Αριθμός 284/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….» και δ.τ «…………», η οποία εδρεύει στον ……… Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια.
Της εφεσίβλητης: …………….., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βιολέτας Βασιλάκου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εκκαλούσας: ……………., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βιολέτας Βασιλάκου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………..» και δ.τ «………….», η οποία εδρεύει στον ……. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε η εκκαλούσα ………. την με γενικό αριθμό εκθ. καταθ. ……/2024 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 3552/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι εκκαλούντες με τις με γενικό αριθμ. εκθ. καταθ. …../2025 και ……/2026 εφέσεις, δικάσιμος επί των οποίων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι υπό κρίση εφέσεις, οι οποίες στρέφονται αμφότερες κατά της υπ’ αριθμ. 3552/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων και οι οποίες πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν λόγω της φανερής συνάφειας τους και για οικονομία χρόνου και δαπάνης (άρθρα 246, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι υπό κρίση εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρονται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (αρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτές, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων τους (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της παροχής υπηρεσιών με τη δημιουργία ιστοσελίδων στο διαδίκτυο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης προκειμένου να εργαστεί με την ιδιότητα του υπαλλήλου γραφείου, με καταβαλλόμενες αποδοχές που ανέρχονταν στο ποσό των 1000 ευρώ καθαρά, λαμβάνοντας σε λογαριασμό που τηρούσε σε τράπεζα το ποσό των 670 ευρώ και το ποσό των 330 ευρώ σε μετρητά. Ότι η εναγόμενη το έτος 2017 προέβη στη σύναψη ομαδικού ασφαλιστηρίου διαχείρισης κεφαλαίου με την εταιρεία «…………………» για το οποίο δεν επεφύλαξε δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της παροχής αυτής. Περαιτέρω όμως το έτος 2023 κατήγγειλε το ομαδικό ασφαλιστήριο και απαίτησε από την ενάγουσα το ποσό των 3.245,56 ευρώ που είχε πιστωθεί από την ασφαλιστική εταιρεία στον τραπεζικό της λογαριασμό. Ότι στην άρνηση της ενάγουσας για την απόδοση του ανωτέρω ποσού η εναγόμενη δεν της κατέβαλε τις αποδοχές της ποσού 330 ευρώ μηνιαίως σε μετρητά, γεγονός που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της. Ότι στις 5.1.2024 η ενάγουσα αποχώρησε από την εργασία της δηλώνοντας ρητά στην εναγόμενη ότι ουδέποτε συμφώνησε στην καταγγελία του ασφαλιστηρίου και στην μείωση των αποδοχών της και ότι η ανωτέρω βλαπτική για τα συμφέροντά της μεταβολή των συνθηκών εργασίας της συνιστά άτακτη εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αιτούμενη την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και τις οφειλόμενες αποδοχές της. Ότι εκ της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης προσβλήθηκε η προσωπικότητά της αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη. Ζητεί περαιτέρω με την υπό κρίση αγωγή της να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη με την ανωτέρω εργοδοτική απόφαση της, η οποία αποτελεί βλαπτική μεταβολή των εργασιακών της όρων, προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 9.573,36 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές και το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση με το νόμιμο τόκο, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 18.002,86 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 7 εδ. α του ν. 2112/1920 “Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου”. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 Α.Κ μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Για την εφαρμογή όμως της άνω διατάξεως δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σε αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Περαιτέρω προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα: 1 .να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αφού αποχωρήσει από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 2. να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 682/2017).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενάγουσας, τις οποίες νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν εμπροθέσμου κλητεύσεως της εναγομένης και τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της εναγομένης, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας και από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται εμπορικά παρέχοντας υπηρεσίες δημιουργίας ιστοσελίδων στο διαδίκτυο προσέλαβε την ενάγουσα στις 17.10.2016 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης η οποία εργάστηκε αρχικά με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου ενώ στη συνέχεια ασκούσε καθήκοντα υπεύθυνης διαχείρισης λογαριασμών. Ο μισθός της ενάγουσας συμφωνήθηκε στο ποσό των 1000 ευρώ καθαρές αποδοχές, από τον οποίο ποσό 784,30 μικτές μηνιαίες αποδοχές εισέπραττε σε λογαριασμό που τηρούσε σε τράπεζα και το υπόλοιπο ποσό των 330 ευρώ καθαρές αποδοχές ελάμβανε η ενάγουσα σε μετρητά, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εναγομένη την ασφάλιζε μόνο για τις προαναφερόμενες αποδοχές