Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 333/2026

Αριθμός    333/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …………… o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΔΣΑ ………..) Ιωάννη Παπαδάκη (με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της (ΔΣΠ ……) Θεοπίστη Μελισσανίδου .

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………. αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 800/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την με ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………/2024  και με ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2025) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος,  οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ  ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η από 22-4-2024 (ΓΑΚ … και ΕΑΚ … /22-04-2024, ΓΑΚ … ΕΑΚ …… /21-02-2025) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 800/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε εν μέρει  δεκτή η από 12-12-2022 και με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./13-12-2022 αγωγή της ήδη εφεσίβλητης κατά του ήδη εκκαλούντος, έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495,498,511,513παρ1β, 516,517,518παρ1α ΚΠολΔ), δηλαδή,  εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 518παρ1εδα του ΚΠολΔ, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα στις 11-04-2024 (βλ.  σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών  ……………..  στο κοινοποιηθέν στον εκκαλούντα και από τον τελευταίο προσκομιζόμενο αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως)  και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 22-04-2024. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση( άρθρο 533 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα το παράβολο των 100 ευρώ, που προβλέπεται από την  παράγραφο 3 του άρθρου 495ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../13-12-2022) αγωγή της η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι συνήψε στον Πειραιά με τον εναγόμενο την από 5-12-2019 πενταετή σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράζει αποκλειστικά από αυτήν υγρά καύσιμα, τα οποία θα μεταπωλούσε ακολούθως από το πρατήριο του, ευρισκόμενο στη …….. Αττικής, σε τρίτους, κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης που εκτίθενται στην αγωγή. Ότι έναντι της δέσμευσης του εναγόμενου για αποκλειστική συνεργασία με την ίδια, παρείχε σε αυτόν εμπορευματική πίστωση και τεχνοοικονομικά πλεονεκτήματα και ανταλλάγματα, όπως υλικοτεχνική υποδομή για τη λειτουργία του πρατηρίου του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να αγοράζει και να μεταπωλεί κατ’ έτος τις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες καυσίμων ανά είδος προϊόντος. Ότι με βάση τον 5.2 όρο της σύμβασης αυτής προβλέφθηκε ρητά ότι ο εναγόμενος θα προέβαινε στην εξόφληση των προϊόντων που θα αγόραζε από την ενάγουσα και ειδικότερα για τα καύσιμα με πλήρη και ολοσχερή εξόφληση εκάστου τιμολογίου πριν την παράδοσή τους, με κατάθεση στον τραπεζικό της λογαριασμό. Ότι με την από 29-6-2022 καταγγελία, επιδοθείσα στις 30-6-2022, ο εναγόμενος κατήγγειλε την ως άνω καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, δίχως να επικαλείται σπουδαίο λόγο. Ότι ο εναγόμενος οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε στην ενάγουσα από την πρόωρη λύση της σύμβασης, στην οποία η ενάγουσα εξαναγκάσθηκε, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, ήτοι οφείλει να της καταβάλει το διαφυγόν κέρδος που η ενάγουσα θα είχε, εάν ο εναγόμενος συνέχιζε τη συνεργασία του μαζί της και αγόραζε τις ποσότητες καυσίμων που είχε υποσχεθεί την περίοδο από την 1-7-2022 (επόμενη ημέρα  από την επίδοση της  εξώδικης καταγγελίας) έως τις 4-12-2024 (ημέρα συμφωνημένης λύσης της συνεργασίας). Ότι το διαφυγόν αυτό κέρδος συνίσταται στο ποσό των 30.575,62 ευρώ, που αντιστοιχεί στο καθαρό κέρδος που θα είχε η ενάγουσα, εάν ο εναγόμενος αγόραζε στο ως άνω χρονικό διάστημα τις ποσότητες καυσίμου σε λίτρα που είχε υποσχεθεί με τη σύμβαση, όπως οι υπεσχημένες αυτές ποσότητες εξειδικεύονται στην αγωγή ανά καύσιμο και όπως το καθαρό κέρδος υπολογίζεται, εάν από την τιμή πώλησης στον εναγόμενο ανά λίτρο καυσίμου αφαιρεθούν τα κόστη της ενάγουσας, ήτοι η τιμή αγοράς του καυσίμου από τον προμηθευτή της και λοιπά κόστη μεταφοράς. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 30.575,62 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, άλλως επικουρικώς το ποσό των 22.805,31 ευρώ, το οποίο υπολογίζεται με βάση τις πραγματικές ποσότητες καυσίμων που προμηθεύτηκε ο εναγόμενος από την ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα των δύο τελευταίων ετών πριν την καταγγελία. Τέλος, ζήτησε να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 800/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε  ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και ως κατ΄ουσίαν βάσιμη κατά το επικουρικό αίτημά της και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό 22.805,31ευρώ, [που αντιστοιχεί στο καθαρό κέρδος που η ενάγουσα θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη  πορεία των πραγμάτων κατά το επίδικο διάστημα των 29 μηνών από την 1η.7.2022, με βάση τις πραγματικές ποσότητες καυσίμων, μικρότερες  από τις ελάχιστες συμφωνημένες ποσότητες καυσίμων,  που προμήθευε η ενάγουσα στον εναγόμενο- πρατηριούχο το χρονικό διάστημα των 24 μηνών πριν την καταγγελία της σύμβασης(ήτοι από 1.7.2020 έως 30.6.2022)],  νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος με την υπό κρίση έφεσή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε  πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας και να καταδικαστεί η ενάγουσα στα δικαστικά του έξοδα.

Περαιτέρω η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία είναι απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ ), είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει συνήθως την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας, με δικά του έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση, να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστοιχα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Δεδομένου δε ότι στον Εμπ.Ν. ελλείπουν διατάξεις που να ρυθμίζουν τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ.219/1991, κατά το μέρος τους που οι τελευταίες προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής. Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων που εφαρμόζονται στη σύμβαση διανομής είναι και εκείνη του άρθρου 725 παρ.1 εδ. α` ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή οποτεδήποτε, αν δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα αυτό. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εντολοδόχο (και επί συμβάσεως διανομής στο διανομέα) το δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή (σύμβαση διανομής) ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που η καταγγελία προκάλεσε στον εντολέα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297- 298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Προς τούτο, πρέπει ο ενάγων, που επιδιώκει την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους να επικαλεσθεί και να αποδείξει όλα εκείνα τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα. Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει, επίσης, ότι ο νομοθέτης επιλέγει τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, δηλαδή εκείνης της ζημίας που επέρχεται στο ζημιωθέντα ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών του. Έτσι, σε περίπτωση, που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του, με την παροχή αποζημίωσης, που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθ` όλο το συμφωνημένο χρόνο και τίποτε πλέον τούτου (ΑΠ 751/2019, ΑΠ 419/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα,  σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη  περιέχει όλα τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, και ειδικότερα για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών  της ενάγουσας προσδιορίζεται επαρκώς τόσο το κύριο αγωγικό αίτημα, ως προς τις ελάχιστες ποσότητες ανά είδος καυσίμου  που θα προμηθευόταν ο εναγόμενος κατ΄ έτος με βάση την σύμβαση, το είδος του καυσίμου και το κατ` έτος μέχρι τη λήξη της σύμβασης προσδοκώμενο κέρδος της ενάγουσας,  όσο και το επικουρικό αίτημα με βάση τις καταναλώσεις του αμέσως προηγούμενου από την καταγγελία χρονικού διαστήματος των δύο ετών, που αποτελεί εύλογο χρονικό διάστημα για τον υπολογισμό αυτών, το είδος του καυσίμου και το προσδοκώμενο καθαρό κέρδος της ενάγουσας, υπολογιζόμενο με βάση τις μέσες τιμές για κάθε πωλούμενο είδος προϊόντος. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Από τις με αριθμ. …. και …../7-4-2023  ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων  ……….. και …………, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ……………., που ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου (βλ. την με αριθμ. ……. Δ/4-4-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……………..), τις  φωτογραφίες που προσκομίσθηκαν από την ενάγουσα, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να αποτελέσουν αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω και χωρίς να παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:  Η ενάγουσα εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα των πετρελαιοειδών με κύρια δραστηριότητα τη διανομή, διάθεση, διακίνηση και γενικά με το εμπόριο πετρελαίων και πετρελαιοειδών προϊόντων και έχει υποδειχθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3054/2002, ως εταιρεία εμπορίας και διανομής πετρελαιοειδών, δυνάμενη να παραλαμβάνει απευθείας από τα διυλιστήρια της χώρας πετρελαιοειδή προϊόντα και να τα διαθέτει στην εγχώρια αγορά μέσω πρατηρίων υγρών καυσίμων. Στο πλαίσιο άσκησης της εμπορικής αυτής δραστηριότητας, στις 5-12-2019 κατήρτισε εγγράφως στον Πειραιά Αττικής με τον εναγόμενο σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας με παρεπόμενη σύμβαση χρησιδανείου, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε να προμηθεύεται αποκλειστικά από την ενάγουσα υγρά καύσιμα προς περαιτέρω πώληση από το πρατήριο του, που διατηρεί στην ….. Αττικής, επί της οδού ………….., στο δικό του όνομα και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, εκμεταλλευόμενος την εμπορική φήμη της προμηθεύτριάς του και κάνοντας χρήση του ονόματος και του σήματος της. Η χρονική διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης συμφωνήθηκε πενταετής, αρχόμενη στις 5-12-2019 και λήγουσα στις 4-12-2024. Σύμφωνα με σχετικό όρο (άρθρο 5.2) της σύμβασης προβλέφθηκε ρητά ο τρόπος με τον οποίο ο εναγόμενος θα προέβαινε στην εξόφληση των προϊόντων που θα αγόραζε από την ενάγουσα εταιρία και δη: (α) για τα καύσιμα με πλήρη και ολοσχερή εξόφληση έκαστου τιμολογίου πριν την παράδοσή τους με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας και (β) για τα ορυκτέλαια και λιπαντικά με μεταχρονολογημένη επιταγή εξήντα (60) ημερών μετά από την παράδοση εκδόσεως του εναγόμενου. Επιπλέον η ενάγουσα παρείχε στον εναγόμενο με αιτία χρησιδανείου και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, δυνάμει προηγούμενης μεταξύ τους σύμβασης για τη λειτουργία του πρατηρίου αυτού, τα αναλυτικώς αναγραφόμενα στο άρθρο 6.1 της από 5-12-2019 σύμβασης κινητά πράγματα και εξοπλισμό της πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής της, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν κατά το χρόνο της τοποθέτησής τους στο ποσό των 14.556 ευρώ, ενώ κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης σύμβασης η αναπόσβεστη αξία αυτών ανερχόταν στο ποσό των 3.508 ευρώ προ ΦΠΑ και τα αναπόσβεστα έξοδα για τις εργασίες εξωραϊσμού, βαφής και τοποθέτησης των πραγμάτων αυτών ανερχόταν στο ποσό των 2.