ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 319/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ :
Α΄ ΕΦΕΣΗ [αριθμός πινακίου …..]
Του εκκαλούντος-εναγόμενου: Του ΝΠΔΔ (ΟΤΑ Α΄ΒΑΘΜΟΥ) με την επωνυμία «Δήμος Κορυδαλλού», με έδρα τον Κορυδαλλό ( ………..), με ΑΦΜ ………., νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Γρηγόριος Καλαποθαράκος (ΔΣΠ ……….), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.
Των εφεσίβλητων-εναγόντων: 1) …………., 2) …………….. και 3) …………….., τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους, Ελένη Σόβολου (ΔΣΠ ……..), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ) και προκατέθεσε προτάσεις.
Β΄ ΕΦΕΣΗ [αριθμός πινακίου …]
Των εκκαλούντων-εναγόντων: 1) ……….., 2) ………… και 3) ………… τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους, Ελένη Σόβολου (ΔΣΠ …………..), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.
Του εφεσίβλητου-εναγόμενου: Του ΝΠΔΔ (ΟΤΑ Α΄ΒΑΘΜΟΥ) με την επωνυμία «Δήμος Κορυδαλλού», με έδρα τον Κορυδαλλό ( ………………), με ΑΦΜ ……, νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Γρηγόριος Καλαποθαράκος (ΔΣΠ ……), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες-εφεσίβλητοι άσκησαν σε βάρος του εναγόμενου ΝΠΔΔ (ΟΤΑ Α΄ΒΑΘΜΟΥ) ήδη εκκαλούντος-εφεσίβλητου, την από 29-12-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2022) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμ. 2721/12.8.2024 οριστική απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.
Οι ενάγοντες και το εναγόμενο προσβάλλουν την απόφαση αυτή και ειδικότερα: 1) το εναγόμενο ήδη εκκαλούν με την από 11/3/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/12.3.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/12.3.2025) έφεση και 2) οι ενάγοντες ήδη εκκαλούντες με την από 14/4/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./14.4.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../11.9.2025) έφεση, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος με αριθμό πινακίου …. και … αντίστοιχα.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν προσηκόντως από τη σειρά τους εκ του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν. Οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και ειδικότερα οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η από 11/3/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …../12.3.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./12.3.2025) έφεση και β) η από 14/4/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../14.4.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/11.9.2025) έφεση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι, πρόκειται για απολύτως συναφείς υποθέσεις και με τη συνεκδίκασή τους, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διαδικασία (άρθρο 246 και 524παρ.1 του ΚΠολΔ).
Οι υπό κρίση εφέσεις κατά της με αριθμό 2721/12.8.2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [12/8/2024] μέχρι την άσκηση των ενδίκων εφέσεων στις 12/3/2025 και 14/4/2025 , δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και όσον αφορά την από 14/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/14.4.2025) έφεση έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. …….. ηλεκτρονικό παράβολο και την από 14/4/2025 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής), ενώ όσον αφορά την από 11/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./12.3.2025) έφεση προσκομίζεται η υπ΄αριθμ. 110/16-10-2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Κορυδαλλού και η υπ΄αριθμ. 7/11-2-2025 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής του ως άνω Δήμου, με τις οποίες αποφασίστηκε η άσκηση έφεσης κατά της υπ΄αριθμ. 2721/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ορίστηκε ο δικηγόρος με πάγια αντιμισθία Γρηγόρης Καλαποθαράκος, με την εντολή να παρασταθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπό κρίση έφεσης ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους του εκκαλούντος Ο.Τ.Α. του παραβόλου, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα άρθρα 28 παρ. 4 εδάφιο β’ ν. 2579/1998 και 276 παρ 1 εδ. β’ ν. 3463/2006. Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με τις υπό κρίση εφέσεις στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ).
