ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 324/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
[Α] ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Λιβερία, εταιρείας με την επωνυμία «……………..», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος της Μαρία Σταμούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………. τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος του Μαρία Λειβιδιώτου – Σαξώνη.
[Β] ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος του Μαρία Λειβιδιώτου – Σαξώνη.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Λιβερία, εταιρείας με την επωνυμία «……….», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και 2) αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Λιβερία, εταιρείας με την επωνυμία «…………….» η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και τις οποίες εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος τους Μαρία Σταμούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ο εκκαλών – εφεσίβλητος, ………….., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 14.12.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/19.12.2023 αγωγή, σε βάρος των ήδη εκκαλουσών – εφεσιβλήτων εταιρειών με την επωνυμία «……………» και «……….», επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 21.5.2024, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 2785/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε καθό μέρος ηγέρθη κατά της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία «……………» και έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία «………….».
Η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «…………..», με την από 30.9.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……………../01-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../06-10-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσβάλλει και ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων ………….., με την από 8.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………./10-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./10.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξουσία δικηγόρος του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – ενάγοντος, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. Η πληρεξουσία δικηγόρος της εκκαλούσας η πρώτη των ενδίκων εφέσεων και εφεσιβλήτων η δεύτερη κρινόμενη έφεση, κατέθεσε εμπροθέσμως τις προτάσεις της και παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 30.9.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./01-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/06-10-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας – δεύτερης εναγομένης [Α έφεση] και β) από 8.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/10-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/10.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος [Β έφεση], που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 2785/20.08.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 14.12.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………../19.12.2023 αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης και έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη καθό μέρος ηγέρθη κατά της δεύτερης εναγομένης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 20.08.2024, αφού όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πρώτη των ενδίκων εφέσεων κατετέθη την 01.10.2025 και η δεύτερη εξ αυτών την 10.10.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η εκκαλουμένη δε εξεδόθη την 20.8.2024, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε, οι ένδικες εφέσεις, αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή τους (άρθρο 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ. α΄ του N.2172/1993), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.
ΙΙ. Ο ενάγων, …………, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι, κατόπιν συμβάσεων ναυτικής εργασίας που κατήρτισε στην Πάτρα, με την πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «……..» ενεργούσας ως αντιπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……….», ναυτολογήθηκε τρεις (3) φορές με την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου και απασχολήθηκε, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, χρονικά διαστήματα, εντός της χρονικής περιόδου από 7.12.2021 έως 7.4.2023, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – οχηματαγωγό (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοίο «S», Νηολογίου Πειραιώς, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής των προβλεπομένων αποδοχών (μηνιαίου μισθού και επιδομάτων) από τη Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) για τα μέλη των πληρωμάτων των Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων. Ο ίδιος ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι, ενόψει των ανωτέρω συμβάσεων, ναυτολογήθηκε και εργάσθηκε καθόλα τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, με την ως άνω ειδικότητα, παρείχε δε τις υπηρεσίες του στο εν λόγω πλοίο, εργαζόμενος επί δέκα οκτώ (18) ώρες ημερησίως. Με βάση τα περιστατικά αυτά και υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι, απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των συμφωνημένων αποδοχών του, που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών, ζήτησε κυρίως μεν λόγω των ενδίκων συμβάσεων εργασίας και επικουρικώς δια των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, για την υπερωριακή του απασχόληση να του επιδικαστεί, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, το ποσό των ευρώ 25.418,57, νομιμότοκα από της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του την 7.4.2023, άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Ζήτησε, τέλος, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 2785/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία αφού έγινε δεκτή, ως ορισμένη, απορριφθείσας σχετικής περί του αντιθέτου ενστάσεως των εναγομένων και νόμιμη η ένδικη αγωγή ως προς την κύρια βάση της, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ., 653, 655, 340, 341 εδ. α’, 345 εδ. α’, 346 του ΑΚ, 53, 54 και 57 του ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958), 907, 908 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των Συλλογικών Συμβάσεων Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων των ετών 2022 και 2023-2024, που κυρώθηκαν με τις υπ’ αριθμ. ΥΑ 2242.5-1.10/8368/2022 (ΦΕΚ Β 620/14.02.2022) και ΥΑ 2242.5-7/51901/2023 (ΦΕΚ Β 4619/19.07.2023) του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, πλην της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι κατά την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στην ένδικη αγωγή δεν προβάλλονται πρόσθετα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα με τα οποία ο ενάγων στηρίζει την κύρια βάση της αγωγής του, ούτε γίνεται επίκληση της ακυρότητας των ενδίκων συμβάσεων εργασίας, ακολούθως αυτή (ένδικη αγωγή), απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της όσον αφορά στην πρώτη εναγομένη, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης στις επίδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, χωρίς να επιδικάσει δικαστικά έξοδα σε βάρος του ενάγοντος και υπέρ της πρώτης εναγομένης, καθώς αυτή (πρώτη εναγομένη) παραστάθηκε με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο με την δεύτερη εναγομένη και ως εκ τούτου δεν υπεβλήθη σε ιδιαίτερα έξοδα και περαιτέρω, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της δεύτερης εναγομένης και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 8.187,23, ως υπόλοιπο οφειλομένης αμοιβής του για την υπερωριακή αυτού απασχόληση, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα τρεις [13] ώρες καθ’ εκάστη ημέρα, απορριφθείσας της αγωγής ως αβάσιμης στην ουσία της καθό μέρος ο ενάγων αξίωνε αμοιβή για υπερωριακή του απασχόληση επί δέκα [10] ώρες κατά τις καθημερινές και Κυριακές και επί δέκα οκτώ [18] ωρών ημερησίως για τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και περαιτέρω απέρριψε (α) ως αβάσιμο στην ουσία του τον περί συμβατικό συμψηφισμού – καταλογισμό ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης, κατά το ποσό των ευρώ 10.760,67 που αυτή (δεύτερη εναγομένη) κατέβαλε στον ενάγοντα, με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα εν προκειμένω δεν υπήρχε ορισμένη και ειδική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων περί καταλογισμού των εν λόγω ποσών που κατέβαλε στον ενάγοντα η δεύτερη εναγομένη με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», με τις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές αυτού (ενάγοντος) και (β) ως μη νόμιμο τον επικουρικώς προβληθέντα από την ίδια εναγομένη ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Το ανωτέρω ποσό επεδίκασε με το νόμιμο τόκο από την 8.4.2023, ήτοι την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεως του ενάγοντος, αφού απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον επικουρικώς προβληθέντα ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης περί μη επιδίκασης τόκων επιδικίας, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα δεν απεδείχθησαν ειδικές προς τούτο περιστάσεις, ούτε η επιδίκαση των ενδίκων απαιτήσεων έλαβε χώρα κατ’ εύλογη κρίση, κήρυξε δε την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των ευρώ τριών χιλιάδων (3.000) και υποχρέωσε την δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα μέρος της δικαστικής του δαπάνης και δη το ποσό των ευρώ τριακοσίων (300). Κατά της απόφασης αυτής, παραπονούνται τόσο η δεύτερη εναγομένη όσο και ο ενάγων, ως εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, έχοντες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως, με τις συνεκδικαζόμενες, με την παρούσα απόφαση, εφέσεις τους. Ειδικότερα: 1) η δεύτερη εναγόμενη, η οποία άσκησε την υπό στοιχείο Α έφεσή της, με την οποία πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την κρίση του α) επί της εφαρμοστέας εν προκειμένω ΣΣΝΕ ειδικώς όσον αφορά στις περιόδους ναυτολόγησης του ενάγοντος από 1.1.2022 έως 14.2.2022 και από 1.1.2023 έως 7.4.2023, κρίση η οποία, με τον πρώτο λόγο έφεσης, πλήττεται και για εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου, ισχυριζόμενη κατά πρώτον ότι, κατά τις εν λόγω χρονικές περιόδους δεν ήταν σε ισχύ ΣΣΝΕ, κατά δεύτερον κατά τη συμφωνία των διαδίκων σε περίπτωση κατά την οποία δεν ήταν σε ισχύ ΣΣΝΕ μεταξύ αυτών θα ίσχυε ο συνομολογηθείς κλειστός μισθός, κατά τρίτον, διότι ο ενάγων δεν απέδειξε ότι ήταν μέλος κάποιας εκ των ναυτεργατικών οργανώσεων που συνεβλήθησαν κατά την κατάρτιση των ανωτέρω ΣΣΝΕ 2022 και 2023 και επικουρικώς, διότι σε κάθε περίπτωση κατά το χρόνο έναρξης ισχύος αυτών, δεν ήταν σε ισχύ οι επίδικες συμβάσεις εργασίας, β) επί του κονδυλίου της διαφοράς της αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, εάν είχαν εκτιμηθεί ορθά οι αποδείξεις θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτός (ενάγων) δεν εργαζόταν υπερωριακά επί δέκα τρεις ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας και επί πέντε ώρες κατά τις καθημερινές και Κυριακές, επιπροσθέτως δε καθό μέρος απέρριψε ως μη νόμιμη την περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένστασή της, καθώς επίσης ειδικώς όσον αφορά στις ημέρες εντός των ενδίκων χρονικών διαστημάτων για τις οποίες έγινε δεκτό ότι ο ενάγων εργάσθηκε με τον τρίτο λόγο έφεσης, γ) ότι τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του ο παραδεκτώς προβληθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμός της περί συμβατικού συμψηφισμού, του ποσού των ευρώ 10.760,67, που αυτή (δεύτερη εναγομένη) κατέβαλε στον ενάγοντα, με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», με τις απαιτήσεις του ενάγοντος για καταβολή αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση, αποδεικτικό πόρισμα που πλήττεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς επίσης και για έλλειψη αιτιολογίας και δ) ότι τυγχάνει αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα της ιδίας (δεύτερης εναγομένης) περί μη επιδίκασης τόκων επιδικίας με τον πέμπτο λόγο έφεσης. Ζήτησε δε με την έφεσή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτως ώστε ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η, σε βάρος της ασκηθείσα ανωτέρω, αγωγή, καθώς επίσης την καταδίκη του ενάγοντος στη δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Επιπλέον, η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ. επειδή, όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε στον αντίδικό της το χρηματικό ποσό των (3.000) ευρώ, το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση του επιδίκασε και ως προς το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Το ποσό αυτό αξίωσε με το νόμιμο τόκο από της καταβολής αυτού στον ενάγοντα. Το τελευταίο αυτό αίτημα, ήτοι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είναι νόμιμο (άρθρο 914 ΚΠολΔ), πλην του παρεπομένου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την ημερομηνία καταβολής, το οποίο είναι νόμιμο από την επίδοση της προκειμένης απόφασης, εφόσον στο μείζον αίτημα περιλαμβάνεται και το έλασσον, καθόσον πριν από την έκδοση της, περί επαναφοράς των πραγμάτων, απόφασης, δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει προσωρινώς εκτελεστής απόφασης και, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να επέλθει όχληση (Εφ.