που ελάμβανε στον τραπεζικό της λογαριασμό. Περαιτέρω την άνοιξη του έτους 2017 η εναγόμενη προέβη στη σύναψη ομαδικού ασφαλιστηρίου διαχείρισης κεφαλαίου με την ανώνυμη εταιρεία « ………………», σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν η καταβολή εφάπαξ χρηματικής παροχής σε εργαζομένους μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα με βάση τους συναφθέντες όρους του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Η ανωτέρω παροχή, η οποία χορηγήθηκε οικειοθελώς από την εναγομένη και την οποία αποδέχθηκαν οι εργαζόμενοί της αποτελεί μισθολογική παροχή, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που απέκτησε έκαστος εργαζόμενος της εναγομένης που περιλαμβάνονταν στο ασφαλιστήριο για την είσπραξη της χρηματικής παροχής με την ευδοκίμηση των προβλεπόμενων από τη σύμβαση ασφάλισης προϋποθέσεων. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η εναγόμενη επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της ανωτέρω πρόσθετης παροχής, η οποία απέκτησε μισθολογικό χαρακτήρα και επομένως ο ισχυρισμός της ότι είχε τη δυνατότητα έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας να καταγγείλει τη σύμβαση ασφάλισης δεν αναιρεί την υποχρέωσή της να καταβάλει στους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα την ανωτέρω πρόσθετη παροχή αναλαμβάνοντας συμβατική δέσμευση για την καταβολή του ασφαλίστρου. Τον Οκτώβριο του έτους 2023 και αφού η εναγόμενη προέβη μονομερώς σε καταγγελία του ομαδικού ασφαλιστηρίου απαίτησε από την ενάγουσα το ποσό των 3.245,56 ευρώ που είχε λάβει από την ασφαλιστική εταιρεία στον τραπεζικό της λογαριασμό, αίτημα όμως το οποίο αρνήθηκε η ενάγουσα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2023 σταμάτησε να της καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 330 ευρώ σε μετρητά που αποτελούσε μέρος του μισθού της, ενώ της κατέβαλε δώρα εορτών, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας υπολογιζόμενα μόνο επί του δηλωθέντος μισθού που εισέπραττε η ενάγουσα στον τραπεζικό της λογαριασμό. Ενόψει της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα στις 5.1.2024 αποχώρησε από την εργασία της, αφού δήλωσε ρητά στην εναγόμενη ότι η καταγγελία του ασφαλιστηρίου και η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, στα οποία ουδέποτε συμφώνησε, αποτελούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων και συνθηκών εργασίας της, γεγονός που συνιστά άτακτη εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, αιτούμενη την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και των οφειλόμενων αποδοχών της. Αποδείχθηκε επομένως ότι η καταγγελία του ομαδικού ασφαλιστηρίου από την εναγομένη, η οποία δεν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης της ανωτέρω παροχής και η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας που έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί σε απόδοση του ποσού που είχε εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρεία συνιστούν παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, απορριπτομένων των ισχυρισμών της εναγομένης ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης της παροχής του ομαδικού ασφαλιστηρίου και ότι αποφασίστηκε για σοβαρούς οικονομικούς λόγους, οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι. Οφείλει επομένως η εναγόμενη στην ενάγουσα την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ποσού 5.949,30 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 8.1.2024, τη διαφορά επιδόματος αδείας έτους 2024 ποσού 245,28 ευρώ (637,43-392,15 που έχουν καταβληθεί), τη διαφορά της αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας του έτους 2024 ποσού 459,18 ευρώ (1274,85-815,67 που έχουν καταβληθεί στην ενάγουσα), με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουάριου 2025, τη διαφορά αποδοχών για τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2023 ποσού 521,92 ευρώ (1274,85 -752,93 που έχουν καταβληθεί), με το νόμιμο τόκο από την 1η Δεκεμβρίου 2023, τη διαφορά αποδοχών για τον μήνα Δεκέμβριο του 2023 ποσού 568,98 ευρώ (1274,85 -705,87 που έχουν καταβληθεί), για δώρο Χριστουγέννων 2023 το ποσό των 451,69 ευρώ (1274,85-823,16 που έχουν καταβληθεί) με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουάριου 2024 τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από την προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας στους συναδέλφους της και στην κοινωνική της ζωή και επομένως δικαιούται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο κρίνει εύλογο το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της ψυχικής της ταλαιπωρίας και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Περαιτέρω όμως το αίτημα της ενάγουσας να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την τοποθέτηση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης εντός της εργασίας της είναι αβάσιμο και συνεπώς απορριπτέο διότι δεν αποδείχθηκε προσβολή της προσωπικότητας της, όπως ισχυρίζεται.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμες και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων (άρθρα 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις υπό κρίση εφέσεις.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά τις εφέσεις.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30.4.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