Στην υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των λεπτομερώς περιγραφόμενων κατά θέση, έκταση και όρια δύο όμορων ακινήτων με ΚΑΕΚ …./…… και ΚΑΕΚ ………….. αντίστοιχα, κείμενων εκτός σχεδίου πόλεως και εντός των ορίων του οικισμού στη θέση «…..» της περιφέρειας του Δήμου Κορυδαλλού, τα οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα οι δύο πρώτοι των εναγόντων με τα αναφερόμενα νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια γονικής παροχής ψιλής κυριότητας με παρακράτηση επικαρπίας, υπέρ της μητέρας τους, ………, η οποία απεβίωσε στις 21/12/2012 ενώ η τρίτη εναγόμενη με τα αναφερόμενα νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια αποδοχής κληρονομίας εκ διαθήκης του αποβιώσαντος στις 13/2/2020 συζύγου της και αδελφού των λοιπών, ………….., στον οποίο τα επίδικα είχαν περιέλθει κατά το ανωτέρω ποσοστό, με το αναφερόμενο νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας με παρακράτηση επικαρπίας υπέρ της προαναφερόμενης μητέρας των διαδίκων, η οποία είχε καταστεί κυρία αυτών ήδη από το έτος 1977, με το αναφερόμενο νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο αγοράς από τους αληθείς κυρίους αυτών και τα οποία (επίδικα) τόσο αυτοί (ενάγοντες) όσο και οι δικαιοπάροχοι τους νέμονταν και κατείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως με νόμιμους τίτλους και διανοία κυρίου. Ότι τον Ιούλιο του έτους 2007 το εναγόμενο μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα κυριότητας επί των επίδικων ως άνω ακινήτων, προέβη δια των οργάνων του αυθαίρετα και παράνομα στην κατάληψή τους, εν γνώσει του ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα στα επίδικα, αποβάλλοντας τους ίδιους από τη νομή τους και προέβη σε υλικές πράξεις επί αυτών, ήτοι στάθμευση απορριμματοφόρων και τοποθέτηση λυόμενων κατασκευών-αποθηκευτικών χώρων. Ότι στη συνέχεια το έτος 2015 το εναγόμενο προέβη σε ασφαλτοστρώσεις για να διευκολύνει τη διέλευση των οχημάτων του και εγκατέστησε σε αυτά νέες λυόμενες κατασκευές για στάθμευση απορριμματοφόρων και δημοτικών λεωφορείων αλλά και στέγαση δημοτικών υπηρεσιών προσβάλλοντας την κυριότητά των ιδίων επί των επιδίκων. Ότι το εναγόμενο, παρά τις διαμαρτυρίες τους, ως κακόπιστος νομέας των επιδίκων από το έτος 2007, ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που αποκόμισε από την παράνομη κατάληψή τους, συνιστάμενων στη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν για τη μίσθωση παρόμοιων με αυτά ακινήτων για την ίδια χρήση, την οποία εξοικονόμησε. Ότι ειδικότερα, τα ωφελήματα που αποκόμισε το εναγόμενο ανέρχονται, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2007 έως και Ιούνιο του έτους 2016 (108 μήνες) σε ποσό 400 ευρώ μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από Ιούλιο του έτους 2016 έως και το Νοέμβριο του έτους 2022 (77 μήνες) σε ποσό 500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 163.400 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι έννομο συμφέρον ζητούσαν οι ενάγοντες, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του καταψηστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό (223 εδ.β ΚΠολΔ) α) να αναγνωριστούν αποκλειστικοί συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι των επίδικων ακινήτων σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους τα αποδώσει, σε περίπτωση δε άρνησής του να διαταχθεί η βίαιη αποβολή του και η εγκατάσταση τους σε αυτά και β) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από αυτούς, κατά το λόγο του ιδανικού του μεριδίου σε κάθε ακίνητο, το ποσό των 54.466,66 ευρώ, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση κατά την παραπάνω διάταξή της, να απαγορευθεί στο εναγόμενο κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας, νομής και κατοχής τους επί των επιδίκων ακινήτων με απειλή χρηματικής ποινής 5.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης για κάθε διατάραξη και να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά τους έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2721/2024 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έκρινε παραδεκτή (το περί απόδοσης των ωφελημάτων αίτημα μόνο για το χρονικό διάστημα από 21-2-2012 για τους δύο πρώτους των εναγόντων -ημερομηνία θανάτου της επικαρπώτριας μητέρας τους και από 13/2/2020 για την τρίτη ενάγουσα ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου της – και εντεύθεν) και νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 984, 1033, 1094, 1098, 1192, 1193,1710,1711,1712επ, 1846επ του ΑΚ, 70, 216,218 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό καθώς και των αιτημάτων περί αποβολής του εναγομένου από τα επίδικα ακίνητα και απαγόρευσης στον εναγόμενο κάθε μέλλουσας διατάραξης του δικαιώματός της κυριότητας τους με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης ως συνάδοντα με αρνητική αγωγή, ακολούθως δε έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και υποχρέωσε το εναγόμενο να τους τα αποδώσει κατά τα ανωτέρω ιδανικά τους μερίδια καθώς επίσης αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει σε έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων το χρηματικό ποσό των 3.042,11 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 1.413,94 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καταδίκασε δε το εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με τις υπό κρίση εφέσεις τους οι εκκαλούντες, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτές λόγους, που ανάγονται σε κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό το μεν εκκαλούν-εναγόμενο της από 11/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../12.3.2025) έφεσης να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή στο σύνολό της οι δε εκκαλούντες-ενάγοντες της από 14/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./14.4.2025) έφεσης να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή τους.
