Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 350/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Απόφασης 350/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 4o

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1)……….. και 2)…………, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αναστάσιου Κώνστα (ΑΜ ΔΣΑ ………), ο οποίος προσκόμισε το με Νο ………./05.03.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.

Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο ……… Αττικής, οδός ………., νομίμως εκπροσωπούμενης, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία «………..», που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Χριστίνας Γιαννιού (ΑΜ ΔΣΑ ………), μέλους της δικηγορικής εταιρίας (ΔΕ), με την επωνυμία Α. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ – Α. ΜΑΝΤΖΙΟΥ Δικηγορική Εταιρία, με ΑΜ ………., η οποία (ΔΕ) κατέθεσε για λογαριασμό της το με Νο …………/4.3.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.

Οι εκκαλούντες άσκησαν σε βάρος της εφεσίβλητης την από 30.01.2025, με γενικό και ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./30.01.2025 ανακοπή και τους από 09.05.2025, με γενικό και ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό κατάθεσης ………./09.05.2025 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν (αμφότερα τα δικόγραφα) στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επ΄ αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 2126/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που παρέπεμψε προς εκδίκαση τις ανωτέρω υποθέσεις στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Η ανακοπή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι εισήχθησαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου προς συζήτηση, κατά την δικάσιμο της 26.09.2025 με την από 05.09.2025 και με γενικό και ειδικό, αντίστοιχα αριθμό κατάθεσης …………../2025 κλήση των καλούντων – ανακοπτόντων -ασκούντων τους πρόσθετους λόγους και εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 4494/2025 απόφαση που τα απέρριψε, αντιμωλία των διαδίκων, και, καταδίκασε τους ανακόπτοντες – ασκούντες τους πρόσθετους λόγους στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ηττηθέντες διάδικοι – ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους, με την από 25.11.2025 έφεση [που κατατέθηκε με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου ………../25.11.2025], ορίστηκε, δε, δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου …………./25.11.2025] η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό ……  Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 25.11.2025 έφεση [που κατατέθηκε με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου ………/25.11.2025] και για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου …………./25.11.2025] και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό ……, των ηττηθέντων ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της υπ’ αριθμ. 4494/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση, δε, αυτής [της εκκαλουμένης] την 01-10-2025 μέχρι την άσκηση της έφεσης, την 25-11-2025, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ, {όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του ν. 4335/2015}]. Επομένως η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστεί με την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της καταβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, το υπ’ αριθ. …………./2025 e – παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου, σε συνδυασμό και με την βεβαίωση επιτυχούς πληρωμής του από τη Γ.Γ.Π.Σ. και ψηφιακής διακυβέρνησης.  Οι εκκαλούντες – ανακόπτοντες άσκησαν την από 30.05.2025 ανακοπή {άρθ. 933 ΚΠολΔ}, [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών ………/30.01.2025] και τους από 09.05.2025 πρόσθετους λόγους αυτής [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών …/……/09.05.2025], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί των οποίων εκδόθηκε, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 20.05.2025, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 2126/2025 οριστική απόφαση, που κήρυξε εαυτώ κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ΄ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και κατά την αυτή ως άνω διαδικασία. Με την από 05.09.2025 κλήση από παραπομπή [ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα ……./2025] των καλούντων – ανακοπτόντων -ασκούντων τους πρόσθετους λόγους εισήχθησαν προς συζήτηση τα παραπάνω δικόγραφα κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 26.09.2025 (αρ. πιν. ……) και εκδόθηκε αφού συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων η με αρ. 4494/2025 οριστική απόφαση που απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε τους ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ηττηθέντες διάδικοι, ανακόπτοντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους και ήδη εκκαλούντες, με την κρινόμενη έφεση, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ζητούν να εξαφανιστεί με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Με τα εν λόγω δικόγραφα οι εκκαλούντες ζήτησαν να ακυρωθούν: 1) Η από 9.12.2024 επιταγή προς εκτέλεση της εφεσίβλητης που έχει τεθεί παρά πόδας του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθ. ……/2014 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) Η από 16.12.2024 υπ’ αριθμ. ….…. έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, ………. και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην δικαστική τους δαπάνη. Εξάλλου με την έφεση οι εκκαλούντες   ένωσαν και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, για την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται με την προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση για τον  πλειστηριασμό του ακινήτου τους που ήταν επικείμενος στις 03.12.2025, κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της έφεσής τους. Το αίτημα όμως αυτό  έχει ήδη γίνει δεκτό για την 2η εκκαλούσα με την προσωρινή διαταγή  του  Προέδρου Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά, η δε ημερομηνία του πλειστηριασμού έχει παρέλθει, ώστε πλέον στερείται αντικειμένου.

Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη, κατά, δε, το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων ή από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση για αυτήν, διαταγής πληρωμής. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν είτε n έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων, που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για τον λόγο αυτό, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 364/2025, ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, ερευνώντας τον σχετικό λόγο της ανακοπής πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής (άρθ. 628 παρ. 1α, 629 ΚΠολΔ), διαφορετικά υποπίπτει στην εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 1997.768, ΑΠ 364/2025 ΝΟΜΟΣ). Όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, βεβαιώνει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, η απόφασή του δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς την σχετική κρίση της, εφόσον αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού τότε πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 364/2025, ΑΠ 1413/2022 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, είναι σύμβαση κοινού δανεισμού, με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο δάνειο, καταβάλλοντας το δάνεισμα εφάπαξ ή τμηματικά και ο τελευταίος, για την κάλυψη αυτού του δανείου προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό. Το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου καλείται χρεώλυτρο, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Το δάνειο χορηγείται υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Εάν η αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει πρόωρα, οπότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύνεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλόμενου κεφαλαίου και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Στην περίπτωση που λόγω της καταγγελίας του δανείου υπάρξει εξ αυτού οφειλή και ο δανειολήπτης δεν την πληρώνει, η τράπεζα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής για την απαίτησή της, υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ (ΑΠ 364/2025, ΑΠ 1432/2022 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης (ΑΠ 364/2025, ΑΠ 852/2023 ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, η συμφωνία μεταξύ του πιστούχου και της πιστοδότριας τράπεζας, ότι το ύψος της οφειλής του πρώτου προς την δεύτερη θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και γι’ αυτό είναι έγκυρη. Από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στο αρ. 626 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ παρέπεται ότι στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού μεταξύ της αιτούσας πιστοδότριας τράπεζας και του καθ’ ου η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της δανειακής σύμβασης μέχρι το κλείσιμό της. Δεν είναι δε απαραίτητο να αναφέρονται στην αίτηση και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο σχετικό απόσπασμα, από το οποίο κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστοδότριας τράπεζας. Από, δε, τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 626, 630 και 631 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και όχι δικαστική απόφαση και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη, αρκεί να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α, β’, ε΄ και στ’ του αρ. 630 ΚΠολΔ, το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί, καθώς και την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής και δεν είναι απαραίτητο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 92/2024 ΝΟΜΟΣ).