Πειρ. 31/2022, Εφ.Πειρ. 593/2021, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Αθ. 490/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Και 2) Ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την ανωτέρω, υπό στοιχείο Β, έφεσή του, με την οποία πλήττει αυτήν για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες στο σύνολό τους ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την κρίση του (α) ότι τυγχάνει αβάσιμη στην ουσία της η ένδικη αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης αν και αυτή τις επίδικες συμβάσεις κατήρτισε ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης και (β) επί των ωρών εργασίας του, καθώς απορρίπτοντας εν μέρει τον αγωγικό του ισχυρισμό περί εργασίας του επί δέκα οκτώ ώρες καθ’ εκάστη, δέχθηκε ότι εργάσθηκε μόνον επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη των αναφερομένων στην αγωγή ημερών, αποδεικτικό πόρισμα που πλήττεται και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με τον δεύτερο λόγο έφεσης. Ζήτησε δε να μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη απόφαση προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή του και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, όπως παραδεκτώς εζήτησε δια των εγγράφων προτάσεών του που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
ΙΙΙ. Με το άρθρο 1 § 1 του ΑΝ. 3276/1944 «Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη Ναυτική Εργασία», που εκδόθηκε στο Κάιρο και αναδημοσιεύθηκε στην Ελλάδα με τη Συντακτική Πράξη 21/1945, που κυρώθηκε με το Ν. 32/1945, ο οποίος δεν τον κατάργησε ρητώς με αποτέλεσμα να εξακολουθεί, όπως συνάγεται έμμεσα, να ισχύει, ορίζεται ότι «Δύνανται να συνάπτωνται συλλογικαί συμβάσεις μεταξύ οργανώσεων εφοπλιστών και εργατών θαλάσσης εκ των κρινομένων ελευθέρως υπό του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ως περισσότερον αντιπροσωπευτικών καθορίζουσαι τον μισθόν, τα πολιτικά επιδόματα…», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 εδαφ. α΄ του ίδιου νόμου «Συλλογικαί συμβάσεις συναφθείσαι συμφώνως προς τους ορισμούς του παρόντος νόμου, εφόσον ήθελον κυρωθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας, θεωρούνται ισχυραί και δεσμεύουσι κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν και οιασδήποτε τυχόν άλλας υφισταμένας εργοδοτικάς ή εργατικάς οργανώσεις ως και άπαντας εν γένει τους Έλληνας πλοιοκτήτας και εργάτας θαλάσσης, πληρώματα πλοίων ανηκόντων εις την κατηγορίαν, ήτις προεβλέφθη υπό των συλλογικών συμβάσεων». Οι νομοθετικές αυτές διατάξεις αποτελούν το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας (ΜονΕφΠειρ 739/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επί των οποίων δεν εφαρμόζεται ο Ν.1876/1990 «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 27/8.3.1990), όπως προκύπτει από την όλη διατύπωση και το πνεύμα του, μολονότι ο ίδιος δεν περιέχει σχετική ρητή διάταξη, όπως συνέβαινε με τον προϊσχύσαντα Ν.3239/1955 «Περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας (ΦΕΚ Α 125/18.5.1955), ο οποίος στο άρθρο 42 § 3 όριζε ρητά ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται επί της ρυθμίσεως των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των πληρωμάτων των πλοίων της εμπορικής ναυτιλίας (ΑΠ 87/2000 Δνη 2000, 967). Επομένως, στις ΣΣΝΕ δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις του Ν.1876/1990 για τη χρονική διάρκεια της συλλογικής διευθέτησης, την έναρξη της ισχύος της και τη λήξη της. Έτσι, οι ΣΣΝΕ μπορεί να είναι ορισμένου ή αόριστου χρόνου, χωρίς ως προς το ζήτημα της χρονικής διάρκειας τους να τίθεται νόμιμος περιορισμός, όπως συμβαίνει στις συλλογικές ρυθμίσεις της χερσαίας εργασίας, κατ’ άρθρο 12 του Ν. 1876/1990. Κατά την ορθότερη άποψη, ratione personae, η ΣΣΝΕ ισχύει και πριν την κύρωση της από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας [ΥΕΝ] και δεσμεύει τις οργανώσεις που συμβλήθηκαν για τη σύναψη της και τα μέλη τους, μετά δε την κύρωση της και τη νόμιμη δημοσίευση της κυρωτικής υπουργικής απόφασης, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν των οργανώσεων αυτών δεσμεύοντας έκτοτε εργοδότες και εργαζομένους, που είναι τρίτοι ως προς τα συμβληθέντα μέρη (ΑΠ 1905/1987 ΕΕΔ 1989/275, ΑΠ 1263/1987 ΕΕΝ 1988/669, ΑΠ 1267/1987 ΕΕΝ 1988/673, ΕφΠειρ 543/2022, ΜονΕφΠειρ 603/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Χ. Αγαλλόπουλος, Ελληνικόν Ναυτεργατικόν Δίκαιον, 1960, σελ. 195, Α. Βερνάρδος, Το δίκαιον της ναυτικής εργασίας, 1980. Σελ. 88), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι σχετίζονται με πλοίο το οποίο ανήκει στην ίδια κατηγορία, την οποία αφορά η επεκτεινόμενη συλλογική σύμβαση (ΑΠ 1702/1991 ΕλΔνη 1992/1606). Ειδικότερα, η δια του άρθρου 5 § 1 του ΑΝ 3276/1944 παρεχόμενη στον ΥΕΝ νομοθετική εξουσιοδότηση για την κύρωση της ΣΣΝΕ, που καταρτίστηκε υπό τους όρους του ιδίου νόμου, αφορά μόνον την επέκταση της συμβατικής δέσμευσης σε τρίτους, που δεν έχουν συμπράξει στη σύναψη της, η οποία είναι φυσικό να άρχεται από το χρονικό σημείο της δημοσιεύσεως της κυρωτικής απόφασης, αφού αυτή, ως κανονιστική διοικητική πράξη, μπορεί να ορίζει μόνο για το μέλλον, δεδομένου ότι με την πιο πάνω διάταξη δεν παρασχέθηκε στον Υπουργό νομοθετική εξουσιοδότηση αναδρομικής επεκτάσεως των κυρουμένων συλλογικών συμβάσεων, αλλά απλώς προσδιορίστηκε η χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως των τρίτων, η οποία αρχίζει από της επεκτάσεως και συνεχίζεται μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της επεκτεινόμενης συλλογικής συμβάσεως (ΜονΕφΠειρ 285/2015, ΜονΕφΠειρ 459/2015, ΜονΕφΠειρ 591/2014, ΜονΕφΠειρ 842/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 12/2011, ΕΝαυτΔ 2011/406). Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 5 § 1, επιτρέποντας τον μη ετεροκαθοριζόμενο ορισμό της χρονικής διάρκειας της δεσμεύσεως των συμβαλλομένων, θέτει η ίδια εξουσιοδοτικό κανόνα προς τους φορείς της συλλογικής αυτονομίας να καθορίσουν τα χρονικά όρια ισχύος της κοινής βουλήσεως τους. Επομένως, εφόσον εγκύρως δίδεται στις ΣΣΝΕ αναδρομική ισχύς κατά τη σύναψη τους, οι ρυθμίσεις τους καταλαμβάνουν και όσες ατομικές συμβάσεις καταρτίστηκαν πριν την υπογραφή τους και δεν είχαν λυθεί ή λήξει μέχρι αυτήν (ΜονΕφΠειρ 371/2016, ΜονΕφΠειρ 376/2016, ΜονΕφΠειρ 719/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1132/2005 ΕΝαυτΔ 2005/425, ΕφΠειρ 457/2000, ΔΕΕ 2000/895). Αυτά αποδεχόμενος ο νομοθέτης διευθέτησε το ζήτημα με το άρθρο 49 του Ν. 4597/2019 «Για την κύρωση των Συμβάσεων Παραχώρησης που έχουν συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Οργανισμών Λιμένος Α.Ε. – Διατάξεις για τη λειτουργία του συστήματος λιμενικής διακυβέρνησης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 35/28.2.2019), με το οποίο ορίστηκε ότι «Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρου 5 του α.ν. 3276/1944 (Α΄ 24, αναδημ. Α΄ 172/1945) είναι ότι η απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, με την οποία κυρώνεται συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο ισχύει αναδρομικά από την έναρξη ισχύος που ορίζεται στην οικεία συλλογική σύμβαση, ανεξαρτήτως του χρόνου σύναψης ή/και κύρωσής της από τον Υπουργό». Εξάλλου, στις ΣΣΝΕ δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις των §§ 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν.1876/1990 για την επιβίωση των κανονιστικών όρων της συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε υπό τη μορφή αρχικώς της παράτασης της ισχύος τους για ένα διάστημα και ακολούθως, μετά την παρέλευση του, της μετενέργειας τους επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας (ΑΠ 1107/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, με τη λήξη της χρονικής διάρκειας της ΣΣΝΕ παύει ευθύς αυτή να ισχύει και τις συνθήκες παροχής και τις αμοιβές της ναυτικής εργασίας ρυθμίζουν στο εξής οι όροι της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας για την υπόλοιπη συμφωνημένη διάρκεια της (Α. Καρδαράς, Συλλογικές Συμβάσεις στη ναυτική εργασία, σε ΔΕΕ 2008/444 επομ. [447]). Συναφώς, αν ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας συναφθεί σε χρόνο μεταγενέστερο της λήξης της ισχύος της τελευταίας σχετικής ΣΣΝΕ, το εργασιακό καθεστώς δεν διέπεται πλέον από τη λήξασα ΣΣΝΕ, αλλά προσδιορίζεται αυτοτελώς από τους όρους της ατομικής σύμβασης. Το αντίθετο, βέβαια, θα συμβεί αν οι συμβαλλόμενοι στην ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας συμφωνήσουν να καταστούν περιεχόμενο της σύμβασης αυτής οι όροι κάποιας ΣΣΝΕ ή και αυτής που έληξε. Τούτο είναι σύμφωνο με τις αρχές της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελευθερίας των συμβάσεων, που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, από την οποία συνάγεται ότι είναι δυνατόν να συμφωνηθεί εγκύρως λ.χ. το ύψος του μισθού με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 51/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 228/2014 ΔΕΕ 2014, 864, ΑΠ 251/2012, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 637/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 225/2002 ΔΕΕ 2003/331, ΑΠ 443/1999 ΔΕΝ 2000/151, ΑΠ 332/1997 ΔΕΕ 1997/1104, ΜονΕφΠειρ 205/2019, ΤριμΕφΠειρ 720/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 12/2011 ΕΝαυτΔ 2011/406, ΤριμΕφΘεσ 262/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ.Λεβέντης, – Κ. Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 521, Ι. Ληξουριώτης, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2013, σελ. 301). Αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους όρους συγκεκριμένης ΣΣΝΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται και θεωρούνται εξαρχής περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας σα να είχαν συμφωνηθεί με ελεύθερη των μερών διαπραγμάτευση σε ατομικό επίπεδο και γενεσιουργός όρος της δεσμευτικότητας τους είναι η ατομική βούληση του εργοδότη και του προσλαμβανομένου εργαζομένου (ΑΠ 256/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Στ.Βλαστός, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, 2017, αρ. 124, σελ. 263 – 264). Η παραπομπή μπορεί να γίνει και σε ΣΣΝΕ της οποίας η ισχύς έχει ήδη λήξει, καθόσον εν προκειμένω τα μέρη δεν ενδιαφέρει η δεσμευτική της δύναμη αλλά η ποιότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων που περιείχε. Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 567/2004 ΕΕΔ 2005, 589, ΕφΑθ 6808/1994 ΔΕΝ 1995, 665). Για να καταστεί όμως οποιοσδήποτε όρος ΣΣΝΕ και όρος της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΝΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και των ναυτικών ΣΣΝΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει είτε η νεότερη, αν υπάρχει, ΣΣΝΕ, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους ναυτικούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ (ΑΠ 277/2009 ΕΕΔ 2010, 1353, ΑΠ 860/2010 ΔΕΝ 2010, 1061, Δ.Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2011, αρ. 1050α, σελ. 662) είτε, ελλείψει νεότερης, η τελευταία ισχύσασα ΣΣΝΕ εωσότου συναφθεί νέα (ΣΣΝΕ), η οποία για τον ίδιο λόγο θα καταλάβει και την ατομική σύμβαση. Αποτελεί δε, αυτονόητα, ζήτημα πραγματικό το περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας των μερών και το Δικαστήριο κρίνει περί αυτού με βάση τους όρους που αποτυπώθηκαν στο έγγραφο της ατομικής συμφωνίας και, σε περίπτωση άτυπης κατάρτισης της σύμβασης ναυτολόγησης, με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, όπως και το ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος (ΜονΕφΠειρ 160/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή τις αποδείξεις πληρωμής της μισθοδοσίας του (ΜονΕφΠειρ 740/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ασχέτως αν αυτές συντάχθηκαν σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του Ν.4254/2014 «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 85/7.4.2014), αφού μεταξύ των σκοπών του τελευταίου περιλαμβάνεται και η διευκόλυνση της απόδειξης ότι ο εργαζόμενος έλαβε πράγματι τις συμφωνηθείσες αποδοχές (ΑΠ 1385/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 205/2019).
