Αριθμός 237 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: ………………., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Ζωγράφου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου: ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Χρυσάνθης Υφαντή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του εκκαλούντος: ………….., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Χρυσάνθης Υφαντή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου: ……………….., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Ζωγράφου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε ο εκκαλών Μιχαήλ Δομάζος την με αριθμό εκθ. καταθ. ……/2024 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 4291/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι εκκαλούντες με τις με γενικό αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2025 και ……./2025 εφέσεις, δικάσιμος επί των οποίων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι υπό κρίση εφέσεις, οι οποίες στρέφονται αμφότερες κατά της υπ’ αριθμ. 4291/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614, 621 ΚΠολΔ ), αντιμωλία των διαδίκων και οι οποίες πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν λόγω της φανερής συνάφειας τους και για οικονομία χρόνου και δαπάνης (άρθρα 246, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι υπό κρίση εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρονται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ ), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτές, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων τους (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται ο ενάγων ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση λιανικού εμπορίου την 1-2-2023 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα του υπαλλήλου εργαζόμενος εκ περιτροπής λαμβάνοντας τις αναφερόμενες αποδοχές. Ότι ενώ παρείχε ανελλιπώς την εργασία του ο εναγόμενος στις 5.3.2024 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασής του είναι άκυρη για τους λόγους που παραθέτει στην αγωγή του και επομένως ο εναγόμενος του οφείλει αποδοχές υπερημερίας και επικουρικά τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του από την άκυρη απόλυσή του. Ζητεί περαιτέρω να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.713,30 ευρώ που αφορά επιδόματα εορτών και αδείας του έτους 2023 και διαφορές επιδομάτων του έτους 2024, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απαγγελία σε βάρος του χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής, να υποχρεωθεί να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας το συνολικό ποσό των 6.917,40 ευρώ και επικουρικά σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασής του κριθεί έγκυρη τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ποσού 1862 ευρώ και το ποσό των 5000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, τις υπ’ αριθμ. ….., ……./2024 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ενάγοντος, που ελήφθησαν κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως του εναγομένου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τους εν γένει ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση λιανικού εμπορίου ανταλλακτικών προσέλαβε τον ενάγοντα στις 1.2.2023 με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του υπαλλήλου παρέχοντας εργασία εκ περιτροπής απασχολούμενος σε εξωτερικές εργασίες λαμβάνοντας μεικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 624 ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ενώ ο ενάγων παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του με την προαναφερόμενη ιδιότητα και με τη συμφωνηθείσα εκ περιτροπής εργασία από τη σύναψη της σύμβασης εργασίας του ο εναγόμενος προέβη σε νομότυπη αναγγελία της πρόσληψής του στις 26.1.2024 προκειμένου να επωφεληθεί τις ασφαλιστικές εισφορές για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα από την άτυπη πρόσληψη του ενάγοντος. Ο εναγόμενος όμως παρόλο που ο ενάγων παρείχε προσηκόντως την εργασία του δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από την εργασιακή σύμβαση, αφού όφειλε στον ενάγοντα τα επιδόματα εορτών και αδείας, ενώ στις 5.3.2024 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, γεγονός που καθιστά την απόλυση του ενάγοντος άκυρη (ΑΚ 174). Επομένως ο εναγόμενος αρνούμενος έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος περιήλθε σε υπερημερία με αποτέλεσμα να οφείλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασής του μέχρι 16.10.2024 συνολικού ποσού 5.408 ευρώ, τις οποίες υποχρεούται να καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα από αυτόν που αφορά κάθε μισθός. Περαιτέρω ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα του έτους 2023 συνολικού ποσού 891,30 ευρώ με το νόμιμο τόκο για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων από την 1 Ιανουάριου του επομένου έτους, για το επίδομα εορτών Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους που αφορά, ενώ αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα και το επίδομα αδείας του έτους 2023 ποσού 312 ευρώ, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επομένη της τελευταίας ημέρας του έτους. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να λάβει την άδεια του έτους 2023 και αυτή δεν του χορηγήθηκε και επομένως το αιτούμενο ποσό για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Απορριπτέα ως αβάσιμα κρίνονται αφενός τα αιτηθέντα για καταβολή αναλογίας επιδόματος αδείας και επιδόματος εορτών Πάσχα 2024 τα οποία έχουν καταβληθεί από τον εναγόμενο, αφετέρου το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης διότι δεν αποδείχθηκε προσβολή της προσωπικότητάς του από τον εναγόμενο. Επομένως ενόψει της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υποχρεούται ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσφερόμενες προσηκόντως υπηρεσίες του με βάση τους όρους της άτυπης σύμβασης εργασίας του για την εκ περιτροπής εργασία και περαιτέρω υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμες και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων (άρθρα 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις υπό κρίση εφέσεις.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά τις εφέσεις.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17.4.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