Με τον 1ο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 1ο λόγο της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα ισχυρίζονται ακυρότητα της ανακοπτόμενης επιταγής προς εκτέλεση και της συμπροσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, εξαιτίας της ακυρότητας του εκτελεστού τίτλου, ήτοι της υπ’ αριθμόν ……../2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,  ένεκα της εκδόσεώς του βάσει λογαριασμού δανείου, που εμφανίζει μηδενικό υπόλοιπο οφειλής. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠ0λΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει τής υπ’ αριθ. …………. σύμβασης στεγαστικού δανείου μετά τού από 16-4-2007 προσαρτήματος Ι και μετά των πρόσθετων επ’ αυτής από 3-2-2010, 6-7-2010, 10-1-2012, 810-2012 30-5-2013, που καταρτίστηκε μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» (πιστώτριας) και των εκκαλούντων (πιστούχων) χορηγήθηκε στους τελευταίους στεγαστικό δάνειο ποσού 285.847,90 CHF, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονταν στην ανωτέρω σύμβαση. Προς εξυπηρέτηση της δανειακής σύμβασης τηρήθηκε ο με αριθ. …………….. λογαριασμός. Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθ. 5 όρου τής εν λόγω σύμβασης ορίζεται ότι απόσπασμα λογαριασμού που θα εξαχθεί από τα βιβλία της τράπεζας θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησής της. Ο εν λόγω λογαριασμός εμφάνιζε στις 31-1-2014 χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους 302.991,68 CHF, καθόσον οι εκκαλούντες κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την καταβολή των μηνιαίων δόσεων. Λόγω δε της υπερημερίας αυτών, η ανωτέρω τράπεζα προέβη κατά την τελευταία ως άνω ημερομηνία (31-1-2014) στο οριστικό κλείσιμο τού λογαριασμού, μεταφέροντας το προαναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης και στη συνέχεια με την από 3-2-2014 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης, την οποία κοινοποίησε στον πρώτο εκκαλούντα στις 12-3-2014 και στην δεύτερη εκκαλούσα στις 24-2-2014 γνωστοποίησε σε αμφότερους το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, καταγγέλλοντας, ταυτόχρονα, την επίδικη σύμβαση και καλώντας τους να εξοφλήσουν άμεσα το τελευταίο ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο, 302.991,68 CHF, νομιμοτόκως από την επομένη του κλεισίματός του μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Στη συνέχεια και λόγω της ασυνέπειας των εκκαλούντων – οφειλετών, η ανωτέρω τράπεζα άσκησε την από 7-10-2014 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. …………/2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι καθ΄ ων – εκκαλούντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στην αιτούσα – τράπεζα το συνολικό ποσό των 302.991,68 CHF, με βάση την επίσημη ισοτιμία του Ευρώ με το Ελβετικό Φράγκο κατά τον χρόνο εξόφλησης, εντόκως από την 13-3-2014 (επομένη της επίδοσης της καταγγελίας) με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας που υπερβαίνει το ενήμερο κατά 2,50% και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης και τους καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας για το ποσό των 4.374 ευρώ. Από το σώμα της επίδικης υπ’ αριθ. ……………/2014 διαταγής πληρωμής αποδεικνύεται ότι για την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης προσκομίστηκαν τα ακόλουθα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δανείου, το κλείσιμο του λογαριασμού και ότι το ποσό που διατάσσεται να καταβάλουν οι εκκαλούντες αποτελεί το σε βάρος τους υπόλοιπο, ήτοι: α) Η υπ’ αριθ. …………../16-4-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, μετά του από 16-4-2007 προσαρτήματος Ι και μετά των προσθέτων επ’ αυτής από 3-2-2010, 6-7-2010, 10-1-20121 8-10-2012 305-20131 β)Η από 3-2-2014 εξώδικη πρόσκληση και καταγγελία της σύμβασης δανείου, με την οποία καταγγέλθηκε η επίδικη σύμβαση και κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το χρεωστικό υπόλοιπο του τηρηθέντος για την δανειακή σύμβαση λογαριασμού, γ)Τα αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία τράπεζας του τηρηθέντος υπ’ αριθ. …………… λογαριασμού του δανείου, που εξήχθησαν από τα τηρούμενα μηχανογραφικώς εμπορικά βιβλία της τράπεζας, εκτυπωμένα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τα οποία έχουν αναγορευθεί συμβατικά (όρος 5) σε έγγραφο με πλήρη απόδειξη της οφειλής, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και από τα οποία προκύπτουν η ακριβής περιγραφή της κίνησης του δανειακού λογαριασμού, το εκάστοτε ανά μήνα χρεωστικό υπόλοιπο, οι επιμέρους χρεώσεις και πιστώσεις, οι συμβατικοί τόκοι και οι τόκοι υπερημερίας καθώς το χρεωστικό υπόλοιπό του κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και τη μεταφορά του υπολοίπου σε οριστική καθυστέρηση. Το έγγραφο αυτό, σε συνδυασμό με την σύμβαση πίστωσης και την έγγραφη καταγγελία αυτής, αρκούσε για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης αποδεικνύεται από τα αντίγραφα των αποσπασμάτων των βιβλίων, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης. Η απαίτηση αποδεικνύεται από την ανάλυση της κίνησης του λογαριασμού και δεν είναι απαραίτητο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, να αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής και ο λογαριασμός στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του τηρηθέντος για τη σύμβαση με αριθ. ………….. λογαριασμού, καθόσον από τον τελευταίο προκύπτουν τόσο τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων, χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο σχετικό απόσπασμα λογαριασμού από το οποίο κατά ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας αλλά και το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, ανερχόμενο σε 302.991,68 CHF. Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής αποδεικνύεται ότι η τελευταία εκδόθηκε με βάση τα προσκομισθέντα αποσπάσματα του λογαριασμού που τηρήθηκε για την επίδικη σύμβαση, στα οποία (αποσπάσματα) αναλυτικώς περιγράφεται η κίνηση του λογαριασμού. Πέραν των ανωτέρω, αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι το υπόλοιπο της απαίτησης που εμφανίζεται στον ως άνω λογαριασμό είναι μηδενικό, καθώς, όπως και οι ίδιοι συνομολογούν στο δικόγραφο της έφεσής τους (βλ. σελ. 7) η τελευταία εγγραφή στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της πιστώτριας τράπεζας, …………, και συγκεκριμένα στο απόσπασμα του με αριθ. …………. δανειακού λογαριασμού εμφανίζεται ως εξής: “ΧΡΕΩΣΗ ΣΕ F/X: 0.00 – ΠΙΣΤΩΣΗ ΣΕ F/X ……………… – ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΣΕ F/X 0,00 – Ημ/νία: 31-01-2014 … Αιτιολογία: ΜΕΤΑΦ. ΥΠΟΛ. ΣΕ ΟΡΙΣΤ. ΚΑΘ/ΡΗΣΗ”. Επομένως, δεν ήταν μηδενικό λόγω εξόφλησης αλλά λόγω μεταφοράς του οφειλόμενου, κατά τα παραπάνω, υπολοίπου  τού καταγγελθέντος δανείου σε οριστική καθυστέρηση, όπως κατά πάγια τακτική συμβαίνει, ενώ δεν ήταν απαραίτητο για την σύννομη έκδοση της διαταγής πληρωμής να προσκομιστεί και απόσπασμα από τον νέο ειδικό λογαριασμό στον οποίο μεταφέρθηκε το καταγγελθέν και σε οριστική καθυστέρηση δάνειο, ενόψει του ότι το ακριβές ποσό της απαίτησης αποδεικνυόταν από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της πιστώτριας τράπεζας. Η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως με αιτιολογία που συμπληρώνεται και από την παρούσα ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο 1ος λόγος της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ΄ ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τoν διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου ”δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ΄ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολόγητα την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε, υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (σχετ. ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006, επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών). Αντίστοιχα, στην περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην με αριθμό, 161338/2003 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 2087/2025 ΝΟΜΟΣ). Με τον 2Ο  λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τους 5ο , 6ο και 7ο  λόγους της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή τους από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς της ανακοπής οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι είναι άκυρες οι ανακοπτόμενες πράξεις, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης, καθόσον δεν συγκοινοποίησε, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, μαζί με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή: 1)Το καταστατικό της εταιρείας ειδικού σκοπού, ………………, απόσπασμα αυτού από το αλλοδαπό Γ.Ε.ΜΗ. και πρακτικό του οργάνου διοίκησής της (5ος λόγος), 2) Έγγραφα από τα οποία να προκύπτει: α) ότι οι ………… και ……….., που εκπροσώπησαν τη μεταβιβάζουσα τράπεζα ………….., δυνάμει της από 21-5-2021 απόφασης του ΔΣ, κατά τη σύναψη τής από 25-5-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης μεταξύ της τελευταίας και της εταιρείας ειδικού σκοπού ……………, είναι μέλη του ΔΣ της μεταβιβάσας τράπεζας, ήτοι απόσπασμα του Γ.Ε.ΜΗ., το από 21-5-2021 πρακτικό ΔΣ της ανωτέρω τράπεζας και ολόκληρη την από 25-5-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και β) ότι η εταιρεία ειδικού σκοπού ………, κατά τη σύναψη της από 25-5-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης μεταξύ της τελευταίας και της τράπεζας …………, εκπροσωπήθηκε νομίμως από τις ………. και ……….., ήτοι το από 24-5-2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ιρλανδίας ………., το με αριθ. ………/20-3-2020 έγγραφο, το καταστατικό της εταιρείας ειδικού σκοπού και απόσπασμα του Γ.Ε.ΜΗ., το πρακτικό της απόφασης του ΔΣ της εταιρείας ειδικού σκοπού, πιστοποιητικό καλής λειτουργίας αυτής και ολόκληρη την από 25-5-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (6ος λόγος) και 3) Έγγραφα από τα οποία να προκύπτει: α) Ότι η εταιρεία ειδικού σκοπού, ………… ανέθεσε νόμιμα την διαχείριση της ένδικης απαίτησης στην εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης, ήτοι την με αριθ. πρωτ. …………/11-10-2021 δημοσίευση από την οποία και προκύπτει η εκπροσώπηση της εταιρείας ειδικού σκοπού, το από 30-9-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιρλανδίας ……….., το καταστατικό της, απόσπασμα του Γ.Ε.