ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 348/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μπατουδάκη.
Της εφεσίβλητης: ………….., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ορέστη Μόσχο.
Η ενάγουσα με την από την από 13/12/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2023) αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3569/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την υπό κρίση από 29/12/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …/…../2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. ……./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 29/12/2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2024 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ` αριθ. 3569/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 30/12/2024 και εμπρόθεσμα, εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ από την επίδοση στην εκκαλούσα της εκκαλουμένης απόφασης στις 3/12/2024 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …..΄/3-12-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……………..). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591, 592 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με το τελ.εδάφιο της περ. Γ της παραγράφου 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ. Σημειώνεται, ότι από προφανή παραδρομή, κατατέθηκε για την ένδικη έφεση, παράβολο ποσού 100 ευρώ (βλ. αριθμό παραβόλου ……./2024 e – παράβολο), το οποίο πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα (πρβλ. ΑΠ 504/2017, ΜονΕφΠειρ 320/2021 ιστοσελίδα Εφ.Πειραιώς), ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
Η ενάγουσα-εφεσίβλητη με την από 13/12/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2023) αγωγή της, ζητούσε τη λύση με διαζύγιο του γάμου της με τον εναγόμενο, για τον λόγο ότι βρίσκονται σε διάσταση πλέον των δύο ετών και συγκεκριμένα συνεχώς από το έτος 2008, οπότε επήλθε ρήξη στις προσωπικές τους σχέσεις, από την οποία (διάσταση) τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους και επειδή οι σχέσεις τους έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγους που αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για την ίδια. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3569/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τη βάση αυτής που αφορά τη διετή διάσταση των διαδίκων και έλυσε τον γάμο αυτών. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος -εκκαλών με την ένδικη έφεση του, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή.
Στο άρθρο 1439 παρ. 3 Α.Κ ορίζεται ότι: «Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου της διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων». Από τις διατάξεις αυτές, που καθιερώνουν, ως λόγο διαζυγίου, τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 του ΚΠολΔ, κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο προχωρεί, μετά και τη διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη, κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά, υπό καθεστώς χωρισμού από «τραπέζης και κοίτης». Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά στον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και στους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης, που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης. Κατά μείζονα λόγο, δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ άλλων λόγων, που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού. Η επίκληση της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή δεν άρχισε ή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής. Κατά συνέπεια, τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, εφόσον δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ.ΑΠ 20/1990, ΑΠ 1146/2025 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1985/2022, ΑΠ 1164/2020, ΑΠ 200/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 590/2013).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 παρ. 2 περ.2 του ΚΠολΔ, στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και αυτές που αφορούν το διαζύγιο, “δεν επιτρέπεται 1)….2) να εξετασθούν ως μάρτυρες τα τέκνα των διαδίκων συζύγων, γνήσια, νομιμοποιημένα, θετά και αναγνωρισμένα, τα τέκνα της γυναίκας που γεννήθηκαν χωρίς γάμο, καθώς και οι σύζυγοι και οι κατιόντες τους”. Η εν λόγω απαγόρευση καταλαμβάνει εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις (άρθρ. 421-424 ΚΠολΔ), οι οποίες λαμβάνονται για να προσκομισθούν σε συγκεκριμένη δίκη που αφορά την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση και αποσκοπεί στην προστασία της οικογενειακής ζωής και στην αποφυγή της εξωθήσεως των τέκνων να καταθέσουν σε βάρος ενός εκ των γονέων και υπέρ του άλλου (ΑΠ 342/2025 ΤΝΠ Nomos).
Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα νομίμως ληφθείσα υπ’ αριθμ. ……/22-12-2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/19-12-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………), ενώ δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν η προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα από 8/1/2024 ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας των διαδίκων, ………… ενώπιον της δικηγόρου ……………., καθώς στις γαμικές διαφορές, όπως η προκείμενη, δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 παρ. 2 περ. 2 ΚΠολΔ να εξεταστούν ως μάρτυρες τα τέκνα των διαδίκων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, ο οποίος ιερολογήθηκε κατά το τυπικό του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος στον Ιερό Ναό ………….. στις 26/10/2001(βλ. το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα-εφεσίβλητη απόσπασμα της υπ’ αριθμ. …………../2001 ληξιαρχικής πράξης γάμου του Ληξιαρχείου