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Περαιτέρω, με το άρθρο 6.2 της μεταξύ τους σύμβασης, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ τους ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσης αυτής από υπαιτιότητα του εναγόμενου – πρατηριούχου, ο τελευταίος θα υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία όλα τα παραπάνω έξοδα τοποθέτησης καθώς και το κόστος των εργασιών που πραγματοποίησε στο πρατήριο, αποσβεννόμενα αναλογικά κατά έτος, δηλαδή ποσό 500 ευρώ για κάθε χρόνο της συμβατικής διάρκειας της ανωτέρω από 5-12-2019 σύμβασης καθώς και τα έξοδα αποξήλωσης και μεταφοράς του παραπάνω εξοπλισμού και των κινητών πραγμάτων μέχρι τις αποθήκες της εταιρείας, όπως αυτά θα προκύπτουν από τα σχετικά παραστατικά. Επιπλέον, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8.1 της σύμβασης, ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να προμηθεύεται τις ακόλουθες ελάχιστες ποσότητες καυσίμων και λιπαντικών κατ’ έτος και δη: α) 1.020 χιλιόλιτρα βενζινών, β) 360 χιλιόλιτρα πετρελαίου κίνησης, γ) 480 χιλιόλιτρα πετρελαίου θέρμανσης και δ) 0,960 τόνους ορυκτέλαια και λιπαντικά. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 11 της ως άνω σύμβασης, ο εναγόμενος αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι υφίστατο χρέος του έναντι της εταιρείας, προερχόμενο από υπόλοιπο χορηγηθείσας σε εκείνον εμπορευματικής πίστωσης, το ύψος του οποίου ανερχόταν κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης στο ποσό των εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000 €). Σε αυτό το πλαίσιο δήλωσε ότι παρέμενε υπόχρεος έναντι αυτής για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του ανωτέρου ποσού και ανέλαβε την υποχρέωση να το εξοφλήσει σε εξήντα (60) άτοκες, μηνιαίες και συνεχείς δόσεις, ποσού της κάθε μίας εξ αυτών χιλίων ευρώ (1.000 €), καταβλητέες την 5η ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης την 5-12-2019, της δεύτερης καταβλητέας στις 5-1-2020, κ.ο.κ. μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που εμπεριέχονται στο άρθρο αυτό. Μάλιστα, κατά τα ρητά οριζόμενα στην παρ. 4 του εν λόγω άρθρου 11, το ποσό της ανωτέρω οφειλής θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά την οποτεδήποτε και εξ οιουδήποτε λόγου λύση της σύμβασης πριν και κατά το χρόνο επιστροφής της κατά τα παραπάνω. Επίσης, κατά τα ρητά οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 11 της ιδίας σύμβασης, η ενάγουσα χορήγησε σε αυτόν πάγια εμπορευματική πίστωση μέχρι του ποσού των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000 €), την οποία ανέλαβε ρητά την υποχρέωση να εξοφλήσει σε μία δόση κατά την ημερομηνία λύσης ή λήξης κατά οποιονδήποτε τρόπο και από οποιαδήποτε αιτία της εν λόγω σύμβασης, η δε ημερομηνία αυτή ρητά ορίστηκε μεταξύ τους ως δήλη ημέρα πληρωμής. Βάσει δε του άρθρου 12 παρ. 1 της σύμβασης, όλοι οι όροι αυτής κηρύχθηκαν ουσιώδεις και η παράβαση οποιουδήποτε από αυτούς θα έδινε το δικαίωμα στο ανυπαίτιο μέρος να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή αζημίως για αυτό, καθώς και τα τυχόν παραρτήματα που την ακολουθούν και σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα θα δικαιούται να παραλάβει τα χρησιδανεισθέντα κινητά που τοποθέτησε στο πρατήριο. Επίσης σύμφωνα με την  παρ.3 του ιδίου άρθρου  η ενάγουσα δικαιούται στην περίπτωση αυτή  να απαιτήσει από τον πρατηριούχο  και κάθε ποσό  οφειλόμενο από αυτόν από οποιαδήποτε αιτία, ιδιαίτερα από την εμπορευματική πίστωση, από τίμημα  εμπορευμάτων, από δαπάνες εξωραϊσμού, επισκευές κ.λ.