ΜΗ., το πρακτικό του οργάνου της διοίκησής της, πιστοποιητικό καλής λειτουργίας, ολόκληρη την από 8-10-2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων και β) Ότι η εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης εκπροσωπήθηκε νόμιμα, κατά την κατάρτιση της σύμβασης διαχείρισης μεταξύ αυτής και της εταιρείας ειδικού σκοπού, από τους ……….. και ……….., το καταστατικό της εφεσίβλητης, το απόσπασμα του Γ.Ε.ΜΗ. και το πρακτικό του Δ.Σ. για την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης διαχείρισης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως μη νόμιμοι. Ειδικότερα, όπως αναλύθηκε στην προηγηθείσα µείζονα σκέψη αρκεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης συγκοινοποίησε στους εκκαλούντες, κατά την διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, μετ’ επιταγή προς πληρωμή, προς θεμελίωση της ενεργητικής της νομιμοποίησης για την επίσπευση της επίδικης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σε απόσπασμα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την μεταβίβαση, τιτλοποίηση και διαχείριση, ήτοι: α) Την σύμβαση μεταβίβασης και β) Την σύμβαση διαχείρισης, σε συνδυασμό με την καταχώρηση σε περίληψη των εγγράφων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου κατοικίας ή έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα της μεταβιβαζόμενης απαίτησης, καθώς με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, απαίτηση συγκοινοποίησης στους καθ’ ων η εκτέλεση οφειλέτες και ήδη εκκαλούντες, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, των καταστατικών μετά πιστοποιητικών του αρμοδίου Επιμελητηρίου και περί καλής λειτουργίας της εφεσίβλητης εταιρείας διαχείρισης, της εταιρείας ειδικού σκοπού ………… και της τράπεζας ……………. καθώς και των πρακτικών του ΔΣ των ανωτέρω νομικών προσώπων καθώς και όλων των εγγράφων περί εκπροσώπησης αυτών από τα φυσικά πρόσωπα που κατάρτισαν την σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, καθώς και την σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο 2ος λόγος της έφεσης. Με τον 3Ο  λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τους 8ο και 10ο  λόγους της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή τους από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς της ανακοπής οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι είναι άκυρες οι ανακοπτόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης εξαιτίας ακυρότητας: 1)Της από 25-5-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (8ος λόγος ανακοπής) και 2)Των από 25-5-2021 και 8-10-2021 συμβάσεων διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (10ος λόγος ανακοπής), διότι δεν τηρήθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 235 ΑΚ, ο συμβολαιογραφικός τύπος κατά την κατάρτισή τους, παρότι στην μεν πρώτη περίπτωση η αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, ………. εκπροσωπήθηκε από την πωλήτρια τράπεζα …………, στην δε δεύτερη περίπτωση η εταιρεία ειδικού σκοπού ………….. εκπροσωπήθηκε από την εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Η τιτλοποίηση απαιτήσεων συνιστά χρηματοδοτικό θεσμό, που εισήχθη το πρώτον στη Ελλάδα με το Ν.2801/2000, ο οποίος αφορά τις τιτλοποιήσεις που διενεργεί το Δημόσιο. Του τελευταίου αυτού Ν.2801/2000 ακολούθησε ο Ν.3156/2003, στο πεδίο εφαρμογής του οποίου ανήκουν οι ιδιώτες. Η τιτλοποίηση συνιστά μέθοδο χρηματοδότησης των εταιρειών, οι οποίες έχουν στο ενεργητικό τους ομάδα απαιτήσεων. Οι απαιτήσεις μπορεί να είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, ληξιπρόθεσμες και μη απαιτητές, μη ληξιπρόθεσμες ακόμα και μη γεννημένες. Η μεταβιβάζουσα πωλεί και μεταβιβάζει [εκχωρεί] τις απαιτήσεις της στην εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία καταβάλει στην αντισυμβαλλόμενη της το τίμημα για την πώληση αυτή. Μετά δε τη μεταβίβαση η εκχωρήτρια εταιρεία μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση των μεταβιβασθέντων απαιτήσεων. Η εταιρεία ειδικού σκοπού συνιστά τον αγοραστή και εκδοχέα των απαιτήσεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.3 Ν.3156/2003 η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν απαιτείται να εδρεύει στην Ελλάδα, εάν όμως εδρεύει στην Ελλάδα πρέπει να έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. Η εκχώρηση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού συνιστά εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται η μεταβίβασή της και η αλλαγή του δικαιούχου αυτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 Ν.3156/2003 η μεταβίβαση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού γίνεται αιτία πωλήσεως. Συνεπώς η υποσχετική σύμβαση της πώλησης συνιστά αιτία της εκποιητικής δικαιοπραξίας της εκχώρησης. Η σύμβαση της πώλησης κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ συνιστά ενοχική, υποσχετική, αμφοτεροβαρή, αιτιώδη, επαχθή δικαιοπραξία, με την οποία ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στον αγοραστή την κυριότητα του πωληθέντος πράγματος, ο δε αγοραστής να καταβάλει το αντάλλαγμα ως συμφωνηθέν τίμημα. Η σύμβαση εκχώρησης είναι δικαιοπραξία εκποιητική, αφού άμεσο αποτέλεσμά της είναι η ανάληψη όχι κάποιας ενοχικής υποχρέωσης από τον εκχωρητή αλλά η απώλεια της απαιτήσεως υπέρ του εκδοχέα. Είναι σύμβαση αναιτιώδης, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται το κύρος της από την ύπαρξη ή ανυπαρξία ή ακυρότητα