Αριθμός 323/2026
ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ΤΜΗΜΑ 3ο]
Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)………………. έως και 18) …………… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ [ΔΕ ΤΟΥΤΖΙΑΡΑΚΗΣ Γ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ].
ΤΟΥ ΚΑΘΟΥ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου» (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ), που εδρεύει στον Πειραιά, ……………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου (ΔΣΑ).
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν, μαζί με λοιπά πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 27.7.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2018 αγωγή κατά του εκκαλούντος. Επ’ αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 2762/2019 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, που την έκανε εν μέρει δεκτή. Κατά της ανωτέρω απόφασης, το εκκαλούν άσκησε την από 24.10.2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../24-10-2019 έφεσή του, που κατέθεσε στη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο, (αρ.έκθ.καταθ. ………/28-05-2020) και τους από 30.11.2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/30.11.2020 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι απευθύνονται στο Δικαστήριο τούτο, (αρ.έκθ.καταθ. ………./30-11-2020), δικάσιμος για τη συζήτηση των οποίων ορίστηκε η 10.12.2020 και μετά από αναβολή η 11η Νοεμβρίου 2021. Η υπόθεση συζητήθηκε, εκδοθείσας της υπ’ αρ. 300/2022 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι καλούντες με την από 29-6-2022 αίτησή τους και το καθ’ ου η κλήση με την από 16-9-2022 αίτησή του και τους από 26-1-2023 προσθέτους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1625/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που τις συνεκδίκασε, απέρριψε ορισμένους λόγους και ανέβαλε την συζήτηση επί των λοιπών λόγων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που παραπέμφθηκε σ’ αυτή με την 393/2023 απόφαση του Β1′ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατόπιν της 2/2024 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της από 17-7-2024 κλήσης των καλούντων, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο και επ’ αυτής εκδόθηκε η 1558/2025 απόφαση του Β2΄Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με αυτήν, η υπ’ αριθμ. 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς αναιρέθηκε κατά ένα μέρος ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κεφάλαια για τους μνημονευόμενους λόγους (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο. Στη συνέχεια, με την ως άνω κλήση, οι εφεσίβλητοι – ενάγοντες επαναφέρουν προς συζήτηση την ως άνω έφεση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από τη σειρά του σχετικού πινακίου (αρ. …….), οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση». Κατά δε τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα «στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται με κλήση. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την αναίρεση της αποφάσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι κατά τα πληγέντα κεφάλαιά της (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός και όχι ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνδέονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε και αυτά συναναιρούνται (ΑΠ 808/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 479/2009 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 707/2008 ΝοΒ 56.2190, ΑΠ 1717/2002 ΕλλΔνη 44.1563). Έτσι, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ήτοι για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση των σχετικών με την αρμοδιότητα διατάξεων, τότε αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο (ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804, ΑΠ 88/1996 ΕλλΔνη 1996. 1554, ΕφΑΘ 6795/2006 ΕλλΔνη 2006.1686), το οποίο, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της, ερευνά και πάλι, ως Δικαστήριο της παραπομπής, την συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και το παραδεκτό της εφέσεως (ΟλΑΠ 4/1996 ΕλλΔνη 1996.1041, ΑΠ 1276 1992 ΕλλΔνη 1994.1554, ΕφΝαυπλ 66/2008 ΤΝΠ Nomos, Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας:Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 581 αριθμ. 6, σελ. 1082, Νίκας: ΠολΔ, Τόμος III, έκδοση 2007 παρ.121. αριθμ. 34 σελ. 564). Στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, τα όρια δε αυτά δεν προσδιορίζονται μόνον από το διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως, αλλά, κυρίως, από το αιτιολογικό της (ΑΠ 570/2005, ΑΠ 129 2004 ΤΝΠ-ΔΣΑ). Με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Η επάνοδος των διαδίκων στην κατάσταση πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, περιορίζεται, κατ’ αρχήν, μεταξύ εκείνων των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η απόφαση και μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου, και, συνεπώς, δεν θίγεται η ισχύς της αποφάσεως για εκείνους του διαδίκους που δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετα δίκαια. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27 2007 ΕλλΔνη 48.1012, ΑΠ 1145/2005 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 2005.1402, ΑΠ1308 2004 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 380/1999 ΝοΒ 2000.949), ή, ακόμη, όταν ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως πλήττει -κατά νομική ακολουθία- το κύρος της όλης αποφάσεως, κατά το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό όμως και με το αιτιολογικό της (ΑΠ 129 2004 Δ 35. 804). Αν, αντιθέτως, η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009, ΑΠ 404/2007, ΑΠ 443/2006, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 975/2000 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 659/1988 ΕλλΔνη 30.310). Έτσι, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού και αναιρέθηκε εν μέρει, κατά το αυτό αναιρεθέν κεφάλαιο χωρεί η επανεξέταση της εφέσεως από το Δικαστήριο της παραπομπής. Κατά την επανεκδίκαση, δηλαδή, της εφέσεως, οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναίρεση δεδικασμένου από την μερικώς οριστική και αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτέρου βαθμού και συνεπώς δεν ερευνώνται εκ νέου ούτε θίγονται τα κεφάλαια της διαφοράς, τα οποία αντιστοιχούν στις μη αναιρεθείσες διατάξεις, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 629/2010, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 1447/2002, ΑΠ 975/2000 ΤΝΠ Nomos). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία «οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», προκύπτει ότι το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004 Δ 35.1171), όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ερευνώντας όμως τις διαταχθείσες αποδείξεις δύναται, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ότι η αναιρεθείσα απόφαση και δεν δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 1614/2008 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 129/2004 Δ 35.804, ΑΠ 79/1988 ΤΝΠ-Nomos), αφού η υποχρέωση του Δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με τον λόγο της αναιρέσεως που έκανε δεκτό, ενώ, αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 906/ 2009, ΑΠ 137/2004 ΤΝΠ Nomos). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Εφετείου) δεν ακυρώνεται και η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο διότι με την αναίρεση της αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλλΔνη 41.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα την απορρίψει επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ.145). Κατά την έννοια, τέλος, της διατάξεως του άρθρου 579 του ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της αποφάσεως καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση. Ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ` αυτήν, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και αν ακόμη γίνεται νόμιμη επίκλησή τους κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά την συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση (ΑΠ 852/1987 ΝοΒ 36.1576).
