Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 248/2026

Αριθμός    248/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δικηγόρο, Ηλία Φουφόπουλου, (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)·

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «……………» (…………………) και τον διακριτικό τίτλο «…………….», που εδρεύει στην Αθήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που ενεργεί εν προκειμένω ως διαχειρίστρια επ’ ονόματι και για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» (…………….), με έδρα το … Ιρλανδίας (διεύθυνση …………….) και με αριθ  μητρώου ….., η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………..», με έδρα την Αθήνα Αττικής, οδός …………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο Παναγιώτη Σταμαδιάνο, (με δήλωση κατ’ αρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  15.2.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2022) ανακοπή  καθώς και τους από 1.22.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2022) πρόσθετους λόγους ανακοπής, επί των οποίων (ανακοπής και προσθέτων αυτής λόγων) εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ  2152/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ως άνω ανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ανακόπτων-ασκών τους πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλών με την από 12.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  …./2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  …………./2024) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.  H υπό κρίση από 12-07-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ……………./15-07-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2152/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής και πρόσθετων λόγων αυτής κατά διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρ. 632 επ. ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ (άρθρ. 632 παρ. 2 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον ανακόπτοντα-ασκούντα πρόσθετους λόγους ανακοπής, που ηττήθηκε πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 533 παρ.1, 632 επ.  ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτής (βλ. e-παράβολο ……../2024 ποσού 100 ευρώ).-

ΙΙ. Ο ανακόπτων-ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής με την από 15-03-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης …………../16-03-2022 ανακοπή του και τους  από 01-11-2022 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ……../02-11-2022 πρόσθετους λόγους αυτής ζήτησε για τους αναφερόμενους λόγους στα άνω δικόγραφα να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. …../2022 διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και με την οποία υποχρεώθηκε αυτός (ανακόπων-ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής) να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή (αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής) το ποσό των 22.369,62 ευρώ εντόκως, ως υπόλοιπο του λογαριασμού που τηρήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» και της πρωτοφειλέτριας . ……….., υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο ανακόπτων-ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλών. Επί της ανακοπής αυτής και των πρόσθετων λόγων της εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2152/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκαν αυτοί (ανακοπή και πρόσθετοι λόγοι αυτής) και επικυρώθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα του ανακόπτοντος-ασκούντος πρόσθετους λόγους ανακοπής περί ακύρωσης της από 28-02-2022 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ανακόπτων-ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν παραδοχή της ανακοπής του και των πρόσθετων λόγων της.-

