ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 247/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος :………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκο (ΑΜΔΣΠ : …..).
Της εφεσίβλητης : Της εταιρίας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στον Πειραιά, οδός ………….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Βερνίκο (ΑΜΔΣΠ : …..).
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 3-11-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../2023 αγωγή του κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 2487/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 29-12-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 29-12-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του εν μέρει ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 2487/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε, ερήμην της εναγόμενης στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης από 3-11-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/2023 αγωγής του εκκαλούντος – ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, διώκοντος με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών του σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 41.207,65 ευρώ, απορρεουσών από επικαλούμενη σύμβαση ναυτικής εργασίας σε πλοίο, πλοιοκτησίας της εφεσίβλητης – εναγόμενης και τελούντος με την ειδικότητα του Πλοιάρχου Α΄, που ναυτολογήθηκε στο εν λόγω πλοίο κατά το αναφερόμενο στο δικόγραφο χρονικό διάστημα και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η αγωγή του εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και εν μέρει έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδαφ. α, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 8-1-2025 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../8-1-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος Μιχαήλ Νταλάκου (ΑΜΔΣΠ : ….) στην εναγόμενη την 20-12-2024 [σχετ. η με αριθμό …. Γ/20-12-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………….., που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο εκκαλών], ενόψει του ότι, κατ’ άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία που αρχίζει με την επίδοση εγγράφου, τρέχει εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση και άρα εν προκειμένω, εναντίον και του εκκαλούντος με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση στην εναγόμενη – εφεσίβλητη, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 3-11-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……./2023 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός μηνός, που κατήρτισε στην Αντίμπ Γαλλίας στις 9-11-2022, με την εναγόμενη, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού πλοίου «Ε», με αριθμό νηολογίου Πειραιά ……., ναυτολογήθηκε αυθημερόν στο ως άνω πλοίο με την ειδικότητα του Πλοιάρχου Α΄, με μηνιαίο κλειστό μισθό 10.000,00 ευρώ και κατά τα λοιπά σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες της οικείας ΣΣΕ, ότι συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου, με συνέπεια την ανανέωση της σύμβασης εργασίας για αόριστο χρόνο, εργάσθηκε δε έως και τις 14-5-2023, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του στην Αντίμπ της Γαλλίας λόγω βαριάς παράβασης των καθηκόντων της εναγόμενης, συνιστάμενης αφενός στη συστηματικά ελλιπή επάνδρωση του πλοίου κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας περί ασφαλούς σύνθεσης και στην ανάγκη ανάθεσης εκτέλεσης των καθηκόντων ελλειπόντων μελών του πληρώματος σε υφιστάμενα μέλη του πληρώματος και αφετέρου στη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αδείας και τροφοδοσίας και τη μη τήρηση εδεσματολογίου με συνέπεια την έκθεσή του σε καθημερινή τριβή με το λοιπό πλήρωμα ως αποδέκτης δικαιολογημένων διαμαρτυριών για θέματα που δεν μπορούσε να επιλύσει. Ειδικότερα, ισχυριζόταν ότι η εναγόμενη δεν του κατέβαλε τις αποδοχές του μηνός Απριλίου και δεκατεσσάρων (14) ημερών εκ του μηνός Μαΐου 2023, ύψους 14.000,00 ευρώ, την αποζημίωση απόλυσης λόγω λύσης της σύμβασης ναυτολόγησης ένεκα της βαριάς παράβασης των καθηκόντων της εναγόμενης, ποσού 10.000 ευρώ, καθώς και την