Αριθμός 337/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ……….., ο οποίος απεβίωσε, 2) ………….. κληρικού της Ιεράς Μητροπόλεως ………., κατοίκων …………, υπό την ιδιότητά του ως κληρονόμου του αποβιώσαντος εκκαλούντος ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δικηγόρο, Παναγιώτη Χριστοφοράτο.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: …………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο, Διονύσιο Βραχάτη.
Ο αρχικώς ενάγων ………….., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 23.2.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2022) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 1883/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο προαναφερόμενος ενάγων με την από 25.8.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………./2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2023) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 21η.3.2024, οπότε δηλώθηκε ο θάνατος του αρχικώς εκκαλούντος …….. και η συνέχιση της δίκης από τον …………… (βλ. πρακτικό 8/2024) και αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην από 23-2-2022 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………./25-2-2022) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ο αρχικός ενάγων, ………….., ιστορούσε ότι, δυνάμει του με αριθμό …../12-12-2020 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου .. ………., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην εναγόμενη ανιψιά του, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, διατηρώντας ο ίδιος εφ’ όρου ζωής του το δικαίωμα οίκησης. Ότι, λόγω της αχαριστίας, που επέδειξε η εναγόμενη με τη συμπεριφορά της προς το πρόσωπό του, συνιστάμενη στην πλήρη εγκατάλειψή του, παρότι είχε αναλάβει την υποχρέωση, με προφορική συμφωνία, να τον συνδράμει στην καθημερινότητά του, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή, ανακάλεσε την ως άνω δωρεά αφ’ενός προφορικά περί τα μέσα Οκτωβρίου 2021, αφ’ετέρου με αποστολή εξώδικης δήλωσης προς αυτήν, στις 27-10-2021, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με την οποία ζήτησε από την εναγόμενη να του αναμεταβιβάσει την κυριότητα του δωρηθέντος, χωρίς να λάβει έκτοτε απάντηση από αυτήν. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η δωρεά του προς την εναγόμενη έχει ανακληθεί, ήδη, από την 27-10-2021, άλλως, από την επίδοση της αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας δηλώνει εκ νέου ότι ανακαλεί τη δωρεά, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του αναμεταβιβάσει την κυριότητα, τη νομή και την κατοχή του δωρηθέντος ακινήτου και, σε περίπτωση άρνησής της, να καταδικασθεί αυτή σε σχετική δήλωση βούλησης, ώστε να θεωρηθεί η εν λόγω δήλωση βούλησης ως γενόμενη με την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί και, επικουρικά, για την περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή η αυτούσια απόδοση του ακινήτου στον ίδιο, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ισόποσο της αξίας του, που ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το ανωτέρω Δικαστήριο η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1883/2023 οριστική απόφαση, που απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, ο ηττηθείς αρχικώς ενάγων άσκησε την από 25-8-2023 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ……………./28-8-2023) έφεση, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητούσε, δε, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή. Η ανωτέρω έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε, φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το απαιτούμενο για την άσκησή της παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο εκτελεστής διαθήκης, όταν πρόκειται για εκτέλεση διατάξεων διαθήκης που αφορούν κοινωφελή σκοπό, θεωρείται ότι ασκεί, μετά την αποδοχή του διορισμού του, δημόσιο λειτούργημα και υπάγεται ως προς την άσκησή του στην εποπτεία και τον έλεγχο της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 6 του ν. 4182/2013 “Κώδικας κοινωφελών περιουσιών – σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις” (βλ. ΑΠ 1951/2022, ΑΠ 639/2021 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ως άνω ν. 4182/2013, ορίζονται τα εξής: “Ορισμοί. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κώδικα νοούνται ως: 1. «Κοινωφελής περιουσία»: το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που διατίθενται με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή για κοινωφελή σκοπό. Ως «κοινωφελής περιουσία» νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί, εφ’όσον υπάρχει. Οι όροι «κοινωφελής περιουσία», «περιουσία» και «εθνικό κληροδότημα» ταυτίζονται. 2. «Συστατική πράξη»: η διαθήκη ή η πράξη δωρεάς, με την οποία καταλείπεται νόμιμα περιουσία κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου. 3. «Κοινωφελής σκοπός»: κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία, εν όλω ή εν μέρει, σκοπός…», ενώ, βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1, 3 του ίδιου νόμου, το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών. Αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης υφίσταται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 και τυχόν ειδικών διατάξεων, στις ακόλουθες περιπτώσεις: «α) Όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία. Τυχόν επικουρικοί σκοποί δεν επηρεάζουν την αρμοδιότητα. β) Όταν δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η προηγούμενη περίπτωση και η περιουσία βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. γ) Όταν πρόκειται για σχολάζουσα κληρονομιά της οποίας τα ακίνητα περιλαμβάνονται στα όρια μιας και μόνης Αποκεντρωμένης Διοίκησης.”. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου: «Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αρμόδιος είναι ο Υπουργός Οικονομικών». Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ίδιου νόμου ορίζεται: “1. Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων: α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά. 2. Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου”.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την από 18-9-2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ………., ο αρχικός ενάγων………. απεβίωσε στις 17-9-2023. Εξάλλου, από τα προσκομισθέντα σχετικώς με επίκληση έγγραφα προκύπτει ότι ο θανών με δημόσιες διαθήκες του εγκατέστησε σε μέρος της περιουσίας του (σε ορισμένα ακίνητά του) ως κληρονόμο του τον κληρικό …., κατά κόσμο ………., το, δε, υπόλοιπο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε σε κοινωφελή ιδρύματα και για κοινωφελείς σκοπούς, με εκτελεστή της διαθήκης του τον ανωτέρω …………. Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθμ. ……../24-11-2021 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Πειραιά, ………., η οποία δημοσιεύτηκε στις 3-4-2024 από το Ειρηνοδικείο Πειραιά, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. ……………./3-4-2024 πρακτικό συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, ο διαθέτης όρισε μεταξύ άλλων ότι «…Β. Όσον αφορά την ακίνητη περιουσία μου θέλω και δίνω εντολή να γίνουν τα κάτωθι: 1)Την οικία μου στα ….. με το μεγάλο κήπο, ως είναι και ευρίσκεται, την έδωσα με συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς στην ανιψιά μου εξ αίματος ……….. Δυστυχώς δεν το σκέφτηκα σωστά και δεν έβαλα συγκεκριμένους όρους όπως ήθελα και τώρα είμαι στην θέση να της έχω αποστείλει εξώδικο για την ανάκληση της εν λόγω δωρεάς, καθώς επίσης και έχω δώσει την εντολή στον πληρεξούσιο Δικηγόρο μου κ. …………….. για να κάνει όλες τις νόμιμες ενέργειες για την ανάκληση της δωρεάς, λόγω της αχαριστίας που δείχνει στο πρόσωπό μου μετά την υπογραφή του συμβολαίου …Επιθυμώ λοιπόν και όπως έχουν τώρα τα πράγματα και δίνω εντολή να γίνουν τα κάτωθι: ο δικηγόρος να κάνει όσα δικαστήρια χρειαστεί για να ακυρωθεί από την Δικαιοσύνη την οποία εμπιστεύομαι το εν λόγω συμβόλαιο δωρεάς. Αν ο Θεός επιτρέψει και τελικά κερδίσω αυτή την μάχη και γυρίσει το σπίτι στα χέρια μου όσο ζω, θα το πουλήσω και θα το τακτοποιήσω εγώ ο ίδιος, αλλιώς αν έχω φύγει από την ζωή και συνεχίσουν την δικαστική οδό ο δικηγόρος μου και ο διαχειριστής μου και εκτελεστής της Διαθήκης μου π. …………….. με ό,τι δικαστικά μέσα υπάρχουν και αν τελικά λήξει αισίως η διένεξη, το σπίτι με όλο το ακίνητο ως έχει να πουληθεί και τα χρήματα να τα λάβει ο π. …………… ελεύθερα και κατά την απόλυτη