ΙΙΙ. Με το νόμο 3869/2010 “Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις” καθιερώθηκε η δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του όταν δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίησή τους και δεν επαρκούν για την εξόφλησή τους ούτε τα τρέχοντα, αλλά ούτε τα προσδοκώμενα εισοδήματά του. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού, κατά το οποίο “Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας, υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου”, θεσμοθετείται η δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διατήρηση-εξασφάλιση της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του. Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, την ύπαρξη του οποίου προτείνει ο πιστωτής. Περαιτέρω ορίζονται, με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, η διαδικασία κατάθεσης της αίτησης περί ρύθμισης στο αρμόδιο δικαστήριο και των εγγράφων που τη συνοδεύουν και αφορούν στην περιουσιακή και εισοδηματική κατάσταση του ίδιου και του συζύγου του, τους πιστωτές και τις οφειλές του, με το άρθρο 5, η απαιτούμενη προδικασία με την επίδοση της αίτησης στους πιστωτές και στους εγγυητές, με το άρθρο 7, η ρύθμιση των χρεών και η απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο αυτών στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδίκη, με τα άρθρα 8 και 9, η δικαστική ρύθμιση των οφειλών (αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή κατάσταση, τα πάσης φύσης εισοδήματα του οφειλέτη και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμιστούν οι βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του), η απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών στην περίπτωση που δεν γίνει δεκτό από τους πιστωτές το υποβληθέν από τον οφειλέτη σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του και η διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας και η προστασία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, με το άρθρο 11, η διαδικασία πιστοποίησης από το δικαστήριο της απαλλαγής του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών του επί κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν με τη δικαστική απόφαση και η έκπτωση αυτού από τη ρύθμιση επί μη εκτέλεσης των υποχρεώσεων αυτών και με το άρθρο 12 τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι των εγγυητών του οφειλέτη που ρύθμισε τα χρέη του. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι “Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή”. Με το άρθρο 65 του ν. 4549/2018 προστέθηκε στο εν λόγω άρθρο δεύτερο εδάφιο το οποίο, κατ’ άρθρο 68 παρ. 16 αυτού, εφαρμόζεται και επί αποφάσεων ρύθμισης ή σχεδίων διευθέτησης οφειλών που δεν έχουν εκτελεστεί στο σύνολό τους κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, και έχει ως εξής : “Αν όμως ο εγγυητής, ο εις ολόκληρον υπόχρεος ή άλλο δικαιούχο σε αναγωγή πρόσωπο καταβάλει τόσο το τμήμα της οφειλής από την οποία ο οφειλέτης πρόκειται να απαλλαγεί κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 11 όσο και μέρος της οφειλής που περιλαμβάνεται στην απόφαση ρύθμισης του άρθρου 8 ή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε αυτός υποκαθίσταται αυτοδικαίως για το τελευταίο ποσό στη θέση του πιστωτή στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που η οφειλή αυτή έχει διαμορφωθεί δυνάμει της ρύθμισης ή του σχεδίου διευθέτησης οφειλών που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση”. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο οφειλέτης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, μπορεί, με αίτησή του προς το αρμόδιο δικαστήριο, να ζητήσει τη ρύθμιση των χρεών του υποβάλλοντας σχέδιο διευθέτησης των οφειλών και τα σχετικά, με την περιουσιακή και εισοδηματική κατάστασή αυτού και του συζύγου του, τους πιστωτές και τις οφειλές του, έγγραφα. Η αίτηση επιδίδεται και στους εγγυητές, οι οποίοι καθίστανται έτσι διάδικοι. Οι οφειλέτες και οι πιστωτές μπορούν να επιλύουν συμβιβαστικά τη διαφορά τους με την επικύρωση του σχετικού σχεδίου από τον αρμόδιο (τότε) Ειρηνοδίκη, οπότε αυτό αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Αν το σχέδιο του αιτούντος δεν γίνει δεκτό από τους πιστωτές, το δικαστήριο, αν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ρύθμισης των οφειλών του και απαλλαγής του από αυτές, αφού λάβει υπόψη του το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, προβαίνει, βάσει των περιουσιακών του στοιχείων και των πάσης φύσεως εισοδημάτων του που απομένουν, στον καθορισμό των μηνιαίων καταβολών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Υπό τις οριζόμενες στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010 προϋποθέσεις και κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας αυτού. Επίσης, η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, είτε κατόπιν συμβιβασμού με τους πιστωτές του είτε κατόπιν ρύθμισης αυτών με δικαστική απόφαση, ενεργεί υποκειμενικά, αφορά μόνο στο πρόσωπο του ίδιου και δεν επεκτείνεται στους εγγυητές, έναντι των οποίων οι πιστωτές διατηρούν ακέραια τα δικαιώματά τους. Οι ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική του έκθεση, έχουν ως σκοπό την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερα μεγάλου και οξυμένου προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας, της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους, ώστε με τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή από τα χρέη τους, να απεγκλωβιστούν από την υπερχρέωση, διασφαλίζοντας παράλληλα για τους ίδιους και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς τους ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης, να διατηρήσουν την κύρια κατοικία τους εξαιρώντας αυτή από τη ρευστοποίηση της περιουσίας τους και να επανακτήσουν την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Συνεπώς, κρίσιμο, για την ως άνω προστασία που καθιερώνεται στο ν. 3869/2010, είναι το πρόσωπο του οφειλέτη, στο οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης και όχι το χρέος καθ’ εαυτό, η δε προβλεπόμενη από τον εν λόγω νόμο ρύθμιση έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα. Έτσι, παρά την απαλλαγή, στο