ΙΙ. Οι καλούντες – ενάγοντες, με την από 27.7.2018 (αρ. κατάθεσης ………./2018) αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στρεφόμενη εναντίον του καθ’ ου η κλήση – εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία 2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου (ΔΥΠΕ), η οποία εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως επιτρεπτώς συμπλήρωσαν το περιεχόμενό της, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την ιδιότητα της 19ης …………… ως επικουρικού ιατρού, υπαγόμενης στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς με τους λοιπούς, ισχυρίσθηκαν ότι εντάχθηκαν στο εναγόμενο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 4238/2014, ως ιατροί, ότι απασχολούνται σε αυτό με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι αμείβονται με τις μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. Ότι καθένας από αυτούς παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, με την ειδικότητα, το βαθμό και έχοντας τη συνολική προϋπηρεσία, που αναφέρονται στους ενσωματωμένους σε αυτή πίνακες. Ότι, ως προς τις αποδοχές τους, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν πριν από τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των αποδοχών τους με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 και οι οποίες (αποδοχές) ανέρχονταν στις 31.12.2016 στο αναγραφόμενο για κάθε ενάγοντα ποσό. Ότι με τις διατάξεις των άρθρων 136-140 του ν. 4472/2017, που δημοσιεύθηκε στις 19.5.2017 και με το άρθρο 162 αυτού ορίσθηκε ότι η ισχύς των μισθολογικών του διατάξεων αρχίζει από 1.1.2017, ψηφίσθηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., στο οποίο ενσωματώνονται οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012 και οι διατάξεις του οποίου είναι επίσης αντισυνταγματικές, για τους σε αυτή εκτιθέμενους λόγους. Με βάση αυτό το ιστορικό ισχυρίσθηκαν, ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ οφείλει στον καθένα από αυτούς για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2016 έως 18.5.2017 και από 19.5.2017 έως 19.12.2018 τα αναγραφόμενα ποσά, ως διαφορές αποδοχών, μεταξύ αυτών που έλαβε τα ως άνω διαστήματα και των αποδοχών που το εναγόμενο υποχρεούτο να του καταβάλει, χωρίς τις περικοπές των διατάξεων των νόμων 4093/2012 και 4472/2017 και περαιτέρω ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι το επίδομα προϋπηρεσίας τους πρέπει να υπολογιστεί επί του ποσού των 2.067 ευρώ, που αποτελεί το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ενώ επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι διατάξεις του νέου μισθολογίου του ν. 4472/2017 είναι συνταγματικές, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει, ως μηνιαία προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 του ανωτέρω νόμου, το αιτούμενο από τον καθένα ποσό για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 19.12.2018. Η ανωτέρω αγωγή συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4.12.2018 μετ’ αναβολή από την δικάσιμο της 27.09.2018 και επ’ αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 2762/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού έκρινε ότι το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία προς εκδίκασή της και ακολούθως, απέρριψε αυτήν, ως παθητικώς ανομιμοποίητη για τους μη διαδίκους και μη καλούντες στην παρούσα δίκη 1η, 5ο, 6ο, 9ο, 10η, 11ο, 14η, 16ο και 21ο των εναγόντων, απέρριψε τις αξιώσεις των λοιπών εναγόντων για το διάστημα από 1.1.2016 έως 30.6.2016 κρίνοντας ότι έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του ν.4270/2014, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, αναγνώρισε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των ως άνω εναγόντων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Πρωτοδίκη και αναγνώρισε, επιπλέον, ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, ως μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1-7-2016 έως 19-12-2018, τα ακόλουθα ποσά: το χρηματικό ποσό των 28.527,01 ευρώ στον ενάγοντα ………….., το χρηματικό ποσό των 29.424,60 ευρώ στον ενάγοντα ……………., το χρηματικό ποσό των 25.681,64 ευρώ στην ενάγουσα ………….., το χρηματικό ποσό των 25.734,34 ευρώ στον …………….., το χρηματικό ποσό των 29.853,26 ευρώ στην ενάγουσα ……………., το χρηματικό ποσό των 25.734,34 ευρώ στον ενάγοντα ………………., το χρηματικό ποσό των 25.338,76 ευρώ στον ενάγοντα ………., το χρηματικό ποσό των 29.151,25 ευρώ στον ενάγοντα …………., το χρηματικό ποσό των 26.042,64 ευρώ στον ενάγοντα ……………., το χρηματικό ποσό των 25.338,86 ευρώ στον ενάγοντα ………, το χρηματικό ποσό των 13.246,03 ευρώ στην ενάγουσα ……………, το χρηματικό ποσό των 25.172,70 ευρώ στον ενάγοντα ……….., το χρηματικό ποσό των 45.046,92 ευρώ στην ενάγουσα ……………., το χρηματικό ποσό των 24.639,72 ευρώ στον ενάγοντα ………., το χρηματικό ποσό των 25.403,74 ευρώ στον ενάγοντα …………., το χρηματικό ποσό των 30.505,42 ευρώ στην ενάγουσα ………, το χρηματικό ποσό των 25.710,84 ευρώ στην ενάγουσα …………. και το χρηματικό ποσό των 25.681,64 ευρώ στον ενάγοντα …….., ενώ συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου, η από 24.10.2019 με αριθμό κατάθεσης ………./2019 έφεση και οι από 30.11.2020 με αριθμό κατάθεσης ……./2020 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, η υπ’ αριθμ. 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την τελευταία, αφού θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η έφεση κατά των 1ης, 5ου, 6ου, 9ου, 10ης, 11ου, 14ης, 16ου και 21ου των εφεσίβλητων – εναγόντων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους – ενάγοντες κατά τον έβδομο, ένατο και τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, απορριπτομένων των λοιπών, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή και κατά τη διάταξή της που δεν ανατράπηκε με την εκκαλουμένη απόφαση λόγω του ότι τούτο επιβάλλεται για την ενότητα της δικαστικής κρίσης, αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, αναγνωρίστηκε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των ανωτέρω εναγόντων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Πρωτοδίκη, όπως επίσης, αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε καθέναν από τους εν λόγω ενάγοντες, ως μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.8.2016 (ορθά από 1.7.2016) μέχρι 4.12.2018 τα αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα το χρηματικό ποσό των 16.920,99 ευρώ στον ενάγοντα ……………, το χρηματικό ποσό των 2.758,24 ευρώ στον ενάγοντα ………., το χρηματικό ποσό των 8.616,06 ευρώ στην ενάγουσα …………, το χρηματικό ποσό των 24.297,62 ευρώ στον ενάγοντα ………….., το χρηματικό ποσό των 14.108,73 ευρώ στην ενάγουσα ………………., το χρηματικό ποσό των 8.277,48 ευρώ στον ενάγοντα ………………, το χρηματικό ποσό των 8.590,01 ευρώ στον ενάγοντα …………………, το χρηματικό ποσό των 17.352,68 ευρώ στον ενάγοντα ……….., το χρηματικό ποσό των 9.267,64 ευρώ στον ενάγοντα …………., το χρηματικό ποσό των 8.590,01 ευρώ στον ενάγοντα …………., το χρηματικό ποσό των 6.830,51 ευρώ στην ενάγουσα …………….., το χρηματικό ποσό των 8.446,03 ευρώ στον ενάγοντα ………………….., το χρηματικό ποσό των 33.138,76 ευρώ στην ενάγουσα ………………., το χρηματικό ποσό των 7.583,11 ευρώ στον ενάγοντα ………………, το χρηματικό ποσό των 8.646,35 ευρώ στον ενάγοντα ……………, το χρηματικό ποσό των 29.033,01 ευρώ στην ενάγουσα …………….., το χρηματικό ποσό των 2.787,44 ευρώ στην ενάγουσα ……………. και το χρηματικό ποσό των 24.251,92 ευρώ στον ενάγοντα ………….., ενώ συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με το