κρίση του να φτιάξει τον …………. (την εκκλησία) και το κελί για την φιλοξενία των προσκυνητών και να διανοίξει τον δρόμο, εις μνήμη αιωνία των γονέων μου, εμού και της συζύγου μου……». Περαιτέρω, με την με αριθμό …………./22-7-2023 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου …., ………., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ειρηνοδικείο ….. με το με αριθμό ………./26-10-2023 πρακτικό του Δικαστηρίου αυτού, ο αποβιώσας ………., συμπλήρωσε την τελευταία χρονικά διαθήκη του, ήτοι, την με αριθμό 7169/24-11-2021 δημόσια διαθήκη του, δηλώνοντας τα εξής: «Σήμερα είκοσι δύο (22) Ιουλίου του έτους δύο χιλιάδες είκοσι τρία (2023), στο χωριό …………. στην οικία μου, εγώ ο ……………., επιθυμώ να συμπληρώσω την τελευταία χρονικά διαθήκη μου, με τις εξής επιθυμίες μου: Λόγω της προκλητικής αχαριστίας της ανηψιάς μου ………., αποφάσισα κατόπιν μεγάλης σκέψης, να ανακαλέσω την δωρεά που της έκαμα τον Δεκέμβριο του έτους δύο χιλιάδες είκοσι (2020)… Εγώ με την διαθήκη μου αυτή δηλώνω ότι το σπίτι μου στα .. …….., αυτό που δώρισα στην ………… και ανακάλεσα τη δωρεά λόγω της αχαριστίας της, το αφήνω στον πιστό μου φίλο πατέρα ……… και επιθυμώ όταν με πάρει ο Θεός, αν δεν έχει τελειώσει το Δικαστήριό μου με την ανηψιά μου τη ………., να συνεχίσει το Δικαστήριο αυτό ο πατέρας ………….., μιας και αφήνω το συγκεκριμένο σπίτι σε αυτόν, επειδή αυτός θα το αξιοποιήσει για τους σκοπούς που του έχω πει…». Προκύπτει, δε, σαφώς από τις ως άνω διαθήκες η βούληση του διαθέτη να διατεθεί το επίδικο ακίνητο για κοινωφελείς σκοπούς, με εκτελεστή της διαθήκης, ως προς το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, τον ως άνω …………. Ειδικότερα, με την μεταγενέστερη διαθήκη διευκρινίζεται και διευρύνεται το πλαίσιο των κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους ο διαθέτης επιθυμεί να αξιοποιηθεί το επίδικο ακίνητο. Συγκεκριμένα, οι γενικότεροι σκοποί, τους οποίους επιθυμούσε ο διαθέτης να υλοποιηθούν, περιλαμβάνονται στην ως άνω με αριθμό …../24-11-2021 δημόσια διαθήκη του, στο πρώτο μέρος της, όπου αυτός αναφέρεται στη διάθεση των χρημάτων του, τα οποία, όπως εκθέτει, ήδη από τον Ιούλιο του 2020, με ειδικό πληρεξούσιο, τα έδωσε στον ως άνω …………, προκειμένου με αυτά να υλοποιηθούν οι επιθυμίες του, ήτοι, η διάνοιξη της οδού προς την εκκλησία του ………. στο βουνό, η διάνοιξη δρόμου για τον ……… στο πρώην χωριό ….. από το αεροδρόμιο και η επισκευή της εκκλησίας. Συνεπώς, η επιθυμία του διαθέτη είναι η διάθεση του επίδικου ακινήτου για την υλοποίηση των σκοπών, που περιλαμβάνονται συνδυαστικά στα ως άνω δύο μέρη της ανωτέρω με αριθμό …….. /24-11-2021 δημόσιας διαθήκης του. Ήδη, δε, ο τελευταίος, δυνάμει της υπ’ αριθ. ………./13-3-2025 έκθεσης του Πρωτοδικείου Πειραιά, δήλωσε ότι αποδέχεται τον διορισμό του εκτελεστή των διαθηκών του, …………. Εξάλλου, ο ……… με το από 9-1-2024 δικόγραφο, που κοινοποίησε προς την εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη, ………., γνωστοποίησε σ’ αυτήν τον θάνατο του αρχικώς ενάγοντος, ………. και την πρόθεσή του να συνεχίσει την δίκη ως κληρονόμος του. Στη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο ……….. με τις προτάσεις του επικαλείται εκ νέου την ιδιότητά του ως κληρονόμου του ………, πλην όμως, αναφέρεται σ’ αυτές και στην ιδιότητά του, ως εκτελεστή της διαθήκης του θανόντος. Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ανωτέρω νομίμως συνεχίζει τη δίκη, σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, ως εκτελεστής της διαθήκης του αρχικώς ενάγοντος-εκκαλούντος, καθώς ως προς αυτό δεν έχει την ιδιότητα του κληρονόμου. Περαιτέρω, κατά τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, άσκησε την από 5-6-2025 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ήδη εκκαλούντος, επικαλούμενο το γεγονός ότι η παρούσα δίκη αφορά σε περιουσία, που έχει καταλειφθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Η παρέμβαση αυτή είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις και αυτήν του άρθρου 80 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθεί με την υπό κρίση έφεση, κατ` άρθρο 246 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 512 ΑΚ «δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν». Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση. Το ηθικό καθήκον πρέπει να είναι ιδιαίτερο. Δεν αρκεί, δηλαδή, το κοινό ηθικό καθήκον, το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνάνθρωπους του, αλλά πρέπει να συνιστά επιπλέον ηθική επιταγή, θεμελιωμένη στην ιδιαίτερη σχέση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο. Στις δωρεές αυτές εμπίπτει, κατά την έννοια της προηγουμένης διάταξης και η ανταποδοτική δωρεά, δηλαδή αυτή με την οποία ο δωρητής σκοπεί να ανταμείψει υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν από τον δωρεοδόχο, ο οποίος δεν μπορούσε να αξιώσει εκ του νόμου αμοιβή από τον δωρητή για την παροχή τους. Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτή από τους συμβαλλόμενους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από τα περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα. Έτσι, μόνες οι δηλώσεις στο συμβόλαιο της δωρεάς για παραίτηση του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς και αναγνώριση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι ικανές να αποτυπώσουν τον νομικό χαρακτήρα της δωρεάς ή να παράσχουν πλήρη ως προς αυτόν τον χαρακτήρα απόδειξη, ώστε να αποκλείεται να διαταχθεί εμμάρτυρη απόδειξη, ως τάχα αντίθετη με το περιεχόμενο δημόσιου εγγράφου (βλ. ΑΠ 39/2021, ΑΠ 2054/2014, ΑΠ 1832/2011 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή ή στον σύζυγο ή στενό συγγενή του και, ιδίως, αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται, δε, σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν. Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου, γενικώς, για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει, λόγω γήρατος, συνοδευόμενης από ασθένεια. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα, δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία (βλ. ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, πρέπει, δε, να αναφέρεται σε αυτήν και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ενώ επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της, από τον χρόνο που περιέρχεται στον δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του προβαλλόμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (βλ. ΑΠ 39/2021, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011 ΝΟΜΟΣ).
Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από την υπ’ αριθμ. …./23-6-2022 ένορκη βεβαίωση της . .. …. ενώπιον της συμβολαιογράφου …., …., η οποία λήφθηκε νομότυπα (βλ. τη με αριθμό …/20-6-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………), τις υπ’ αριθμ. … και …./3-6-2025 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …….. και …….., οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα (βλ. το από 28-5-2025 αποδεικτικό επίδοσης του ………), τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο ήδη εκκαλών, καθώς επίσης από την υπ’ αριθμ. ……/2-6-2025 ένορκη βεβαίωση της …….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά, …., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη, η οποία λήφθηκε νομότυπα (βλ. την υπ’ αριθμ. …./28-5-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά, ………), ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η απαραδέκτως προσκομισθείσα με επίκληση υπ’ αριθμ. …/8/8-12-2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………., ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Σίδνεϋ Αυστραλίας, καθόσον δεν προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου της, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο αρχικώς ενάγων ……………, που γεννήθηκε το 1928 και απεβίωσε στις 17-9-2023, ήταν ένας έντιμος και αξιοπρεπής άνθρωπος, με πλήρη πνευματική διαύγεια μέχρι το τέλος της ζωής του. Από μικρή ηλικία εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία, όπου εργάσθηκε σκληρά ως εργάτης και αργότερα ως έμπορος, πετυχαίνοντας να δημιουργήσει σημαντική περιουσία. Το 1972 επέστρεψε στην Ελλάδα και, ειδικότερα, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα ……, όπου εγκαταστάθηκε στο χωριό …. Εκεί, μαζί με την αγαπημένη του σύζυγο, ….. ανήγειραν την επίδικη μονοκατοικία. Όμως, η σύζυγος του αρχικώς ενάγοντος απεβίωσε το 2003. Το 2015, ο ανωτέρω τέλεσε πολιτικό γάμο με την