πλαίσιο υπαγωγής στις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου, του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών του ή τη μείωση αυτών, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 851 του ΑΚ, κατά την οποία ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Ο εγγυητής, εν προκειμένω, ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο από τον υπερχρεωμένο πρωτοφειλέτη χρέος, το ύψος του οποίου δεν επηρεάζεται ως προς τον ίδιο (τον εγγυητή) από τη ρύθμιση, ενώ αυτός δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι του πιστωτή την απαλλαγή ή τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Επί εξόφλησης δε του χρέους του πρωτοφειλέτη, υποκαθίσταται στα δικαιώματα των πιστωτών, δικαιούμενος σε αναγωγή έναντι του πρωτοφειλέτη, μόνον, όμως, για το ποσό που ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στους πιστωτές στο πλαίσιο της ρύθμισης των χρεών του. Ο εγγυητής φυσικό πρόσωπο, μπορεί να υπαχθεί και ο ίδιος στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου αυτού. Με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 του ν. 3869/2010 καθιερώνεται η μη απαλλαγή από την ευθύνη των εγγυητών επί ρύθμισης βάσει του νόμου αυτού των χρεών του πρωτοφειλέτη, όπως συνάγεται από την ως άνω αδιάστικτη διατύπωσή της και το σκοπό του νόμου, που είναι, κατά τα προεκτεθέντα, η αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος της υπερχρέωσης των φυσικών προσώπων που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και η ανακούφιση των συγκεκριμένων αυτών προσώπων από τα χρέη τους και όχι η ελάφρυνση των χρεών έναντι όλων των εμπλεκόμενων προσώπων (πρωτοφειλετών, συνοφειλετών, εγγυητών) (ΑΠ 1508/2025, ΑΠ 363/2025, Ολ ΑΠ 3/2023). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, ως εγγυητής στην επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, αυτή ενσωματώνει απαίτηση υπό αίρεση, προθεσμία και μη εκκαθαρισμένη, ενόψει του ότι εξαρτάται από τις καταβολές που έχει ήδη διενεργήσει και θα συνεχίσει να διενεργεί η πρωτοφειλέτρια μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά περί υπαγωγής αυτής (πρωτοφειλέτριας) στη ρύθμιση του ν. 3869/2010. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 του ν. 3869/2010, σε περίπτωση ρύθμισης των οφειλών του πρωτοφειλέτη με σχετική δικαστική απόφαση, αυτή δεν έχει ως συνέπεια την απαλλαγή από την ευθύνη του εγγυητή, ο οποίος εξακολουθεί να ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο με τον υπερχρεωμένο οφειλέτη χρέος, το ύψος του οποίου δεν επηρεάζεται ως προς τον ίδιο (εγγυητή-ανακόπτοντα) από τη ρύθμιση.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ.  για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 53/2025, ΑΠ 1764/2024, ΑΠ 1137/2024, ΑΠ 1582/2023). Εξάλλου, ναι μεν κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως, μόνο το γεγονός ότι, η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του. Τούτο διότι ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα, κατ` αρχήν, αποφασίζει, εκτός και πάλι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 565/2017, ΑΠ 1472/2004). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στον χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Ειδικότερα, οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των Τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες. Συνεπώς, και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρα 178, 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1564/2025, ΑΠ 2067/2024, ΑΠ 546/2024, ΑΠ 852/2023, ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 323/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης να επιδιώξει την είσπραξη της επίδικης απαίτησης με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής υπερβαίνει προφανώς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, καθώς και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του ως άνω δικαιώματος, καθόσον αφ’ ενός μεν η καταγγελία της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου από την ανώνυμη τραπεζικής εταιρεία «…………….» με εξώδικη δήλωσή της προς τον ίδιο (ανακόπτοντα-εκκαλούντα-εγγυητή) και την πρωτοφειλέτρια έγινε στις 14-1-2014, ήτοι μετά της έκδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά και την υπαγωγή της πρωτοφειλέτριας στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και αφ’ ετέρου διότι εκκρεμεί η εκδίκαση της ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας κατά της παραπάνω απόφασης. Με το ως άνω περιεχόμενο ο δεύτερος λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα ως άνω εκτιθέμενα από τον ανακόπτοντα-εκκαλούντα περιστατικά ως προς την συμπεριφορά της καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου αυτής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, μπορεί μεν να επιφέρουν βλάβη στον ίδιο (ανακόπτοντα), δεν μπορούν όμως να στοιχειοθετήσουν από μόνα τους υπέρβαση από την καθ’ ης των πιο πάνω ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και μάλιστα τη δημιουργία στην πρώτη εύλογης πεποίθησης ότι η δανείστρια δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της στον χρόνο που το άσκησε και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ως άνω βλάβη του ανακόπτοντος επέρχεται αυτονόητα με την άσκηση του δικαιώματος της δανείστριας να εισπράξει την απαίτησή της, δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, η οποία στην παρούσα περίπτωση δεν υπερβαίνει υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, ούτε και προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει και της ύπαρξης σχετικού εννόμου συμφέροντος της δανείστριας. Ακόμη, πρέπει να τονιστεί και το ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο εγγυητής, και στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων-ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής-εκκαλών ως εγγυητής ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο από τον υπερχρεωμένο πρωτοφειλέτη χρέος, το ύψος του οποίου δεν επηρεάζεται ως προς τον ίδιο (εγγυητή) από την ως άνω ρύθμιση, ενώ αυτός δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι του πιστωτή την απαλλαγή ή τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη.

V. Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 αυτού, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022). Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε η έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων, που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαιτήσεως, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για το λόγο αυτόν, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (Ολ ΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021). Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, ερευνώντας τον σχετικό λόγο της ανακοπής πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής (άρθρα 628 παρ. 1α, 629 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, η σύμβαση ανοίγματος του λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση, αποτελούν και τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων του πιστωτή, κατόπιν συμφωνίας των συμβληθέντων μερών. Ειδικότερα, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, ενώ το αντίγραφο αυτού, έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449 § 1 ΚΠολΔ, 52 του ν.δ. 3026/1954 – ήδη 36 2β΄ του ν. 4194/2013 – και 14 του ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου, από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η πιστώτρια προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου, αλλά πρωτοτύπου (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 621/2018). Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθ’ ου η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμο της, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων (ΑΠ 1906/2025, ΑΠ 1008/2025, ΑΠ 976/2024, ΑΠ 821/2024, ΑΠ 62/2024, ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 370/2012).

Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων-εκκαλών επικαλείται την ακυρότητα της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ισχυριζόμενος ότι τα προσκομισθέντα από την καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη στον ως άνω Δικαστή προς έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής σαν ακριβή αποσπάσματα εξαχθέντα κατά πρωτότυπη εκτύπωση από τον αρμόδιο υπάλληλο της τελευταίας από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή στον υπολογιστή της, δεν είναι ακριβή αποσπάσματα, αλλά αντίγραφα των αποσπασμάτων από τα μηχανογραφημένα βιβλία, τα οποία για να είναι έγκυρα και δικονομικά παραδεκτά, θα έπρεπε να είχαν επικυρωθεί από δικηγόρο. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι στην ως άνω διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι για την έκδοσή της προσκομίστηκαν, εκτός των άλλων, και τα πρωτότυπα αποσπάσματα εκ των μηχανογραφικών τηρούμενων για το χρονικό διάστημα από την εκταμίευση του δανείου μέχρι και την 20-09-2021 στα συστήματα της «…………», ενώ από τη ανωτέρω ημεροχρονολογία και έκτοτε στα συστήματα της εταιρείας «…………..», για λογαριασμό της δικαιούχου εταιρείας «………», εμπορικών βιβλίων της δικαιούχου, που φέρουν βεβαιότητα για τη γνησιότητα της εκτύπωσης από τον αρμόδιο υπάλληλο της εντεταλμένης προς τούτο διαχειρίστριας εταιρείας (………..) : α) του υπ’ αριθ. ………….. λογαριασμού εξυπηρέτησης, β) του του υπ’ αριθ. ……….. λογαριασμού εξυπηρέτησης-γ) του με κωδικό δανείου ….. και με αριθμό …….. λογαριασμού εξυπηρέτησης, δ) του υπ’ αριθ. …. λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης και ε) του υπ’ αριθ. … λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης. Επομένως, για την έκδοση της ως άνω προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής η καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη εταιρεία επικαλέσθηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, και σε πρωτότυπα, όπως αναφέρεται ρητά στη διαταγή πληρωμής, νόμιμα εξηγμένα και επικυρωμένα αποσπάσματα από τα επίσημα βιβλία της ίδιας και της «……………….», ήτοι πρωτότυπες μηχανογραφικές καρτέλες κίνησης, από τα οποία προκύπτει αφενός η κίνηση των τηρηθένων λογαριασμών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα  προς εξυπηρέτηση της σύμβασης δανείου και αφετέρου το ύψος του προκύψαντος κατά το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών συνολικό υπόλοιπο. Τα αποσπάσματα δε αυτά αποτελούσαν κατά συμβατικό όρο (Άρθρο 13) αποδεικτικό μέσο, αποδεικνύεται δε ότι είχαν εκδοθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο και είχαν παραχθεί με εκτύπωση από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των ως άνω εταιρειών και ως εκ τούτου αποτελούν πρωτότυπα έγγραφα και δεν έχρηζαν επικύρωσης από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, που θα ήταν αναγκαία αν ήταν αντίγραφα, αλλά αρκούσε η πράγματι υπάρχουσα βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσής τους από τον αρμόδιο υπάλληλο της καθ’ ης .-