αιτιολογικό της 300/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου, τα παραπάνω ποσά διαμορφώθηκαν ως άνω, αφού προηγουμένως το δικαστήριο καταλόγισε (αφαίρεσε) τα καταβληθέντα σε αυτούς ποσά, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 4575/2018 (ΦΕΚ Α 192/14.11.2018), τα οποία αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016 και περιλαμβάνονται στο σχετικό πίνακα που περιέλαβε το εναγόμενο – εκκαλούν στον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης αυτού. Κατά της απόφασης αυτής (300/2022) ασκήθηκαν: α) η από 29.6.2022 με αριθμό κατάθ. ……./29.6.2022 αίτηση αναίρεσης των ίδιων ως άνω δεκαοκτώ (18) εκ των είκοσι επτά (27) αρχικών εναγόντων και β) η από 16.9.2022 με αριθμό κατάθ. ………../19.9.2022 αίτηση αναίρεσης του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ και οι από 26.1.2023 δι’ ίδιου δικογράφου ασκηθέντες και με αριθμό κατάθεσης ……/26.1.2023 πρόσθετοι λόγοι του ίδιου ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. Επί των αναιρέσεων αυτών εκδόθηκε αρχικά η 1625/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου που τις συνεκδίκασε, απέρριψε ορισμένους λόγους και ανέβαλε την συζήτηση επί των λοιπών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που παραπέμφθηκε σ’ αυτή με την 393/2023 απόφαση του Β1′ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατόπιν της 2/2024 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της από 17-7-2024 κλήσης των καλούντων, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του ανώτατου ακυρωτικού κατά τη δικάσιμο της 11.03.2025 και επί της υπόθεσης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1558/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2 Πολιτικό Τμήμα). Α. Επί της από 16.9.2022 με αριθ. κατάθ. ……../19.9.2022 αίτησης αναίρεσης και επί των από 26.1.2023 δι’ ίδιου δικογράφου ασκηθέντων με αριθμ. κατάθ. 24/26.1.2023 πρόσθετων λόγων του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία “Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου” (Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 1558/2025 απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: «…Τα άρθρα 43 και 44 του ν. 3205/2003, είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Γ’ του ως άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο “Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας” (ΦΕΚ Α 74). Στο άρθρο 43 του άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο “Βασικός Μισθός”, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), στη συνέχεια και διαδοχικά με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (ΦΕΚ Α 74), με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ιδ του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α 43) και τελικά με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011) και πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας περίπτωση 27α της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) και την κατάργησή του επίσης με τις προαναφερόμενες ανίσχυρες λόγω αντισυνταγματικότητας διατάξεις του ν.4472/2017, ορίζονται τα εξής: “1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ορίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2011 στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής: 2.055 ευρώ, β. Διευθυντής : 2.054 ευρώ, γ. Επιμελητής Α. 1.759 ευρώ. δ. Επιμελητής Β : 1.468 ευρώ, ε. Ειδικευόμενος: 1.027 ευρώ. […]. Περαιτέρω, στη παράγραφο Α. 1 του άρθρου 44 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3205/2003), που φέρει τον τίτλο “Επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις” ορίζονται τα εξής: ” Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίας, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Ως υπηρεσία για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται υπόψη εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, υπολογιζόμενου και του χρόνου απόκτησης ειδικότητας”. Εξάλλου, στην παράγραφο Α. 1 του, (ενταγμένου στο κεφάλαιο Α “Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών”), άρθρου 30 του ν. 3205/2003, που, επίσης, φέρει τον τίτλο “επιδόματα, παροχές, αποζημιώσεις” ορίζονται τα ακόλουθα: “Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίας, οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%). Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός”. Τέλος, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 καθορίζονται ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί όλων των δικαστικών λειτουργών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται με το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 2.067 ευρώ μηνιαίως σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 29, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α 246). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 43 και 44 παρ. Α περ. 1, 29 παρ. 2 και 30 παρ. Α περ.1 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν μέχρι τις 30.12.2016, συνάγεται εναργώς ότι: Το άρθρο 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003, (όπως ίσχυε, μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011) ορίζει τους από 1.1.2011 καταβαλλόμενους μηνιαίους βασικούς μισθούς όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Ε.Σ.Υ, μεταξύ των οποίων του Διευθυντή και του Επιμελητή Α’, και το άρθρο 44 παράγραφος Α.1 του ίδιου νόμου ορίζει ότι, επιπλέον του ως άνω βασικού μισθού των ιατρών, παρέχεται και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, για τον καθορισμό του οποίου παραπέμπει σε ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α. 1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Η κατά τα άνω ανάλογη εφαρμογή αναφέρεται στο επί μέρους και στο συνολικό ποσοστό (4% και 60%) του χρονοεπιδόματος, καθώς και στον απαιτούμενο χρόνο που πρέπει να συμπληρωθεί για τη χορήγηση του χρονοεπιδόματος και όχι, προφανώς, στη βάση υπολογισμού του, ήτοι στο ποσό επί του οποίου εκάστοτε υπολογίζεται. Επομένως, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, α) το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας (της υπηρεσίας καθοριζόμενης σύμφωνα με το εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 44), προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%) και β) το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο ιατρός, αναλόγως, δηλαδή, του βαθμού του. Αντιθέτως, από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός και μάλιστα στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, καθόσον, εάν οριζόταν το τελευταίο, στην παράγραφο Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, (που, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Γ’ του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο “Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας”), δεν θα αναγραφόταν η φράση “με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού”, αλλά ρητώς και ευθέως θα οριζόταν “κατ’ εφαρμογή της παραγράφου Α.1. του άρθρου 30 του ν. 3205/2003”. Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται και από το ότι στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, υπό την αρχική του διατύπωση, καθορίζονταν ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί των ιατρών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονταν με τον μηνιαίο βασικό μισθό του Επιμελητή Β, που οριζόταν σε συγκεκριμένο ύψος (1.042 ευρώ) και συνεπώς ο αρχικός νομοθέτης είχε ρυθμίσει με αντίστοιχο τρόπο τους βασικούς μισθούς των ιατρών με εκείνο των δικαστικών λειτουργών (ΑΠ 662/2024, 1626/2023, 904/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (1η και 2η σελίδα του 18ου φύλλου αυτής), κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων – αναιρεσιβλήτων ιατρών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να υπολογίζεται στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους σε 2.067 ευρώ, και ότι εσφαλμένα το εναγόμενο το υπολόγιζε με το βασικό μισθό του επιμελητή Α (1.513 ευρώ). Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 2762/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43, 44 παρ. Α.1, 29 παρ. 1 και 2 και 30 παρ. Α.1 του νόμου 3205/2005, όπως είχαν αντικατασταθεί με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας διάταξη του άρθρου πρώτου της παραγράφου Γ’ της υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 27 εδαφ. α, β, γ του ν. 4093/2012 και πριν την κατάργηση των άρθρων 43 και 44 του ως άνω νόμου (δηλ. του ν. 3205/2003) με τις επίσης ανίσχυρες, λόγω αντισυνταγματικότητας διατάξεις του ν. 4472/2017, κατά τα προαναφερόμενα. Και τούτο διότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δέχθηκε ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων επικουρικών ιατρών, έπρεπε να υπολογίζεται στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη και όχι στον αντίστοιχο με το βαθμό τους βασικό μισθό του Διευθυντή, που δικαιούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όλοι οι αναιρεσίβλητοι πλήν της 19ης ενάγουσας και ήδη 11ης αναιρεσίβλητης (Ι. Π.), που δικαιούταν το βασικό μισθό του Επιμελητή Β’. Επομένως, οι τέταρτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο συναφής με αυτόν δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 43, 44 παρ.Α1, 29 παρ.1 και 2 και 30 παρ.Α1 του ν.3205/2003, είναι βάσιμοι…». Αντιθέτως, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι της από 16.09.2002 και με αριθμ. καταθ. ……./19.9.2022 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ, συμπεριλαμβανομένων και των περιεχόμενων στο από 26.01.2023 και με αριθμ. κατάθ. …../26.1.2023 δικόγραφο των προσθέτων λόγων της κρίθηκαν απορριπτέοι ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Β. Επί της από 29.6.2022 με αριθ. κατάθ. ……../29.6.2022 αίτησης αναίρεσης των δέκα οκτώ (18) εκ των αρχικά είκοσι επτά(27) εναγόντων, ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 1558/2025 απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: «……Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 4575/2018 (Α 192), όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ.1 του ν. 4589/2019 (Α 13) ορίσθηκε ότι “Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ., Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των Ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.07.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α 222). Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016”, ενώ με την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση της εν λόγω διάταξης οικ.2/88420/ΔΕΠ (Β` 5435) υπουργική απόφαση ορίστηκε ότι το εφάπαξ αυτό χρηματικό ποσό θα καταβληθεί έως 27.1.2019 με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση. Με το παραπάνω άρθρο 11 του ν. 4575/2018, δηλαδή, οι μηνιαίες αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. αποκαταστάθηκαν, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το ν. 4093/2012. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Με τον ως άνω συμψηφισμό όμως δεν πρέπει να συγχέεται ο καταλογισμός ενός ποσού στο μισθό. Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση (έκπτωση) από τον οφειλόμενο μισθό ορισμένου μέρους του ή και ολόκληρου του ποσού του, κατά το μέτρο που το ποσό αυτό έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ. από παραδρομή). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής των ίδιων μισθολογικών παροχών και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην απαγόρευση της ΑΚ 664 (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 1067/2017, ΑΠ 764/2010). Εξάλλου, προϋπόθεση συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού) του κατά τα άνω ληφθέντος ποσού, κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας ΚΥΑ, στις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών αποτελεί το ποσό αυτό να αναφέρεται στο ίδιο χρονικό διάστημα που αφορούν και οι κατά τα άνω επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών (ΑΠ 535/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2024, 5/2023, 3-4/2022). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα καταλόγισε τα καταβληθέντα σε αυτούς ποσά, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 4575/2018 (ΦΕΚ Α 192/14.11.2018), τα οποία αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016, καθόσον για το χρονικό αυτό διάστημα ουδένα ποσό επιδικάσθηκε σε αυτούς και επομένως τα ληφθέντα μέσω της άνω ΚΥΑ χρηματικά ποσά δεν αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, περί του οποίου, άλλωστε προνοεί η διάταξη του άρθρου 3 της εν λόγω ΚΥΑ.Από την παραδεκτή, κατ’άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, προσδιόρισε τα χρηματικά ποσά, που οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες δικαιούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018 ως διαφορές αποδοχών δηλαδή χωρίς τις περικοπές που τους επιβλήθηκαν με τους αντισυνταγματικούς νόμους 4093/2012 και 4472/2017, στη συνέχεια αφαίρεσε από τα πιο πάνω χρηματικά ποσά εκείνα που τους καταβλήθηκαν δυνάμει της προαναφερθείσας ΚΥΑ και αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της υπ’αριθμ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 4575/2018(ΦΕΚ Α 192/14.11.2018). Ειδικότερα, ενώ προσδιόρισε τα χρηματικά ποσά (διαφορές αποδοχών) που δικαιούνταν οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, τα οποία αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018, ακολούθως αφαίρεσε από αυτά το σύνολο του ποσού που τους καταβλήθηκε με την προαναφερθείσα ΚΥΑ, το οποίο αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016 και ταυτιζόταν μόνο εν μέρει με το πιο πάνω χρονικό διάστημα για το οποίο κρίθηκε ότι δικαιούνταν διαφορές αποδοχών και συγκεκριμένα με το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 31.12.2016 και επομένως μόνο το ποσό που αντιστοιχούσε στο τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα έπρεπε να αφαιρεθεί, όπως άλλωστε προνοεί η διάταξη του άρθρου 3 της ανωτέρω ΚΥΑ (ΑΠ 535/2020). Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο ως άνω δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγων της ίδιας αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 (πρώτος), 20 (τρίτος) και 8,9,13,17,19 (τέταρτος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σημειουμένου ότι ο πέμπτος λόγος της ίδιας αίτησης αναίρεσης, έχει ήδη απορριφθεί με την υπ’αριθμ. 1625/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά παραδοχή λοιπόν του δεύτερου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα η υπ’ αριθμ. 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο έκρινε ότι από τα ποσά που δικαιούνται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018. πρέπει να αφαιρεθεί το σύνολο του χρηματικού ποσού, που καταβλήθηκε σε αυτούς δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης ΚΥΑ…». Αντιθέτως, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι της από 29.6.2022 και με αριθμ. καταθ. 639/52/29.6.2022 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κρίθηκαν απορριπτέοι ως αβάσιμοι στην ουσία τους.
