίδομα άγονης γραμμής, αρ. 15 για τις άδειες, όπου εκεί λαμβάνει χώρα αναλογική κατανομή του των δικαιούμενων αποδοχών με βάση τις ημέρες εργασίας του ναυτικού στο πλοίο. Σημειωτέον ότι επιχειρήματα σκοπού που χρησιμοποιεί η εκκαλούσα και αφορούν το σκοπό της θεσμοθέτησης των επιδομάτων άγονης γραμμής και αδείας δεν μπορούν να ανατρέψουν την ανωτέρω κρίση δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση ο σκοπός θεσμοθέτησης καθενός από τα ανωτέρω επιδόματα έχει διαφορετική τελολογία και δεν δύνανται να συγκριθούν μεταξύ τους ανόμοιες περιπτώσεις που κατατείνουν στη κάλυψη διαφορετικών αναγκών του ναυτικού. Κατά συνέπεια η εκκαλούμενη ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο και β) ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι το πλοίο της παρέμενε στο λιμένα της Ρόδου κάποιες ημέρες ο ενάγων δεν δικαιούται της ένδικης αμοιβής δεν ασκεί καμία επιρροή καθώς αφενός κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 16 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ, αφετέρου, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, η υποχρέωση για χορήγηση άδειας διανυκτέρευσης δεν καλύπτεται αν το πλοίο διανυκτερεύει σε λιμάνι, αλλά απαιτείται να εξασφαλιστεί στο πλήρωμα ένα πλήρες 24ωρο για ανάπαυση κα αναψυχή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε στον ενάγοντα ως αποζημίωση διανυκτέρευσης τα ίδια ως άνω ποσά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της έφεσης της εναγόμενης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Ακολούθως των ανωτέρω και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η κρινόμενη έφεση ενώ τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν στην εκκαλούσα λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμολία των διαδίκων την από 1.9.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2025 Πρωτ και ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025 Εφετ έφεση, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών επί της από 22.12.2023 ……………/2023 αγωγής
Δέχεται τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ΄ ουσίαν.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 7 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