VI. Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης. Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α΄ ΚΠολΔ συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λ.χ. ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομίας και ο αναγκαστικός διαχειριστής. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 “Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ”, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται : α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως “ιδιωτική τοποθέτηση” θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. “Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και “αποκτών” μόνο νομικό πρόσωπο – ανώνυμη εταιρία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και “τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, “ομολογίες”, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 – ΦΕΚ Β΄ 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 – ΦΕΚ Β΄ 4944/09-11-2020 – απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυσή τους με προεδρικό διάταγμα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι : α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Επίσης, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή (παρ. 14). Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ”, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι “εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΑΑΔΠ) και οι “εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β΄ του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες Aπόκτησης Aπαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 α΄ του ως άνω Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά: ήτοι, αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ΄ της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 παρ. α΄), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1-3 του Ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α΄ του Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β΄ περίπτ. ββ και γγ Ν. 4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα : (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του Ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α΄ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση-πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το Ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρείες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ΄ του Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει αυτών είναι ερευνητέο, αν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν. 3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003. Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λ.χ. συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευομένου κανόνα δικαίου, πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών, να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Έτσι, ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ’ αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του Ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι’ αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ΄ του Ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι «παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το Ν. 4354/2015. Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση το Ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευομένου Ν. 3156/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α΄ του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του Ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του Ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω Ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι δε προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ. Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του Ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ’ αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο Ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση το Ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο Ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4354/2015), ενώ ο Ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β΄ του Ν. 4354/2015) (Ολ ΑΠ 1/2023, ΑΠ 2009/2025, ΑΠ 1690/2025, ΑΠ 1665/2025, ΑΠ 637/2024, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 1379/2023, ΑΠ 206/2023). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων-ασκών  πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά είναι άκυρη λόγω έλλειψης  ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή-καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι αυτής-εφεσίβλητης εταιρείας και αιτούσας την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής να ενεργεί πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης για λογαριασμό της αποκτώσας αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, εφόσον δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτής οι διατάξεις του Ν. 4354/2015.