VΙ. Από την εκτίμηση της περιεχομένης στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος του ενάγοντος, …….., υπηρετήσαντος με την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου στο ανωτέρω πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από έτους 2009 έως μηνός Ιουνίου 2022, την περιεχομένη στη ληφθείσα, με επιμέλεια της εναγομένης, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλητεύσεως του ενάγοντος (σχετικά με αριθμό …./27.2.2024 έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών . ….) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ελευσίνας, με αριθμό …./4.3.2024 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του ………. συνυπηρετήσαντος μετά του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Προϊσταμένου Αρχιθαλαμηπόλου, η οποία μετά της ανωτέρω ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι ο ενόρκως βεβαιώσας με επιμέλεια της εναγομένης συνεχίζει να εργάζεται για λογαριασμό της να εμποδίζει τη λήψη αυτής υπόψη από το παρόν Δικαστήριο όπως διατείνεται ο ενάγων, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ, αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων …………, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Έλληνας επαγγελματίας ναυτικός, απογεγραμμένος, κάτοχος του υπ’ αριθμ. …… ναυτικού φυλλαδίου της ΑΑ ναυτικής περιφέρειας. Δυνάμει τεσσάρων εγγράφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας (σχετικά προσκομιζόμενες με αριθμό σχετικού 2, 3, 4 και 5 από την δεύτερη εναγομένη) τις οποίες κατήρτισε στην Πάτρα την 7.12.2021, 10.4.2022, 2.5.2022 και 2.12.2022, με την δεύτερη εναγομένη αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Λιβερία εταιρεία με την επωνυμία «…….», η οποία είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, όπου διατηρεί υποκατάστημα με την επωνυμία «………..», πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου με την ονομασία «S» νηολογίου Πειραιώς με αριθμό ………, χωρητικότητας ……., ο ενάγων ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου, στο ως άνω πλοίο και παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτό, ως μέλος του οργανωμένου πληρώματός του, κατά τα χρονικά διαστήματα (α) από 7.12.2021 έως 26.2.2022, οπότε απολύθηκε λόγω της ετήσιας επιθεωρήσεως του πλοίου, (β) από 10.4.2022 έως 18.4.2022, οπότε απολύθηκε «αμοιβαία συναινέσει» αυτού και του Πλοιάρχου του πλοίου και (γ) από 2.5.2022 έως 7.4.2023 οπότε απολύθηκε ομοίως «αμοιβαία συναινέσει» αυτού και του Πλοιάρχου του ανωτέρω πλοίου. Κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων το εν λόγω πλοίο εκτελούσε Μεσογειακούς πλόες, ως ειδικότερα αναλύονται και ακολούθως. Με τις προαναφερόμενες καταρτισθείσες την 7.12.2021, 10.4.2022, 2.5.2022 και 2.12.2022, ως προελέχθη, έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της αλλοδαπής δεύτερης εναγομένης εταιρείας, ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος συνομολογήθηκε «κλειστός», ανερχόμενος στο συνολικό [μικτό] χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων εβδομήντα τριών (2.973,00 €) με την πρώτη και των τριών χιλιάδων εξήντα δύο ευρώ και είκοσι λεπτών (3.062,20 €) με τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εξ αυτών. Στις ίδιες συμβάσεις περιελήφθησαν όροι κατά τους οποίους «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το Πλοίο», «…στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα άδειας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρίας καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας» και «Εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Μεσογειακών – Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων». Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 26.2.2022 της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που είναι επίδικο, αφού ο ενάγων δεν προβάλει απαιτήσεις από την εργασία του γεννηθείσες προγενεστέρως, ίσχυσε η ΣΣΝΕ των Μεσογειακών – Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022, που υπογράφηκε στις 13.12.2021, κυρώθηκε στις 8.2.2022 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.10/8368/2022 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 620) στις 14.2.2022 και τούτο διότι οι φορείς της συλλογικής αυτονομίας που την συνομολόγησαν περιέλαβαν σ’ αυτήν ρήτρα (την ακροτελεύτια) περί αναδρομικής από 1.1.2022 ισχύος της, η οποία κατέλαβε έτσι και τους διαδίκους (οι οποίοι αμφότεροι ήσαν, κατά το έτος 2022, μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συνυπέγραψαν τη συγκεκριμένη ΣΣΝΕ και, ειδικότερα, ο μεν ενάγων μέλος της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας [ΠΝΟ], όπως πιστοποιείται από το γεγονός της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές του εισφοράς υπέρ αυτής, η δε δεύτερη εναγόμενη μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας [ΣΕΕΝ], όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και η ίδια δεν αμφισβήτησε με την ένδικη έφεσή της, η οποία με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής της (σχετικά σελ. 4) αμφισβήτησε μόνον την ιδιότητα του ενάγοντος ως μέλους κάποιας εκ των ναυτεργατικών οργανώσεων που συνεβλήθησαν στην εν λόγω ΣΣΝΕ), για το λόγο ότι κατά το χρόνο της υπογραφής της εν λόγω ΣΣΝΕ η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος δεν είχε λυθεί (περί του ότι η αναδρομική ισχύς που εγκύρως δίδεται στις ΣΣΝΕ κατά τη σύναψή τους καταλαμβάνει ενοχικώς όσες ατομικές συμβάσεις των μελών των οργανώσεων που συμβλήθηκαν καταρτίστηκαν πριν την υπογραφή τους και δεν είχαν λυθεί ή λήξει μέχρι τότε βλ. ΜονΕφΠειρ. 464/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς και 371/2016, 376/2016, 719/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, απεδείχθη ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 7.4.2023 της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ίσχυσε μεταξύ των συμβαλλομένων (ενάγοντος και δεύτερης εναγομένης) η ΣΣΝΕ των Μεσογειακών – Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023, που υπογράφηκε στις 10.3.2023, κυρώθηκε στις 17.7.2023 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-7/51901/2023 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 4619) στις 19.7.2023 και τούτο διότι, οι φορείς της συλλογικής αυτονομίας που την συνομολόγησαν περιέλαβαν σ’ αυτήν ρήτρα (άρθρο 43 Α Μέρους) περί αναδρομικής από 1.1.2023 ισχύος της, η οποία κατέλαβε έτσι και τους διαδίκους [ενάγων και δεύτερη εναγομένη εταιρεία] (οι οποίοι αμφότεροι ήσαν κατά το έτος 2023 μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συνυπέγραψαν τη συγκεκριμένη ΣΣΝΕ και, ειδικότερα, ο μεν ενάγων μέλος της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας [ΠΝΟ], όπως πιστοποιείται από το γεγονός της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές του εισφοράς υπέρ αυτής, η δε δεύτερη εναγόμενη μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας [ΣΕΕΝ], όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και η ίδια δεν αμφισβήτησε με την ένδικη έφεσή της, η οποία με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής της (σχετικά σελ. 4) αμφισβήτησε μόνον την ιδιότητα του ενάγοντος ως μέλους κάποιας εκ των ναυτεργατικών οργανώσεων που συνεβλήθησαν στην εν λόγω ΣΣΝΕ), για το λόγο ότι κατά το χρόνο της υπογραφής της εν λόγω ΣΣΝΕ η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος δεν είχε λυθεί. Όμοια, επομένως, κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι η εφαρμοστέα στις σχέσεις των διαδίκων ΣΣΝΕ στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων καθόλο το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 26.2.2022 ετύγχανε η ΣΣΝΕ των Μεσογειακών – Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022, που υπογράφηκε στις 13.12.2021, κυρώθηκε στις 8.2.2022 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.10/8368/2022 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 620) στις 14.2.2022, καθώς επίσης ότι η εφαρμοστέα στις σχέσεις των διαδίκων ΣΣΝΕ στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, καθόλο το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 7.4.2023, ετύγχανε η ΣΣΝΕ των Μεσογειακών – Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023, που υπογράφηκε στις 10.3.2023, κυρώθηκε στις 17.7.2023 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-7/51901/2023 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 4619) στις 19.7.2023, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου εφέσεως της δεύτερης εναγομένης, με τον οποίο η τελευταία διατείνεται ότι για το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 14.2.2022 και από 1.1.2023 έως 7.4.2023 εφαρμοστέα ετύγχανε στις επίδικες, πρώτη και τρίτη αντίστοιχα των ενδίκων ναυτολογήσεων η περί κλειστού μισθού συμφωνία των συμβαλλομένων. Τέλος, κατά το χρονικό διάστημα από 10.4.2022 έως 18.4.2022 και από 2.5.2022 έως 31.12.2022, εφαρμοστέα στις σχέσεις των διαδίκων [ενάγοντος και δεύτερης εναγομένης] ΣΣΝΕ, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων με λόγο έφεσης, ήταν η ΣΣΝΕ των Μεσογειακών – Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022, που υπογράφηκε στις 13.12.2021, κυρώθηκε στις 8.2.2022 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.10/8368/2022 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 620) στις 14.2.2022. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 § 2 και 13 § 1 των ως άνω εφαρμοζομένων εν προκειμένω ΣΣΝΕ, οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στον λιμένα, ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή ενώ, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή (13 § 3), ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται με το εδ.β της § 2 του άρθρου 2, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής, αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25%. Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 20 και 10), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 10). Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 20 § 2 εδαφ. β των ιδίων ΣΣΝΕ, υπολογίζεται ως πηλίκο της διαίρεσης του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 2 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 3α). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 3). Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, κατά τη ΣΣΝΕ του έτους 2022 (άρθρο 20) το ωρομίσθιο του Θαλαμηπόλου με τις προσαυξήσεις 25% και 50% καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των ευρώ (8,11) και (9,74) αντίστοιχα, ενώ κατά το ίδιο άρθρο της ΣΣΝΕ του έτους 2023 το ωρομίσθιο του Θαλαμηπόλου με τις προσαυξήσεις 25% και 50% καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των ευρώ (8,60) και (10,32), αντίστοιχα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του 116 του ΒΔ 683/1960 «Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών Επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κοχ και άνω», υπό του τίτλου «Θαλαμηπόλοι Καθήκοντα εν γένει», «Οι θαλαμηπόλοι τελούσιν υπό τας αμέσους διαταγάς και τον έλεγχον του Αρχιθαλαμηπόλου της θέσεως εις ην ανήκουσι και βοηθούσιν αυτόν εις την εκτέλεσιν των καθηκόντων του.». Κατά δε το άρθρο 117 του ιδίου ΒΔ υπό του τίτλου «Ειδικά καθήκοντα» «Ειδικώτερον οι θαλαμηπόλοι: α) επιμελούνται της απολύτου καθαριότητος, καλής συντηρήσεως και ευπρεπείας των ανατιθεμένων αυτοίς ενδιαιτημάτων των θέσεων. β) οφείλουσι να είναι απολύτως καθαροί, ευπρεπείς εν γένει την εμφάνισιν και ευγενείς την συμπεριφοράν, να φέρωσι δε ένδον διαρκώς και ευπρεπώς την εκάστοτε κατά τας περιστάσεις οριζομένην στολήν. γ) καταβάλλουσι ιδιαιτέραν μέριμναν, όπως εξυπηρετώσι αδιαλείπως τους επιβάτας και παρέχωσιν εις αυτούς πάσαν δυνατήν περιποίησιν και άνεσιν μετά προθυμίας και ταχύτητος και συμφώνως προς τους κανόνας της καλής συμπεριφοράς και της ξενοδοχειακής εθιμοτυπίας. δ) εκτελούσι φυλακάς αναλόγως των προσεγγίσεων του εκτελουμένου δρομολογίου. ε) αναφέρουσι αμέσως εις τον Αρχιθαλαμηπόλον πάσαν ανωμαλίαν ή οιονδήποτε έκτακτον γεγονός.». Κατά το άρθρο 118 του ιδίου ΒΔ «1. Οι θαλαμηπόλοι, αναλόγως της εκτελουμένης παρ` αυτών ειδικής εργασίας, διακρίνονται εις θαλαμηπόλους α) ενδιαιτημάτων β) εστιατορίων και γ) κυλικείων. 