Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 320/2026

Αριθμός αποφάσεως  320/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Εφέτη, Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη – εισηγήτρια, τους οποίους όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ………………., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Σταματίνας Κηπιώτου.

Των εφεσίβλητων: 1) …………….., 2) του ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία «Δήμος Κερατσινίου – Δραπετσώνας», που εδρεύει στο Κερατσίνι Αττικής, οδός …………., και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) …………., 4) …………… και ήδη άγνωστης διαμονής, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα, ……………., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 7-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2022 αγωγή της, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 4255/2024 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχτηκε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η τέταρτη των εναγομένων, με την από 21-1-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………/2025 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ……………./2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ’ εφαρμογή των θεμελιακών δικονομικών αρχών της εκατέρωθεν ακρόασης και της τήρησης προδικασίας (άρθρα 110 παρ. 2 και 111 του ΚΠολΔ), σε περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε διαδίκου εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο αν νομίμως φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση στο Δικαστήριο, η οποία μετά την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης συντελείται, κατά το άρθρο 498 του ΚΠολΔ, με κλήση, κατά την προσδιορισθείσα με επιμέλεια του διαδίκου δικάσιμο, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο και δεν αρκεί μόνο ο προσδιορισμός δικασίμου αλλά απαιτείται και επίδοση της κλήσης, η οποία έχει τα ίδια αποτελέσματα και για εκείνον με παραγγελία του οποίου έγινε και υποδηλώνει τη βούλησή του ότι επιθυμεί την εκδίκασή της, ενώ η μη επίδοσή της υποδηλώνει την αντίθετη προς τούτο βούληση του διαδίκου (ΕφΘεσ 755/2023, ΕφΠειρ 4/2022, ΕφΑΘ 326/2022, ΕφΠειρ 321/2021, πρβλ. ΕφΠειρ 896/2001 ΝΟΜΟΣ, Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ, στο άρθρο 498. αρθμ.10). Έτσι αν ο εφεσίβλητος ή ο εκκαλών δεν κλητεύθηκε από τον εκκαλούντα ή εφεσίβλητο αντίστοιχα, αλλά τυχαία αυτός έλαβε γνώση της συζήτησης, δεν μπορεί να προσέλθει αυτοβούλως και να επιμείνει στη συζήτηση της υπόθεσης ερήμην του αντιδίκου του αν δεν τον έχει ο ίδιος κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον ο προσδιορισμός δικασίμου της έφεσης με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου και η στη συνέχεια μεταμέλειά του για μη κλήτευση του αντιδίκου του και μη παράσταση του ίδιου στη συζήτηση υποδηλώνει μεταμέλεια για συζήτηση της υπόθεσης, που ο ίδιος έθεσε σε κίνηση και, επομένως, η συζήτηση της θα ήταν αντίθετη προς τη θεμελιακή αρχή της διάθεσης (Μακρίδου στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα έκδ. 2000, άρθρο 272 αριθ. 1, Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ άρθ. 531 αριθ. 3).

Από τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 3 και 271 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το τελευταίο από τα οποία εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ’ έφεση δίκη, συνάγεται ότι αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει την ύπαρξη ή μη της κλήτευσής του και αν μεν δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως για να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης, το Δικαστήριο κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, αν δε, αντιθέτως, επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί σε αυτή, η συζήτηση προχωρεί σαν αν ήταν κι αυτός παρών. Επομένως, πρέπει, πριν την ως άνω έρευνα, να προηγηθεί από το Δικαστήριο η διακρίβωση του ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, γιατί αν επισπεύδων είναι ο απολιπόμενος διάδικος, τότε δεν απαιτείται κλήτευσή του, ενώ αντίθετα απαιτείται τέτοια κλήτευση όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο παριστάμενος διάδικος. Σε περίπτωση αδυναμίας διακρίβωσης του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, διότι λείπει η απαιτούμενη προδικασία της κλήσης προς συζήτηση (ΑΠ 1395/2017, ΑΠ 361/2011, ΑΠ 549/2007 ΝΟΜΟΣ).

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου φέρεται προς συζήτηση η από 21-1-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./2025 έφεση κατά της υπ’αριθμ. 4255/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που δίκασε ερήμην της τέταρτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας (καθώς και ερήμην της δεύτερης και τρίτου των εναγομένων και αντιμωλία της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου) με την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή την από 7-12-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………………/2022 αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης. Η ως άνω έφεση προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-2-2026, με πρωτοβουλία της ως άνω (πρώτης) εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από το καταθετήριο της υπό κρίση έφεσης στη γραμματεία του Εφετείου, καθότι αναφέρεται ότι το δικόγραφο το κατέθεσε ο δικηγόρος Μιχαήλ Φράγκος, ο οποίος και εκπροσώπησε την ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη στην πρωτοβάθμια δίκη. Κατά τη δικάσιμο αυτή δε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της εκ του οικείου πινακίου παραστάθηκε μόνο η εκκαλούσα, ενώ οι εφεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι ουδείς εκ των διαδίκων προέβη οποτεδήποτε σε νόμιμη επίσπευση της συζήτησης της υπό κρίση έφεσης, με επίδοση στον αντίδικό του ακριβούς αντιγράφου αυτής με ορισμό δικασίμου και κλήση όπως παραστεί στη συζήτηση αυτής, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται νόμιμη κλήτευση των απολιπόμενων διαδίκων. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη, η οποία και επίσπευσε τη συζήτηση της έφεσης, επέδωσε στην εκκαλούσα ή στους λοιπούς εφεσίβλητους κλήση να παραστούν στην ανωτέρω δικάσιμο της 6-2-2025, υποδηλώνοντας έτσι τη βούλησή της ότι επιθυμεί την εκδίκασή της, αλλά, αντιθέτως, δεν προέβη σε αυτήν υποδηλώνοντας σαφώς την αντίθετη βούλησή της, ήτοι ότι δεν επιθυμεί τη συζήτησή της. Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα προέβη σε κλήση των εφεσίβλητων να παραστούν στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η συζήτηση της υπόθεσης έχει νομίμως επισπευσθεί για την προαναφερόμενη δικάσιμο, από την πρώτη απολιπόμενη εφεσίβλητη αλλά ούτε και από την παριστάμενη εκκαλούσα, η συζήτηση αυτής πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-1-2025 έφεσης.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 2/4/2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη συνεδρίαση στις 7/5/2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