Από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Δυνάμει της υπ’ αριθ. …………./12.01.2010 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αφ’ ενός της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» ως δανείστριας και αφ’ ετέρου της …………….. ως πρωτοφειλέτριας και του ανακόπτονος-ασκούντος πρόσθετους λόγους ανακοπής-εκκαλούντος (αιτούντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής) ως εγγυητή, χορηγήθηκε στην πρωτοφειλέτρια έντοκο τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ποσού 30.000 ευρώ. Στη συνέχεια με την από 27.07.2012 Σύμβαση Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού Πιστωτικού Ιδρύματος μεταξύ της υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και της «……………», σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3601/2007 και ιδίως των άρθρων 63Β, 63Δ και 68 και μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 4/1/27.07.2012 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της ΤτΕ, η ανωτέρω υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………» μεταβίβασε στην «……………..» τις αναφερόμενες στην παραπάνω σύμβαση και απόφαση συμβατικές σχέσεις, μεταξύ των οποίων και την έννομη σχέση που απορρέει από την ανωτέρω σύμβαση στεγαστικού δανείου. Επειδή όμως τόσο η πρωτοφειλέτρια όσο και ο εγγυητής δεν κατέβαλαν τα οφειλόμενα,  ήτοι τις δόσεις των μηνών Ιουνίου 2013 έως και Νοεμβρίου 2013, στις 14-11-2013 έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης και το κλείσιμο του με κωδικό δανείου 0010-………… και με αριθμό …………… λογαριασμού εξυπηρέτησης της «……………..». Ακολούθως, η εταιρεία με την επωνυμία «…………….» κατέστη ειδική διάδοχος της «………………» στην έννομη σχέση από την οποία απορρέει η ένδικη απαίτηση. Ειδικότερα, δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της «………………» και της εταιρείας με την επωνυμία «………………» και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 3156/2003, 455 επ. ΑΚ και 61 του ν. 4548/2018, η πρώτη μεταβίβασε στην τελευταία χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων. Η ως άνω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρήθηκε την 16η.09.2019 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας της «………….» που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αριθ. ….. και με αριθ. πρωτ. …./16.09.2019, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3156/2003. Κατά το άρθρο 10 του ν. 3156/2003 η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης κατ’ άρθρ. 39 και 44 του Ν.Δ. 17.7-13.8/1923, η δε καταχώρηση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο επέχει θέση αναγγελίας της εκχώρησης προς τους οφειλέτες. Επίσης, η «…………….» συνέχισε να τηρεί στα συστήματά της για λογαριασμό της «…………..» τα βιβλία και τα στοιχεία σχετικά με την παραπάνω σύμβαση. Με την ως άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στην τελευταία εταιρεία μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως κάθε διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα  που συνδέεται με τις μεταβιβσθείσες απαιτήσεις, με αποτέλεσμα η τελευταία να είναι πλέον αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν από την ανωτέρω έννομη σχέση, καθώς και κάθε παρεπόμενου ή διαπλαστικού ή άλλου δικαιώματος που συνδέεται με αυτήν. Περαιτέρω, δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευμένης σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./16.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …. με αριθμό ….., την 16η.09.2019 σε συνδυασμό με την ομοίως δημοσιευθείσα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών μεταβολή του προσώπου του διαχειριστή, με αριθ. πρωτ. …./23.09.2019, στον τόμο …. με αριθ. …. την 23.09.2019 η ως άνω εταιρεία «…………..» ανέθεσε κατ’ άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων αρχικά στην «………..» και στη συνέχεια στην εταιρεία με την επωνυμία «…………..», ως μετονομασθείσα από «………………..», σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 και την ΠΕΕ 118/19.05.2017. Επίσης, η εν λόγω εταιρεία (……………) αποτελεί εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, στην οποία χορηγήθηκε η σχετική άδεια από την Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. Γ΄ του ν. 4354/2015 τα δικαιώματα της αποκτώσας εταιρείας «………….» από τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις ασκούνταν αποκλειστικά από τη διαχειρίστρια εταιρεία «……………». Ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. 139241/30-12-2020 απόφασης του Τμήματος Ασφαλιστικών ΑΕ του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων εγκρίθηκε η διάσπαση δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της «………………», με σύσταση νέας εταιρείας-πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «…………..». Επομένως, η επωφελούμενη υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης. Εξάλλου,  την 10-03-2021 η εταιρεία ειδικού σκοπού «……………..» προέβην σε επανεκχώρηση προς την επωφελούμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …../10.03.2021, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αριθμό …. την 10.03.2021, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρ. 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003. Μετά ταύτα η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………….» προέβη σε μεταβίβαση των ιδίων ως άνω απαιτήσεων στην εδρεύουσα στο …….. Ιρλανδίας εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. ……….03.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αριθμό …. την 17.03.2021 και η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρ. 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003. Επιπλέον, δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./17.03.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …., η αποκτώσα εταιρεία με την επωνυμία «………………» ανέθεσε κατ’ άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη εταιρεία «………………», ως μετονομασθείσα από «…………….». Επίσης, δυνάμει του από 11.06.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού έλαβε χώρα η λύση της ανωτέρω από 16.03.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …/29.07.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …… με αριθμό …. την 29.07.2021, η εταιρεία με την επωνυμία «………………» ανέθεσε εκ νέου την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην εταιρεία με την επωνυμία «………………..» (καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη). Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 4354/2015, τα δικαιώματα της αποκτώσας εταιρείας «………………..» ασκούνται αποκλειστικά από τη διαχειρίστρια εταιρεία «……………». Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο ως άνω πρόσθετος λόγος της ανακοπής (πρώτος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω νόμων 4354/2015 και 3156/2003, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), όπως και η καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη, έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου 4354/2015 προς άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, περιλαμβανομένης και της εκ μέρους τους επίσπευσης της εκτελεστικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από το νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων και ως εκ τούτου ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεσή της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.