2. Οι θαλαμηπόλοι εστιατορίων βοηθούμενοι υπό Επικούρων και υπό την άμεσον εποπτείαν και διεύθυνσιν του Αρχιθαλαμηπόλου επιμελούνται του ευπρεπισμού των αιθουσών των επιβατών (φαγητού, υποδοχής, χορού, μουσικής, αναγνωστηρίου, καπνιστηρίου κ.λ.π.) και της κοινωνικής προετοιμασίας των τραπεζών διά το πρωϊνόν ρόφημα, πρόγευμα, γεύμα, πρόδειπνον και δείπνον και εξυπηρετούσι τους εν αυταίς επιβάτας μετά προθυμίας και συμφώνως προς τους κανόνας της καλής συμπεριφοράς και της ξενοδοχειακής εθιμοτυπίας. 3. Οι θαλαμηπόλοι κυλικείων βοηθούμενοι υπό Επικούρων επιμελούνται του ευπρεπισμού του κυλικείου και εξυπηρετούσι τους επιβάτας, παρέχοντες αυτοίς κατά την παραγγελίαν των αφεψήματα, ποτά και είδη κυλικείου, εις την κεκανονισμένην ποσότητα και τιμήν, βάσει τιμολογίου μονίμως ανηρτημένου εις πινακίδα. 4. Οι θαλαμηπόλοι ενδιαιτημάτων βοηθούμενοι υπό Επικούρων επιμελούνται του ευπρεπισμού των κοιτωνίσκων των επιβατών και τίθενται προθύμως, και ανελλιπώς εις την διάθεσίν των διά την αρτιωτέραν εξυπηρέτησίν των κατά την διάρκειαν του ταξειδίου εξασφαλίζουσι την ησυχίαν κατά την νυκτερινήν φυλακήν των, και επιμελούνται της παραλαβής και μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών από του καταστρώματος εις τας θέσεις και τανάπαλιν κατά την επιβίβασιν και αποβίβασιν των.». Κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων το εν λόγω πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πάτρα – Μπάρι, με επιστροφή με ενδιάμεσο συνήθως λιμάνι το λιμάνι της Ηγουμενίτσας και σπανιότερα αυτό της Κέρκυρας. Συγκεκριμένα, [Α] κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2022 (προγενέστερα δεν προσκομίσθηκαν στοιχεία) έως την 26.2.2022: Την 3.1.2022 το εν λόγω πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι της Πάτρας ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αναχ. 23.59) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Μπάρι την επομένη ημέρα (4.1) ώρα 09.00. Την ίδια ημέρα (4.1.2022) απέπλευσε από το ίδιο λιμάνι για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 05.30 της επομένης ημέρας 5.1.2022 – αναχ. 06.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.00 της ίδιας ημέρας. Την ίδια ημέρα (5.1.2022) απέπλευσε από το λιμάνι της Πάτρας ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 23.30 – αναχ. 23.59) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Μπάρι την επομένη ημέρα (6.1.2022) ώρα 09.00, απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 19.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 05.30 της επομένης ημέρας 7.1.2022 – αναχ. 06.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.30 της ίδιας ημέρας. Την ίδια ημέρα (7.1.2022) απέπλευσε από το λιμάνι της Πάτρας ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 23.30 – αναχ. 23.59) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Μπάρι την επομένη ημέρα (8.1.2022) ώρα 09.00, απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 19.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 05.30 της επομένης ημέρας 9.1.2022 – αναχ. 06.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.30 της ίδιας ημέρας. Το εν λόγω δρομολόγιο το ανωτέρω πλοίο εκτέλεσε έως την 26.2.2022, οπότε ο ενάγων αποναυτολογήθηκε από το πλοίο στο λιμάνι της Πάτρας. [Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 10.4.2022 έως 18.4.2022: Την 10.4.2022, μετά την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.00, απέπλευσε εκ νέου από αυτό ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 23.30 – αναχ. 23.59) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Μπάρι την επομένη ημέρα (11.4.2022) ώρα 09.00, απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 19.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 05.30 της επομένης ημέρας 12.4.2022 – αναχ. 06.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.30 της ίδιας ημέρας. Το εν λόγω δρομολόγιο συνεχίσθηκε ως άνω έως την 17.4.2022, οπότε το πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι της Μπάρι ώρα 13.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.00- αν. 23.30) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας την επομένη ημέρα (18.4) ώρα 07.00, οπότε ο ενάγων αποναυτολογήθηκε από το εν λόγω πλοίο. [Γ] Κατά το χρονικό διάστημα από 2.5.2022 έως 7.4.2023: Την 2.5.2022, μετά την άφιξη του εν λόγω πλοίου στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 07.00, αναχώρησε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 23.30 – αναχ. 23.59) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Μπάρι την επομένη ημέρα (3.5.2022) ώρα 09.00, απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 19.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 05.30 της επομένης ημέρας 4.5.2022 – αναχ. 06.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.30 της ίδιας ημέρας και συνέχισε το ανωτέρω δρομολόγιο έως την 15.5.2022, οπότε μετά την άφιξή του στο λιμάνι της Μπάρι, απέπλευσε εκ νέου ώρα 13.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.00- αν. 23.30) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας την επομένη ημέρα (16.5) ώρα 07.00, αναχώρησε δε εκ νέου ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 23.30 – αναχ. 23.59) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Μπάρι την επομένη ημέρα (17.5.2022) ώρα 09.00, απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 19.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 05.30 της επομένης ημέρας 18.5.2022 – αναχ. 06.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.00 της ίδιας ημέρας και συνέχισε το ανωτέρω δρομολόγιο έως την 29.5.2022, οπότε μετά την άφιξή του στο λιμάνι της Μπάρι ώρα 09.00, απέπλευσε εκ νέου ώρα 13.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.00- αν. 23.30) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας την επομένη ημέρα (30.5) ώρα 07.00, αναχώρησε δε εκ νέου ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 23.30 – αναχ. 23.59) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Μπάρι την επομένη ημέρα (31.5.2022) ώρα 09.00, απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 19.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. ώρα 05.30 της επομένης ημέρας 1.6.2022 – αναχ. 06.00) και κατέπλευσε στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.00 της ίδιας ημέρας, απ’ όπου απέπλευσε εκ νέου την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αναχ. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 2.6.2022 – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30- αν 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30τ ης επομένης ημέρας 3.6.2022 – αν. 05.00) Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 4.6. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 5.6. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30). Το δρομολόγιο αυτό συνεχίσθηκε έως την 12.6.2022, οπότε με την άφιξή του στο λιμάνι της Μπάρι απέπλευσε εκ νέου ώρα 13.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.00 – αν. 23.30), Πάτρα (αφ. 07.00 της επομένης ημέρας 13.6. -αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αναχ. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 14.6. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 15.6. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 16.6. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30 – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 17.6. – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 -αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 18.6. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 19.6. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30). Το ως άνω δρομολόγιο συνεχίσθηκε έως την 29.6.2022, οπότε απέπλευσε από το λιμάνι της Πάτρας ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αναχ. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 30.6.2022 – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30- αν 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 1.7.2022 – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 2.7. – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 3.7.2022 – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 4.7. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 5.7. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 6.7. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 7.7. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 8.7. – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 9.7. – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 10.7. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30 – αν. 13.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.00 – αν. 23.30), Πάτρα (αφ. 07.00 της επομένης ημέρας 11.7 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 12.7. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 13.7. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 14.7. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30 – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 15.7. – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 16.7. – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 17.7. – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 18.7. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 19.7. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 απ’ όπου απέπλευσε ώρα 17.30, συνεχίζοντας το ανωτέρω δρομολόγιο έως την 22.7.2022, οπότε απέπλευσε από το λιμάνι της Μπάρι ώρα 12.00 για Κέρκυρα (αφ. 21.00 – αν. 21.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 22.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.30 της 23.7. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 08.30 – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 24.7. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 25.7. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 26.7. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00), από όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30, εκτελώντας το ως άνω δρομολόγιο έως την 29.7.2022, οπότε απέπλευσε από το λιμάνι της Μπάρι ώρα 12.00 για Κέρκυρα (αφ. 21.00 – αν. 21.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 22.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.30 της 30.7. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 08.30 – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 31.7. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 1.8. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 2.8. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00), απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα και ώρα 17.30 εκτελώντας το ίδιο δρομολόγιο έως 5.8.2022 οπότε αναχώρησε από το λιμάνι της Μπάρι ώρα 12.00 για Κέρκυρα (αφ. 21.00 – αν. 21.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 22.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 6.8. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 08.30 – αν. 19.30) προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου Μπάρι – Ηγουμενίτσα – Πάτρα – Ηγουμενίτσα Μπάρι έως την 12.8. οπότε απέπλευσε ώρα 12.00 από Μπάρι για Κέρκυρα (αφ. 21.00 – αν. 21.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 22.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 13.8. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 08.30), απ’ όπου απέπλευσε ώρα 19.30 προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου Μπάρι – Ηγουμενίτσα – Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Μπάρι έως 19.8.2022, οπότε απέπλευσε ώρα 12.00 από Μπάρι για Κέρκυρα (αφ. 21.00 – αν. 21.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 22.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 20.8. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 08.30), απ’ όπου απέπλευσε ώρα 19.30 προς εκτέλεση του ανωτέρω δρομολογίου Μπάρι – Ηγουμενίτσα – Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Μπάρι έως την 27.8. οπότε απέπλευσε από το λιμάνι της Πάτρας ώρα 17.30 με προορισμό το λιμάνι της Μπάρι και ενδιάμεσους λιμένες Ηγουμενίτσα και Κέρκυρα, ακολούθως δε συνέχισε το ανωτέρω δρομολόγιο Μπάρι – Ηγουμενίτσα Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Μπάρι έως την 31.8.2022 οπότε απέπλευσε από το λιμάνι της Πάτρας ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 1.9. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30 – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 2.9. – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00- αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 3.9. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 4.9. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. (13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 5.9. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30) απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα ώρα 19.30, εκτελώντας το ανωτέρω δρομολόγιο Μπάρι – Ηγουμενίτσα – Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Μπάρι έως την 14.9.2022, μετά την άφιξή του στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.00 απέπλευσε εκ νέου την ίδια ημέρα ώρα 17.20 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 15.9. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30 – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 16.9. – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00 – αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Μπάρι (αφ. 09.00 της 17.9. – αν. 19.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 05.30 της 18.9. – αν. 06.00), Πάτρα (αφ. 13.00- αν. 17.30), Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 19.9. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30), απ’ όπου απέπλευσε την ίδια ημέρα και ώρα 19.30 εκτελώντας το ως άνω δρομολόγιο Μπάρι- Ηγουμενίτσα – Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Μπάρι έως την 28.9.2022, οπότε, μετά την άφιξή του στο λιμάνι της Πάτρας ώρα 13.00, απέπλευσε αυθημερόν ώρα 17.30 για Ηγουμενίτσα (αφ. 23.30 – αν. 23.59), Κέρκυρα (αφ. 01.00 της 29.9. – αν. 01.30), Μπάρι (αφ. 09.30 – αν. 19.30), Κέρκυρα (αφ. 04.30 της επομένης ημέρας 30.9. – αν. 05.00), Ηγουμενίτσα (αφ. 06.00 – αν. 06.30), Πάτρα (αφ. 13.00). Ακολούθως, αυθημερόν απέπλευσε ώρα 17.30 και εκτέλεσε το ανωτέρω δρομολόγιο Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Μπάρι – Ηγουμενίτσα – Πάτρα έως 7.4.2023, οπότε ο ενάγων αποναυτολογήθηκε από το ανωτέρω πλοίο. Σύμφωνα με την οργανική του σύνθεση στο τμήμα ενδιαιτήσεων προβλέπονταν η απασχόληση ενός Αρχιθαλαμηπόλου, τριών Θαλαμηπόλων και τριών Επικούρων (σχετικά προσκομιζόμενο ως σχετικό 12 από την εναγομένη από 5.7.2013 με αριθμό πρωτ. 3511.3.1/49/2013 Απόφαση Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου). Εν τούτοις, απεδείχθη ότι, στο επίδικο πλοίο, κατά τη χειμερινή περίοδο, ήτοι από 1.11. έως 31.3., υπηρετούσαν ένας Προϊστάμενος Αρχιθαλαμηπόλος, εννέα Θαλαμηπόλοι και έξι Επίκουροι και κατά τη θερινή περίοδο, ήτοι από 1.4. έως 31.10., ένας Προϊστάμενος Αρχιθαλαμηπόλος, δέκα Θαλαμηπόλοι και εννέα Επίκουροι. Επίσης, απεδείχθη ότι, το εν λόγω πλοίο μετέφερε σε κάθε ταξίδι περίπου 300-400 επιβάτες κατά τη χειμερινή περίοδο και περίπου 800-900 επιβάτες κατά τη θερινή περίοδο (σχετικά προσθήκη – αντίκρουση ενάγοντος επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), ενώ διαθέτει ένα εστιατόριο self-service και ένα bar. Ως προς τις συνθήκες απασχόλησης του ενάγοντος και την ημερήσια διάρκεια της εργασίας του, για την οποία η δεύτερη εναγομένη, δια παραπομπής στην προσκομιζόμενη από αυτή ως άνω ένορκη βεβαίωση αναφέρει ότι δεν ξεπερνούσε τις επτά ώρες όταν το πλοίο εκκινούσε το ταξίδι από το λιμάνι της Μπάρι και τις οκτώ ώρες όταν το πλοίο απέπλεε από το λιμάνι της Πάτρας, κατέθεσαν ενόρκως οι μάρτυρες των διαδίκων, οι καταθέσεις των οποίων λαμβάνονται υπόψη κατά το μέτρο αξιοπιστίας και κατά το λόγο γνώσεως εκάστου και συνεκτιμώνται ελευθέρως, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής. Ειδικότερα, ο εξετασθείς, με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρας Παναγιώτης Δέδες, ήδη συνταξιούχος, ο οποίος κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης δεν απεδείχθη ότι έχει και ο οποίος συνυπηρέτησε μετά του ενάγοντος στο εν λόγω πλοίο με την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου κατά τη διάρκεια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, απασχολούμενος μετά του ενάγοντος ως Θαλαμηπόλος στο μπαρ του πλοίου, κατέθεσε ότι στο μπαρ του πλοίου απασχολούντο μόνον δύο θαλαμηπόλοι. Όταν το πλοίο εκκινούσε το ταξίδι του από το λιμάνι της Πάτρας, ένας εκ των θαλαμηπόλων που απασχολούντο στο μπαρ του πλοίου από ώρα 16.00 απασχολείτο στην επιβίβαση των επιβατών του πλοίου. Ακολούθως, αμφότεροι οι απασχολούμενοι στο μπαρ του πλοίου θαλαμηπόλοι, μετέβαιναν στον μπαρ απασχολούμενοι στην εξυπηρέτηση των πελατών έως ώρα 10.00. Ακολούθως, από ώρα 10.00 μ.μ. έως ώρα 01.00 – 1.30 πμ, απασχολείτο μόνον ο ένας εκ των θαλαμηπόλων, εξυπηρετώντας και τους επιβάτες που επέβαιναν από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι της Μπάρι ώρα 09.00 πρωινή, αμφότεροι οι θαλαμηπόλοι οι οποίοι απασχολούντο στο μπαρ του πλοίου απασχολούντο με τον καθαρισμό των καμπινών, αλλά και σε έτερες εργασίες καθαρισμού που τους όριζε ο Προϊστάμενος Θαλαμηπόλος. Με την έναρξη της επιβίβασης στο λιμάνι της Μπάρι, ένας εκ των θαλαμηπόλων του μπαρ μετείχε στη ρεσεψιόν του πλοίου στην επιβίβαση των επιβατών και ακολούθως, αμφότεροι οι θαλαμηπόλοι απασχολούντο στο μπαρ του πλοίου έως ώρα 10.00 μ.μ. ο ένας εξ αυτών και έως ώρα 01.00-1.30 ο έτερος. Προ της αφίξεως στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, κατά το ταξίδι της επιστροφής στην Πάτρα από Μπάρι, αμφότεροι οι θαλαμηπόλοι που απασχολούντο στο μπαρ του πλοίου, εκκινούσαν την εργασία τους ώρα 07.00 και ο ένας εκ των θαλαμηπόλων, ο πρωινός, απασχολείτο αρχικά στον καθαρισμό του μπαρ και ακολούθως στην εξυπηρέτηση των επιβατών έως ώρα 09.00. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο έτερος των θαλαμηπόλων, απασχολείτο στον καθαρισμό των καμπινών. Ακολούθως, από ώρα 09.00 έως ώρα 12.00, ο βραδινός θαλαμηπόλος αντικαθιστούσε τον πρωινό θαλαμηπόλο στις εργασίες του μπαρ του πλοίου και ο τελευταίος (πρωινός θαλαμηπόλος) απασχολείτο στον καθαρισμό των καμπινών, εργασίες που ολοκληρώνονταν με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι της Πάτρας. Κατά τον εν λόγω μάρτυρα, οι εργασία καθαριότητας των καμπινών, ο αριθμός των οποίων κατά τον ίδιο μάρτυρα ανέρχονταν σε είκοσι, διαρκούσαν τουλάχιστον 2,5 ώρες «2,5 ώρες γεμάτες» κατά την ακριβή του κατάθεση, πλην όμως καθυστερούσε η παράδοση του ιματισμού για την αλλαγή των κλινοσκεπασμάτων, με αποτέλεσμα η τακτοποίηση των καμπινών να ολοκληρώνεται περίπου ώρα 03.00 μ.μ. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι, ο θαλαμηπόλος που απασχολείτο ως πρωινός στο μπαρ απασχολείτο επί δέκα πέντε ώρες περίπου ημερησίως, ενώ ο βραδινός, αυτός δηλαδή που απασχολείτο και μετά τις 10.00 μ.μ. απασχολείτο περίπου δέκα οκτώ ώρες ημερησίως. Η αλλαγή της βάρδιας από πρωινή σε βραδινή για τους απασχολούμενος στο μπαρ του πλοίου θαλαμηπόλους, γινόταν κάθε δύο – τρεις μήνες από τον Προϊστάμενο αυτών. Σύμφωνα με την περιεχομένη στην προμνημονευθείσα ένορκη βεβαίωση κατάθεση του …………….., ο οποίος υπηρέτησε με την ειδικότητα του Προϊσταμένου Αρχιθαλαμηπόλου στο εν λόγω πλοίο, συνυπηρετώντας με τον ενάγοντα, ο τελευταίος απασχολείτο κυρίως στο εστιατόριο self service του πλοίου και ορισμένες φορές στο μπαρ αυτού. Καθόν χρόνο εργάζονταν στο εστιατόριο self service ξεκινούσε την εργασία του ώρα 07.30 το πρωί οπότε άνοιγε το εστιατόριο και εργαζόταν έως ώρα 10.00. Από ώρα 10.00 έως ώρα 12.00 απασχολείτο στον καθαρισμό των καμπινών του πλοίου συνεπικουρούμενος από έναν Επίκουρο. Ακολούθως αναπαύονταν, εκκινούσε δε την εργασία του ανάλογα με το λιμάνι εκκίνησης του δρομολογίου του πλοίου απασχολούμενος στην επιβίβαση των επιβατών. Συγκεκριμένα, όταν το πλοίο εκκινούσε το δρομολόγιο από το λιμάνι της Μπάρι απασχολείτο στις εργασίες επιβίβασης από ώρα 18.00 επί μία ώρα και μετά από διάλειμμα 30-40 λεπτών αναλάμβανε υπηρεσία στο εστιατόριο του πλοίου περίπου 19.30 – 20.00 έως ώρα 22.00, οπότε τελείωνε την υπηρεσία του και ξεκουράζονταν έως το επόμενο πρωί. Όταν το δρομολόγιο του πλοίου εκκινούσε από το λιμάνι της Πάτρας, απασχολείτο στην επιβίβαση των επιβατών από ώρα 16.00 έως ώρα 17.30 και μετά από διάλειμμα μισής ώρας απασχολείτο στο εστιατόριο σελφ σερβις του πλοίου έως ώρα 20.30. Καθόν χρόνο ο ενάγων απασχολήθηκε στο μπαρ του πλοίου, κατά την ίδια ένορκη βεβαίωση, απασχολείτο είτε ως πρωινός, είτε ως βραδινός. Όταν απασχολείτο ως πρωινός άνοιγε το μπαρ του πλοίου ώρα 07.00 και εργάζονταν σε αυτό έως ώρα 09.00, ακολούθως δε, έως ώρα 11.00, απασχολείτο με τον καθαρισμό των καμπινών. Με την ολοκλήρωση της εν λόγω εργασίας ξεκουράζονταν έως ώρα 18.00, όταν το πλοίο ευρίσκετο στη Μπάρι και έως ώρα 16.00, όταν το πλοίο ελλιμενίζετο στην Πάτρα και απασχολείτο έως ώρα 21.00 και 22.00, αντίστοιχα στο μπαρ του πλοίου. Όταν υπηρετούσε σε βραδινή βάρδια ξεκινούσε την εργασία του ώρα 10.00, απασχολούμενος με την καθαριότητα των καμπινών έως ώρα 12.00 και ακολούθως, ξεκουράζονταν έως ώρα 19.00, οπότε απασχολείτο στο μπαρ του πλοίου έως ώρα 23.00-24.00. Η εναγομένη προσκομίζει αντίγραφο του αρχείου ωρών ανάπαυσης του ενάγοντος σύμφωνα με το οποίο τον μήνα Φεβρουάριο 2022 ο ενάγων εργάσθηκε μία ημέρα επί ένδεκα ώρες, δώδεκα ημέρες επί εννέα ώρες και τις υπόλοιπες ημέρες του μηνός επί 8,5 ώρες. Τον μήνα Απρίλιο 2022 εργάσθηκε μία ημέρα επί τέσσερις ώρες, μία ημέρα επί πέντε ώρες και τις υπόλοιπες επτά ημέρες επί εννέα ώρες. Τον μήνα Μάιο 2022 την ημέρα ναυτολόγησής του επί τέσσερις ώρες και τις υπόλοιπες ημέρες επί εννέα ώρες. Τον μήνα Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο 2022 και τον μήνα Μάρτιο 2023 επί εννέα ώρες καθ΄ εκάστη ημέρα. Τον μήνα Δεκέμβριο 2022 επί εννέα ώρες καθ’ εκάστη ημέρα, πλην της 26.12.2022, οπότε αναγράφεται ότι εργάσθηκε επί πέντε ώρες. Τον μήνα Ιανουάριο 2022 επί τρεις ώρες την 1.1.2023, επί πέντε ώρες καθ’ εκάστη την 20.1. και 21.1, καμία ώρα την 2.1.2023, επί επτά ώρες την 3.1.2022, επί εννέα ώρες την 31.1.2023 και τις υπόλοιπες ημέρες του εν λόγω μηνός επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη. Τον μήνα Φεβρουάριο 2023 επί 6,5 ώρες την 23.2, επί 7,5 ώρες την 8.2.2023, επί 9,5 ώρες επί δέκα τέσσερις ημέρες του εν λόγω μηνός και επί δέκα (10) ώρες καθ΄ εκάστη των υπολοίπων ένδεκα ημερών του εν λόγω μηνός. Τέλος, τον μήνα Απρίλιο 2023 επί πέντε ώρες την 7.4.2023 και επί δέκα ώρες τις υπόλοιπες έξι ημέρες του εν λόγω μηνός. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, ως προς τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος και το ωράριο αυτής κατά τις ένδικες περιόδου, απεδείχθη ότι, αυτός (ενάγων), δεν εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών την 20.1.2023 ημέρα Παρασκευή, αφού το πλοίο δεν εκτέλεσε, λόγω κακοκαιρίας δρομολόγιο, αλλά παρέμεινε δεμένο στο λιμάνι Μπάρι. Έσφαλε, επομένως, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης η εκκαλουμένη απόφαση περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος που δέχθηκε ότι και την ανωτέρω ημέρα ο ενάγων εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών επί πέντε ώρες. Περαιτέρω, όσον αφορά στις υπόλοιπες ημέρες εργασίας του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεών του, απεδείχθη ότι αυτός (ενάγων) εργαζόταν καθημερινά είτε στο εστιατόριο self service του πλοίου, το οποίο λειτουργούσε το πρωί από ώρα 07.30 έως ώρα 10.00 και το απόγευμα, όταν το πλοίο εκκινούσε το δρομολόγιό του από το λιμάνι της Μπάρι από ώρα 19.30 έως ώρα 22.00, όταν δε εκκινούσε το δρομολόγιό του από το λιμάνι της Πάτρας από ώρα 18.00 έως 20.30, είτε στο μπαρ του πλοίου το πρωί από ώρα 07.00 έως 09.00 καθόν χρόνο εργαζόταν ως πρωινός και από ώρα 09.00 έως 12.00 καθόν χρόνο απασχολείτο ως βραδινός και επιπλέον, το απόγευμα μετά την ολοκλήρωση της επιβίβασης των επιβατών έως ώρα 10.00 μ.μ. όταν εργαζόταν ως πρωινός και έως ώρα 01.00 – 01.30 π.