αποζημίωση άδειας μετά τροφοδοσίας ποσού 10.207,64 ευρώ. Ακόμα, υποστήριζε ότι με την υπ’ αριθ. 13/21-9-2023 απόφαση του Κεντρικού Λιμενάρχη του επιβλήθηκε πρόστιμο ποσού 2.000,00 ευρώ, το οποίο και βεβαιώθηκε ως οφειλή του στην ΑΑΔΕ, ως συνυπεύθυνου εις ολόκληρο με την εναγόμενη, λόγω της ιδιότητάς του ως πλοιάρχου του πλοίου, διότι κατά τον έλεγχο των πιστοποιητικών/εγγράφων του πλοίου η εναγόμενη δεν είχε μεριμνήσει για την ανανέωση, μεταξύ άλλων, και του πιστοποιητικού ασφάλισης του πλοίου σχετικά με την αστική ευθύνη για ζημία από ρύπανση από πετρέλαιο κίνησης, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του για την άμεση ανανέωση των πιστοποιητικών που είχαν λήξει. Τέλος, ισχυριζόταν ότι λόγω της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του ίδιου και των μελών του πληρώματος εκ μέρους της εναγόμενης, των κατ’ επανάληψη ψευδών υποσχέσεων αυτής περί εξόφλησης και της αδιαφορίας της, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, για την ασφαλή επάνδρωση του πλοίου, την τροφοδοσία και την τήρηση εδεσματολογίου, δημιουργήθηκαν τέτοιες συνθήκες από την ως άνω συμπεριφορά της εναγόμενης, ώστε κατ’ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας, και επέφερε η συμπεριφορά της αυτή τεράστια μείωση της προσωπικότητάς του, ώστε η εξακολούθηση της εργασίας του στο πλοίο να αποβαίνει αδύνατη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει : α) το ποσό των 14.000,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, β) το ποσό των 10.000,00 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, γ) το ποσό των 10.207,64 ευρώ για αποζημίωση άδειας μετά τροφοδοσίας, δ) το ποσό των 2.000,00 ευρώ λόγω της επιβολής σε αυτόν του προαναφερόμενου προστίμου και ε) το ποσό των 5.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του και συνολικά το ποσό των 41.207,65 ευρώ (χωρίς περί τοκοδοσίας αίτημα), να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (2487/2024) έκρινε ότι έχει τοπική και υλική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ και 51 παρ. 1 εδ. α, παρ. 2 και 3 του Ν. 2172/1993, λόγω του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών σύμφωνα με τα άρθρα 591, 614 αριθμ. 3, 621 επ. ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, έκρινε την αγωγή παραδεκτή, πλην του αιτούμενου κονδυλίου για επιβολή διοικητικού προστίμου, το οποίο απορρίφθηκε λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος του ενάγοντος και επιπλέον έκρινε ότι η αγωγή κατά τα λοιπά είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 361, 648 επ., 653, 655, 914, 932 ΑΚ, 165 παρ. 2, 177, 180 και 185 Κ.Ι.Ν.Δ. (Ν. 5020/2023), πλην του αιτήματος περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το σκέλος που θεμελιώνεται στη μη καταβολή των νόμιμων αποδοχών του, το οποίο απορρίφθηκε εν μέρει ως μη νόμιμο. Ακολούθως, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 24.000 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης, ενώ κήρυξε την απόφαση κατά ένα μέρος προσωρινώς εκτελεστή. Κατά της απόφασης αυτής (2487/2024) παραπονείται ο εκκαλών ναυτικός με την κρινόμενη έφεσή του και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφού απορρίφθηκαν τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια α) για αποζημίωση άδειας μετά τροφοδοσίας ποσού 10.207,64 ευρώ, β) για επιβολή διοικητικού προστίμου ποσού 2.000 ευρώ και γ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τα λοιπά ως άνω επικαλούμενα περιστατικά ποσού 5.000 ευρώ και ζητεί τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του.
