Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 325/2026

Αριθμός    325 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  ……………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ……….., 2) ……….., 3) ………. και 4) …………….. οι οποίοι άπαντες (1-4) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους Δικηγόρο Ιωάννη Μυταλούλη [ΜΥΤΑΛΟΥΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ-ΣΠΥΡΑΚΗ ΜΑΡΙΑ Δικηγορική Εταιρία].

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» με δτ «……………», διαδόχου της «…………..» που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Χριστίνα Συλίκου [ΣΙΟΥΦΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  την  με ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………/2014 ανακοπή και τους με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2016 πρόσθετους λόγους ανακοπής, επί των οποίων  (ανακοπής και προσθέτων αυτής λόγων) εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 14/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου  οι ανακόπτοντες-ασκούντες πρόσθετους λογους ανακοπής και ήδη εκκαλούντες με την από 13.7.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …../2021 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2021) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 20η.10.2022 μετά δε από διαδοχικές αναβολές, στη δικάσιμο της 25ης.5.2023 και στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου  αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  Η κρινόμενη από 13-7-2021 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2021 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 14/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, αρμόδια φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν.3994/2011), έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε διετία από τη δημοσίευσή της (άρθρ.  495 παρ.1, 498, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517,  518 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015  και 591 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ.533 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει  κατατεθεί  από  τους εκκαλούντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ, το νόμιμο παράβολο, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 14-7-2021 πράξη κατάθεσης παραβόλου του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες, ……………., με την από 8-11-2014 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2014 ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» και ήδη εφεσίβλητης, ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ……/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε  για απαίτηση της  καθ’ ης από την υπ’ αριθμ. ……/30-12-1986 σύμβαση  πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 17.000.000 ευρώ, στην οποία η καθ΄ης είχε δικαίωμα να εντάξει την απαίτησή της από την υπ’ αριθμ. ……/28-12-2009 σύμβαση τοκοχρωλυτικού δανείου, ποσού 495.000 ευρώ, τις οποίες (συμβάσεις) κατήρτισαν η «……………», καθολική διάδοχος της οποίας είναι η καθ΄ης η ανακοπή, με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….,»,  υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν οι ανακόπτοντες και με την οποία οι τελευταίοι επιτάσσονται να καταβάλουν στην καθ` ης η ανακοπή, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των  592.742,72 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, καθώς και η από 9-10-2014 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 14/2020 απόφασή του, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και επιταγή προς πληρωμή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ανακόπτοντες με την υπό κρίση έφεσή τους, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν, δε, την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή  και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και επιταγή προς πληρωμή.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως, ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 1071/2017, Α.Π. 330/2012, ΑΠ 15/2007). Περαιτέρω, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και όχι δικαστική απόφαση και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη, αρκεί να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α, β, ε και στ του άρθρου 630 ΚΠολΔ, το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί, καθώς και την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν είναι απαραίτητο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (βλ. Α.Π. 1852/2012, ΑΠ 1094/2006, ΕφΑθ 3177/2011, ΕφΘεσ 201/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται,  κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είναι αόριστη, καθόσον δεν αναφέρεται σε αυτή ότι η αξίωση της καθ΄ης Τράπεζας από  την υπ’ αριθμ. ………/28-12-2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου εισήλθε στον αλληλόχρεο λογαριασμό, παρά μόνο ότι είχε συμφωνηθεί πως είχε δικαίωμα προς τούτο. Επίσης ότι και η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι δεν αναφέρονται σε αυτή τα ανωτέρω και δεν προκύπτει η ακριβής νομική αιτία για την οποία εκδόθηκε. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι της ανακοπής είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, καθόσον σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής συνιστά η αναφορά της απαίτησης και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και δεν απαιτείται να αναφέρεται ότι η απαίτηση από την ως άνω σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου εισήλθε στον αλληλόχρεο, αφού αναφέρονται σε αυτή οι προαναφερόμενες σύμβαση πίστωσης ανοιχτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού και σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθώς και ότι η καθ΄ης Τράπεζα είχε δικαίωμα να εντάξει την απαίτησή της από την τελευταία σύμβαση στον αλληλόχρεο λογαριασμό, Επίσης, τα ως άνω στοιχεία που επικαλούνται οι ανακόπτοντες, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούν απαραίτητα κατά το νόμο στοιχεία της διαταγής πληρωμής. Στην εν λόγω διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι στην πιστούχο ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……….» παρείχε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………» πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 900.000.000 δρχ. ή 2.641.232,58 ευρώ, καθώς και στη συνέχεια δάνειο ποσού 495.000 ευρώ, με ρητή πρόβλεψη ότι η Τράπεζα έχει δικαίωμα να εντάξει την απαίτησή της στον αλληλόχρεο λογαριασμό και ότι οι ανακόπτοντες, αφού έλαβαν γνώση όλων των όρων των προαναφερθεισών συμβάσεων, των πράξεων μεταβολής ύψους πίστωσης και των προσθέτων πράξεων και των προσθέτων συμφώνων, εγγυήθηκαν προς την ως άνω τραπεζική εταιρεία υπέρ της πιστούχου την τήρηση όλων των συμβάσεων και την ολοσχερή εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού κατά το κλείσιμό του, αναλαμβάνοντας ρητά την υποχρέωση της άμεσης και ανεπιφύλακτης καταβολής αυτού στην Τράπεζα, ευθυνόμενοι αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι ρητά από το ευεργέτημα της διζήσεως, καθώς και από τα δικαιώματα, ευεργετήματα και τις ενστάσεις και προθεσμίες που προβλέπονται από τα άρθρα 850-869 Α.Κ. και γενικά από κάθε ένσταση κατά της Τράπεζας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 47, 64, 67 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923, 112 Εισ.ΝΑΚ και 361, 436, 438 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ήτοι, με αλληλόχρεο λογαριασμό, η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια και ο αντισυμβαλλόμενος, ονομαζόμενος πιστούχος, συμφωνούν να παράσχει εκείνη πίστωση ορισμένου χρηματικού ποσού σ΄αυτόν, συνήθως δυνάμενο να αναλάβει τα δανειζόμενα χρήματα είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά, και να καταχωρίζουν τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της και δεν είναι απαιτητή, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και τούτο λόγω της συγχώνευσής της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω σύμβασης είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοικτός λογαριασμός, ο οποίος προϋποθέτει δυνατότητα εκατέρωθεν αποστολών σε οποιαδήποτε στιγμή έως το οριστικό κλείσιμό του, ενώ είναι αδιάφορο το αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι αποστολές του ενός μέρους πάντοτε υπολείπονται καθ΄ύψος των αποστολών του άλλου μέρους ή και παύουν να λαμβάνουν χώρα μετά ορισμένη στιγμή. Η δε πιστώτρια μπορεί εκ του νόμου να κλείνει οριστικά το λογαριασμό αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας μετά ταύτα στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του, τυχόν, υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς, βέβαια, να τίθεται, κατ΄αρχήν, θέμα κατά πόσο εκείνη πρέπει, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου, να καταγγείλει τη σύμβαση. Πιστώτρια, δε και πιστούχος μπορούν, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνήσουν ότι τους τυχόν μεταξύ τους υφισταμένους ανοικτούς λογαριασμούς περισσότερων συμβάσεων πιστώσεων τους ενοποιούν, με συνέπεια, βέβαια, του λοιπού να επέρχεται προσωρινό κλείσιμο των παλαιών λογαριασμών, τα αντίστοιχα προσωρινά κατάλοιπα να καταχωρίζονται ως κονδύλια στον ενοποιημένο λογαριασμό και να υπόκειται σε οριστικό κλείσιμο μόνο αυτός ο νέος λογαριασμός. Ακόμη, δε και στην περίπτωση αυτή κάθε απαίτηση-αποστολή, από την καταχώρισή της, πριν μεν από την ενοποίηση στους παλαιούς λογαριασμούς, ύστερα δε από την ενοποίηση στον ενοποιημένο λογαριασμό, χάνει την αυτοτέλειά της, κατά τα προεκτιθέμενα και η ρύθμιση αυτή ως ειδική παραμερίζει τη γενική ρύθμιση περί ανανέωσης των ενοχών με συνέπεια την επιβίωση των νέων και την απόσβεση των παλαιών τέτοιων υπό τις καθοριζόμενες στον ΑΚ προϋποθέσεις. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 454, 847, 848 και 851 ΑΚ,. συνάγονται τα εξής: Ο εγγυητής της απαίτησης του δανειστή, για την είσπραξη από τον πρωτοφειλέτη του οριστικού καταλοίπου λογαριασμού σύμβασης πίστωσης, ευθύνεται, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης, έως το ποσό της κύριας οφειλής, δηλαδή, εκείνης από την πίστωση, για την οποία εγγυήθηκε, και όχι για άλλες απαιτήσεις του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη από σύμβαση, την εκπλήρωση της οποίας δεν εγγυήθηκε, όπως μπορεί να είναι και η σύμβαση αύξησης της πίστωσης. Ωστόσο ο ίδιος ευθύνεται για το προαναφερόμενο κατάλοιπο, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στον προμνημονευόμενο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμό του και μη ασφαλιζόμενες, προηγουμένως, με την εγγύησή του απαιτήσεις, και είναι πιθανόν με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις. Τούτο, δε, διότι, ούτε η είσοδος και παραμονή μέχρι τέλους στο λογαριασμό μη αρχικώς ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού, επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο εκτός αν η πιστώτρια τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού στον οποίο έχουν υπαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση απαιτήσεις (ΑΠ 984/1999, ΑΠ 412/1999, Α.Π. 1458/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγο της ανακοπής, καθώς και με τους  τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και δέκατο πρόσθετους λόγους αυτής, όπως το περιεχόμενο αυτών συνολικά επισκοπείται και εκτιμάται, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται  ότι η απαίτηση της καθ΄ης  δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και  δεν προέρχεται από την υπ’ ………../28-12-2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, αφού η καθ΄ης δεν προσκόμισε την καταγγελία της  εν λόγω σύμβασης και ούτε έγινε ποτέ καταγγελία αυτής και ως εκ τούτου παράνομα εισήλθε στον αλληλόχρεο λογαριασμό η απαίτηση των 495.000 ευρώ από τη σύμβαση αυτή. Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον από την ανωμοτί κατάθεση του πρώτου ανακόπτοντος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης αυτού, καθώς και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύεται ότι με την υπ΄ αριθμόν …../28.12.09  σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν όλοι οι ανακόπτοντες ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι των ενστάσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 855, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 ΑΚ, συμφωνήθηκε να λάβει η «………………..» από την «…………» το ποσό των 495.000,00 ευρώ προς τον σκοπό αναχρηματοδότησης υφιστάμενης βραχυπρόθεσμης οφειλής, επιπλέον δε με τον 15.2 όρο αυτής συνομολογήθηκε πως η Τράπεζα είχε δικαίωμα να εντάξει κάθε απαίτηση από την εν λόγω σύμβαση στην υπ΄αριθμ………./1986 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας είχε συμφωνηθεί η «………………….» να χορηγήσει στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρία πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό, αρχικά, μέχρι του ποσού των 17.000.000 δρχ. και μετά από οκτώ πρόσθετες πράξεις μέχρι του ποσού των 900.000.000 δρχ. Η συμφωνία αυτή μνημονεύεται ρητά στην ανακοπτόμενη υπ’ αριθμ……../2014 διαταγή πληρωμής. Καθόσον, μάλιστα, το ποσό της δανειακής σύμβασης πράγματι χρησιμοποιήθηκε προς τον σκοπό εξόφλησης της απορρέουσας από την σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό οφειλής, η απαίτηση της δανειακής σύμβασης εντάχθηκε στην ……/1986 σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, αποτελώντας ένα επιμέρους κονδύλιο αυτού (ΑΠ 1458/2006). Από την στιγμή, λοιπόν, που τόσο η πιστούχος, όσο και οι εγγυητές-ανακόπτοντες, δεν τήρησαν την συμφωνία και δεν κατέβαλαν στην καθ’ ης κάποιο ποσό από 01.11.12 μέχρι και τον χρόνο κλεισίματος των τηρουμένων για τις ανάγκες της σύμβασης, λογαριασμών την 31.12.13, οι οποίοι εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 592.742,72 ευρώ, η καθ’ ης, νόμιμα κατήγγειλε, εγγράφως, τη σύμβαση (βλ. υπ΄αριθμ. …, …. και …../09.04.14, …../11.04.14 και ……/11.03.14 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …………….) και εν συνεχεία νόμιμα διεκδίκησε επί τη βάσει της αρχικής ……./30.12.86 σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό την πληρωμή του ανωτέρω χρεωστικού καταλοίπου, πετυχαίνοντας την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Μάλιστα και με δεδομένο το γεγονός ότι το ποσό της εκταμίευσης της υπ΄ αριθμόν ……./28.12.09 δανειακής σύμβασης χρησιμοποιήθηκε για να εξοφληθεί ολοσχερώς η ……../30.12.86 σύμβαση, τα προσκομιζόμενα από την καθ’ ης, μαζί με την αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων που απεικονίζουν την αναλυτική κίνηση και τα επιμέρους κονδύλια των τηρηθέντων λογαριασμών από την 28.12.09, οπότε και καταρτίστηκε η ως άνω δανειακή σύμβαση, μέχρι την 31.12.13, οπότε και έκλεισαν οι λογαριασμοί αυτοί, αποτέλεσαν επαρκή στοιχεία, που αποδείκνυαν την απαίτηση της καθ’ ης.