της υποκείμενης σε αυτήν εσωτερικής αιτίας, δηλαδή της υποσχετικής δικαιοπραξίας, η οποία αποτέλεσε την αιτία και τον σκοπό της συνάψεώς της. Περαιτέρω, η εκχώρηση είναι άτυπη δικαιοπραξία, όπως προκύπτει εξ αντιδιαστολής από την ΑΚ 457, που επιβάλλει την υποχρέωση συντάξεως περί αυτής δημοσίου εγγράφου, εάν το ζητήσει ο εκδοχέας. Συνέπεια, δε, του αναιτιώδους χαρακτήρα της συμβάσεως εκχωρήσεως είναι ότι δεν απαιτείται η τήρηση τύπου και όταν η αποτελούσα την αιτία της εκχωρήσεως βασική σύμβαση είναι τυπική δικαιοπραξία [ΑΠ 476/2023 ΝΟΜΟΣ]. Σε αντίθεση με τη κοινή εκχώρηση του ΑΚ, η οποία συνιστά άτυπη δικαιοπραξία [ ΑΚ 158, 457], στη τιτλοποίηση για την εκχώρηση των απαιτήσεων κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 Ν.3156/2003 πρέπει να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, αρκούντος του ιδιωτικού εγγράφου κατά τη διάταξη του άρθρου 160 ΑΚ. Στην πράξη συνάπτεται μια ενιαία σύμβαση, η οποία περιλαμβάνει τόσο την υποσχετική όσο και την εκποιητική δικαιοπραξία υπό ενιαίο τύπο. Κατά τη διάταξη της παρ. 8 εδ. α΄ του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, η σύμβαση μεταβίβασης των απαιτήσεων καταχωρίζεται στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου του τόπου της έδρας του εκχωρητή. Η καταχώριση αυτή κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν.3156/2003 επιφέρει τη μεταβίβαση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Τα στοιχεία που πρέπει να φέρει η σύμβαση εκχώρησης, ως ελάχιστο περιεχόμενο αυτής, τα οποία υπόκεινται σε δημοσιότητα με την καταχώριση της σύμβασης στο Ενεχυροφυλακείο, είναι τα ακόλουθα: α] τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β] οι όροι της σύμβασης, γ] ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ] το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο και ε] τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, μετά την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου [οφειλέτη] προς τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση και αποκλειστικός δικαιούχος είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη [ΑΠ 151/2020 ΝΟΜΟΣ]. Στην τιτλοποίηση απαιτήσεων, επειδή αφορά εκχώρηση πληθώρας απαιτήσεων, η αναγγελία, κατά παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 460 ΑΚ, δεν αφορά την κάθε απαίτηση ξεχωριστά αλλά λαμβάνει χώρα πλασματικά για όλες τις απαιτήσεις, με την καταχώριση της περίληψης της μεταβιβαστικής συμφωνίας στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν.2844/2000, που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο. Στην διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 10 προβλέπεται η αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη από τον εκδοχέα με τη τήρηση του έγγραφου τύπου. Η τελευταία αυτή αναγγελία της παρ. 9 δεν έχει σχέση με την αναγγελία που λαμβάνει χώρα με τη καταχώρηση της εκχώρησης στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου, συνιστά δε απλή υλική πράξη και όχι δικαιοπραξία. Μετά την αναγγελία ο οφειλέτης έχει έναντι του εκδοχέα όλες τις ενστάσεις που είχε έναντι του εκχωρητή, με κρίσιμο χρόνο αυτόν της αναγγελίας. Αμφισβητήσιμο ζήτημα στην τιτλοποίηση των επιχειρηματικών απαιτήσεων συνιστά το εάν η στενή σχέση της υποσχετικής δικαιοπραξίας της πώλησης με την εκποιητική δικαιοπραξία της εκχώρησης, ως αποκλειστική αιτία κατάρτιση της τελευταίας, μετατρέπει την εκχώρηση σε αιτιώδη δικαιοπραξία κατ’ απόκλιση από τον ΑΚ. Κατά μια άποψη η εκχώρηση στη τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι αιτιώδης λόγω του ότι η δικαιοπραξία της πώλησης συνιστά την αποκλειστική της αιτία. Συνεπώς τυχόν ακυρότητα της πώλησης θα συμπαρασύρει την εκχώρηση. Ωστόσο, η ακυρότητα της εκχώρησης, εάν πάσχει η πώληση, είναι σχετική και ενεργεί μεταξύ μεταβιβάζοντος-εκχωρητή και αποκτώντος-εκδοχέα [άρθρο 175 εδ. β ΑΚ], [Λέκκας Γ., Εμπράγματη εξασφάλιση του ομολογιακού δανείου και τιτλοποίηση απαιτήσεων, εκδ. 2005,§ 6 αρ.231]. Κατά την έτερη άποψη η εκχώρηση παραμένει και επί της τιτλοποίησης αναιτιώδης δικαιοπραξία [Βενιέρης, Τιτλοποίηση απαιτήσεων σύμφωνα με το Ν.3156/2003 υπό το πρίσμα της διεθνούς πρακτικής, εκδ.2005], [ως προς τη τιτλοποίηση των απαιτήσεων βλ. σχετ. Μαργαρίτη Γ. Διπλωματική Εργασία με θέμα « Νομικά ζητήματα του θεσμού της τιτλοποίησης απαιτήσεων», Νοέμβριος 2021, Π.Μ.Σ. Εμπορικό Δίκαιο, Ειδίκευση: Εταιρείες και Χρηματοδότηση, Πανεπιστημιακό Έτος 2020-2021, Νομική Σχολή ΕΚΠΑ, ιδίως σελ. 28-33, δημοσιευμένη στο διαδίκτυο, Βουρβουτσιώτη Μ. Διπλωματική Εργασία με θέμα «Ο θεσμός της τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τον Ν.3156/2003», 2008, Τομέας Εμπορικού και Οικονομικού Δικαίου, Τμήμα Μεταπτυχιακών Σπουδών, Α.Π.Θ, δημοσιευμένη στο διαδίκτυο, ιδίως σελ.72, Κουλουριάνος Θ. Ο θεσμός της τιτλοποίησης απαιτήσεων ως μορφή χρηματοδότησης των επιχειρήσεων σύμφωνα με το Ν.3156/2003, ΧρΙΔ 2006, σελ.182, Ρούσσης Δ., Το ειδικό δίκαιο της εκχώρησης απαιτήσεων, από την πρακτορεία και τιτλοποίηση στη διάθεση απαιτήσεων με αιτία τη διαχείριση ή την πώληση: συστηματική εναρμόνιση με το γενικό δίκαιο εκχώρησης, ΧρΙΔ 2016, σελ. 569, Τσολακίδης Ζ. Μεταβίβαση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ΧρΙΔ 2016, σελ.641].