1.Κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά, γ)οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά και δ)οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων, κατά δε το άρθρο 2 ιδίου κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Περαιτέρω, με τα άρθρα 94 παρ. 1,3 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η’ του ν. 1406/1983 ορίζεται αντιστοίχως ότι: “Η εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές …”. “Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή. Στις διαφορές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ”. Επίσης με τα άρθρα 104, 105 εδ.α’ ΕισΝΑΚ, 914 ΑΚ ορίζεται αντιστοίχως ότι: “Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα”. “Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος”. “Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”. Από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και συνεπώς να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ’ ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημόσιας εξουσίας. Συνεπώς, κάθε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που συνδέονται μαζί τους είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και οι υλικές ενέργειες οι οποίες τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, αντίστοιχα, ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, των δήμων κλπ., ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως αφορώσα διοικητική διαφορά ουσίας (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1395/2009, ΑΠ 503/2009, ΑΠ 932/2005, ΑΠ 1781/2005). Αντίθετα, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 106 ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (105) εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ 15/1993). (ΑΠ 1992/2017, ΑΠ 1932/22014 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ).
2. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος. Ειδικότερα ο κακόπιστος νομέας, που ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή (είτε και με ιδιαίτερη αγωγή) υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης να εξαγάγει. Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 ΑΚ). Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ` άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα. Η δαπάνη αυτή δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΕφΠειρ 105/2016 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΙωαν 302/2004 ΕλλΔικ 2006.270). Ειδικότερα, η εκ των άρθρων 962, 1094, 1096, 1098, 1100 ΑΚ, αξίωση του κυρίου κατά του νομέως ή του κατόχου του πράγματος προς απόδοση των ωφελημάτων του, όπως από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων συνάγεται, πηγάζει από το δικαίωμα της κυριότητας και προϋποθέτει την ύπαρξη διεκδικητικής αγωγής, νομή ή κατοχή του νομέα ή του κατόχου, αντιστοίχως, χωρίς σχετικό δικαίωμά τους και εξαγωγή ωφελημάτων ή μη εξαγωγή τούτων από πταίσμα του νομέα, αν και αυτό ήταν αντικειμενικώς δυνατό, κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης του πράγματος (Γεωργιάδης σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 1096-1100, αρ. 26-29 και 35-36, του ιδίου, Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ, τόμ. ΙΙ, άρθρα 1098-1099, αρ. 3, σελ. 261). Τέλος, από τις διατάξεις των προαναφερθέντων περί απόδοσης ωφελημάτων διατάξεων του ΑΚ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το ορισμένο της σχετικής αγωγής, πρέπει να αναφέρεται σ` αυτήν, πλην άλλων, η εξαχθείσα και αιτουμένη ωφέλεια ή η μη εξαχθείσα, αν και αυτό ήταν αντικειμενικώς δυνατό, κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, η οποία προσδιορίζεται από τον οικονομικό σκοπό και αυτός από τη φύση του πράγματος, ενώ, δεν αποτελεί στοιχείο της εν λόγω αγωγής η αναφορά της υφισταμένης στην περιοχή του πράγματος οικονομικής κατάστασης (ΑΠ 924/2012, ΑΠ 1753/2012, ΕφΠειρ 289/2020, ΕφΠειρ 396/2014, ΕφΘεσ 2019/2012 και ΕφΠατρ 293/2019 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, κατά το μεταβιβασθέν κεφάλαιο αυτής, κατάγεται σε δίκη, η διάγνωση διαφοράς που δημιουργείται από την υλική πράξη παράνομης δέσμευσης (κατάληψης) από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (OTA