ΙΙΙ. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται i) η με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ_ΕΒ_………._2024 από 5-1-2024 ένορκη βεβαίωση του …………. . ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς …….. (ΑΜΔΣΠ : ………..), κατ’ άρθρο 74 παρ. 6 του Ν. 4690/2020, που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στα πλαίσια εκδίκασης της προγενέστερης από 4-10-2023 με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 10654/2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2023 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς μεταξύ των ίδιων διαδίκων και η οποία, προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1312/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ii) η με αριθμό 1780/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), εκδοθείσα επί της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που, προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα, ομοίως παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 1286/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), iii) έγγραφα, που έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα είτε με συνημμένη νόμιμη, επικυρωμένη κάθε φορά από αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο (δικηγόρο), αποσπασματική, μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, είτε χωρίς να συνυποβάλλεται επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα επικυρωμένη από αρμόδια αρχή (άρθρο 454 ΚΠολΔ), τα οποία το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα ως αποδεικτικά έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου κατά το άρθρο 340 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ [ΑΠ 808/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 124/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ], αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 9-11-2022 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός μηνός, που καταρτίσθηκε στην Αντίμπ (Antibes) Γαλλίας, μεταξύ του ενάγοντος, απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του με αριθμό ……….. ναυτικού φυλλαδίου, και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης, ο ενάγων προσελήφθη και ναυτολογήθηκε αυθημερόν στον ανωτέρω τόπο, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου Α΄, στο υπό Ελληνική σημαία Ε/Γ πλοίο «E», με αριθμό νηολογίου Πειραιά ……, με αριθμό ΙΜΟ …, κ.ο.χ. 1541, με κλειστό μηνιαίο μισθό, ποσού δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, στο οποίο (ποσό) ρητά συμφωνήθηκε ότι περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός και όλα τα επιδόματα και οι παροχές που προβλέπονται σύμφωνα με τη ΣΣΕ και κάθε άλλη διάταξη εφαρμοστέου νόμου, όπως, ενδεικτικά, επίδομα Κυριακών, επίδομα άδειας, τροφοδοσία, υπερωρίες και αμοιβές για έξτρα εργασίες (σχετ. η σύμβαση ναυτικής εργασίας και το άρθρο 5 αυτής). Συνέχισε ωστόσο, να παρέχει τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη του ορισμένου χρονικού διαστήματος και ως εκ τούτου, η σύμβαση εργασίας του κατέστη αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα, παρέμεινε ναυτολογημένος στο παραπάνω πλοίο της εναγόμενης μέχρι την 14-5-2023, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και αποναυτολογήθηκε στον ίδιο ως άνω τόπο, στο ναυτικό του δε φυλλάδιο ανεγράφη ότι η απόλυση έγινε «αμοιβαία συναινέσει» (σχετ. προσαγόμενη μετ’ επικλήσεως φωτοτυπία του ναυτικού φυλλαδίου). Παρά το γεγονός όμως, ότι στο ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος αναγράφηκε ότι η απόλυσή του έγινε με αμοιβαία συναίνεση, εντούτοις αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της σύμβασής του έγινε από τον ίδιο για βαριά παράβαση των υποχρεώσεων της εναγόμενης, καθώς η εγγραφή αυτή είναι δεκτική ανταπόδειξης με κοινά ανταποδεικτικά μέσα (ΕφΠειρ 353/2015, ΕφΠειρ 34/2008 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι υπήρξε παύση πληρωμών της μισθοδοσίας ολόκληρου του πληρώματος από τον Απρίλιο του έτους 2023, ενώ και προγενέστερα υπήρχαν καθυστερήσεις στην εμπρόθεσμη εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Ειδικότερα, περί τούτων κατέθεσε ο μάρτυρας …………., με την ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, ο οποίος συνυπηρέτησε με τον ενάγοντα στο ίδιο πλοίο με την ειδικότητα του Α΄ Μηχανικού κατά το διάστημα από 12-5-2021 έως τις 12-5-2023, οπότε κατήγγειλε τη σύμβασή του για το λόγο της βαριάς παράβασης των καθηκόντων του πλοιάρχου και της πλοιοκτήτριας (κατά την κατάθεσή του) και με σαφήνεια ανέφερε ότι δεν πληρωνόταν ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος κανονικά τις συμφωνηθείσες αποδοχές του, ενώ από τον Απρίλιο σταμάτησαν εντελώς οι πληρωμές μισθών, ακόμη και του