π, έντοκα μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος, με την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ τους ότι σε περίπτωση της καθ’ οιονδήποτε τρόπο λύσης ή λήξης της εν λόγω σύμβασης, όλες οι οφειλές του εναγόμενου-πρατηριούχου προς την ενάγουσα καθίστανται άμεσα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και ότι ο εναγόμενος υποχρεούται στην άμεση εξόφληση τους. Η ένδικη σύμβαση λειτούργησε κανονικά μέχρι τις 30-6-2022, οπότε ο εναγόμενος κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 29-6-2022 καταγγελία του, ώστε έτσι επήλθε και η λύση της σύμβασης. Ωστόσο δεν προέβαλε οιονδήποτε σπουδαίο λόγο της καταγγελίας του ούτε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν στο παρόν Δικαστήριο αποδείχθηκε ότι υπήρχε τέτοιος, αναγόμενος σε υπαιτιότητα της ενάγουσας. Αντιθέτως, η ενάγουσα εταιρεία καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης επέδειξε τη δέουσα συμβατική συμπεριφορά, εφοδιάζοντας το πρατήριο του εναγόμενου με προϊόντα απρόσκοπτα και έγκαιρα. Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε στον εναγόμενο την από 4-7-2022 εξώδικη απάντηση-κλήση- δήλωση, η οποία επιδόθηκε σε αυτόν αυθημερόν, με την οποία του δήλωσε ότι βάσει σχετικών άρθρων της από 5-12-2019 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας όλες οι οφειλές του κατέστησαν αυτοδικαίως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές με την πρόωρη λύση αυτής που επήλθε από την ημερομηνία επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας του και τον κάλεσε όπως προβεί εντός επτά ημερολογιακών ημερών από την επίδοση του εξωδίκου σε αυτόν στην ολοσχερή εξόφληση του συνολικού οφειλόμενου ποσού των εξήντα μιας χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (61.681,49 ευρώ), το οποίο προκύπτει από το άθροισμα των κάτωθι επιμέρους ποσών και δη: 1. Του ποσού των 31.000 ευρώ που αντιστοιχεί στις 31 ανεξόφλητες δόσεις της αναγνωρισθείσας οφειλής του και συγκεκριμένα αυτές που έπρεπε να καταβληθούν από το Μάιο του έτους 2022 έως και το Νοέμβριο του έτους 2024, εκάστη εκ των οποίων για τους ανωτέρω 31 μήνες ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ, 2. του ποσού των 29.681,47 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της πάγιας πίστωσης που του είχε χορηγήσει η ενάγουσα, ποσού 30.000,00 ευρώ και το οποίο προκύπτει από το άθροισμα της αξίας πέντε συνολικά τιμολογίων – δελτίων αποστολής, με τα οποία αγόρασε καύσιμα τον μήνα Ιούνιο 2022 κατόπιν σχετικών του παραγγελιών και 3. του ποσού των 1.000,02 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο υπολειπόμενο αναπόσβεστο ποσό των εργασιών που η ενάγουσα εταιρεία είχε πραγματοποιήσει στο πρατήριό του,  εφόσον εκ των 2.000 ευρώ που είχε καταβάλει η ενάγουσα για τις εργασίες εξωραϊσμού, βαφής, κτλ του πρατηρίου του, είχε αποσβεστεί το ποσό των 999,98 ευρώ, το οποίο προκύπτει από το άθροισμα του ποσού των 800,00 ευρώ (400 ευρώ Χ 2 συμβατικά έτη) και του ποσού των 199,98 ευρώ (ποσό των 33,33 ευρώ που αντιστοιχεί σε 1 μήνα εκάστου συμβατικού έτους Χ 6 μήνες). Τέλος, η ενάγουσα επιφυλάχτηκε για τη διεκδίκηση κάθε θετικής και αποθετικής ζημιάς που υπέστη από την αιφνίδια και άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελία του. Ο εναγόμενος, μετά την πρόωρη λύση της συνεργασίας και δη από τις 20 Ιουλίου 2022 έως και τις 29 Αυγούστου 2022 προέβη σε καταβολές, εξοφλώντας έτσι σταδιακά και σχεδόν ολοσχερώς τη συνολική οφειλή του ύψους 61.681,49 ευρώ, απομένοντος ως ανεξόφλητου μόνο του ποσού των 8,53 ευρώ. Ενόψει της κατά τα ανωτέρω διακοπής του εφοδιασμού του καταστήματος του με καύσιμα της ενάγουσας, παρά το ότι η τελευταία εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς αυτόν και της εν συνεχεία πρόωρης με υπαιτιότητά του, χωρίς σπουδαίο λόγο, καταγγελίας της σύμβασης, ο εναγόμενος έχει υποχρέωση, όπως ζητεί η ενάγουσα, να καταβάλει στην τελευταία το διαφυγόν κέρδος, που η τελευταία θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε η διακοπή του εφοδιασμού του πρατηρίου του και η καταγγελία της σύμβασης για χρονικό διάστημα 29 μηνών και 4 ημερών, ήτοι από