Μολδαβή υπήκοο, …., η οποία πολύ γρήγορα μετέβαλε την συμπεριφορά της απέναντί του και άρχισε να κακομεταχειρίζεται τον ηλικιωμένο σύζυγό της, μαζί με τον γιο της, που αυτή είχε αποκτήσει από προηγούμενο γάμο της. Αφού, δε, συμβίωσε με αυτήν για 5 χρόνια περίπου, αντιμετωπίζοντας μεγάλες δυσκολίες, επιδίωξε να απαλλαγεί από αυτήν με διαζύγιο. Στο μεταξύ, ο αρχικώς ενάγων, που αντιμετώπιζε από πριν σοβαρά προβλήματα υγείας, διαγνώσθηκε με καρκίνο στο έντερο, κατάσταση που επέβαλε τις μετακινήσεις του σε νοσοκομεία και, γενικότερα, την περίθαλψή του, από τις αρχές του 2020. Προς τούτο, μεριμνούσε, κυρίως, ο, ήδη, εκκαλών, κληρικός της περιοχής, πατέρας ……….., κατά κόσμον, ………., τον οποίο ο αρχικώς ενάγων γνώριζε ήδη από πολλών ετών, καθόσον του ανέθετε διάφορες εργασίες στα αγροκτήματά του και είχε αναπτύξει μια φιλική σχέση μαζί του. Ειδικότερα, ο τελευταίος τον διευκόλυνε, συνοδεύοντάς τον στις μετακινήσεις του για διάφορες εξετάσεις στην Αθήνα, όπου υποβλήθηκε σε δυο χειρουργικές επεμβάσεις. Όμως και η εφεσίβλητη του πρόσφερε κάποια συνδρομή κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα. Όταν ο αρχικώς ενάγων εξήλθε από το νοσοκομείο, η εν διαστάσει Μολδαβή σύζυγός του είχε εγκατασταθεί στην οικία του, με συνέπεια αυτός να μην μπορεί να επιστρέψει εκεί. Ενόψει αυτού, προσφέρθηκε η εφεσίβλητη να τον φιλοξενήσει στην οικία της, μέχρις ότου μπορέσει αυτός να επιστρέψει στη δική του κατοικία. Έτσι, ο αρχικώς ενάγων, από τον Αύγουστο του 2020, εγκαταστάθηκε στην οικία της, όπου, κατά τη διάρκεια της ημέρας τον φρόντιζε, κυρίως, η εφεσίβλητη, προσφέροντας σ’ αυτόν φαγητό, που προετοίμαζε η μητέρα της, ……….. και τις νύχτες τον φρόντιζε ο, ήδη, εκκαλών, που διανυκτέρευε μαζί του. Κατόπιν αυτών, βελτιώθηκε η κατάσταση της υγείας του και τον Δεκέμβριο του 2020, ο αρχικώς ενάγων, εκτιμώντας την συμβολή της εφεσίβλητης στην φροντίδα του, για την αποκατάσταση της υγείας του, αποφάσισε να της δωρίσει την ως άνω μονοκατοικία του. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, ο αρχικώς ενάγων είχε μια καλή σχέση με την εφεσίβλητη ανιψιά του, μολονότι δεν εκτιμούσε τον πατέρα της (αδελφό του), ………, που θεωρούσε ότι ήταν αχάριστος και άπληστος, επιδιώκοντας να θέσει υπό τον έλεγχό του την περιουσία του ιδίου. Εξάλλου, με προγενέστερη διαθήκη του, την ………/2-9-2020, ο αρχικώς ενάγων άφηνε την ως άνω μονοκατοικία του, κατ’ ισομοιρία, στην εφεσίβλητη και σε έτερο ανιψιό του, τον …………. Πέραν αυτού, ο ανωτέρω εκτίμησε την συμβολή της εφεσίβλητης στον δικαστικό του αγώνα κατά της Μολδαβής συζύγου του, για την έκδοση διαζυγίου και για την απομάκρυνσή της από την κατοικία του, με τις μαρτυρικές καταθέσεις, που έδινε υπέρ αυτού στα δικαστήρια, τα οποία είχαν επιληφθεί. Επισημαίνεται, όμως, στο σημείο αυτό ότι, όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητη πίεζε τον ήδη εκκαλούντα, ………, να επηρεάσει τον αρχικώς ενάγοντα για να της δωρίσει το ακίνητο, προκειμένου να συνεχίσει να συνδράμει στις ως άνω δικαστικές διαδικασίες, πράγμα που ο ήδη εκκαλών έκανε, επιδιώκοντας συγχρόνως ο τελευταίος να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις του αρχικώς ενάγοντος, με τον αδελφό του ………… Κατόπιν αυτών, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……../12-12-2020 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, της συμβολαιογράφου . ………., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 14-12-2020 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….., στον τόμο … με αριθμό ….., ο αρχικώς ενάγων μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην εφεσίβλητη ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, με ισόγεια οικία και βοηθητικούς χώρους, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας ………. του Δήμου …………… Ειδικότερα, πρόκειται για οικόπεδο επιφάνειας 1.500 τ.μ., κατά τους τίτλους κτήσης του δωρητή και ήδη επιφάνειας 2.205,71 τ.μ. κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά με την επαρχιακή οδό ………., ανατολικά με δημοτική οδό, νοτιοανατολικά με άλλη δημοτική οδό και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με ιδιοκτησία …………, επί του οποίου (οικοπέδου) έχουν κατασκευαστεί και υπήρχαν κατά τον χρόνο της δωρεάς, μονώροφη πλακόσκεπη οικία εμβαδού 101,28 τ.