πλοιάρχου, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα. Ωστόσο, άλλα περιστατικά από τα αναφερόμενα στην αγωγή και δη περί συστηματικά ελλιπούς επάνδρωσης του πλοίου και ανάγκης ανάθεσης εκτέλεσης των καθηκόντων αυτών σε άλλα μέλη του πληρώματος και περί μη τήρησης εδεσματολογίου, δεν αποδείχθηκε ότι συνέβαλαν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Και τούτο διότι από την ένορκη βεβαίωση του ως άνω μάρτυρα, καίτοι αναφέρεται αορίστως ότι αυτός εκτελούσε, πέραν των καθηκόντων του Α’ μηχανικού, και χρέη Γ ‘ μηχανικού, και ότι για ένα χρονικό διάστημα (από αρχές Νοεμβρίου 2022 έως τέλη Δεκεμβρίου 2023) ναυτολογήθηκαν ακόμη δύο άτομα ως πλήρωμα μηχανοστασίου, αλλά μετά αποχώρησαν και παρέμεινε μόνος του στο μηχανοστάσιο, καθώς και ότι η τροφοδοσία του πλοίου ήταν ανύπαρκτη, αλλά και από κανένα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν συνάγεται η πραγματική σύνθεση του πληρώματος, αλλά ούτε και η οργανική/νόμιμη σύνθεση δύναται να συναχθεί, αφού δεν προκύπτει ποια ήταν η λειτουργία του ως άνω πλοίου, πολλώ δε μάλλον πως η τυχόν ελλιπής σύνθεση επηρέασε τα καθήκοντα του ενάγοντος. Προσέτι, δεν αποδείχθηκε σε ποια ακριβώς περίοδο και για πόσο διάστημα ανέκυψαν τα παραπάνω προβλήματα, ώστε να κριθεί αν συνέχονται με την καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται το μισθό του μηνός Απριλίου 2023 και μέρος του μηνός Μαΐου του αυτού έτους, ως δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα αυτό, ήτοι 10.000 ευρώ για το μήνα Απρίλιο 2023 και (10.000 Χ 14/30 =) 4.667,00 ευρώ για τις 14 ημέρες του μηνός Μαΐου 2023, πλην όμως, θα επιδικαστεί το έλασσον αιτούμενο ποσό των 14.000,00 ευρώ, κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ, καθόσον δεν μπορεί να επιδικαστεί πλέον του αιτηθέντος. Περαιτέρω, επειδή, όπως προεκτέθηκε, ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος συνομολογήθηκε κλειστός, περιλαμβάνων και τις αποδοχές της οφειλόμενης άδειας, τροφοδοσίας και λοιπών επιδομάτων, δεν δικαιούται αυτός της καταβολής αποδοχών αδείας για όλο το διάστημα της ναυτολόγησής του στην εναγόμενη, όπως ζητεί με την ένδικη αγωγή, αφού αυτές περιλαμβάνονταν στον πάγιο μηνιαίο μισθό του. Εξάλλου, δεν επικαλείται ότι ο μισθός του δεν κάλυπτε το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών βάσει της εφαρμοστέας εν προκειμένω συλλογικής σύμβασης εργασίας, προκειμένου να κριθεί αν δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 516/2017, ΑΠ 1013/2003, ΑΠ 225/2002 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, πρέπει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ποσού 10.207,64 ευρώ να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο και ως εκ τούτου, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το συναφή δεύτερο λόγο έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης στο σύνολό του, συμπεριλαμβανομένων και της επικουρικής βάσης και του επικουρικού αιτήματος, που υποβάλλει το πρώτον απαραδέκτως με τον ως άνω λόγο έφεσης (άρθρα 526 και 527 ΚΠολΔ) [ΑΠ 473/2015 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ]. Επίσης, αφού η σύμβαση ναυτολόγησής του λύθηκε χωρίς παράπτωμά του λόγω της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, σε συνδυασμό και με το ύψος αυτών, γεγονός που συνιστά βαριά παράβαση των υποχρεώσεων της εναγόμενης, δικαιούται αυτός να λάβει αποζημίωση απόλυσης, κατ’ άρθρα 177 παρ. 1 και 180 νέου Κ.Ι.Ν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 165 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία, λόγω του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε στην Αντίμπ της Γαλλίας, ήτοι σε λιμάνι της Μεσογείου, ανέρχεται σε ποσό ίσο προς το μισθό τριάντα (30) ημερών και υπολογίζεται με βάση το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, που καταβάλλονταν στον ναυτικό με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ποσού 10.000,00 ευρώ εν προκειμένω. Επιπρόσθετα, δυνάμει της με αριθμό 13/21.09.2023 απόφασης του Κεντρικού Λιμενάρχη Πειραιά επιβλήθηκε σε βάρος του ενάγοντος πρόστιμο ποσού 2.000 ευρώ, το οποίο βεβαιώθηκε ως ατομική οφειλή του στην ΑΑΔΕ, ως συνυπεύθυνου σε ολόκληρο μετά της εναγόμενης λόγω της