ΙΙΙ. Κατόπιν των παραπάνω, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την από 13.11.2025 (αρ. κατ. δικ. ……../13.11.2025) κλήση των δέκα οκτώ (18) καλούντων-εφεσίβλητων-εναγόντων εκ των είκοσι επτά (27) αρχικών εναγόντων, η από 24.10.2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../24-10-2019 έφεση που κατέθεσε το καθ’ ου η κλήση – εκκαλούν – εναγόμενο ΝΠΔΔ στη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο, (αρ. έκθ. καταθ. ……../28-05-2020) και οι από 30.11.2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./30.11.2020 πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι απευθύνονται στο Δικαστήριο τούτο, (αρ. έκθ.καταθ. ……../30-11-2020), κατά της με αριθμό 2762/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το μέρος που αναιρέθηκε και συγκεκριμένα: α) ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο έκρινε ότι το χρονοεπίδομα που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα επιδίκασε στους ενάγοντες ήδη εφεσίβλητους έπρεπε να υπολογίζεται με βάση το μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ και β) ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε, ότι από τα ποσά που δικαιούνται οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018 πρέπει να αφαιρεθεί το σύνολο των χρηματικών ποσών, που καταβλήθηκε σε αυτούς δυνάμει της υπ’ αριθ.οικ/2/88420/ΔΕΠ/4-12-2018 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 5435/4.12.2018), η δε υπόθεση θα εξετασθεί μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτά κατά τα οποία αναιρέθηκε και τα τυχόν συνεχόμενα με αυτά, οπότε συναναιρούνται. Ως εκ τούτου, η ένδικη από 24-10-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Πειραιώς ………/2019 και με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικογράφου του Εφετείου Πειραιώς …………/2020 έφεση του εναγομένου ΝΠΔΔ έχει ασκηθεί νομότυπα [άρθρο 495 § 3 του ΚΠολΔ, όπως η τελευταία αυτή διάταξη ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23-7-2015) που εφαρμόζεται για τις εφέσεις που ασκούνται μετά την 1-1-2016 (άρθρο ένατο παρ.2 αυτού), 499, 500, 511, 513 § 1 εδαφ.β΄, 516 § 1 και 517 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 § 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει ομοίως μετά την αντικατάστασή του από το παραπάνω άρθρο), δηλαδή πριν την παρέλευση διετίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ούτε προκύπτει επίδοσή της, ούτε άλλος λόγος απαραδέκτου, μη απαιτούμενης της κατάθεσης παραβόλου, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς (άρθρο 495 παρ.3 εδ. τελευταίο, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015). Επίσης, νομοτύπως ασκήθηκαν οι από 30-11-2020 (με αυξ.αριθμ. εκθ. καταθ. ………./30-11-2020) πρόσθετοι αυτής λόγοι, καθόσον περιέχονται σε ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου και επικυρωμένο αντίγραφό τους επιδόθηκε στους εφεσίβλητους προ οκτώ τουλάχιστον ημερών πριν από τη συζήτηση (σχετ.η υπ’αριθμ. ….. Ε΄/30-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….) και οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την έφεση, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους [ΕφΑθ 539/2019, ΕφΑθ (Μον) 24/2017 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»]. Επομένως, εφόσον τόσο η έφεση όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής φέρονται παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, εντός των ορίων που καθορίζονται με αυτούς (άρθρα 522, 533 § 1 του ΚΠολΔ), κατά την αυτή διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη καθώς και η υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την ως άνω αναιρετική απόφαση, τα οποία ορίζονται από τα αντίστοιχα παράπονα της έφεσης αυτής, τα οποία αριθμούνται με τον αριθμό τρία (του δικογράφου της εφέσεως) και του αριθμού τρία (του δικογράφου των πρόσθετων λόγων).
IV. Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § § 3,4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι 2οςκαι 27οςτων εναγόντων είναι ιατροί ορθοπεδικοί, οι 3ος, 4η, 25η και 26η κυτταρολόγοι, ο 7ος παθολόγος, η 8η , ο 20ος και ο 23ος, οδοντίατροι, ο 12ος βιοπαθολόγος, ο 13ος γενικός χειρουργός, ο 15ος νευρολόγος, ο 17ος γυναικολόγος, ο 18ος ωτορυνολαρυγγολόγος, η 22η παιδίατρος και ο 24ος καρδιολόγος, οι οποίοι απασχολούνταν στο ΙΚΑ και έπειτα στον E.O.Π.Y.Y, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Μετά τη θέσπιση του ν.4238/2014 τέθηκαν αυτοδικαίως σε καθεστώς διαθεσιμότητας για ένα μήνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεώς τους, μετατάχθηκαν από τις 20-3-2014 στην εναγομένη, σε κενές οργανικές θέσεις κλάδου ΠΕ ιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, αντίστοιχες της ειδικότητάς τους, που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, επανακατατάχθηκαν δε σε θέσεις ιατρού Ε.Σ.Υ με την υπ’αριθμ. ΔΑΑΔ38976/8-9-2016 απόφαση του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4368/2016. Επομένως, σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, οι άνω ενάγοντες έπρεπε να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις αποδοχές των ιατρών Ε.Σ.Υ, χωρίς τις περικοπές που επιβλήθηκαν με τον ν.4093/2012, οι οποίες, έχουν κριθεί ως αντικείμενες στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ, αλλά και τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι άνω ενάγοντες από τη μετάταξή τους αμείβονταν με τον μισθό του Επιμελητή Α΄ και όχι του Διευθυντή, με βάση τη συνολική προϋπηρεσία τους άνω των 15 ετών, κατ’ άρθρο 38 του ν. 4368/21-2-2016, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 1-7-2016 και εντεύθεν, ενώ και το χρονοεπίδομα που τους καταβαλλόταν, υπολογιζόταν με βάση τον βασικό μισθό του Επιμελητή Α΄(1.513 ευρώ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων ιατρών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπολογίζεται στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους σε 2.067 ευρώ και ότι εσφαλμένα το εναγόμενο το υπολόγιζε με το βασικό μισθό του επιμελητή Α (1.513 ευρώ), μολονότι το ορθό είναι ότι έπρεπε να υπολογίζεται με βάση τον αντίστοιχο με το βαθμό του κάθε ιατρού βασικό μισθό του Διευθυντή που δικαιούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όλοι οι εφεσίβλητοι πλην της 19ης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης (………………) που δικαιούνταν το βασικό μισθό του Επιμελητή Β΄, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 43, 44 παρ. Α1, 29 παρ.1 και 2 και 30 παρ. Α1 του Ν. 3205/2003. Επομένως, ο τρίτος λόγος έφεσης του κυρίως δικογράφου της έφεσης , με τον οποίο το εκκαλούν προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις παραπάνω πλημμέλειες είναι βάσιμος και κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, για την επίδικη χρονική περίοδο, που έπεται της δημοσίευσης του νόμου 4368/2016 (21-2-2016) οι εφεσίβλητοι έπρεπε να καταταγούν στο βαθμό του διευθυντή και να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες για αυτόν αποδοχές, ανεξαρτήτως του ότι η επανακατάταξή τους έλαβε χώρα στις 8-9-2016. Έτσι, υπό τα παραπάνω δεδομένα, οι εφεσίβλητοι ιατροί έπρεπε, με βάση τον βαθμό τους ως διευθυντών- με εξαίρεση την 19η εφεσίβλητη, επικουρική ιατρό- να λαμβάνουν [ως βασικό μισθό, κατ’άρθρο 43 παρ.1 του ν.3205/2003, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 6 Ν. 3754/2009 και ίσχυε με το άρθρο 2 Ν.3336/2005, άρθρο 11 του Ν. 3453/2006 και το άρθρο 1 παρ.1 περ.ιδ` Ν.3554/2007, και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ.2 άρθρου 55 Ν.3918/2011], [ως χρονοεπίδομα, κατ’άρθρο 44 παρ.Α αρ.1, σε συνδυασμό με 30 παρ.Α1 και 29 παρ.2 του ν.3205/2003], [ως επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών και διδακτορικού τίτλου, κατ’άρθρο 44 παρ. Α αρ.2 σε συνδυασμό με παρ.Α.1 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003], [ως επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, κατ’άρθρο 44 παρ.