Α΄ βαθμού) με την επωνυμία Δήμος Κορυδαλλού των επιδίκων ακινήτων συγκυριότητας των εναγόντων και την αποκατάσταση του πορισμού του κέρδους που ματαιώθηκε εξαιτίας του ως άνω ζημιογόνου γεγονότος της αυθαίρετης κατάληψης των επιδίκων και όχι η διάγνωση διαφοράς δημοσίου δικαίου. Εισάγεται δηλαδή διαφορά, η οποία από τη φύση της είναι ιδιωτικού δικαίου ως απορρέουσα από την προσβολή άσκησης του δικαιώματος της κυριότητας των εναγόντων επί των επιδίκων εξαιτίας της αυθαίρετης κατάληψης και διαχείρισής τους από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, δηλαδή διαφορά που αφορά την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των εναγομένων, αφού η επικαλούμενη στο δικόγραφο της αγωγής παράνομη πράξη των οργάνων του εναγόμενου ΟΤΑ δεν έγινε, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί με την έννοια του άρθρου 105 σε συνδυασμό με το άρθρο 106 Εισ.Ν.Α.Κ., η οποία εκδηλώνεται, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, με τη χρήση ειδικής κατά τον νόμο υπερέχουσας θέσης αυτού έναντι των εναγόντων ακόμα και εάν οι υλικές αυτές πράξεις εξυπηρετούν σκοπό καθαριότητας, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 75παρ.1περ.β4 του Ν3463/2006 υπάγεται στην αρμοδιότητα του Δήμου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534ΚΠολΔ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο πρώτος λόγος της από 11/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./12.3.2025) έφεσης του εκκαλούντος -εναγόμενου, με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής, διότι πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας η εκδίκαση της οποίας εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η αγωγή με αυτό το περιεχόμενο και δη όσον αφορά το αίτημα απόδοσης των ωφελημάτων είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της περιέχονται, κατά τρόπο σαφή, όλα τα αναγκαία στοιχεία που κατά νόμο δικαιολογούν την άσκησή της (άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα (αποζημίωση για το απολεσθέν εισόδημα των εναγόντων εξαιτίας της κατάληψης του επιδίκου), ήτοι αναφέρεται σε αυτήν, εκτός από την ύπαρξη διεκδικητικής αγωγής και τη χωρίς δικαίωμα νομή του νομέα, η εξαχθείσα και αιτούμενη ωφέλεια, ενώ δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, τα συγκριτικά στοιχεία των «μισθωτικών συνθηκών», που κρατούσαν στην περιοχή του επίδικου πράγματος την κρίσιμη χρονική περίοδο. Ειδικότερα, στην αγωγή, προσδιορίζεται το αντικείμενό της και μνημονεύεται επαρκώς, ήτοι προσδιορίζονται σε αυτή τα επίδικα και ότι οι εναγόμενοι έκαναν αποκλειστική χρήση αυτών, τα ωφελήματα που οι ενάγοντες απώλεσαν από την αποκλειστική χρήση τους από το εναγόμενο. Άλλο στοιχείο, και μάλιστα αναφορά στη σχετική αγωγή συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξία του ακινήτου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή αυτή ως προς το περί απόδοσης ωφελημάτων αίτημά της, είναι ορισμένη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν- εναγόμενο, με το δεύτερο λόγο της από 11/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../12.3.2025) έφεσής του εκκαλούντος-εναγομένου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και δη από την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.2721/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι οι ενάγοντες για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσκόμισαν, αν και εκ περισσού καθώς δεν είχαν σχετική υποχρέωση αφού η επίδικη διαφορά έχει ως διάδικο μέρος Οργανισμό Τοπικής Αυτοδικοίκησης (άρθρο 3παρ.3 του Ν.4640/2019), το από 10/12/2022 ενημερωτικό έγγραφο για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση και ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος της από 11/3/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../12.3.2025) έφεσής του εκκαλούντος-εναγομένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται “ειδικές“ γνώσεις επιστήμης ή τέχνης οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1062/2025, ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 1088/2014 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ).