την επομένη της ασκηθείσας καταγγελίας την 1-7-2022 μέχρι το συμφωνημένο χρόνο λήξης της σύμβασης την 4-12-2024. Προκειμένου δε να υπολογισθεί το καθαρό κέρδος που θα αποκόμιζε η ενάγουσα λαμβάνονται υπόψη α) η τιμή κτήσης (αγοράς) του κάθε είδους καυσίμου από τα διυλιστήρια (τιμή ΔΕΠ) και β) το μικτό (ονομαστικό) περιθώριο κέρδους της ενάγουσας, το οποίο προσδιορίσθηκε μονομερώς από την ενάγουσα εταιρεία στον εναγόμενο-πρατηριούχο κατά την έναρξη της εμπορικής συνεργασίας και παρέμεινε αμετάβλητο καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας, διαφέρει δε ανά είδος καυσίμου. Αθροιζομένης της τιμής ΔΕΠ με το μικτό περιθώριο κέρδους της ενάγουσας, προκύπτει η χονδρική τιμή πώλησης προς τον εναγόμενο για κάθε τύπο καυσίμου, ενώ το καθαρό κέρδος της ενάγουσας (προ φόρων) για κάθε τύπο καυσίμου ξεχωριστά προκύπτει εάν από το μικτό περιθώριο κέρδους αφαιρεθούν τα έξοδα φόρτωσης κάθε προϊόντος που καταβάλλει η ενάγουσα, τα οποία επιβαρύνουν το προϊόν και συνακόλουθα τον εναγόμενο- πρατηριούχο. Στην προκειμένη περίπτωση το μικτό περιθώριο κέρδους της ενάγουσας για κάθε χιλιόλιτρο εκ των πωλούμενων στον εναγόμενο ποσοτήτων (α) βενζίνης αμόλυβδης 95 οκτανίων με βιαιθανόλη και (β) πετρελαίου κίνησης με βιοντίζελ για αυτοκίνητα ανερχόταν από την αρχή της συνεργασίας τους έως τις 21-10-2020 στο ποσό των 15,50 ευρώ, ενώ το μικτό περιθώριο κέρδους της ενάγουσας ανά χιλιόλιτρο για το πετρέλαιο θέρμανσης ανερχόταν στο ποσό των 13,50 ευρώ. Σε αυτά τα ποσά συμπεριλαμβανόταν το ποσό των 5,50 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο μεταφορικό κόστος των ως άνω καυσίμων στο πρατήριο του εναγόμενου, που γινόταν με βυτιοφόρα της ενάγουσας. Από τις 22-10-2020 και εντεύθεν ο εναγόμενος παραλάμβανε με δικό του βυτιοφόρο όχημα τα καύσιμα από τα διυλιστήρια στο πρατήριο του, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί το μικτό περιθώριο κέρδους της ενάγουσας για όλα τα ως άνω είδη καυσίμων, για μεν τα πρώτα δύο εξ αυτών από το ποσό των 15,50 ευρώ στο ποσό των 10 ευρώ [15,50-5,50 (μεταφορικό κόστος) = 10], για δε το τρίτο εξ αυτών από το ποσό των 13,50 ευρώ στο ποσό των 8 ευρώ [13,50-5,50 (μεταφορικό κόστος) = 8].  Επομένως, κατόπιν αφαίρεσης εκ του μικτού περιθωρίου κέρδους (α) των μεταφορικών εξόδων έως τις 21-10-2020 (εφόσον μετέπειτα ήταν μηδενικά) και (β) των εξόδων φόρτωσης κάθε προϊόντος που κατέβαλε η ενάγουσα στην προμηθεύτριά της, τα οποία επιβαρύνουν το προϊόν και συνακόλουθα τον εναγόμενο και τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των 2,72 ευρώ, προκύπτει το καθαρό κέρδος της ενάγουσας ανά χιλιόλιτρο των ως άνω καυσίμων, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των 7,28 ευρώ για τα υπό στοιχείο α και β καύσιμα και στο ποσό των 5,28 ευρώ για το υπό στοιχείο γ΄ καύσιμο. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά τα συμφωνηθέντα ήταν υποχρεωμένος να προμηθεύεται αποκλειστικά από την ενάγουσα, κατ’ ελάχιστο όριο ετησίως α) 1.020 χιλιόλιτρα αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων με βιαιθανόλη (unleaded 95 RON) β) 360 χιλιόλιτρα πετρελαίου κίνησης με βιοντίζελ για αυτοκίνητα (automotive biodiesel) και γ) 480 χιλιόλιτρα πετρελαίου θέρμανσης. Μάλιστα σε περίπτωση που ο εναγόμενος για οποιονδήποτε λόγο δεν πραγματοποιούσε την κατά τα ανωτέρω ελάχιστη κατανάλωση καυσίμων, η ενάγουσα διατηρούσε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση (όροι 8.1 και 12). Ωστόσο κατά το χρονικό διάστημα των 24 μηνών (ήτοι από την 1-7-2020 έως τις 30-6-2022) πριν τη γενόμενη εκ μέρους του εναγόμενου καταγγελία, ο τελευταίος αποδείχθηκε ότι δεν προμηθευόταν τις ελάχιστες συμφωνημένες ποσότητες αλλά μικρότερες ποσότητες καυσίμων, χωρίς η ενάγουσα να καταγγείλει τη σύμβαση, παρότι είχε συμβατικό δικαίωμα, αποδεχόμενη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Συνακόλουθα, τα διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας πρέπει να υπολογισθούν όχι με βάση τις συμφωνηθείσες ελάχιστες ποσότητες καυσίμων αλλά με βάση τις πραγματικές ποσότητες καυσίμων που προμήθευε η ενάγουσα στον εναγόμενο-πρατηριούχο και το καθαρό κέρδος που τελικά αποκόμιζε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Όπως δε αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, το ύψος του καθαρού κέρδους της ενάγουσας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, α) όσον αφορά στην αμόλυβδη βενζίνη ανήλθε για τους 24 μήνες συνολικά σε 11.063,59 ευρώ και για κάθε μήνα στο ποσό των 460,98 ευρώ (11.063,59/24), β) όσον αφορά στο πετρέλαιο κίνησης με βιοντίζελ για αυτοκίνητα, ανήλθε για τους 24 μήνες συνολικά στο ποσό των 3.208,81 ευρώ και για κάθε μήνα στο ποσό των 133,70 ευρώ (3.208,81/24) και γ) όσον αφορά στο πετρέλαιο θέρμανσης, ανήλθε για τους 24 μήνες συνολικά στο ποσό των 4.601,01 ευρώ και για κάθε μήνα στο ποσό των 191,71 ευρώ (4.601,01/24). Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι λόγω της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και της αποδοχής αυτής από την ενάγουσα, το κέρδος το οποίο αυτή θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των 29 μηνών που αιτείται ανέρχεται: α) για την αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων σε 13.368,42 Ευρώ (460,98 Χ 29 μήνες) β) πετρέλαιο κίνησης με βιοντίζελ για αυτοκίνητα σε 3.877,30 Ευρώ (133,70 Χ 29 μήνες) γ) πετρέλαιο θέρμανσης σε 5.559,59 Ευρώ (191,71 Χ 29 μήνες) και συνολικά στο ποσό των 22.805,31 ευρώ. Το ποσό αυτό η ενάγουσα απώλεσε και οφείλει να την αποζημιώσει ο εναγόμενος, αφού πρόκειται για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας του (άρθρο 725 παρ. 2ΑΚ). Πρέπει λοιπόν η αγωγή να γίνει δεκτή και υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.805,31 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επίδοσης της παρούσας αγωγής και έως την εξόφληση (άρθ. 346 ΑΚ), διότι,   μετά την ως άνω πρόωρη με υπαιτιότητά του, χωρίς σπουδαίο λόγο ως άνω καταγγελία  της σύμβασης από τον εναγόμενο,  κατέστη κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, απαιτητό και το ποσό των διαφυγόντων κερδών (και αυτών που ανάγονται  σε χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής), σύμφωνα με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης σύμβασης, ως συμβατικής  υποχρέωσης του πρατηριούχου-εναγομένου προμήθειας από την ενάγουσα καυσίμων  κατ΄ ελάχιστο όριο συγκεκριμένων ποσοτήτων ετησίως για το διάστημα της συμφωνημένης διάρκειας της σύμβασης, και κατά συνέπεια οφειλής του από την ως άνω αιτία. Το πρωτοβάθμιο  Δικαστήριο που έκρινε όμοια  και υποχρέωσε  το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.805,31 ευρώ, με το νόμιμο τόκο  από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, δεν έσφαλε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της ένδικης έφεσης. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει  να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η έφεση  του εναγομένου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο εκκαλών , λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος να διαταχθεί να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το καταβληθέν από τον εκκαλούντα κατά την κατάθεση της κρινόμενης έφεσής του ως άνω παράβολο  του δημοσίου, κατ’ άρθρο 495 παρ3 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ΄αντιμωλίαν των διαδίκων την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 800/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και

Απορρίπτει  κατ’ ουσίαν  την  έφεση.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου της εφέσεως, που κατατέθηκε  από τον εκκαλούντα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, στις 11 Μαΐου 2026,         απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την παρουσία της γραμματέως.

            Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