Κατά το άρθρ. 626 παρ.3 ίδιου Κ.Πολ.Δ., στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Στην περίπτωση των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, εφόσον η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο ( Α.Π. 35/2011, ΑΠ 570/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο και έβδομο λόγους της ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι η καθ’ ης η ανακοπή επικαλέστηκε για την έκδοσή της αντίγραφα των αποσπασμάτων των εμπορικών της βιβλίων, που δεν πληρούν τους όρους των εμπορικών βιβλίων, φέρουν δε και χειρόγραφη σημείωση, για την γνησιότητα της οποίας δεν υπάρχει σχετική βεβαίωση. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς από την επισκόπηση της από 03.09.14 και υπ’ αριθμ. κατάθεσης ……/…../2014 αίτησης της καθ’ ης για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής προκύπτει πως επισυνάφθηκαν σε αυτήν κυρωμένα αντίγραφα αποσπασμάτων των σε ηλεκτρονική μορφή τηρουμένων εμπορικών βιβλίων της, τα οποία φέρουν αφενός τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τους αρμοδίους υπαλλήλους της καθ’ ης (…… και …….) και αφετέρου βεβαίωση του δικηγόρου ……………, ότι οι εν λόγω φωτοτυπίες είναι ακριβείς. Συνακόλουθα, τα αποσπάσματα αυτά των εμπορικών βιβλίων της καθ’ ης απεδείκνυαν ως ιδιωτικά έγγραφα την απαίτηση της καθ’ ης και ως εκ τούτου, νόμιμα εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Η, δε, χειρόγραφη σημείωση του αθροίσματος των χρεωστικών υπολοίπων των τηρηθέντων για τις επίμαχες συμβάσεις δύο λογαριασμών αποτελεί μία απλή μαθηματική πράξη, η οποία ακόμα και αν παραλειπόταν, το άθροισμα των χρεωστικών υπολοίπων θα μπορούσε και πάλι ευχερώς να εξαχθεί. Επισημαίνεται, δε, πως τόσο στην ..…./1986 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, όσο και στην ……/2009 δανειακή σύμβαση, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων πως απόσπασμα από τα βιβλία της Τράπεζας, που θα έχει καταρτίσει η ίδια και θα εμφανίζει την κίνηση του λογαριασμού της εκάστοτε σύμβασης και το οφειλόμενο ποσό, θα αποτελούσε πλήρη απόδειξη της απαίτησης της Τράπεζας, επιτρεπόμενης της ανταπόδειξης, μόνο με έγγραφα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως «δικαίωμα» νοείται αυτό που απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, θεωρείται δε ότι ασκείται καταχρηστικώς και όταν συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη έστω και μεγάλη στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1352/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από την σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας, του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και, δη, προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 828/2018, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 1472/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 385/2010, ΑΠ 381/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της ανακοπής, καθώς και με τον ένατο πρόσθετο λόγο αυτής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, κατ’ εκτίμηση, ότι είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι η αίτηση για την έκδοσή της υποβλήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δίχως να ληφθεί υπόψη από πλευράς της καθ’ης η εξόφληση της προερχόμενης από την σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό οφειλής, με την εκταμίευση του ποσού του δανείου, η δε ενέργεια της καθ’ ης να προχωρήσει αιφνίδια και κατά παράβαση του Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας, χωρίς να έχει προηγηθεί διαδικασία επίλυσης της διαφοράς, σε καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, δίχως να λάβει υπόψη της τη δύσκολη οικονομική συγκυρία στην οποία βρισκόταν τη δεδομένη χρονική στιγμή η χώρα, εξαιτίας της οποίας  αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους, αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της ανακοπής, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλ. δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της καθ’ ης επέφερε τυχόν βλάβη στους ανακόπτοντες, την οποία, εξάλλου, δεν προσδιορίζουν κατά τρόπο ορισμένο, εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά, που