Α αρ.3, όπως το εδάφιο δ΄της παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 Ν.3754/2009, και τα ποσά που ορίζει μειώθηκαν με την παρ.23 περ.δ΄ του άρθρου 55 του Ν.4002/2011], [ως πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οικογενειακό επίδομα και επίδομα θέσης ευθύνης, κατ’άρθρο 44 παρ. Α αρ. 5, 6 και 7 αντίστοιχα, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 1 α. του ν.3205/2003 και ήδη το άρθρο 7 παρ.2 περ.γ΄του ν.4354/2015, όπως το πρώτο εδάφιο της περ.7 (που προφανώς εκ λάθους αναφέρεται ως περ.6) αντικαταστάθηκε με την παρ.33 του άρθρου 66 του Ν.3984/2011] : 1) ως βασικό μισθό, το ποσό των 2.054 ευρώ, 2) για επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών ιατρικού έργου, το ποσό των 291,46 ευρώ, 3) για πάγια αποζημίωση συμμετοχής σε σεμινάρια-ενημέρωσης βιβλιοθήκης, το ποσό των 274,45 ευρώ, 4) για επίδομα θέσης, το ποσό των 62,4 ευρώ, 5) για κάθε ανήλικο τέκνο το ποσό των 18 ευρώ, με βάση το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα, 6) για επίδομα μεταπτυχιακού, το ποσό των 45 ευρώ, 7) χρονοεπίδομα υπολογιζόμενο κάθε φορά στον βασικό μισθό του Διευθυντή που δικαιούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όλοι οι εφεσίβλητοι πλην της 19ης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης (……….) που δικαιούνταν το βασικό μισθό του Επιμελητή Β΄, ενώ δεν δικαιούνται επίδομα γάμου και η οικογενειακή παροχή, διαμορφώνεται, κατά τα προεκτεθέντα ανάλογα με τον αριθμό τον τυχόν ανηλίκων τέκνων τους. Έτσι, έπρεπε να λαμβάνουν συνολικά το ποσό των (2.054 + 291,46 + 274,45 + 62,5) 2.682,41 ευρώ, και επιπροσθέτως, αναλόγως της οικογενειακής κατάστασης (τέκνων) και των σπουδών καθενός, τα αντίστοιχα επιδόματα, καθώς και χρονοεπίδομα, ανάλογο των ετών της πραγματικής του προϋπηρεσίας. Όπως, περαιτέρω, αποδεικνύεται από την υπ’αριθμ. πρωτ. ……./30-11-2018 βεβαίωση της εναγομένης, η κατάταξη των εναγόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4472/2017, υλοποιήθηκε, βάσει των ατομικών δελτίων κατάταξης που εκδόθηκαν από τη Διεύθυνση Προσωπικού, τον Σεπτέμβριο του έτους 2018, ενώ μέχρι τότε αμείβονταν με βάση τις διατάξεις του ν.4093/2012, ειδικά δε ο 7ος και η 19η εξακολουθούσαν να αμείβονται με βάση τις τελευταίες αυτές διατάξεις και μετά τη συζήτηση της αγωγής, ενώ η κατάταξη της 8ης, 22ης,25ης και 26ης υλοποιήθηκε τον Νοέμβριο του έτους 2018. Συνακόλουθα, οι ενάγοντες, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2016 και μέχρι την ημερομηνία που αναγράφεται ειδικότερα για καθέναν, σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις, δικαιούνταν κατά μήνα τα ακόλουθα ποσά : 1) Ο 2ος ενάγων ………. νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 22 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 44 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 10 συνολικά διετίες), 3586,07 [2.682,31 + 903,76 (2.054 Χ 44 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.613,72 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 972,35 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 25.281,1 (972,35 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 26.339,82 που του επιδίκασε η εκκαλουμένη, 2) Ο 3ος ενάγων ……….., νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 33 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60%), 3914,71 [2.682,31 + 1.232,40 (2.054 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 826,31 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.484,06 (826,31 Χ 26) ευρώ και όχι 26.339,82 ευρώ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη, 3) Η 4η ενάγουσα …….., με συνολική προϋπηρεσία 29 ετών, και επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60 %), 3949,71 [2.682,31 + 35 + 1.232,40 (2.054 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 861,31 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 22.394,06 (861,31 Χ 26) ευρώ, και όχι των 22.596,6 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 4) Ο 7ος ενάγων …………….. νυμφευμένος, με ένα προστατευόμενο τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 29 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60%), 3932,71 [2.682,31 + 18, κατά το αίτημα της αγωγής, + 1.232,40 (2.054 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.106,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 826,31 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως και τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (4-12-2018) και όχι μέχρι τις 19-12-2018, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το ποσό των 24.070,41 (826,31 Χ 29,13 μήνες) ευρώ αντί του εσφαλμένου των 25.734,34 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 5) Η 8η ενάγουσα …………. νυμφευμένη, με δύο προστατευόμενα, με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και με συνολική προϋπηρεσία 22 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 44 % (4 % για την πρώτη διετία και 4 % για κάθε μία από τις 10 επόμενες), 3667,07 [2.682,31 + 36, κατά το αίτημα της αγωγής, + 45 +903,76 (2.054 Χ 44 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.694,72 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 972,35 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 27.225,8 (972,35 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 28.365,96 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 6) Ο 12ος ενάγων …………. νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 33 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60%), 3914,71 [2.682,31 + 1.232,40 (2.054 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 826,31 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.484,06 (826,31 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.596,86 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 7) Ο 13ος ενάγων ……….. νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 27 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3832,55 [2.682,31 + 1.150,24 (2.054 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.025,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 807,35 και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 20.991,1 (807,35 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 8) Ο 15ος ενάγων ……………… νυμφευμένος, και με συνολική προϋπηρεσία 22 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 44 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 10 συνολικά διετίες), 3586,07 [2.682,31 + 903,76 (2.054 Χ 44 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.613,72 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 972,35 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018, το ποσό των 25.281,1 (972,35 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 26.339,82 που του επιδίκασε η εκκαλουμένη, 9) Ο 17ος ενάγων ………. νυμφευμένος και με δύο προστατευόμενα τέκνα, και με συνολική προϋπηρεσία 29 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 28 συνολικά διετίες), 3950,71 [2.682,31 + 36, κατά το αίτημα της αγωγής, + 1.232,40 (2.054 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.124,40 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 826,31 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.484,06 (826,31 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.596,86 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη,10) Ο 18ος ενάγων ………. νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 27 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3832,55 [2.682,31 + 1.150,24 (2.054 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.025,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 807,35 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 20991,1 (807,35 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 11) Η 19η ενάγουσα ………. με συνολική προϋπηρεσία 9 ετών, η οποία, ως επικουρική, έπρεπε να λαμβάνει τις αποδοχές του Επιμελητή Β΄του Ε.Σ.