μ., λεβητοστάσιο εμβαδού 4,44 τ.μ., υπόγεια δεξαμενή εμβαδού 51,07 τ.μ. και κλειστός χώρος στάθμευσης εμβαδού 57,60 τ.μ.. Η συνολική αντικειμενική αξία του δωρηθέντος ακινήτου προσδιορίσθηκε στο ποσό 140.416,34 ευρώ, ενώ, κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων προς τη συμβολαιογράφο, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 132.187,94 ευρώ. Ωστόσο, η εμπορική αξία αυτού ανερχόταν, κατά τον χρόνο κατάρτισης του ως άνω συμβολαίου, αλλά και κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στον πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο ποσό των 200.000 ευρώ. Εξάλλου, με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι ο δωρητής θα έχει το δικαίωμα να παραμείνει στο δωρηθέν ακίνητο, χωρίς καταβολή μισθώματος ή άλλου ανταλλάγματος μέχρι τον θάνατό του, οπότε θα παραδοθεί το δωρηθέν στην δωρεοδόχο, εφαρμοζομένων σχετικώς των διατάξεων περί χρησιδανείου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, τόσο κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου, όσο και στη συνέχεια, η εφεσίβλητη διαβεβαίωνε τον δωρητή ότι στο μέλλον θα συνέχιζε την συμπαράστασή της προς αυτόν, όπως είχε κάνει μέχρι τότε. Επιπλέον, η εφεσίβλητη, προκειμένου να άρει κάθε δισταγμό του για τη δωρεά του ακινήτου, αφ’ενός, μεν, είχε αναφέρει επανειλημμένως στον αρχικώς ενάγοντα ότι με τη δωρεά θα διασφαλιζόταν το ακίνητο έναντι τυχόν διεκδικήσεων της εν διαστάσει συζύγου του, ………….., αφ’ετέρου, δε, τον διαβεβαίωνε ότι, σε περίπτωση που αυτός άλλαζε γνώμη στο μέλλον και επιθυμούσε την επιστροφή του ακινήτου, θα συμμορφωνόταν προς τούτο, αμέσως. Σε σύντομο χρόνο μετά την κατάρτιση της ως άνω δωρεάς, η εφεσίβλητη άρχισε να επικαλείται ημικρανίες, κόπωση, έλλειψη χρόνου κλπ, οπότε, ο αρχικώς ενάγων άρχισε να απασχολεί μια γυναίκα για την φροντίδα του 2-3 ώρες ημερησίως, την οποία πλήρωνε ο ίδιος. Συνακόλουθα, οι υπηρεσίες, που η εφεσίβλητη πρόσφερε πλέον στον ανωτέρω περιορίσθηκαν σημαντικά. Στα μέσα Απριλίου 2021, κατόπιν της δικαστικής δικαίωσης του αρχικώς ενάγοντος, απομακρύνθηκε η εν διαστάσει σύζυγός του από την κατοικία του. Συναφώς, δε, σημειώνεται ότι, κατόπιν οικονομικού συμβιβασμού με την τελευταία, κατέστη δυνατή και η λύση του γάμου του με αυτήν. Κατόπιν αυτών, περί τα τέλη Απριλίου 2021, ο αρχικώς ενάγων μπόρεσε να εγκατασταθεί εκ νέου στην κατοικία του. Κατόπιν, δε, παράκλησής του, συνέχισε να διανυκτερεύει μαζί του τα βράδια, για την φροντίδα του, ο ήδη εκκαλών, ενώ η εφεσίβλητη επισκεπτόταν για έναν μήνα περίπου τον θείο της, κατά τη διάρκεια της ημέρας, για λίγες ώρες, προσφέροντας σ’ αυτόν συνδρομή, παράλληλα, δε, ερχόταν για μερικές ώρες κάθε μέρα μια γυναίκα, για να κάνει τις βασικές εργασίες, που πλήρωνε ο αρχικώς ενάγων. Όμως, από τον Ιούνιο του 2021 και εφεξής, χωρίς να μεσολαβήσει οτιδήποτε, η εφεσίβλητη έπαυσε να επισκέπτεται τον θείο της και δεν απαντούσε στα συνεχή τηλεφωνήματα, που της έκανε καθ’ όλο το επόμενο χρονικό διάστημα, χωρίς να δώσει κάποια εξήγηση γι’ αυτήν την συμπεριφορά της. Έκτοτε, δε, την αποκλειστική φροντίδα του αρχικώς ενάγοντος ανέλαβε ο ήδη εκκαλών, με την συνδρομή και της μητέρας του. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η εφεσίβλητη, κατά τους επόμενους μήνες, μολονότι περνούσε μπροστά από την οικία του θείου της, πηγαίνοντας στην εργασία της και επιστρέφοντας από αυτήν, δεν σταματούσε ούτε καν για να τον χαιρετήσει. Η αιφνίδια αυτή μεταβολή της συμπεριφοράς της και η πλήρης αδιαφορία της δημιούργησαν τεράστια στενοχώρια και απογοήτευση στον αρχικώς ενάγοντα, ο οποίος σκέφθηκε ότι έπρεπε να ανακαλέσει την δωρεά προς την ανιψιά του, λόγω της αχαριστίας της. Προς τούτο, επιχείρησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί της, αλλά αυτή δεν απαντούσε. Εντέλει, ο ανωτέρω επικοινώνησε με τον σύζυγό της, που τον παρακάλεσε να ζητήσει από την εφεσίβλητη να τον επισκεφθεί για να συζητήσουν. Πράγματι, περί τα μέσα Οκτωβρίου 2021 η εφεσίβλητη επισκέφθηκε τον θείο της, ο οποίος, αφού της εξέφρασε τα έντονα παράπονά του και την απογοήτευσή του από την συμπεριφορά της, ζήτησε από αυτήν να του αναμεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, πλην, όμως, η τελευταία ισχυρίσθηκε ότι, για φορολογικούς λόγους, το είχε μεταβιβάσει στην ανήλικη θυγατέρα της. Κατόπιν αυτών, ο αρχικώς ενάγων με την από 25-10-2021 επιστολή του, που απέστειλε στην εφεσίβλητη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στις 27-10-2021, ανακάλεσε την ως άνω δωρεά, λόγω της αχαριστίας της, ενόψει της ως άνω συμπεριφοράς της και της ζήτησε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την αναμεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά του. Όμως, η εφεσίβλητη δεν ανταποκρίθηκε, γι’ αυτό ο τελευταίος άσκησε την υπό κρίση αγωγή, στην οποία επανέλαβε την βούλησή του για ανάκληση της δωρεάς. Στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο περιλήφθηκε δήλωση του δωρητή ότι προέβη στη δωρεά «….σε εκδήλωση της ευγνωμοσύνης του προς τη δωρεοδόχο ανιψιά του και σε ανταπόδοση των υπηρεσιών και φροντίδων, που έχει προσφέρει και εξακολουθεί να του προσφέρει μέχρι και σήμερα και για την αμέριστη στοργή και αφοσίωση που δείχνει σ’ αυτόν και κυρίως από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας…». Ωστόσο, ενόψει των προεκτεθέντων, ουδόλως καταφάσκεται το προβαλλόμενο από την εφεσίβλητη ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και οι λόγοι ευπρέπειας, που προσέδωσαν ανταποδοτικό χαρακτήρα στην επίμαχη δωρεά και υπαγόρευσαν στον αρχικώς ενάγοντα να προβεί στην κατάρτισή της. Ειδικότερα, οι υπηρεσίες, που πρόσφερε η εφεσίβλητη στον αρχικώς ενάγοντα δεν αρκούν για να θεμελιώσουν, σύμφωνα με τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγο ευπρέπειας, που να επιβάλλουν σ’ αυτόν υποχρέωση να προβεί σε ανταποδοτική δωρεά και μάλιστα υψηλής αξίας, ήτοι δωρεά ακινήτου πραγματικής αξίας 200.000 ευρώ. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μολονότι στο δωρητήριο συμβόλαιο προσδόθηκε στη δωρεά τέτοιος χαρακτήρας, δηλαδή ως επιβαλλόμενη από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχε καμία από τις δύο αυτές περιπτώσεις και, κατ` ακολουθίαν, η ρήτρα που αναγράφηκε σ’ αυτό, περί παραίτησης του δωρητή από το δικαίωμά του να ανακαλέσει τη δωρεά, είναι άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες (άρθρα 511, 512 ΑΚ). Η προφορική συμφωνία μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και της εφεσίβλητης, που προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή η τελευταία θα συνέχιζε την συμπαράστασή της προς αυτόν, όπως έκανε μέχρι τότε, δεν συνιστούσε δωρεά υπό τρόπο (άρθρο 503 ΑΚ) και δεν δημιουργούσε νομική υποχρέωση της εφεσίβλητης, διότι δεν συμπεριλήφθηκε στο συμβόλαιο δωρεάς, καθόσον ο αρχικώς ενάγων από λόγους αξιοπρέπειας δεν ζήτησε κάτι τέτοιο. Ωστόσο, δημιουργούσε κυρίως ηθική υποχρέωση της εφεσίβλητης να την τηρήσει, δεδομένων και των σχέσεων που διατηρούσαν, μέχρι την κατάρτιση της δωρεάς. Πέραν αυτού, όμως, όπως προεκτέθηκε, ο αρχικώς ενάγων, που ήταν υπερήλικας, αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας και κυρίως έπασχε από την νόσο Crohn, που είναι χρόνια φλεγμονώδης νόσος του πεπτικού σωλήνα, που προκαλεί χρόνιες διάρροιες, έντονους κοιλιακούς πόνους απώλεια βάρους κλπ. ήταν χήρος, χωρίς τέκνα και ζούσε κατ’ ουσίαν μόνος, εκτός από τα χρονικά διαστήματα, κυρίως τα βράδια, που βρισκόταν κοντά του ο ήδη εκκαλών. Επιπλέον, όπως είναι φυσικό, ο ανωτέρω ένιωθε ανασφάλεια για την περαιτέρω επιβίωσή του. Για τους λόγους αυτούς, είχε ανάγκη κυρίως από ηθική συμπαράσταση και δευτερευόντως από υλική συνδρομή. Συγκεκριμένα, χρειαζόταν εκδήλωση ειλικρινούς αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής από ένα συγγενικό του πρόσωπο, που θα τον επισκεπτόταν σε τακτικά χρονικά διαστήματα και θα ενδιαφερόταν για τις ανάγκες του και την κατάσταση της υγείας του. Σε κάθε, δε, περίπτωση, είχε ανάγκη από την αίσθηση της παρουσίας ενός δικού του συγγενικού προσώπου, το οποίο θα τον εμψύχωνε με το ενδιαφέρον του για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του, ώστε να ανταπεξέλθει αξιοπρεπώς και αποτελεσματικά. Η δωρεοδόχος είχε τη δυνατότητα να του προσφέρει όλες τις παραπάνω υπηρεσίες, χωρίς σημαντική επιβάρυνση, από πλευράς χρόνου και κόπου. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι δήθεν έπαυσε να έρχεται σε επαφή με τον θείο της, διότι δεν της το επέτρεπε ο ήδη, εκκαλών, ………… και ότι εξ αυτού συντρέχει αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως, συνυπαιτιότητα του αρχικώς ενάγοντος, ο οποίος τον είχε εγκαταστήσει στην οικία του, είναι εντελώς αβάσιμος. Πράγματι, ουδόλως προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι κάτι τέτοιο συνέβη. Πέραν αυτού δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία της εφεσίβλητης προς τον αρχικώς ενάγοντα ότι είχε δημιουργηθεί μια τέτοια κατάσταση. Επιπλέον, όπως προεκτέθηκε, ο, ήδη, εκκαλών, παρευρισκόταν στην οικία του αρχικώς ενάγοντος κατά βάση τα βράδια, οπότε η εφεσίβλητη, ακόμη και αν υπήρχε κάποιο τέτοιο ζήτημα, ευχερώς θα μπορούσε να επισκέπτεται τον θείο της κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ σε κάθε περίπτωση, η τηλεφωνική επαφή με τον θείο της δεν θα μπορούσε βέβαια να παρεμποδιστεί από τον ήδη εκκαλούντα. Ενόψει, δε, των ανωτέρω, συνεκτιμωμένης και της πολύ σημαντικής αξίας της δωρεάς, κρίνεται ότι η συμπεριφορά της εφεσίβλητης υπήρξε επίμεμπτη, ως συνιστώσα παράβαση των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, αφού αυτή επέδειξε έναντι του αρχικώς ενάγοντος βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, που αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον δωρητή και αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, ώστε στοιχειοθετείται η κατά την έννοια του νόμου αχαριστία, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς. Επομένως, η επίμαχη δωρεά ανακλήθηκε εγκύρως από τον δωρητή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή έσφαλε. Γι’ αυτό, είναι ουσιαστικά βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης. Συνεπώς, πρέπει να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Συνακόλουθα, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η επίμαχη δωρεά του αρχικώς ενάγοντος προς την εφεσίβλητη-εναγόμενη έχει ανακληθεί από την 27-10-2021, να υποχρεωθεί αυτή να αναμεταβιβάσει την κυριότητα, του δωρηθέντος ακινήτου στον ήδη εκκαλούντα και, σε περίπτωση άρνησής της, να καταδικασθεί αυτή σε σχετική δήλωση βούλησης και, σε περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή η αυτούσια απόδοση του ακινήτου, να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη-εναγόμενη να του καταβάλει το ισόποσο της αξίας του, που ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της ως άνω έφεσης, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της και του προσθέτως παρεμβαίνοντος του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρ. 176, 182, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 25-8-2023 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………../28-8-2023) έφεση και την από 5-6-2025 πρόσθετη παρέμβαση.
Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1883/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει επί της ουσίας την αγωγή.
Δέχεται την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η δωρεά του αναφερόμενου στο σκεπτικό ακινήτου, που έλαβε χώρα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./12-12-2020 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ….. ……….., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 14-12-2020 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, στον τόμο … με αριθμό …., ανακλήθηκε από τις 27-10-2021. Υποχρεώνει την εφεσίβλητη-εναγόμενη να αναμεταβιβάσει την κυριότητα του δωρηθέντος ακινήτου στον ήδη εκκαλούντα και, σε περίπτωση άρνησής της, καταδικάζει αυτήν σε δήλωση βούλησης. Σε περίπτωση, δε, που δεν καταστεί εφικτή η αυτούσια απόδοση του ακινήτου, υποχρεώνει την εφεσίβλητη-εναγόμενη να καταβάλει στον ήδη εκκαλούντα το ποσό των 200.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης, στον καταθέσαντα.
Καταδικάζει την εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, που ορίζει για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε χίλια (1000) ευρώ.
Καταδικάζει την εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κριθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Μαρτίου 2026 και δημοσιεύθηκε στις 11 Μαΐου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