Από την επανεκτίμηση των υπ’αριθμ. …./4.4.2023, …./4.4.2023 και ……/4.4.2023 ενόρκων βεβαιώσεων των …………., που δόθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νίκαιας μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ………../30.3.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών …………) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 339 σε συνδ. με άρθ. 395 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336§4) αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας δύο όμορων ακινήτων κείμενων στη θέση «…..» της περιφέρειας του Δήμου Κορυδαλλού πλησίον της οδού ……………. και συγκεκριμένα α) ενός γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ………., το οποίο εμφαίνεται με τον αριθμό εννέα (9) και τα αλφαβητικά στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε-Β στο από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου αγρονόμου μηχανικού ………….. και έχει έκταση σύμφωνα με αυτό 266,59τμ, το οποίο φέρει τις επ’ αυτού δηλώσεις του συντάξαντος μηχανικού του Ν.651/77 και Ν.1337/83 ότι το γεωτεμάχιο με τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε-Β βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως εντός Γ.Π.Σ. και είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και δεν οφείλει εισφορά σε γη και χρήμα, το τοπογραφικό δε αυτό προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. ……../30.4.2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ……. και συνορεύει σύμφωνα με τον προσανατολισμό αυτού, βορείως επί πλευράς Δ-Ε μήκους 14,00μ με ιδιοκτησίες διαφόρων, ανατολικώς επί πλευράς Ε-Β μήκους 22,76μ με το υπ’ αριθμ. …. (…….) γεωτεμάχιο ιδιοκτησίας των εναγόντων, νοτίως επί προσώπου Γ-Β μήκους 9,20μ με ασφαλτοστρωμένη οδό και δυτικώς επί προσώπου Γ-Δ μήκους 23,50μ με ασφαλτοστρωμένη οδό προέκταση της οδού ….. και 2) ενός γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ………., το οποίο εμφαίνεται με τον αριθμό δέκα (10) και τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ-Α στο από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου αγρονόμου μηχανικού …………….. και έχει έκταση σύμφωνα με αυτό 209,48τμ, το οποίο φέρει τις επ’ αυτού δηλώσεις του συντάξαντος μηχανικού του Ν.651/77 και Ν.1337/83 ότι το γεωτεμάχιο με τα στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ-Α βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως εντός Γ.Π.Σ. και είναι μη άρτιο και μηοικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και δεν οφείλει εισφορά σε γη και χρήμα, το τοπογραφικό δε αυτό προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. ……./30.4.2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ………….. και συνορεύει σύμφωνα με τον προσανατολισμό αυτού, βορείως επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 9,35μ με ιδιοκτησίες διαφόρων, ανατολικώς επί πλευράς Ζ-Α μήκους 22,30μ με περιοχή απαλλοτρίωσης ΟΣΚ, νοτίως επί προσώπου Β-Α μήκους 9,30μ με ασφαλτοστρωμένη οδό και δυτικώς επί προσώπου Ε-Β μήκους 22,76μ με το υπ’ αριθμ. εννέα (9) γεωτεμάχιο ιδιοκτησίας των εναγόντων. Τα παραπάνω ακίνητα περιήλθαν στους ενάγοντες κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ως εξής: α) στον πρώτο ενάγοντα σε ποσοστό 1/3/ εξ αδιαιρέτου με το υπ’ αριθμ. ………../30.4.2007 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας με παρακράτηση επικαρπίας υπέρ της μητέρας του, ………., το γένος ……….., της συμβολαιογράφου Αθηνών ………… που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας (ήδη Πειραιώς και Νήσων) με αριθμό και ημερομηνία καταχώρισης …../26.2.2008 στη συνέχεια δε, λόγω θανάτου της επικαρπώτριας, η οποία απεβίωσε στις 21/2/2012 και δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./Β/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου επήλθε η κατάργηση της επικαρπίας και η τροπή της ψιλής κυριότητας σε πλήρη, β) στο δεύτερο ενάγοντα σε ποσοστό 1/3/ εξ αδιαιρέτου με το υπ’ αριθμ. …./30.4.2007 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας με παρακράτηση επικαρπίας υπέρ της μητέρας του, ………., το γένος ………., της συμβολαιογράφου Αθηνών ……….. που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας (ήδη Πειραιώς και Νήσων) με αριθμό και ημερομηνία καταχώρισης ……../26.2.2008 στη συνέχεια δε, λόγω θανάτου της επικαρπώτριας, η οποία απεβίωσε στις 21/2/2012 και δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………./Β/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου επήλθε η κατάργηση της επικαρπίας και η τροπή της ψιλής κυριότητας σε πλήρη και γ) στην τρίτη ενάγουσα σε ποσοστό 1/3/ εξ αδιαιρέτου με την υπ’ αριθμ. …../18.11.2021 πράξη αποδοχής κληρονομίας εκ διαθήκης του συζύγου της …………. της συμβολαιογράφου Αθηνών …………. που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας (ήδη Πειραιώς και Νήσων) με αριθμό και ημερομηνία καταχώρισης …../18.1.2022, στο δε αποβιώσαντα σύζυγό της τα επίδικα ακίνητα είχαν περιέλθει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με το υπ’ αριθμ. ……./30.4.2007 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας με παρακράτηση επικαρπίας υπέρ της μητέρας του, ………., το γένος ………….., της συμβολαιογράφου Αθηνών ………… που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας (ήδη Πειραιώς και Νήσων) με αριθμό και ημερομηνία καταχώρισης ………../26.2.2008 στη συνέχεια δε, λόγω θανάτου της επικαρπώτριας, η οποία απεβίωσε στις 21/2/2012 και δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/Β/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου επήλθε η κατάργηση της επικαρπίας και η τροπή της ψιλής κυριότητας σε πλήρη. Περαιτέρω, τον Ιούλιο του έτους 2007 το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΟΤΑ Α΄ Βαθμού) με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ» και συγκεκριμένα συνεργείο υπαλλήλων του εισήλθαν στα επίδικα και άρχισαν να προβαίνουν σε εργασίες διαμόρφωσης και περίφραξης αυτών μετά δε τις διαμαρτυρίες των ιδιοκτητών το εναγόμενο δεσμεύθηκε να προβεί σε παύση αυτών. Ωστόσο το εναγόμενο εξακολούθησε να επενεργεί στα ακίνητα και όπως διαπιστώθηκε από τον δικαιοπάροχο της τρίτης ενάγουσας το μήνα Μάρτιο του έτους 2015, το τελευταίο δια των αρμοδίων οργάνων του στάθμευε εντός των ως άνω ακινήτων απορριμματοφόρα οχήματα και δημοτικά λεωφορεία, είχε εγκαταστήσει προκάτ λυόμενες κατασκευές, που χρησιμοποιούνταν από δημοτικούς υπαλλήλους, είχε δε διαμορφωθεί ασφαλτοστρωμένος δρόμος με σκοπό τη διευκόλυνση της διέλευσης των παραπάνω οχημάτων από και προς τις οδούς …….. και ………. Κατόπιν αυτών οι ενάγοντες απέστειλαν την από 18/3/2015 εξώδικη διαμαρτυρία στο εναγόμενο η οποία του κοινοποιήθηκε στις 20/3/2015 (βλ. την υπ’ αριθμ…….΄/20.3.2015 (βλ. την υπ’ αριθμ. …………./20.3.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ……….) με την οποία κατήγγειλαν τις ανωτέρω παράνομες ενέργειες του εναγόμενου, οι οποίες είχαν λάβει χώρα χωρίς προηγούμενη άδειά τους και εν γνώσει αυτού ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ιδιοκτησίας των εναγόντων. Ακολούθως, το εναγόμενο συνέχισε να κάνει αυθαίρετη χρήση των επίδικων ακινήτων μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής έχοντας καταστεί κακόπιστος νομέας τουλάχιστον από 20/3/2015. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία, ως προς τις παραδοχές της αυτές, δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης. Ομοίως κρίθηκε με την εκκαλουμένη και το κεφάλαιο αυτό δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης ότι οποιαδήποτε αξίωση των εναγόντων για απόδοση ωφελήματων για το χρονικό διάστημα πριν την 1/1/2017, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο ενάγομενο στις 30/12/2022, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή σύμφωνα με τα άρθρα 140 και 141 Ν.4720/2014 και ότι οι δύο πρώτοι των εναγόντων έχουν βάσιμη αξίωση κατά του εναγόμενου κατά το λόγο του ιδανικού τους μεριδίου 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος σε κάθε ακίνητο για 71 μήνες και η τρίτη εξ αυτών κατά το λόγο του ιδανικού της μεριδίου 1/3 εξ αδιαιρέτου σε κάθε ακίνητο, από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου της …………… (13/2/2020) για 33 μήνες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα είναι εκτός σχεδίου πόλεως, εντός Γ.Π.