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εκκαλούντων που βάλλουν κατά του κύρους της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και αμφότερων των συμβάσεων διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως απαράδεκτοι, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Διότι, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, η εκχώρηση και επί της τιτλοποίησης απαιτήσεων ως εκποιητική δικαιοπραξία είναι αναιτιώδης έναντι της υποσχετικής και συνεπώς τα αποτελέσματα αυτής (εκχώρησης) επέρχονται ανεξάρτητα από το κύρος ή αναστρέψιμο της αιτίας, η δε σύναψη μιας αυτοδικαιοπραξίας, κατά παράβαση του άρθρου 235 ΑΚ, συνεπάγεται την σχετική ακυρότητα της επιχειρηθείσας αυτοδικαιοπραξίας, η οποία προτείνεται μόνον από τον αντιπροσωπευόμενο προς απαλλαγή του, για τον λόγο ότι η απαγόρευση της πιο πάνω διάταξης έχει τεθεί μόνο προς το συμφέρον του και, επομένως, οι εκκαλούντες, ως τρίτοι ως προς τις συμβάσεις πώλησης (τιτλοποίησης) και διαχείρισης δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να προσβάλουν το κύρος τους. Σε κάθε περίπτωση, και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που ιστορούν οι εκκαλούντες, η επικαλούμενη εκ μέρους τους ακυρότητα έχει αρθεί, καθόσον η εταιρεία ειδικού σκοπού ………… δια της εφεσίβλητης εταιρείας διαχείρισης, επιδιώκοντας με τις ανακοπτόμενες πράξεις την είσπραξη της απαίτησης από την ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου και επικαλούμενη προς θεμελίωση της νομιμοποίησής της, την από 25-5-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και τις από 25-5-2021 και 8-10-2021 συμβάσεις διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, έχουν ήδη εγκρίνει τις συμβάσεις αυτές. Η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο 3ος λόγος της έφεσης. Με τον 4Ο  λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 9ο λόγο της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα με τον λόγο αυτόν της ανακοπής οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι είναι άκυρες οι ανακοπτόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, για τον λόγο ότι οι από 25-5-2021 και 8-10-2021 συμβάσεις διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι άκυρες, κατά το άρθρο 159 ΑΚ, διότι δεν περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τις προς διαχείριση απαιτήσεις, το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε υπό διαχείριση απαίτησης, τις πράξεις διαχείρισης και την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015. Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος αφού δεν απαιτείτο στις συμβάσεις ανάθεσης πώλησης και διαχείρισης να υπάρχει ειδική μνεία στο ύψος και τα λοιπά στοιχεία της εκχωρηθείσας υπό διαχείριση απαίτησης, εφόσον στην εφεσίβλητη ανατέθηκαν «όλες οι υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, καθώς και επειδή σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη οι εταιρείες διαχείρισης που αναλαμβάνουν την είσπραξη απαιτήσεων που τιτλοποιήθηκαν με βάση το άρθρο 10 Ν. 3156/2003 δικαιούνται κατ’ εξαίρεση ως τρίτοι μη δικαιούχοι διάδικοι να προβούν σε κάθε δικαστική ενέργεια προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Σε κάθε περίπτωση τα προσκομισθέντα από την εφεσίβλητη και αναφερόμενα στον λόγο αυτό της έφεσης έγγραφα είναι ικανά να αποδείξουν την ενεργητική της νομιμοποίηση, καθόσον στην περίπτωση μεταβίβασης απαίτησης τραπεζικού ιδρύματος λόγω τιτλοποίησης και ανάθεσης της διαχείρισης αυτής κατά τους ορισμούς του Ν. 4354/2015 και του Ν. 3156/2003 αρκεί η επίκληση και προσκόμιση και η κοινοποίηση στον καθ’ ου η εκτέλεση της δημοσίευσης των συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 Ν. 3156/2003, ήτοι η καταχώριση στο αρμόδιο εν προκειμένω Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, της περίληψης που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 και την υπ’ αριθ. 161337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μαζί με το απόσπασμα της καταχωρηθείσας ένδικης απαίτησης στις μεταβιβασθείσες, από την οποία καταχώριση επέρχονται αυτοδικαίως τα εκ του νόμου αποτελέσματα (μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων και ανάθεση της διαχείρισης αυτών), χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση και η κοινοποίηση στον καθ’ ου η εκτέλεση, του συνόλου των σχετικών συμβάσεων με όλους τους ειδικότερους όρους αυτών. Συνεπώς συγκοινοποιήθηκαν στους εκκαλούντες κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ ακριβή αντίγραφα όλων των δημοσιευμένων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περιλήψεων των προειρημένων συμβάσεων μεταβίβασης λόγω πώλησης και ανάθεσης της διαχείρισης της ένδικης δανειακής απαίτησης. Ειδικότερα, από τα παραπάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι έχουν καταχωριστεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περιλήψεις των προαναφερόμενων συμβάσεων περιέχουσες τους ουσιώδεις όρους αυτών, δεδομένου ότι από και με την καταχώριση εκάστης περίληψης έχουν νομίμως συντελεστεί οι διαδοχικές μεταβιβάσεις της ένδικης απαίτησης και η εν συνεχεία ανάθεση της διαχείρισής της στην εφεσίβλητη, σύμφωνα με τα άρθρα 2 του Ν. 4354/2015 και 10 παρ. 8,9,10,16 Ν. 3156/2003, τα οποία συγκοινοποιήθηκαν στους εκκαλούντες για την κατ’ άρθρο 925 παρ.1 ΚΠολΔ νομιμοποίηση της καθ’ ης, αφού, όπως λέχθηκε παραπάνω, δεν απαιτείται η συγκοινοποίηση στους ανακόπτοντες και ολόκληρων των παραρτημάτων των προειρημένων συμβάσεων, έκαστο των οποίων αριθμεί τεράστιο αριθμό σελίδων που αφορούν δάνεια άλλων οφειλετών αλλά αρκεί η κοινοποίηση αποσπάσματος που να περιέχει το μέρος κάθε παραρτήματος που αφορά τον εκκαλούντα και έχει συνάφεια με την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται και από την παρούσα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο 4ος λόγος της έφεσης. Με τον 5Ο  λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 11ο λόγο ανακοπής και τον 1ο πρόσθετο λόγο αυτής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή τους από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι είναι άκυρες οι ανακοπτόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, για τον λόγο ότι η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται ενεργητικά διότι: 1) Δεν συγκοινοποίησε στους εκκαλούντες, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, μαζί με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, τις με αριθμό πρωτ. …./19-8-2021, …./19-8-2021, …/19-8-2021, …/19-8-2021 και …../19-8-2021 περιλήψεις δημοσίευσης συμβάσεων τροποποίησης και του παραρτήματος τής από 25-5-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (11ος λόγος ανακοπής) και 2) Δεν συγκοινοποίησε στους εκκαλούντες, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, μαζί με την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, την με αριθ. πρωτ. ……/8-11-2022 περίληψη δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (1ος πρόσθετος λόγος ανακοπής). Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που υποδεικνύουν την συντέλεση της διαδοχής και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση της διαδόχου εταιρείας (ΑΠ 1343/2022 ΝΟΜΟΣ). Έπεται πως τα έγγραφα τα οποία είναι προγενέστερα και μη ουσιώδη για την θεμελίωση της ειδικής διαδοχής και τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος δεν κοινοποιούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τα έγγραφα που συντάσσονται μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης και δεν αφορούν την αλυσίδα της διαδοχής τα οποία και δεν απαιτείται να κοινοποιηθούν, καθώς δεν προσθέτουν κάτι στην απόδειξη της νομιμοποίησης, που έχει ήδη επέλθει με την διαδοχή. Η υποχρέωση συγκοινοποίησης αφορά τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νομιμοποίηση, όχι το σύνολο των εγγράφων που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της διαχείρισης της απαίτησης, αφού σκοπός είναι η νομιμοποίηση του ειδικού διαδόχου και η απόδειξη προς τον οφειλέτη ότι κατέστη δικαιούχος της απαίτησης. Ο ανακόπτων, επομένως, μπορεί να αμφισβητήσει την ενεργητική νομιμοποίηση βάσει των έγγραφων που του έχουν κοινοποιηθεί επικαλούμενος έλλειψη των απαιτούμενων εγγράφων, εφόσον αυτά που του έχουν κοινοποιηθεί δεν θεμελιώνουν την επικαλούμενη διαδοχή. Εξάλλου, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμένων τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, τα έγγραφα που ανταποκρίνονται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ και την νομιμοποιούν συνιστούν: α) Η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την ως άνω αναφερόμενη με αριθμό 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, β) Το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες δεν εκθέτουν πραγματικά περιστατικά προκειμένου να αποδείξουν την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης, με βάση τα έγγραφα που τους έχουν ήδη κοινοποιηθεί, αφού μόνον η επίκληση από μέρους τους της ύπαρξης τροποποιήσεων της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων καθώς και της με αριθ. πρωτ. ……../8-11-2022 περίληψης δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων δεν αρκεί για τη διάγνωση της έλλειψης της ενεργητικής νομιμοποίησης της πρώτης, αφού και αληθή υποτιθέμενα τα εκτιθέμενα στον λόγο αυτόν της έφεσης δεν ισχυρίζονται ότι τα μη συγκοινοποιηθέντα στους εκκαλούντες έγγραφα είναι ουσιώδη για την θεμελίωση της ειδικής διαδοχής και τη νομιμοποίηση της επισπεύδουσας- εφεσίβλητης. Κατόπιν αυτών ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθεί ο 5ος λόγος της έφεσης.  Με τον 6Ο  λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 2ο πρόσθετο λόγο της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα με τον λόγο αυτόν οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι είναι άκυρη η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ισχυριζόμενοι πως η από 16-12-2024 εντολή προς εκτέλεση που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο της εφεσίβλητης, δεν έχει γραφεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 927 ΚΠολΔ, επί αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθ. …………../2014 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε παρά πόδας αυτού, ως συνημμένο και αναπόσπαστο έγγραφο αλλά έχει συρραφεί ως διακριτό έγγραφο στο πρώτο εκτελεστό απόγραφο, χωρίς να φέρει σφραγίδα της πληρεξούσιας δικηγόρου της εφεσίβλητης στην ένωση των δύο εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην έχει καταστεί ενιαίο σώμα του πρώτου εκτελεστού απογράφου. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους οι διάδικοι, η επίμαχη από 16-12-2024 εντολή προς εκτέλεση, που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο της εφεσίβλητης, ………., προς την δικαστική επιμελήτρια, της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένη στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………., εταίρο της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία «………….» δόθηκε επί σελίδας φύλλου χαρτιού, συνημμένου στο αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αρ. …………../2014  ένδικης διαταγής πληρωμής, το οποίο αποτελεί ενιαίο σώμα με αυτό, ώστε σε καμία περίπτωση δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η ως άνω εντολή αφορά την εκτέλεση του εν λόγω απογράφου. Επομένως, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο 2ος πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθεί, πλην, όμως, με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται (άρθ. 535 ΚΠολΔ) από την παρούσα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της έφεσης. Με τον 7Ο  λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον 4ο πρόσθετο λόγο της ανακοπής και διαμαρτύρονται για την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα με τον λόγο αυτόν οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι είναι άκυρη η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, κατά παράβαση του άρθρου 995 ΚΠολΔ, διότι δεν επιδόθηκε νόμιμα στη δεύτερη εκκαλούσα – οφειλέτρια, καθόσον η πραγµατική της κατοικία βρίσκεται στη …………., ενώ η εφεσίβλητη επέδωσε την έκθεση κατάσχεσης στην οδό ……….., στη ……. Αττικής, όπου διέμενε στο παρελθόν µε τον πρώτο εκκαλούντα, πρώην σύζυγό της, έχοντας έτσι υποστεί δικονοµική και ουσιαστική ζημία µε την κατάσχεση και επίσπευση της προκείµενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που έχει επιβληθεί κατά αυτής και δη επί του ποσοστού του 50% της πλήρους κυριότητάς της, επί των κατασχεθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι προκύπτουν τα ακόλουθα πραγµατικά περιστατικά: Όπως προκύπτει από την µε αριθ. …../2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η 2η εκκαλούσα, ……….,  φέρεται ότι διαμένει στη ……… Αττικής, επί της οδού …, αρ. …., όπου επιδόθηκε, με θυροκόλληση, η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, για πρώτη φορά, με επιταγή προς πληρωμή, στις 12-12-2014 (βλ. την µε αριθ. ………../12.12.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιµελήτριας, του Πρωτοδικείου Αθηνών, ………., μέλους της αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία «……………., με έδρα την Αθήνα). Ωστόσο, κατά την επίδοση της ανωτέρω διαταγής, για δεύτερη φορά, µετά της ανακοπτόµενης από 9.12.2024 επιταγής προς πληρωμή, στην οποία και η συντάξασα αυτή δικηγόρος της εφεσίβλητης έθεσε την ίδια ως άνω διεύθυνση στη …………η Αττικής, όσον αφορά την 2η εκκαλούσα, ο  δικαστικός επιμελητής, ……….., βεβαιώνει ότι αφού μετέβη στην ως άνω κατοικία της προς ης η επίδοση διαπίστωσε ότι αυτή δεν διαμένει εκεί (στη ………, επἰ της οδού …. αρ. …..), από πληροφορίες, δε, περιοίκων µετέβη στη νέα διεύθυνση κατοικίας της, στη Νίκαια, επί της οδού ……………., όπου και επέδωσε το παραπάνω αναφερόμενο έγγραφο στον ενήλικο σύζυγό της, 1ο εκκαλούντα, ……….., όπως ο ίδιος του δήλωσε (βλ. την µε αριθ. …………/10.12.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιµελητή, ………., μέλους της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα). Οµοίως, δε, και η προσβαλλόμενη υπ΄ αριθμ. …../16.12.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας επιδόθηκε από την εφεσίβλητη προς την 2η εκκαλούσα, στις 17.12.2024,στην οδό ………., στη Νίκαια και ειδικότερα μη ευρών ο δικαστικός επιµελητής την ίδια επέδωσε στον ενήλικο σύζυγό της, 1ο εκκαλούντα, ……………, όπως ο ίδιος του δήλωσε (βλ. την µε αριθ. ………./17.12.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιµελητή, του Εφετείου Πειραιά, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Πειραιά, ………., μέλους της αστικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η επιδοτήρια έκθεση, ως δημόσιο έγγραφο, έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι η επίδοση της κατασχετήρια έκθεσης έλαβε χώρα όντως στη νέα πραγματική διεύθυνση της οικίας της 2ης εκκαλούσας, την οποία ανηύρε ο δικαστικός επιμελητής, ως όφειλε, καθώς ο δικαστικός επιμελητής δεν θα αρκεστεί να ενεργήσει την επίδοση σε οποιαδήποτε διεύθυνση του υποδειχθεί από τον εντολέα, ως εν προκειµένω του επεδείχθη η παλαιότερη αυτής διεύθυνση, στη ………. αλλά έχει υπηρεσιακό καθήκον να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν η οικία, όπου επιχειρεί την επίδοση, είναι όντως το κατάλυμα διηµέρευσης και διανυκτέρευσης του δέκτη της γνωστοποίησης. Ειδικότερα, οι µε αριθ. ……./10.12.2024 και …………/17.12.2024 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιµελητή, ……………, παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, όσον αφορά την πραγματική διεύθυνση κατοικίας της 2ης εκκαλούσας, η οποία είναι δεκτική ανταπόδειξης, καθώς δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, αφού αυτός που επέσπευσε την επίδοση εξακολουθεί να φέρει το βάρος απόδειξης, στο οποίο επιτυχώς ανταποκρἰνεται µε την έκθεση επίδοσης, όµως, µε παράλληλο δικαίωµα του αντιδίκου προς ανταπόδειξη. Στην προκειμένη, δε, περίπτωση ουδέν αποδεικτικό µέσο προσκομίζει η 2η εκκαλούσα από το οποίο να ανταποδεικνύεται ότι κατά τον επίμαχο χρόνο επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας της διέµενε στη ………….. Αττικής, όπως αβάσιµα ισχυρίζεται, μη αρκούντος του γεγονότος της λύσης του γάμου, που επικαλέστηκαν, ενώ εξάλλου ο 1ος εκκαλών δήλωσε ο ίδιος προς τον δικαστικό επιμελητή, κατά τα παραπάνω ότι είναι ο σύνοικος – σύζυγος της 2ης, παραλαμβάνοντας τα προς επίδοση έγγραφα. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι νόμιμα επιδόθηκε στην 2η εκκαλούσα η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης στην πραγματική της κατοικία, που βρίσκεται στη ….. Αττικής, στην οδό ………., καθώς και ότι η 2η εκκαλούσα δεν διαμένει πλέον στη …….., στην οδό ….. αρ. ………..  Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ομοίως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες,  λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 181, 183, 191 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 68, 67 και 63 παρ. 1 Κώδικα περί Δικηγόρων) στην δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, εφόσον η έφεση απορρίπτεται (άρθρο 495 αρ. 3 υπό Α-β) και Γ προτελευτ. εδάφιο ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει επί της ουσίας την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο τού με αριθ. ……………/2025 e – παραβόλου, ποσού εκατό (100) ευρώ. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος των εκκαλούντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 12/5/2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