ναυτολογήσεως του με την ειδικότητα του πλοιάρχου στο πλοίο, διότι κατά τον έλεγχο των πιστοποιητικών/εγγράφων του πλοίου η εναγόμενη δεν μερίμνησε, ως όφειλε, ώστε το πλοίο να είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό ασφάλισης ή άλλης οικονομικής εξασφάλισης σχετικά με την αστική ευθύνη για ζημία από ρύπανση πετρελαίου κίνησης (CLC BUNKER, 2001), για το διάστημα από την 17-11-2022, ήτοι την ημερομηνία λήξης παλαιού πιστοποιητικού, έως και την 29-5-2023, ήτοι την ημερομηνία αίτησης για την έκδοση νέου πιστοποιητικού, κατά παράβαση του άρθρου τέταρτου του Ν. 3393/2005 (Α΄ 242) «Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για την αστική ευθύνη για ζημία ρύπανσης από πετρέλαιο κίνησης, 2001», παρά τις επανειλημμένες έγγραφες οχλήσεις του για την άμεση ανανέωση των πιστοποιητικών που είχαν λήξει, μεταξύ των οποίων και του ένδικου πιστοποιητικού (σχετ. η απόφαση του Λιμενάρχη και τα δύο μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ενάγοντος προς τον ορισμένο διευθύνοντα σύμβουλο της εναγόμενης, ……….., με κοινοποίηση και σε άλλα καθορισμένα στην ξηρά πρόσωπα, ………… και ……………). Ακολούθως, ο ενάγων κατέβαλε στην ΑΑΔΕ την 21-10-2024 προς εξόφληση του πιο πάνω προστίμου το ποσό των 2.062,60 ευρώ (σχετ. εξοφλητικά έγγραφα με αναγραφόμενη τη μοναδική ταυτότητα οφειλής, που παραδεκτά κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως το πρώτον στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθότι η εξόφληση πραγματοποιήθηκε την 21-10-2024 και έτσι, τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του εκκαλούντος μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα την 22-7-2024). Συνεπώς, ο ενάγων ήδη έχει έννομο συμφέρον να αξιώσει και δικαιούται το ποσό των 2.000 ευρώ, ως καταβληθέν για λογαριασμό της εναγόμενης διοικητικό πρόστιμο (άρθρα 481, 487, 488 ΑΚ), όπως παραδεκτά ισχυρίζεται – κατά το μέρος της εξόφλησης – το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη, αφού η εκ μέρους του εξόφληση του διοικητικού προστίμου (21-10-2024) εμφιλοχώρησε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (19-3-2024) και ήδη αποδείχθηκε εγγράφως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε (άρθρο 527 αρ. 2 και 6 ΚΠολΔ). Έτι περαιτέρω, αναφορικά με το κονδύλιο της αγωγής περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επισημαίνονται τα ακόλουθα : Το εν λόγω κονδύλιο και κατά το σκέλος που θεμελιώνεται στη μη καταβολή των νόμιμων αποδοχών του τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς η αθέτηση της σύμβασης του ενάγοντος από την εναγόμενη με τη μη καταβολή της νόμιμης αμοιβής δεν έχει νομικό έρεισμα την αδικοπραξία, αλλά τη σύμβαση (ΑΠ 1114/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας, με συνέπεια να μην συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή της προσωπικότητας για το λόγο αυτό (ΕφΑθ 69/2019, ΕφΘεσσαλ 2836/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ως προς δε το αυτό κονδύλιο και κατά το σκέλος του που ερείδεται στην επικαλούμενη από τον ενάγοντα έλλειψη μέριμνας εκ μέρους της εναγόμενης για την ασφαλή επάνδρωση του πλοίου, την τροφοδοσία και την τήρηση του εδεσματολογίου, κατά το οποίο είναι νόμιμο, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν θα μπορούσε να αξιωθεί από αυτόν, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, να συνεχίσει να εργάζεται στο πλοίο, με αποτέλεσμα να καταγγείλει τη σύμβαση ναυτολόγησής του και ένεκα των οποίων εθίγη η αξία και υπόληψή του ως εργαζομένου, με συνέπεια να υποστεί προσβολή της προσωπικότητάς του. Ειδικότερα, ο προβαλλόμενος από αυτόν ισχυρισμός ότι η εναγόμενη δεν μεριμνούσε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, για την ασφαλή επάνδρωση του πλοίου, την τροφοδοσία και την τήρηση εδεσματολογίου, δεν αποδεικνύεται βάσιμος από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Τουναντίον αποδεικνύεται μόνο ότι ο ίδιος απέστειλε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, ……., και στη διαχειρίστρια του πλοίου «…………» το από 14-11-2022 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μόλις δηλαδή είχε ναυτολογηθεί, με το οποίο τους ενημέρωνε