VII. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, που επιγράφεται “Τιτλοποίηση απαιτήσεων”, “…Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ “μεταβιβάζοντος” και “αποκτώντος” σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται : α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “ιδιωτική τοποθέτηση” είναι η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικά από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης (risk rating agency) σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού (investment grade) … (παρ. 1). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “μεταβιβάζων” είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. “Αποκτών” είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν (“εταιρεία ειδικού σκοπού”), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις. Εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (παρ. 2). Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923, εφόσoν δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920 δεν εφαρμόζεται (παρ 3). … Η ονομαστική αξία κάθε ομολογίας είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (παρ.5). Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές πρoσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια, η πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων. Στους σκοπούς της τιτλοποίησης του προηγουμένου εδαφίου περιλαμβάνονται ενδεικτικώς η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λοιπών συμβάσεων και το πρόγραμμα του δανείου (παρ.7). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α΄) και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσoν η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να oρίζoνται και οι απαιτήσεις, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/ 2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ.10). Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων, ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ.11). Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος. Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση απαρτίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υπoβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.08.1923 (παρ. 12). Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτά πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις. Ειδικά προνόμια που ισχύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικό προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πόσης φύσεως που ίσχυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος (παρ.13). Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσoν ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή (παρ. 14). Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο. Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. (παρ. 15). Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή (παρ. 16). Τα ποσό που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεών που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παράγραφο 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά, κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ` αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος (παρ. 17). Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1 σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικό στους όρους του δανείου … (παρ. 18). Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ` αυτών. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης” (παρ. 19). Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β΄ 1688/2003) “Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003”, η οποία καταργήθηκε με την υπ’ αριθ. 20783/2020 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β΄  4944/09.11.2020), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, “Οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται : 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα”. H νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ειδικότερα με το άρθρο αυτό προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή, καλύπτοντας κατ` αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μία άλλη εταιρεία, που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής : α) Προκειμένου να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) μπορούν να προσφύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες ακολούθως τις “τιτλοποιούν” ενσωματώνοντάς τες σε ομολογίες που εκδίδουν, συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστης, που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από μόνη την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021), η δε καταχώρηση αυτή λογίζεται και ως αναγγελία. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με έγγραφη σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως και κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο(ΑΠ 909/2021). Από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του Ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.”, και του άρθρου 10 του ανωτέρω Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπονται στον Ν. 4354/2015, έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Ολ ΑΠ 1/2023). δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί και πάλι η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ 161388/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των ουσιωδών όρων της σύμβασης και του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, στη δεύτερη σελίδα του οφειλομένου κεφαλαίου ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο με τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις και τέλος στην τρίτη σελίδα των τυχόν μεταβολών των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν “αποτιτλοποίησης – αποχαρακτηρισμού των δανείων”, όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021). στ) Από την διάταξη της παρ. 6 εδ. τελευταίο του ανωτέρω άρθρου 10, που ορίζει ότι για την μεταβίβαση της τιτλοποιούμενης απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαιτήσεως, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι και στην περίπτωση της με εκχώρηση μεταβίβασης απαιτήσεων προς τιτλοποίηση, κατά το ανωτέρω άρθρο, η απαίτηση του μεταβιβάζοντος-εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στην εκδοχέα-εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό της όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενη μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή-δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποθήκη, που τυχόν ασφαλίζει την μεταβιβασθείσα απαίτηση) με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση του ανωτέρω άρθρου 10 Ν. 3156/2003 συντελείται με μόνη την καταχώρηση σε περίληψη, που περιέχει τα προαναφερθέντα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μεταβίβασης, στο ανωτέρω βιβλίο, η εκδοχέας γίνεται, κυρία της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο τελευταίος δε μπορεί να αντιτάξει κατά της εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Αντίστοιχα στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ’ αριθ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021).

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων-ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής-εκκαλών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ως άνω δικαιούχου αλλά και της διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης εξαιτίας της κοινοποίησης αποσπασμάτων και όχι ολόκληρων των σωμάτων της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των επιχειρηματικών απαιτήσεων και της σύμβασης διαχείρισης.