μ. της επομένης ημέρας όταν εργαζόταν ως βραδινός, με διάλειμμα [καθόν χρόνο εργαζόταν ως βραδινός] το απόγευμα 1,5 ώρα όταν το δρομολόγιο εκκινούσε από το λιμάνι της Πάτρας και μία ώρα όταν το δρομολόγιο εκκινούσε από Μπάρι. Επιπλέον, απασχολούνταν στις εργασίες καθαρισμού των καμπινών του πλοίου, εργασίες οι οποίες διαρκούσαν μαζί με την αλλαγή των κλινοσκεπασμάτων περί τις τρεις ώρες, ενώ καθόν χρόνο το πλοίο βρισκόταν στο λιμάνι της Μπάρι, όπως σαφώς περί τούτου κατέθεσε ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρας, απασχολείτο και με εργασίες γενικής καθαριότητας. Επιπλέον, ο ενάγων απασχολείτο και στην ρεσεψιόν του πλοίου κατά την επιβίβαση των επιβατών, τόσο καθόν χρόνο υπηρετούσε στο ανωτέρω εστιατόριο, όσο και καθόν χρόνο υπηρετούσε στο μπαρ του πλοίου, στην τελευταία περίπτωση εκ περιτροπής με τον έτερο απασχολούμενο στο μπαρ του πλοίου θαλαμηπόλο. Οι εργασίες επιβίβασης διαρκούσαν τουλάχιστον μία ώρα όταν το δρομολόγιο εκκινούσε από το λιμάνι της Μπάρι και επί 1,5 ώρα όταν το δρομολόγιο εκκινούσε από το λιμάνι της Πάτρας. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές συνάγεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το συμπέρασμα ότι ο ενάγων, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του, απαιτήθηκε να εργασθεί και πράγματι εργαζόταν καθημερινά, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και αργιών, πέραν του νομίμου ωραρίου που προβλέπεται από τις ισχύσασες και εν προκειμένω εφαρμοστέες, κατά τα χρονικά διαστήματα των ενδίκων ναυτολογήσεών του, ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. ήτοι πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως κατά τις καθημερινές και Κυριακές, αφού αυτή δεν επαρκούσε, ενόψει της συνάρτησης των καθηκόντων αυτού (ενάγοντος) με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεομένων με τη διαρκή εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης γραμμής και της διάρκειας των αλλεπάλληλων δρομολογίων, που εκτελούσε το εν λόγω πλοίο. Η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο πλοίο απασχολείτο προσωπικό επιπλέον της προβλεπομένης οργανικής συνθέσεως του πληρώματός του, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, δοθέντος ότι η πληρότητα της οργανικής του συνθέσεως αποσκοπεί στην ασφάλεια του πλοίου κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν καταδεικνύει την ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία, γεγονός άλλωστε που επιβεβαιώνεται και από το ότι, κάθε μήνα καταβαλλόταν στον ενάγοντα υπ’ αυτής (δεύτερης εναγομένης), ένα χρηματικό ποσό για την υπερωριακή του εργασία, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος, αλλά και από τον αριθμό ωρών απασχόλησης του αρχείου ωρών αναπαύσεώς του, που η δεύτερη εναγομένη τηρούσε, αναγνωριζομένης υπ’ αυτής (εναγομένης) της ανάγκης υπερωριακής εργασίας του. Σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν και λαμβανομένων επίσης υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί του εν λόγω πλοίου, το οποίο ήταν δρομολογημένο στην ως άνω γραμμή και εκτελούσε τα συγκεκριμένα δρομολόγια που απεδείχθησαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω, της αυξομείωσης της επιβατικής κίνησης αναλόγως των περιόδων του έτους (μειωμένη τη χειμερινή, σημαντικά μεγαλύτερη κατά τη θερινή), της συνολικής διάρκειας εκάστου δρομολογίου, των χαρακτηριστικών του εν λόγω πλοίου, όπως απεδείχθησαν και αναλύονται ανωτέρω, του πληρώματος που απασχολούνταν στο τμήμα ενδιαιτήσεως αυτού, της σταθερής καταβολής σ’ αυτόν από την δεύτερη εναγόμενη, εργοδότριά του, παγίως κάθε μήνα χρηματικών ποσών, ως αμοιβή για υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και των ποσών που του κατέβαλε για εκτέλεση υπερωριών κατά τις καθημερινές ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές, όπερ εκ των πραγμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή (δεύτερη εναγομένη) αναγνώριζε στην πράξη την ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης για την εύρυθμη λειτουργία του πλοίου, έστω κι αν στο πλοίο υπηρετούσε προσωπικό ενδιαιτήσεως πλέον του προβλεπομένου της οργανικής του συνθέσεως, της φύσεως και του αντικειμένου της απασχόλησής του και των καθηκόντων της ειδικότητάς του, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιεγράφηκαν ανωτέρω και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, ενόψει του ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς του στο πλοίο δε θα μπορούσαν εξ ορισμού να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (βλ. ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340), με αποτέλεσμα ο χρόνος παραμονής αυτού στο πλοίο κατά τον ημερήσιο πλου, να μην ταυτίζεται αναγκαίως με χρόνο πραγματικής απασχόλησής του σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα [πλην της 20.1.2023] αυτός (ενάγων) εργαζόταν, κατά μέσο όρο, επί δώδεκα (12) ώρες καθημερινά εκ των οποίων, οι τέσσερις (4) ώρες είναι υπερωριακή εργασία τις καθημερινές ημέρες και τις ημέρες Κυριακής, ενώ το σύνολό αυτών είναι υπερωριακή εργασία τις ημέρες Σαββάτου και αργιών. Ειδικώς όσον αφορά την 5.2.2023 και 6.2.2023 για τις οποίες η δεύτερη εναγομένη, με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά διότι το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω κακοκαιρίας, αν και η δεύτερη εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει την από 5.2.2023 ανακοίνωση που υπογράφεται από τον Διευθυντή Πωλήσεων Γραμμών Αδριατικής ……….. και τον Διευθυντή Εμπορικής Εκμετάλλευσης ……., σύμφωνα με την οποία το δρομολόγιο της γραμμής Μπάρι δεν θα εκτελούνταν την 5.2.2023 και ώρα 17.30, εν τέλει απεδείχθη ότι το εν λόγω πλοίο την 5/2/2023 απέπλευσε από το λιμάνι της Μπάρι όχι όπως ήταν προγραμματισμένο ήτοι ώρα 19.30, αλλά λόγω της κακοκαιρίας έλαβε άδεια απόπλου την ίδια ημέρα (5.2.2023) ώρα 20.20 και πράγματι απέπλευσε την ίδια ημέρα μετά τη λήψη άδειας απόπλου. Παράλληλα δε, κατά τη διάρκεια αναμονής προς άδεια απόπλου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ημερολογίου γέφυρας, στο πλοίο είχαν ήδη επιβιβασθεί επιβάτες, με αποτέλεσμα ο ενάγων που εργαζόταν στο τμήμα ενδιαιτήσεως, να κρίνεται ότι απασχολείτο κανονικά στην εργασία του, εξυπηρετώντας του επιβάτες. Εξάλλου, όσον αφορά στην 6.2.2023, προσκομίζεται η από 6.2.2023 ανακοίνωση της δεύτερης εναγομένης που υπογράφεται από τον Διευθυντή Πωλήσεων Γραμμών Αδριατικής ………… και τον Διευθυντή Εμπορικής Εκμετάλλευσης …….., σύμφωνα με την οποία το δρομολόγιο της γραμμής Μπάρι θα εκτελούνταν την ημέρα Δευτέρα 6.2.2023 ώρα 19.30. Εν τούτοις, παράλληλα προσκομίζεται μερικό απόσπασμα του ημερολογίου γέφυρας του πλοίου, από το οποίο προκύπτει ότι το πλοίο ταξίδεψε, χωρίς παράλληλα να προσκομίζεται αντίγραφο του ημερολογίου γέφυρας του πλοίου όλης της κίνησης αυτού κατ’ αυτή την ημέρα (6.2.2023). Τέλος, η εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι, την 8.2.2022 και 9.2.2022 το πλοίο εκτέλεσε το δρομολόγιο Μπάρι – Ηγουμενίτσα και Ηγουμενίτσα – Μπάρι, χωρίς να προσεγγίσει το λιμάνι της Πάτρας λόγω κακοκαιρίας, πλην όμως δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται και το ημερολόγιο γέφυρας, απεδείχθη, κατά τις αναφορές της ίδιας της δεύτερης εναγομένης ότι το πλοίο εκτέλεσε δρομολόγια έστω κι αν δεν προσέγγισε το λιμάνι της Πάτρας και δεν παρέμεινε σε ακινησία. Επομένως, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εδέχθη ότι, κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα, ο ενάγων εργαζόταν ημερησίως, επί δέκα τρεις (13) ώρες καθ’ εκάστη, όπως βάσιμα εν μέρει υποστηρίζει η δεύτερη εναγομένη με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, γενομένου αυτού εν μέρει δεκτού ως βασίμου στην ουσία του, απορριπτομένου κατά τούτο ως αβασίμου στην ουσία του του δευτέρου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους αυτός (ενάγων) εργαζόταν επί δέκα οκτώ ώρες καθ’ εκάστη, ισχυρισμός ο οποίος δεν κρίνεται βάσιμος για τις επιπλέον των δώδεκα ωρών ημερησίως, ώρες από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και ιδίως της οργανικής πληρότητας του εν λόγω πλοίου και των δρομολογίων που αυτό εκτέλεσε κατά την ένδικη περίοδο. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο ενάγων εργάσθηκε εντός του έτους 2022 πέραν των οκτώ ωρών επί διακόσιες πενήντα έξι [256] ημέρες καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Επιπλέον, απεδείχθη ότι, ο ενάγων εργάσθηκε επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη των σαράντα τεσσάρων [44] ημερών Σαββάτου του εν λόγω χρονικού διαστήματος και όχι επί σαράντα πέντε [45] ημέρες Σαββάτου, όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον βάσιμο κατά τούτο τρίτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, καθώς και εννέα [9] ημέρες αργίας, σύμφωνα με τον αγωγικό ισχυρισμό, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Ως εκ τούτου, για την ανωτέρω αποδειχθείσα υπερωριακή του εργασία εντός του έτους 2022 ο ενάγων εδικαιούτο (i) για διακόσιες πενήντα έξι [256] καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, το ποσό των ευρώ [256 επί 4 ώρες= 1.024 επί 8,11 =] 8.304,64, έναντι του οποίου έλαβε, ως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 6.113,81 και επομένως, δικαιούται ως υπόλοιπο, το ποσό των ευρώ [8.304,64 μείον 6.113,81 =] 2.190,83 και (ii) για σαράντα τέσσερις (44) ημέρες Σαββάτου και εννέα (9) ημέρες αργίας, το ποσό των ευρώ [(44 + 9=) 53 επί 12 = 636 επί 9,74=] 6.194,64, έναντι του οποίου έλαβε, ως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 4.588,90 και επομένως, δικαιούται ως υπόλοιπο, το ποσό των ευρώ [6.194,64 μείον 4.588,90 =] 1.605,74. Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων δεν απεδείχθη ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 7.4.2023 εργάσθηκε πέραν των ογδόντα μίας [81] ημερών οι οποίες συνομολογούνται από την δεύτερη εναγομένη εκ των οποίων, αφαιρουμένης μιας ημέρας και δη την 20.1.2023, ημέρα Παρασκευή, οπότε απεδείχθη ότι δεν εργάσθηκε υπερωριακά, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε υπερωριακά επί ογδόντα [80] ημέρες καθημερινές και Κυριακές και όχι επί 86 ημέρες Καθημερινές και Κυριακές όπως, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Ως εκ τούτου, για την απασχόλησή του πέραν του νομίμου ωραρίου κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 7.4.2023 ο ενάγων εδικαιούτο (i) για ογδόντα (80) ημέρες Καθημερινές και ημέρες Κυριακής το ποσό των ευρώ [80 επί 4 ώρες= 320 επί 8,60 =] 2.752,00, έναντι του οποίου έλαβε, ως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 2.026,34 και επομένως, δικαιούται ως υπόλοιπο το ποσό των ευρώ [2.752,00 μείον 2.026,34 =] 725,66 και (ii) για επτά (7) ημέρες Σαββάτου και τέσσερις (4) ημέρες αργίας, το ποσό των ευρώ [(7 + 4=) 11 επί 12 = 132 επί 10,32=] 1.362,24, έναντι του οποίου έλαβε, ως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, το ποσό των ευρώ 1.520,62 και επομένως έχει πλήρως εξοφληθεί. Συνολικά, επομένως, για την υπερωριακή του απασχόληση επί του ενδίκου πλοίου ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο αμοιβής εκ ποσού ευρώ [2.190,83 + 1.605,74 + 725,66 =] 4.522,23. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε διαφορετική κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί από το γεγονός ότι ο ενάγων υπέγραφε χωρίς επιφύλαξη ή χωρίς κάποια παρατήρηση στις καταστάσεις μηνιαίων ωρών ανάπαυσης, όπως το περιεχόμενο αυτών απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, οι οποίες συντάσσονταν από την δεύτερη εναγομένη, αφού η άνευ επιφυλάξεως υπογραφή επ’ αυτών από τον ενάγοντα, δεν μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών του –περί υπερωριακής εργασίας – (ΕΠ 716/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕΠ 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕΠ 452/2010, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), καθώς συμβαίνει συχνά οι εργαζόμενοι να υπογράφουν προκειμένου να μην αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους εργοδότες τους και να μην τίθεται σε κίνδυνο η εργασιακή τους σχέση, δίχως παράλληλα η υπογραφή αυτού (ενάγοντος) επί μίας των προσκομιζόμενων αποδείξεων μηνιαίων αμοιβών υπερωριών να αποτελεί εξώδικη ομολογία, πλην του γεγονότος της καταβολής του ποσού που αναγράφεται στην εν λόγω απόδειξη [ΑΠ 891/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, όπως έχει παγίως νομολογηθεί, η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των μισθοδοτικών του καταστάσεων ή του βιβλίου υπερωριών δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, παραίτησή του από τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά του. Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των ως άνω δελτίων μισθοδοσίας και του βιβλίου υπερωριών, η μη αμφισβήτηση των εγγραφών επ’ αυτών και η μη έκφραση παραπόνων για τις αμοιβές που του κατέβαλε η δεύτερη εναγομένη για την εν λόγω αιτία, ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) δεν έχει έννομη επιρροή, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα νόμιμα δικαιώματά του, που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, ΝΟΜΟΣ, EΠ 698/2014, Δνη 2015/504, ΕΠ 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208). Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία υποστήριξε ότι, στις ως άνω έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας που κατήρτισε με τον ενάγοντα, περιελήφθη υπό του τίτλου «Συμπληρωματικοί όροι που περιλαμβάνονται όπως τυχόν αμοιβαίως συμφωνήθηκαν από τα μέρη» όρος, κατά την ακριβή διατύπωση του οποίου «1. Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρεία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες vόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρείας σχετικά με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. … 4. Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία πιστωθούν στο λογαριασμό μισθοδοσίας του Ναυτικού ποσά που δεν δικαιούται αυτός, είτε γιατί δεν προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση εργασίας, είτε γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η εργασία του, είτε γιατί δεν δικαιολογείται το πιστωθέν ποσό από την όλη εργασιακή σχέση, η Εταιρία ή ο Πλοίαρχος δικαιούται να καταλογίσει τα αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά στον επόμενο λογαριασμό μισθοδοσίας…». Η ίδια περαιτέρω υποστήριξε ότι, με τους όρους αυτούς, συμπεριελήφθη στις ανωτέρω συμβάσεις, ρητή και σαφής συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι, κάθε ποσό που θα καταβάλει η ίδια (δεύτερη εναγόμενη εταιρεία) στον ενάγοντα, υπέρτερο των ελαχίστων νομίμων (κατά την εφαρμοστέα ΣΣΝΕ) αποδοχών του, μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από τον ενάγοντα ναυτικό υπερωρίες. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι, η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα χωρίς να έχει υποχρέωση, ως «έκτακτες αμοιβές», το ποσό των ευρώ 375,47 τον μήνα Ιανουάριο 2022, το ποσό των ευρώ 406,45 τον μην Φεβρουάριο 2022, το ποσό των ευρώ 207.60 τον μήνα Απρίλιο 2022, το ποσό των ευρώ 774,06 τον μήνα Μάιο 2022, το ποσό των ευρώ 1.021,47 τον μήνα Ιούνιο 2022, το ποσό των ευρώ 1.374,98 τον μήνα Ιούλιο 2022, το ποσό των ευρώ 1.293,26 τον μήνα Αύγουστο 2022, το ποσό των ευρώ 1.036,47 τον μήνα Σεπτέμβριο 2022, το ποσό των ευρώ 887,04 τον μήνα Οκτώβριο 2022, το ποσό των ευρώ 653,77 τον μήνα Νοέμβριο 2022 και το ποσό των ευρώ 626,44 τον μήνα Δεκέμβριο 2022 και συνολικά με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» κατά το έτος 2022 κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 8.657,01. Επίσης, κατά το έτος 2023 κατέβαλε με την αυτή αιτιολογία στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 2.103,66 συνολικά και δη το ποσό των ευρώ 566,77 τον μήνα Ιανουάριο 2023, το ποσό των ευρώ 511,63 τον μήνα Φεβρουάριο 2023, το ποσό των ευρώ 814,31 τον μήνα Μάρτιο 2022 και το ποσό των ευρώ 210,95 κατά τον μήνα Απρίλιο 2023, ποσά τα οποία πρέπει, κατά τον ανωτέρω συμβατικό όρο, να συμψηφισθούν με τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος περί καταβολής υπερωριακής αμοιβής για την ανωτέρω εργασία του. Με την εκκαλουμένη απόφαση, κατόπιν ερμηνείας του ανωτέρω όρου των επίδικων συμβάσεων ναυτικής εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ορισμένης και ειδικής συμφωνίας μεταξύ των συμβληθέντων (ενάγοντος και δεύτερης εναγομένης) περί καταλογισμού των ανωτέρω ποσών που η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», στις συμβατικές αποδοχές του ενάγοντος που προβλέπονταν από τις ανωτέρω ΣΣΝΕ, αφού η αόριστη διατύπωση του επικαλούμενου από την δεύτερη εναγομένη ως άνω συμβατικού όρου, ερμηνευομένου κατά τις ανωτέρω διατάξεις, δεν επιτρέπει τον συμψηφισμό των ανωτέρω ποσών που η δεύτερη εναγομένη χορηγούσε εξ ελευθεριότητος με την οφειλομένη προς αυτόν αμοιβή για υπερωριακή εργασία, απέρριψε δε τον σχετικό ισχυρισμό αυτής (δεύτερης εναγομένης) ως αβάσιμο στην ουσία του. Η τελευταία (δεύτερη εναγομένη) με τον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσής της έπληξε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι αυτή (δεύτερη εναγομένη) επικαλούμενη απόσβεση της απαίτησης δια των εν λόγω ποσών, αρκούσε να αποδείξει την καταβολή των επικαλούμενων από αυτή ποσών, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται ότι η γενόμενη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, καθώς επίσης για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 440, 441, 173 και 200 ΑΚ και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επί του λόγου αυτού εφέσεως θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 3 § 1 του Ν. 3239/1955, η ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίζεται από πρόσωπο δεσμευόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους θεσπισθέντες με αυτήν την τελευταία όρους, οι δε αντίθετες ατομικές συμφωνίες είναι άκυρες. Όμως, όροι ατομικής εργασιακής συμβάσεως, ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από αυτούς της συλλογικής σύμβασης, είναι επικρατέστεροι. Εκ τούτων, συνάγεται ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπόμενων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις πέραν των νομίμων καταβαλλόμενες, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο συνάψεως της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες που θα θεσπιστούν μετά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και για αξιώσεις από ναυτική εργασία, που θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 516/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 465/2009, ΕΝαυτΔ 2009/276). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 44/160 = ΔΕΝ 2002/1314, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208, ΕφΠειρ 391/2009, ΕΝαυτΔ 2009/283, ΕφΠειρ 429/2008, ΕΝαυτΔ 2008/284, ΕφΠειρ 30/2008, ΕΝαυτΔ 2008/106). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ. 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία ΣΣΝΕ μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη περί καταλογισμού αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού. Αντιθέτως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές στην περίπτωση, αλλά μόνον σ’ αυτήν, κατά την οποία υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 213/2016, ΜονΕφΠειρ. 50/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 322/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 221/2015, Δνη 2016/1405, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ο.π., ΤριμΕφΠειρ 185/2012, ΕΝαυτΔ 2012/397, ΤριμΕφΠειρ 471/2011, ΕΝαυτΔ 2011/257, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση που δεν εξειδικεύονται οι αποδοχές που καλύπτει ο «κλειστός» μισθός και υπάρχει κενό στη σύμβαση εργασίας ή γεννιέται αμφιβολία περί της έννοιας των βουλήσεων που δηλώθηκαν, αν δηλαδή περιλαμβάνονται ή όχι σε αυτόν ορισμένες από τις νόμιμες απαιτήσεις του ναυτικού, ανακύπτει θέμα ερμηνείας της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1214/2010, ΕφΑΔ 2010/1322, ΑΠ 1746/2009, ΝοΒ 58/729, ΑΠ 142/2003, Δνη 44/1305, ΑΠ 737/2001, Δνη 43/723, ΑΠ 1700/1998, ΕΝαυτΔ 1999/465, ΕφΠειρ. 670/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 457/2000, ΔΕΕ 2000/895). Εν προκειμένω, από τις προσκομιζόμενες ως άνω έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης, αποδεικνύεται ότι, υπό του τίτλου «Συμπληρωματικοί όροι που περιλαμβάνονται όπως τυχόν αμοιβαίως συμφωνήθηκαν από τα μέρη» περιελήφθη όρος, κατά την ακριβή διατύπωση του οποίου «1. Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρεία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες vόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρείας σχετικά με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. … 4. Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία πιστωθούν στο λογαριασμό μισθοδοσίας του Ναυτικού ποσά που δεν δικαιούται αυτός, είτε γιατί δεν προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση εργασίας, είτε γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η εργασία του, είτε γιατί δεν δικαιολογείται το πιστωθέν ποσό από την όλη εργασιακή σχέση, η Εταιρία ή ο Πλοίαρχος δικαιούται να καταλογίσει τα αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά στον επόμενο λογαριασμό μισθοδοσίας…». Ο συμβατικός αυτός όρος, εν τούτοις, ερμηνευόμενος κατά τις υποδείξεις των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν επιτρέπει οποιονδήποτε συμψηφισμό, εφόσον δι’ αυτού δεν προσδιορίζονται ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες αποδοχές του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με πραγματοποιούμενες υπερωρίες του ή με άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της εργοδότριας εταιρείας. Δεν συνέτρεξαν, επομένως, εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις του επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, αφού δεν προσδιορίσθηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές (ως επιμίσθιο, τακτικά και παγίως καταβαλλόμενο) του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της δεύτερης εναγομένης προς αυτόν, προερχόμενες από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Πράγματι, η αόριστη διατύπωση της εν λόγω συμφωνίας, δεν δύναται να θεμελιώσει δυνατότητα συμβατικού συμψηφισμού των εν λόγω «εκτάκτων αμοιβών», όπως, αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στον επίμαχο όρο προβλεπόταν ρητώς ότι οι συγκεκριμένες παροχές, υπό την ένδειξη «έκτακτες αμοιβές», οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ποσοστό επί των εισπράξεων του εστιατορίου και του μπαρ του πλοίου, θα καλύπτουν την οφειλόμενη υπερωριακή αμοιβή του ενάγοντος (ΕφΠειρ. 464/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Επομένως, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης περί συμβατικού συμψηφισμού, κατ’ ακριβολογία περί καταλογισμού, της ανωτέρω απαίτησης του ενάγοντος περί καταβολής σε αυτόν του ποσού των ευρώ 4.522,23 για αμοιβή του για την ανωτέρω αποδειχθείσα υπερωριακή του απασχόληση, δυνάμει του αμέσως ανωτέρω αναφερομένου όρου των ενδίκων συμβάσεων ναυτολογήσεως, με το ποσό των ευρώ 10.760,67, το οποίο αυτή (δεύτερη εναγομένη) κατέβαλε στον ενάγοντα πέραν των νομίμων αποδοχών του και με τον τίτλο, στις αποδείξεις μισθοδοσίας, «έκτακτες αμοιβές», τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού το πρόσθετο τούτο ποσό αποτελεί μέρος των αποδοχών του ενάγοντος και δεν δύναται μονομερώς να καταλογισθεί προς τις επίδικες αξιώσεις του από τη σύμβαση εργασίας του. Οι αιτιάσεις της δεύτερης εναγομένης που περιέχονται στον ίδιο (τέταρτο) λόγο της έφεσής της περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, τυγχάνει αβάσιμες στην ουσία τους, εφόσον η ίδια η δεύτερη εναγομένη, ήδη από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία δεν ανέφερε ότι το ως άνω ποσό των ευρώ 10.760,67 κατέβαλε στον ενάγοντα για την επίδικη απαίτησή του, ήτοι ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, αλλά ανέφερε ότι το ποσό αυτό του κατέβαλε ως «έκτακτες αμοιβές», το οποίο αποτελούσε ποσοστό επί των εισπράξεων του μπαρ και του εστιατορίου του πλοίου. Επικαλούμενη δε ακολούθως τον ως άνω όρο που περιείχετο στις έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας έκανε λόγο για συμβατικό συμψηφισμό των εν λόγω εκτάκτων παροχών με τις απαιτήσεις του ενάγοντος για καταβολή της αμοιβής του για υπερωριακή απασχόληση. Ως εκ τούτου, η δεύτερη εναγομένη ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι τα ανωτέρω ποσά κατεβλήθησαν έναντι της ένδικης απαίτησης. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου στην ουσία του του τετάρτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Στα πλαίσια του δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσής της η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προβληθέντα αμυντικό ισχυρισμό της ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής, είναι καταχρηστική. Ειδικότερα, η δεύτερη εναγομένη, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 14 επ.), υπό τον τίτλο «Επικουρικώς – ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος» ισχυρίσθηκε ότι, ο ενάγων εργάσθηκε σε πλοία του ομίλου της αδιαλείπτως από το έτος 1998 έως το έτος 2023, χωρίς ουδέποτε να διατυπώσει κάποιο παράπονο. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι ο διατυπωθείς εκ των υστέρων ισχυρισμός αυτού (ενάγοντος) ότι εργαζόταν επί δέκα οκτώ ώρες τυγχάνει ψευδής. Στην περίπτωση εν τούτοις που αποδειχθεί ότι κάποιο κονδύλιο της ένδικης αγωγής τυγχάνει βάσιμο, ισχυρίσθηκε ακολούθως η ίδια ότι ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός θα πρέπει να κριθεί ως καταχρηστικός και δη αντίθετος στην έως της εγέρσεως της ένδικης αγωγής του πολυετούς συμπεριφοράς του έναντι αυτής και ως εκ τούτου, να απορριφθεί ως αντίθετος στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως αφενός μεν διότι η εναγομένη με τον εν λόγω ισχυρισμό της αμφισβητεί την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και με επάλληλη αιτιολογία, διότι η ανοχή του ενάγοντος επί είκοσι πέντε στην καταβολή μειωμένων αποδοχών, κατά τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής του για καταβολή σε αυτόν των νομίμων ελαχίστων αποδοχών του. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης, τυγχάνει πράγματι μη νόμιμος διότι η δεύτερη εναγομένη, προς θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν επικαλείται στοιχεία συμπεριφοράς του ενάγοντος από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του και δη ότι δεν θα αξιώσει το υπόλοιπο της αμοιβής του που ως άνω απεδείχθη ότι δικαιούται υπερωριακή του απασχόληση, ούτε όμως επικαλείται περιστατικά συμπεριφοράς αυτού, που δύναται να εκτιμηθούν ως προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματός της [ΑΠ 188/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, ακόμη και αν δημιούργησε στη δεύτερη εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκησή του, αφού η δεύτερη εναγομένη δεν επικαλείται ότι συντρέχουν επιπλέον συγκεκριμένα περιστατικά συμπεριφοράς του ενάγοντος που διαμόρφωσαν μια κατάσταση, η οποία διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και ότι η μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος του που τείνει στην ανατροπή αυτής της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ [ΑΠ 84/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Τέλος, η δεύτερη εναγομένη, επαναφέροντας τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της με τον πέμπτο λόγο έφεσης, αξίωσε όπως απορριφθεί το αίτημα του ενάγοντος περί επιδίκασης τόκων επιδικίας για τον μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής χρόνο, επικαλούμενη εύλογη αντιδικία, καθώς επίσης και το γεγονός ότι προέβαλε ένσταση καταβολής, άλλως συμψηφισμού επί των ενδίκων απαιτήσεων ως ανωτέρω αναλύεται. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι «ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος», αντικαταστάθηκε με το άρθρο2 του ν.4055/2012, ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού από 2.4.2012, κατά το οποίο: «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής, ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως τη οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται, κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής αποφάσεως, που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο». Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιορισθούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στον δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν.4055/2012). Έτσι ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, η κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας. Το πότε υφίσταται εύλογη αντιδικία θα κριθεί in concreto από το δικάζον δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, λ.χ. αν το αντικείμενο της δίκης είναι ερμηνεία νέας νομικής διατάξεως ή αν υφίστανται εν γένει κατά τη δικαστική διάγνωση της υποθέσεως σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες (ΑΠ 1207/2017, ΕφΑιγ 79/2020, ΕφΑθ 303/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο ειδικές περιστάσεις (εύλογη αντιδικία), καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής κάποιας νέας και δυσχερούς ερμηνευτικά νομικής διάταξης. Εξάλλου, η δεύτερη εναγομένη ως εργοδότρια του ενάγοντος εγνώριζε τις ώρες απασχόλησής του. Τέλος, το γεγονός ότι η δεύτερη εναγόμενη προέβαλε την ανωτέρω απορριφθείσα ως αβάσιμη στην ουσία της ένσταση συμβατικού συμψηφισμού – καταλογισμού, δεν είναι αρκετό για να προσδώσει στην υπό κρίση διαφορά τον χαρακτήρα της εύλογης αντιδικίας. Συνεπώς το παραδεκτώς υποβληθέν πρωτοδίκως αίτημα της δεύτερης εναγόμενης, περί εξαιρέσεως από τον τόκο επιδικίας του ως άνω επιδικασθέντος ποσού, τυγχάνει απορριπτέο, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όμοια κρίνοντας με συνοπτική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 346 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος έφεσης της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες τέσσερις συμβάσεις ναυτικής εργασίας, τις συμβάσεις αυτές ο ενάγων κατήρτισε με την δεύτερη εναγομένη πλοιοκτήτρια του ανωτέρω πλοίου εταιρεία, δια του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα. Μάλιστα, για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης τις συμβάσεις αυτές υπέγραψαν οι ………….. την πρώτη, δεύτερη και τέταρτη και ο …… την τρίτη εξ αυτών θέτοντας τη σφραγίδα του υποκαταστήματος της δεύτερης εναγομένης στην Ελλάδα, ήτοι τη σφραγίδα της εταιρείας με την επωνυμία ………………. και όχι αυτή της πρώτης εναγομένης, ως διατείνεται ο ενάγων με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η πρώτη εναγομένη δεν δύναται να υποχρεωθεί προς καταβολή των ανωτέρω απαιτήσεων του ενάγοντος τις οποίες αυτός διατηρεί σε βάρος της εργοδότριάς του δεύτερης εναγομένης, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 762/1978, σύμφωνα με τις οποίες «1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 53 του Κ.Ι.Ν.Δ., εάν ο εργοδότης ναυτικού, πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, δεν έχη μόνιμον κατοικίαν εν Ελλάδι ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συνάπτων μετά ναυτικού εν Ελλάδι σύμβασιν παροχής εργασίας εις πλοίον του εργοδότου, ευθύνεται εις ολόκληρον μετ` αυτού δι` απάσας τας εκ της σχέσεως ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής απορρεούσας υποχρεώσεις του εργοδότου έναντι του ναυτικού, θεωρούμενος δια την περίπτωσιν αυτήν και ως αντίκλητος αυτού. Εις περίπτωσιν κηρύξεως του εργοδότου εις κατάστασιν πτωχεύσεως, ο κατά τα άνω συνάπτων μετά του ναυτικού σύμβασιν αντιπρόσωπος του εργοδότου, ευθύνεται μόνον διά τας απαιτήσεις του ναυτικού, αι οποίαι εγεννήθησαν κατά τους τελευταίους εξ μήνας πρό της ημέρας της κηρύξεως της πτωχεύσεως.», προϋπόθεση ευθύνης αυτής (πρώτης εναγομένης) ως αντιπροσώπου της δεύτερης εναγομένης αλλοδαπής εταιρείας, είναι η υπ’ αυτής (πρώτης εναγομένης) κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, περίπτωση που δεν απεδείχθη ότι συντρέχει εν προκειμένω. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την υπό κρίση αγωγή καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης εναγομένης, έστω και με συνοπτική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση του ενάγοντος και να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της η ένδικη έφεση της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος αφορά την δεύτερη εναγομένη και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), η ένδικη αγωγή, η οποία είναι νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ., 340, 341, 345 ΑΚ, 53 και 54 του ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των Συλλογικών Συμβάσεων Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων των ετών 2022 και 2023-2024, που κυρώθηκαν με τις υπ’ αριθμ. ΥΑ 2242.5-1.10/8368/2022 (ΦΕΚ Β 620/14.02.2022) και ΥΑ 2242.5-7/51901/2023 (ΦΕΚ Β 4619/19.07.2023) του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, αντίστοιχα και επαρκώς ορισμένη, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι τριών λεπτών [ευρώ 4.522,23], νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του (ενάγοντος), ήτοι από την 8.4.2023. Κατόπιν αυτών, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του, υποβληθέντος με το δικόγραφο της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, αιτήματος αυτής για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκ μέρους της καταβολή στον ενάγοντα του επιδικασθέντως ως προσωρινά εκτελεστού με την εκκαλουμένη απόφαση, ποσού των ευρώ τριών χιλιάδων [3.000], αφού το επιδικαζόμενο ποσό υπερβαίνει το ανωτέρω καταβληθέν. Τέλος, ενόψει του ότι με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής με την οποία καθορίσθηκαν τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, σε βάρος του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης εναγομένης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 30.9.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……./01-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/06-10-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση και την από 8.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./10-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./10.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση, με την παρουσία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία της την από 8.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/10-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………./10.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των εφεσιβλήτων αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Λιβερία, εταιρείας με την επωνυμία «……………….», του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, ποσού διακοσίων ογδόντα οκτώ (288) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και στην ουσία της την από 30.9.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……/01-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …../06-10-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 2785/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εξεδόθη κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών καθό μέρος αφορά την δεύτερη των εναγομένων αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Λιβερία, εταιρεία με την επωνυμία «……………..».
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 14.12.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………../19.12.2023 αγωγή, καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της δεύτερης των εναγομένων αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Λιβερία, εταιρείας με την επωνυμία «…………….».
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγομένη αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Λιβερία, εταιρεία με την επωνυμία «………………» να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι τριών λεπτών [ευρώ 4.522,23], νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του (ενάγοντος), ήτοι από την 8.4.2023.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τη δεύτερη εναγομένη αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη Λιβερία, εταιρεία με την επωνυμία «……………….» σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των ευρώ τριακοσίων (300).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων την 7.5.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