αναφορικά με τη λήξη και την ανάγκη ανανέωσης πιστοποιητικών και εγγράφων του πλοίου, και αναφορικά με δυσλειτουργίες και την ανάγκη επισκευής του εξοπλισμού πλοήγησης αυτού, και μεταγενεστέρως, επ’ αφορμή επιθεώρησης του πλοίου από την ………… την 16-2-2023, τους απέστειλε με αυθημερόν μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τις φόρμες που συντάχθηκαν κατά την επιθεώρηση και τους ενημέρωσε συνάμα ότι το πλοίο χρήζει άμεσα επισκευών και καθαριότητας, καθώς και ότι κατά την επιθεώρηση το πλήρωμα ανεξαιρέτως ανέφερε στον επιθεωρητή την επιθυμία πληρωμής της μισθοδοσίας τους του μηνός Ιανουαρίου 2023 (σχετ. η εν λόγω ηλεκτρονική αλληλογραφία), ενώ δεν προέκυψε άλλη έγγραφη όχλησή του προς την εναγόμενη. Εξάλλου, και ο προαναφερόμενος μάρτυρας, με την ένορκη βεβαίωσή του (καίτοι αυτή λήφθηκε στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων), δεν κατέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία ως προς τη σύνθεση του πληρώματος, πέραν του ότι ο ίδιος και για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα εκτέλεσε χρέη και Γ΄ μηχανικού, ούτε ως προς την τροφοδοσία του πληρώματος, παρά αναφέρθηκε σε αυτά γενικώς και αορίστως. Ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας όμοια ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις. Επισημαίνεται σε κάθε περίπτωση ότι απαραδέκτως το πρώτον με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εκκαλών επιχειρεί να προβάλει επιπλέον αυτοτελείς ισχυρισμούς που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως με την αγωγή του, για να στηρίξει το αιτούμενο περί προσβολής της προσωπικότητάς του κονδύλιο και συγκεκριμένα ισχυρισμούς περί παραπτωμάτων της εναγόμενης ως προς τη λήξη των πιστοποιητικών ασφάλισης του πλοίου και του υγειονομικού πιστοποιητικού, περί δυσμενών συνθηκών υγιεινής λόγω ύπαρξης τρωκτικών και περί εν γένει εγκατάλειψης του πληρώματος, καθότι συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, που επιφέρει το απαράδεκτο των πιο πάνω νέων ισχυρισμών (άρθρα 526 και 527 ΚΠολΔ) [ΑΠ 473/2015 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ]. Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο συναφή λόγο έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης στο σύνολό του και ως προς όλα τα σκέλη του. Κατόπιν τούτων και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 26.000,00 ευρώ (ήτοι 14.000 + 10.000 + 2.000 = 26.000,00 ευρώ).
IV. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (2487/2024) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 24.000,00 ευρώ, απορρίπτοντας το αγωγικό κονδύλιο περί του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου ελλείψει έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του ενάγοντος, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον πρώτο συναφή λόγο έφεσης. Γενομένου δε δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (2487/2024), για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης, στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 192/1998, ΕφΠειρ 319/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και ως εκ τούτου, παρέλκει η έρευνα του τέταρτου σχετικού λόγου έφεσης, ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), και αφού περιληφθούν στην παρούσα απόφαση τα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, τα οποία παρέμειναν αλώβητα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων (26.000,00) ευρώ (ήτοι 14.000 + 10.000 + 2.000 = 26.000 ευρώ). Τέλος, μετά τον καταμερισμό της δικαστικής δαπάνης ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός από τους διαδίκους, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά μερική παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου, να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 2487/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 2487/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 3-11-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2023 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων (26.000,00) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 21 Απριλίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