Από τα έγγραφα που διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Με την από 26.01.2022 αίτηση της καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητης προσκομίστηκαν και ως εκ τούτου γνωστοποιήθηκαν στον ανακόπτοντα-ασκούντα πρόσθετους λόγους ανακοπής-εκκαλούντα τα παρακάτω έγγραφα : 1) Η υπ’ αριθ. 2/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «……………….» προς το πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «……………….», που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 2209/27.07.2012, ΦΕΚ τ. Β΄, 2) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …../16.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αριθμό ….. την 16η -09-2019, 3) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της σελίδας 9.239 του παραρτήματος της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./16.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …. με αριθμό …… την 16η.09.2019, 4) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 12.09.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./16.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …. με αριθμό ….. την 16η.09.2019, 5) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, τροποποιηθείσας ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, που ορίστηκε η «………………..», νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./23.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο ….. με αριθμό …. την 23η.09.2019, 6) α) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 10.03.2021 μεταβολής (υποκατάστασης) της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων , συνεπεία της υποκατάστασης της επωφελούμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» , ως συμβαλλόμενου μέρους στην αρχική σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης στη θέση της διασπώμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14μτου ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …../10.03.2021, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αριθ. …. της 10ης.03.2021, β) αντίγραφα της από 30-12-2020 με αριθ. πρωτ. 139241 απόφασης του Τμήματος Ασφαλιστικών ΑΕ και Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων περί διάσπασης δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της «……………….» και των από 30-12-2020 με αριθ. πρωτ. …. και …. ανακοινώσεων, με τις οποίες δημοσιεύθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και συγκεκριμένα στα στοιχεία της Διασπώμενης και της Επωφελούμενης η έγκριση της αποσχίσεως του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της Διασπώμενης και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα Επωφελούμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», 7) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 10.03.2021 μεταβολής (επαναγοράς) της από12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, συνεπεία της επανεκχώρησης προς την …………. (αποτιτλοποίησης-επαναμεταβίβασης) μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, σε εκτέλεση της αρχικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./10.03.2021, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αριθ. ….. της 10ης-03.2021, 8) επίσημο αντίγραφο της σελίδας 3.522 του Παραρτήματος της από 10.03.2021 μεταβολής (επαναγοράς) της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε εκτέλεση της αρχικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./10.03.2021, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …. της 10ης.03.2021, 9) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./17.03.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αριθμό …. της 17ης.03.2021, 10) επίσημο αντίγραφο της σελίδας 4.655 του Παραρτήματος της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./17.03.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …. της 17ης.03.2021, 11) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 16.03.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …../17.03.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …. της 17ης .03.2021, 12) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 11.06.202 μεταβολής (λύσης) της από 16.03.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./29.07.2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …… την 29η.07.2021, 13) ακριβές και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων διεπόμενης από το αγγλικό δίκαιο, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθ. πρωτ. …./29.07.202 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αριθμό … την 29η.07.2021, 140 το υπ’ αριθ. φύλλου 3533/20.09.2019 τεύχος Β΄ ΦΕΚ, στο οποίο δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθ. 326/2/2019 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος περί χορήγησης άδειας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά το ν. 4354/2015 προς την εταιρεία «………………..». Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο ως άνω πρόσθετος λόγος της ανακοπής (δεύτερος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση έχουν δημοσιευθεί στο ως άνω τηρούμενο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για τη νομιμοποίηση της αιτούσας την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής (καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητης) και επίσης έχουν συγκοινοποιηθεί στον καθ’ ου η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής (ανακόπτοντα-ασκούντα πρόσθετους λόγους ανακοπής-εκκαλούντα) όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα λόγω των ως άνω διαδοχών με τα αναγκαία στοιχεία αυτών που αφορούν την επίδικη σύμβαση δανείου.

VIII. Κατά συνέπεια τούτων συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση μετά από αίτηση της καθ’ ης και ήδη εφεσίβλητης κατά των ανακοπτόντων-ασκούντων πρόσθετους λόγους ανακοπής της υπ’ αριθ. ……./2022 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ως εκ τούτου οι πιο πάνω λόγοι της υπό κρίση ανακοπής και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν όλων των παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι της  έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν  αβάσιμη. Επίσης, πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε ο εκκαλών-ανακόπτων-ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής, λόγω της ήττας του. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 183, 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

Γ Ι Α  Τ Ο Υ Σ  Λ Ο Γ Ο Υ Σ  Α Υ Τ Ο Υ Σ 

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 12-07-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ……/15-07-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2152/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……………./2024 στο Δημόσιο Ταμείο.-  Και

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 21 Απριλίου 2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