να την θεμελιώνουν, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, τις οποίες οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται στην ανακοπή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επιταγή προς εκτέλεση, η οποία αποτελεί την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη την απαίτηση, για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα, η, δε, παράλειψη του καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων δεν δημιουργεί αοριστία και επομένως λόγω αυτής ακυρότητα της επιταγής, αφού ο εν λόγω υπολογισμός μπορεί να γίνει με απλό μαθηματικό τρόπο, βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήματος, που θα έχει παρέλθει μέχρι της ημερομηνίας εξόφλησης (ΑΠ 1773/2001 ΕΔ/νη 43. 1385, ΑΠ 474/1999 ΕΔ/νη 41. 81, ΑΠ 194/1995 ΕΔ/νη 37. 102).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τελευταίο και δωδέκατο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης ανακοπής οι ανακόπτοντες επιδιώκουν την κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ακύρωση της από 09.10.14 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτωθι του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’αριθμ. ……../2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκθέτοντας ότι αυτή είναι άκυρη λόγω της αοριστίας της, συνισταμένης στη μη εξειδίκευση του είδους των τόκων, σε συσχετισμό με κεφάλαιο, χρονική περίοδο και επιτόκιο, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν το ποσό που επιτάσσονται να καταβάλουν και να αδυνατούν περαιτέρω να αμυνθούν ως προς τα επιμέρους κονδύλια της επιταγής. Ο λόγος αυτός ανακοπής περί αοριστίας της επιταγής, που βάλλει κατά του κύρους της ως άνω πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, για το έγκυρο της επιταγής προς πληρωμή αρκεί ο διαχωρισμός της απαίτησης κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω για το κύρος της η παράθεση του ακριβούς τρόπου υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων, δεδομένου ότι ο υπολογισμός αυτός μπορεί να γίνει με βάση τα ήδη γνωστά και εκτιθέμενα στην υπό ακύρωση επιταγή προς πληρωμή δεδομένα, ήτοι, το κεφάλαιο της οφειλής, την έναρξη των τόκων και τη διάρκεια του χρέους, το δε ποσοστό του επιτοκίου ορίζεται από το νόμο.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία ως προς τον πρώτο και δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολ.Δ.) και απέρριψε τους ως άνω λόγους της ανακοπής και πρόσθετους λόγους αυτής και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και επιταγή προς πληρωμή,  δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της  εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.

Κατά, τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕΑ 3808/2014, ΕφΠειρ 24/2016  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον ένατο λόγο της εφέσεως οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι με την εκκαλουμένη, κατ΄εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, τους επιβλήθηκε η δικαστική δαπάνη της καθ΄ης, η οποία ορίστηκε στο ποσό των 9.850 ευρώ, καθόσον το εν λόγω ποσό είναι δυσανάλογο με την δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε που δεν ξεπερνά το ποσό των 800 ευρώ. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης, κατά τα προαναφερόμενα, όμως τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο της  έφεσης, ως έπρεπε, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, ποιος νομικός κανόνας παραβιάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, που προσδιόρισε τη δικαστική δαπάνη σε βάρος των εδώ εκκαλούντων στο ποσό των 9.850 ευρώ, συνεπεία της οποίας (παραβίασης) εσφαλμένα τους επιδικάστηκε η προαναφερόμενη δικαστική δαπάνη.  Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του  παραβόλου, που κατατέθηκε, τέλος, δε, να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 13-7-2021 και υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2021 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 14/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε,  στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  7 Μαΐου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