Υ, δηλαδή το ποσό των 1.468 ως βασικό μισθό, των 251,94 ευρώ ως επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, των 237,21 ευρώ, ως επίδομα βιβλιοθήκης, των 36 ευρώ για δύο προστατευόμενα τέκνα, κατά το σχετικό αγωγικό αίτημα, και το ποσό των 293,60 (1468 Χ 20 %) ευρώ ως χρονοεπίδομα, με ποσοστό 20 % (4 % για το πρώτο έτος και από 4 % για κάθε μία από τις επόμενες 10 διετίες), δηλαδή συνολικά των 2.286,75 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 1.994,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 292,55 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (4-12-2018) και όχι μέχρι τις 19-12-2018, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το ποσό των 8521,98 (292,55 Χ 29,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 13.246,03 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 12) Ο 20ος ενάγων …………. νυμφευμένος, με ένα προστατευόμενο τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 28 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3850,55 [2.682,31 + 18, κατά το αίτημα της αγωγής + 1.150,24 (2.054 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.043,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 807,35 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 20991,1 (807,35 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 13) Η 22η ενάγουσα ……………… νυμφευμένη, με διδακτορικό τίτλο και συνολική προϋπηρεσία 20 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 40 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 9 συνολικά διετίες), 3578,91 [2.682,31 + 75 + 821,60 (2.054 Χ 40 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.068,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 1.510,71 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 42.299,88 (1.510,71 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 43.425,48 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 14) Ο 23ος ενάγων ………. νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 28 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3867,55 [2.682,31 + 35 + 1.150,24 (2.054 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.043,20 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 824,35 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21433,1 (824,35 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 21.622,38 ευρώ, που δέθηκε η εκκαλουμένη, 15) Ο 24ος ενάγων ………… νυμφευμένος, με ένα προστατευόμενο τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 27 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3850,55 [2.682,31 + 18 κατά το αίτημα της αγωγής + 1.150,24 (2.054 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.043,20 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 807,35 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 20991,1 (807,35 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 16) Η 25η ενάγουσα ………. νυμφευμένη, με ένα προστατευόμενο τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 24 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 48 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 11 συνολικά διετίες), 3686,23 [2.682,31 + 18 κατά το αίτημα της αγωγής + 985,92 (2.054 Χ 48 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.692,24 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 993,99 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 27831,72 (993,99 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 28.986,44 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 17) Η 26η ενάγουσα ………………. νυμφευμένη και με συνολική προϋπηρεσία 30 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος ήτοι 60 % (4 % για το πρώτο έτος και 4 % για κάθε επόμενη από τις 14 συνολικά διετίες), 3914,71 [2.682,31 + 1.232,40 (2.054 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 826,31 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 23.136,68 (826,31 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 24.335,08 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη και 18) Ο 27ος ενάγων ……… νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 36 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος, 3914,71 [2.682,31 + 1.232,40 (2.054 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 826,31 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.484,06 (826,31 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.596,86 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. Πλέον αυτών οι εφεσίβλητοι με βάση τις αποδοχές που τους κατέβαλε η εκκαλούσα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν.4472/2017, δικαιούνται : 1) Ο 2ος ενάγων το ποσό των 3.591,79 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.739 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 852,79 ευρώ και κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης, 605,87 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 1.896,37 (605,87 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 2.187,19 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 2) Ο 3ος ενάγων, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.084,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 3) Η 4η ενάγουσα, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.084,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 4) Η 8η ενάγουσα, το ποσό των 3.672,79, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.784 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 888,79 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 1.004,33 (888,79 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.487,30 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 5) Ο 12ος ενάγων, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.137,48 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 6) Ο 13ος ενάγων, το ποσό των 3.839,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.975 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 864,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.706,91 (864,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.248,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 7) Ο 15ος ενάγων, το ποσό των 3.591,79 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.848 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 743,79 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018, το ποσό των 2.328,06 (743,79 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 2.811,43 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 8) Ο 17ος ενάγων, το ποσό των 3.958,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.039 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 919,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.878,06 (919,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.445,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 9) Ο 18ος ενάγων, το ποσό των 3.839,83 ευρώ, ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.975 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 864,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.706,91 (864,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.248,48 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 10) Ο 20ος ενάγων, το ποσό των 3.857,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.039 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 818,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.562,93 (818,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.082,32 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 11) Η 22η ενάγουσα, το ποσό των 3.584,11 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.612 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 972,11 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 1.098,48 (972,11 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.621,44 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 12) Ο 23ος ενάγων, το ποσό των 3.839,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.039 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 