Πειραιώς) και εγκαταστάθηκαν στο Πέραμα Αττικής, στην επί της ……………. οικία, όπου και η τελευταία κοινή διαμονή τους. Η έγγαμη συμβίωσή τους, κατά τη διάρκεια της οποίας απέκτησαν ένα ενήλικο τέκνο, ήταν αρχικά ομαλή, στη συνέχεια, όμως, δημιουργήθηκαν έντονα προβλήματα μεταξύ τους με αποτέλεσμα αυτή να διασπαστεί από το έτος 2008, οπότε και έπαυσαν να έχουν φυσική και ψυχική επαφή, με συνέπεια, αν και διέμεναν κάτω από την ίδια στέγη, η έγγαμη σχέση τους να έχει διασπασθεί οριστικά, αφού είχε διακοπεί κάθε επικοινωνία τους και δεν είχαν πλέον πρόθεση κοινωνίας βίου. Έκτοτε, δηλαδή από το έτος 2008 μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (8/3/2024) αλλά και μέχρι σήμερα (6/11/2025) δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των δύο ετών, δεν υπήρξε καμία επαφή ή σχέση μεταξύ τους με πρόθεση συμβίωσης και αποκατάστασης της διάσπασής της για τη διατήρηση του μεταξύ τους γάμου, η δε διάστασή τους είναι τόσο σωματική όσο και ψυχική, χωρίς θέληση να διατηρηθεί η μεταξύ τους κοινωνία βίου. Η παραπάνω παραδοχή ως προς το χρόνο της επί μακρόν διάστασης των διαδίκων, που ανάγεται από το έτος 2008, προκύπτει ευχερώς από την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει η ενάγουσα-εφεσίβλητη, η οποία (μάρτυρας) χαρακτηριστικά καταθέτει, μεταξύ άλλων, ότι από το 2008 η ενάγουσα κοιμόταν στον καναπέ της οικίας τους, ο δε εναγόμενος στο υπνοδωμάτιο αυτής και ότι τελικά ο εναγόμενος εξεδίωξε την ενάγουσα από την ως άνω οικία τους στις 17/10/2023, ενώ ουδαμού προέκυψε ότι αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους διαρραγείσες σχέσεις, αφού δεν υφίσταται κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο να συνηγορεί στην παραδοχή αυτή. Επομένως, με βάση την κατά τα ανωτέρω διάσταση των αντίδικων συζύγων, η οποία είναι συνεχής και αδιάλειπτη για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει κατά πολύ τα δύο έτη μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής κατ` άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός του μεταξύ τους γάμου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση, με το να δεχθεί την παραπάνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως να απαγγείλει τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού συνεπεία συνεχούς διάστασης αυτών για χρονικό διάστημα πλέον της διετίας, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ακολούθως, από τα άρθρα 218 παρ. 1 και 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση επικλήσεως εκ μέρους του ενάγοντος συζύγου δύο βάσεων του άρθρου 1439 ΑΚ, δυνάμει των οποίων αιτείται τη λύση του γάμου του και συγκεκριμένα λόγω ισχυρού κλονισμού από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου, σύμφωνα με την παράγραφο 1, αλλά και λόγω ισχυρού κλονισμού, που τεκμαίρεται, λόγω διετούς διαστάσεώς τους, σύμφωνα με την παράγραφο 3, και ανεξάρτητα αν υπάρχει απλή σώρευση ή επικουρική, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο, με βάση την αρχή της εξουσίας διαθέσεως (άρθ. 106 ΚΠολΔ), να λάβει υπόψη τη σειρά προτεραιότητας, που υποδεικνύει ο ενάγων, αλλά μπορεί να ερευνήσει πρώτα τη βάση της διετούς διαστάσεώς, ακόμη και αν υποβάλλεται επικουρικά. Μόνον, αν αυτή δεν αποδεικνύεται, θα προχωρήσει στην έρευνα της κύριας βάσεως και τούτο διότι οι άνω βάσεις της αγωγής διαζυγίου αναπτύσσουν ισοδύναμη ενέργεια, καθόσον η αιτούμενη με αυτές διάπλαση, που είναι η λύση του γάμου και όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του, επέρχεται ήδη με την αποδοχή της μίας βάσεως, έστω και επικουρικής, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα της άλλης βάσεως λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος του ενάγοντος, το οποίο δεν υφίσταται ούτε για την άσκηση εφέσεως ή και αναιρέσεως, για το λόγο αυτό εκ μέρους του, αφού με την παραδοχή της επικουρικής βάσεως της αγωγής του και τη λύση του γάμου, που επιδίωκε με αυτή, θεωρείται ότι νίκησε (ΑΠ 818/2021, 315/2018, 20/2015, 470/2005), ενώ τέτοιο έννομο συμφέρον σαφώς δεν υφίσταται και στο πρόσωπο του εναγόμενου (ή εναγόμενης), στον οποίο αποδόθηκε με τη μη ερευνηθείσα βάση της αγωγής, λόγος, που προκάλεσε ισχυρό κλονισμό του γάμου (ΑΠ 296/2023 ΤΝΠ Nomos). Ειδικότερα το ότι για την λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο βάσει των διατάξεων του άρθρου 1439 ΑΚ, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα υπαιτιότητας (ΑΠ 296/2023 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1559/2021, 1828/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση η έρευνα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της βάσης της αγωγής, η οποία στηριζόταν στη διετή διάσταση των διαδίκων και η ευδοκίμησή της επιφέρει την αιτούμενη λύση του γάμου, που ουσιαστικά αποτελεί και τη μόνη συνέπεια της απόφασης διαζυγίου υπό το καθεστώς του άρθρου 1439 ΑΚ (αφού από αυτήν δεν θα παραγόταν σε κάθε περίπτωση δεδικασμένο ως προς την υπαιτιότητα, ακόμη κι αν η λύση είχε απαγγελθεί κατά την παρ. 1 αυτού), με συνέπεια να παρέλκει η έρευνα της βάσης αυτής περί ισχυρισμού κλονισμού, λόγος για τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη στην εξέταση της βάσης αυτής. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η υπαίτια για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων είναι η εφεσίβλητη, είναι απορριπτέος, λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος του εκκαλούντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, αφού πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συζύγους (άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του κατατεθέντος εκ μέρους του παράβολου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 12/5/2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