Σ., είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αδειοδοτηθούν για οποιαδήποτε επιχειρηματική-εμπορική χρήση. Η μισθωτική τους αξία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, λαμβανομένης υπόψη της θέσης και έκτασής τους, καθώς και της μισθωτικής αξίας των ακινήτων της περιοχής ανέρχεται σε 0,27 ευρώ/τμ, λαμβάνοντας υπόψη ως συγκριτικό στοιχείο το υπ’ αριθμ. πρωτ. …../20.10.2017 ΑΔΑ: ………… Συμφωνητικό Μίσθωσης, το οποίο προσκομίζει το εναγόμενο, από το οποίο προκύπτει ότι ο Δήμος Κορυδαλλού ήδη από το 20/10/2017 μισθώνει έτερο ακίνητο για τις ανάγκες στέγασης του αμαξοστασίου της Υπηρεσίας Καθαριότητας του, σχεδόν όμορο των επιδίκων, επί της οδού …………… με αριθμό ΚΑΕΚ ……………, επιφάνειας 4.196,00 τμ με στεγασμένους χώρους επιφάνειας 535,75τμ και στέγαστρο επιφάνειας 429,31τμ έναντι μισθώματος 1.125 ευρώ μηνιαίως, ήτοι προς 0,27 ευρώ/τμ. Επομένως, για το χρονικό διάστημα από 1/1/2017 έως 31/11/2022 (ήτοι για 71 μήνες) το όφελος που είχε το εναγόμενο από τη χρήση των επίδικων ακινήτων από το ίδιο, συνεπεία της οποίας εξοικονόμησε τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλα όμοια ακίνητα ανέρχεται στο ποσό των 9.126,34 ευρώ, εκ του οποίου καθένας των δύο πρώτων εναγόντων δικαιούται κατά το λόγο του ιδανικού του μεριδίου το ποσό των 3.042,11 ευρώ, η δε τρίτη εναγόμενη δικαιούται κατά το λόγο του ιδανικού της μεριδίου 1/3 από το χρόνο κτήσης της συγκυριότητάς της σε κάθε ακίνητο το ποσό των 1.413,94 ευρώ. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η μισθωτική αξία των ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 350-550 ευρώ μηνιαίως για κάθε ακίνητο, προσκομίζοντας προς απόδειξη του ισχυρισμού τους την από 27/4/2023 βεβαίωση εκτίμησης μισθωτικής αξίας της μεσίτη ……………., η οποία ανάγει τη μισθωτική αξία των επιδίκων στην ανωτέρω τιμή, καθώς δεν προκύπτει ότι η βεβαίωση αυτή έχει συνταχθεί από πιστοποιημένο εκτιμητή ακινήτων (άρθρο 29 Ν.4778/2021), δεν αναφέρεται στη βεβαίωση αυτή η μεθοδολογία βάσει της οποίας καταλήγει η ως άνω μεσίτης στα συμπεράσματά της και κυρίως δεν μνημονεύονται τα συγκριτικά στοιχεία στα οποία στήριξε η ανωτέρω την κρίση της περί της μισθωτικής αξίας των ακινήτων, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερα μεγάλη απόκλιση σε σχέση με την αποδειχθείσα πραγματική αξία των επιδίκων. Επιπροσθέτως τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες αφορούν σε άλλη κατηγορία ακινήτων και δη σε οικόπεδα που βρίσκονται σε άλλο Δήμο (Αγίου Ιωάννη Ρέντη), εντός σχεδίου πόλεως εντός οικιστικής ή εμπορικής ζώνης, τα οποία είναι άρτια και οικοδομήσιμα. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις έκρινε ομοίως χωρίς να διατάξει αυτεπαγγέλτως ποραγματογνωμοσύνη, δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους των εναγόντων και χωρίς η εκκαλουμένη να εμπεριέχει παραδοχή ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ορθώς ερμήνευσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο μοναδικός λόγος της από 14/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./14.4.2025) έφεσης των εκκαλούντων-εναγόντων να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς εξέταση, πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ). Τέλος αφού οι υπό κρίση εφέσεις απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την από 14/4/2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/14.4.2025) έφεση παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων α) την από 11/3/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../12.3.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../12.3.2025) έφεση και β) την από 14/4/2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./14.4.2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./11.9.2025) έφεση
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές στην ουσία.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας στο σύνολό τους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τους εκκαλούντες με την από 14/4/2025 έφεσης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 7 Μαΐου 2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