800,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.506,59 (800,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.017,34 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 13) Ο 24ος ενάγων, το ποσό των 3.857,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.975 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 882,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.763,25 (882,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.313,36 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 14) Η 25η ενάγουσα, το ποσό των 3.692,47 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.784 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 908,47 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 1.026,57 (908,47 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.518,98 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 15) Η 26η ενάγουσα, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 926,04 (819,51 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.375,76 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 16) Ο 27ος ενάγων, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.084,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. Συνεπώς, τα συνολικά ποσά που δικαιούνται οι ενάγοντες, για όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ανέρχονται : Ο 2ος το ποσό των 27.177,47 (25.281,1 + 1.896,37) ευρώ, ο 3ος, το ποσό των 049,12 (21.484,06 + 2.565,06) ευρώ, η 4η , το ποσό των 24.959,12 (22.394,06 + 2.565,06) ευρώ, ο 7ος, το ποσό των 24.070,41 ευρώ, η 8η, το ποσό των 28.230,13 (27.225,8 + 1.004,33) ευρώ, ο 12ος, το ποσό των 24.049,12 (21.484,06 + 2.565,06) ευρώ, ο 13ος , το ποσό των 23.698,01 (20.991,1 + 2.706,91) ευρώ, ο 15ος, το ποσό των 27.609,16 (25.281,1 + 2.328,06) ευρώ, ο 17ος, το ποσό των 24.362,12 (21.484,06 + 2.878,06) ευρώ, ο 18ος, το ποσό των 23.698,01 (20991,1 + 2.706,91) ευρώ, η 19η, το ποσό των 8521,98 ευρώ, ο 20ος, το ποσό των 23554,03 (20991,1 + 2.562,93) ευρώ, η 22η, το ποσό των 43398,36 (42.299,88 + 1.098,48) ευρώ, ο 23ος, το ποσό των 23.939,69 (21433,1 + 2.506,59) ευρώ, ο 24ος, το ποσό των 23.754,35 (20991,1 + 2.763,25) ευρώ, η 25η, το ποσό των 28.858,29 (27831,72 + 1.026,57) ευρώ, η 26η, το ποσό των 24.062,72 (23.136,68 + 926,04) ευρώ και ο 27ος, το ποσό των 24.049,12 (21.484,06 + 2.565,06) ευρώ. To εκκαλούν διατείνεται ότι, κατ’ εφαρμογή της ΚΥΑ οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ.1 του ν.4575/2018 ΦΕΚ Α 192/14.11.2018), όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ.1 του ν. 4589/2019, και το οποίο προβλέπει για τους ιατρούς, οδοντιάτρους κλπ του Ε.Σ.Υ., ότι για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.7.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 και ότι το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016, ενώ ο χρόνος, η διαδικασία, οι προβλεπόμενες από τις κείμενες διατάξεις κρατήσεις και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα σχετικά με την καταβολή του ποσού της προηγούμενης παραγράφου, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, καταβλήθηκαν τα ποσά που παρατίθενται στο υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../12.11.2020 (ορθή επανάληψη) έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικής Οργάνωσης & Υποστήριξης της Οικονομικής Υπηρεσίας 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου αναλυτικά για κάθε έναν από τους εφεσίβλητους κι ότι συνεπώς οι εφεσίβλητοι έχουν ήδη εισπράξει χρήματα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2025 έως και 31.12.2016, το σύνολο του οποίου πρέπει να αφαιρεθεί από τις διαφορές των επίδικων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 έως 4.12.2018. Εντούτοις, το εκκαλούν, στην μετ’ αναίρεση παρούσα δίκη, από τα χρηματικά ποσά (διαφορές αποδοχών) που οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εισέπραξαν δυνάμει της παραπάνω αιτίας, δεν προσδιόρισε το ποσό που αφορούσε το επιμέρους διάστημα από 1.7.2016 έως 31.12.2016, καθώς μόνο αυτό το ποσό πρέπει να καταλογιστεί στα οφειλόμενα. Τούτο διότι, προϋπόθεση συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού) του κατά τα άνω ληφθέντος ποσού, όπως άλλωστε προνοεί η διάταξη του άρθρου 3 της ανωτέρω ΚΥΑ, στις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών αποτελεί το ποσό αυτό να αναφέρεται στο ίδιο χρονικό διάστημα που αφορούν και οι κατά τα άνω επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών, (ΑΠ 1558/2025, 535/2020). Με τα δεδομένα αυτά, ο τρίτος πρόσθετος λόγος έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Συνεπώς, η εκκαλουμένη αναγνωρίζοντας ότι η εκκαλούσα οφείλει στους εφεσίβλητους, στον 2ο, το ποσό των 28.527,01 ευρώ, στον 3ο, το ποσό των 29.424,69 ευρώ, στην 4η, το ποσό των 25.681,64 ευρώ, στον 7ο, το ποσό των 25.734,34 ευρώ, στην 8η, το ποσό των 29.853,26 ευρώ, στον 12ο, το ποσό των 25.734,34 ευρώ, στον 13ο, το ποσό των 25.338,76 ευρώ, στον 15ο, το ποσό των 29.151,25 ευρώ, στον 17ο, το ποσό των 26.042,64 ευρώ, στον 18ο, το ποσό των 25.338,86 ευρώ, στην 19η, το ποσό των 13.246,03 ευρώ, στον 20ο, το ποσό των 25.172,70 ευρώ, στην 22η, το ποσό των 45.046,92 ευρώ, στον 23ο, το ποσό των 24.639,72 ευρώ, στον 24ο, το ποσό των 25.403,74 ευρώ, στην 25η, το ποσό των 30.505,42 ευρώ, στην 26η το ποσό των 25.710,84 ευρώ και στον 27ο, το ποσό των 25.681,64 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν, κατά παραδοχή του τρίτου, [πέραν του έβδομου και του ένατου λόγου της δυνάμει της 300/2022 απόφασης Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία, κατά το τμήμα της αυτό δεν αναιρέθηκε], ακολούθως, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή, ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της ποσά. Επίσης, πρέπει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, να συμψηφιστούν μεταξύ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ερμηνείας των εφαρμοστέων κανόνων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 106, 179 εδ α΄ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4842/2021, 183 και 191 παρ.2 του ίδιου κώδικα).
.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 24-10-2019 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ………../24-10-2019) έφεση του εναγομένου και τους από 30-11-2020 (με αυξ.αριθμ. εκθ. καταθ. ………../30-11-2020) πρόσθετους αυτής λόγους, αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή τυπικά και κατ’ ουσίαν
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 27-7-2018 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου …………/2018) αγωγή
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος την αγωγή
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες, ως μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-7-2016 έως 4-12-2018 : 1) στον 2ο ενάγοντα …………………, το ποσό των 27.177,47 ευρώ, 2) στον 3ο ενάγοντα ………….., το ποσό των 24.049,12 ευρώ, 3) στην 4η ενάγουσα …………, το ποσό των 24.959,12 ευρώ, 4) στον 7ο ενάγοντα ……….., το ποσό των 24.070,41 ευρώ, 5) στην 8η ενάγουσα ……….., το ποσό των 28.230,13 ευρώ, 6) στον 12ο ενάγοντα …………, το ποσό των 24.049,12 ευρώ, 7) στον 13ο ενάγοντα …………., το ποσό των 23.698,01 ευρώ, 8) στον 15ο ενάγοντα ……………., το ποσό των 27.609,16 ευρώ, 9) στον 17ο ενάγοντα …………………, το ποσό των 24.362,12 ευρώ, 10) στον 18ο ενάγοντα …………., το ποσό των 23.698,01 ευρώ, 11) στην 19η ενάγουσα …………., το ποσό των 8.521,98 ευρώ, 12) στον 20ο ενάγοντα ……………., το ποσό των 23.554,03 ευρώ, 13) στην 22η ενάγουσα …………., το ποσό των 43.398,36 ευρώ, 14) στον 23ο ενάγοντα ………….., το ποσό των 23.939,69 ευρώ, 15) στον 24ο ενάγοντα ……………., το ποσό των 23.754,35 ευρώ, 16) στην 25η ενάγουσα …………., το ποσό των 28.858,29 ευρώ, 17) στην 26η ενάγουσα ……………. το ποσό των 24.062,72 ευρώ και 18) στον 27ο ενάγοντα ………… το ποσό των 24.049,12 ευρώ.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 7 Μαίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