Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 249/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ   249/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος – εφεσίβλητου : ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Λύρα (ΑΜΔΣΠ : …………).

Της εφεσίβλητης – εκκαλούσας : Της Ναυτικής Εταιρίας με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στον Πειραιά, ……….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ΑΦΜ : ……….  Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τατάκη (ΑΜΔΣΑ : …………).

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 21-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../2023 αγωγή του κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 4069/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Την απόφαση αυτή (4069/2024) του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλουν Α) ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 14-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2025  ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ.   ………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή του, καθώς και Β) η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 15-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2025   ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, οι οποίες (εφέσεις) αμφότερες προσδιορίσθηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση των εφέσεων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκαν με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – εφεσίβλητου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας  παραστάθηκε στο ακροατήριο και, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση Α) η από 14-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση, καθώς και Β) η από 15-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……/2025  ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου αντίθετη έφεση, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αφού αφορούν τους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών και στρέφονται κατά της ίδιας εκκαλουμένης απόφασης (4069/2024) και γιατί έτσι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 1, 246, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η κρινόμενη από 14-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2025   ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του εν μέρει ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης (υπό στοιχεία Α έφεση), και η κρινόμενη από 15-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της εν μέρει ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου (υπό στοιχεία Β έφεση) και αμφότερες (εφέσεις) κατά της με αριθμό 4069/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγόμενης από 21-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου  …………/2023 αγωγής του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, διώκοντος με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών του σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 36.675,60 ευρώ, άλλως επικουρικώς 26.271,26 ευρώ, εντόκως νομίμως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, απορρεουσών από επικαλούμενη σύμβαση ναυτικής εργασίας σε πλοίο, πλοιοκτησίας της εφεσίβλητης– εκκαλούσας – εναγόμενης και τελούντος με την ειδικότητα του Πλοιάρχου Α΄, που ναυτολογήθηκε στο εν λόγω πλοίο κατά το αναφερόμενο στο δικόγραφο χρονικό διάστημα και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η αγωγή του εν μέρει ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και εν μέρει έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδαφ. α, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου εκάστης έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 14-1-2025 και την 17-1-2025, αντιστοίχως (βλ. τις με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../14-1-2025 και ………/17-1-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αντιστοίχως), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος Στέφανου Λύρα (ΑΜΔΣΠ : ……) στην εναγόμενη την 19-12-2024 [σχετ. η με αριθμό ….. δ/19-12-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ……….., που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο εκκαλών], ενόψει και του ότι, κατ’ άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία που αρχίζει με την επίδοση εγγράφου, τρέχει εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση και άρα εν προκειμένω, εναντίον και του εκκαλούντος με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση στην εναγόμενη – εφεσίβλητη, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, οι ένδικες εφέσεις, οι οποίες αρμόδια φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή τους (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνουν τυπικά δεκτές και να διερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες κατά τα προεκτεθέντα.

ΙΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 21-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./2023 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι ναυτολογήθηκε στον Πειραιά με την ειδικότητα του Πλοιάρχου Α’ με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, της πρώτης αρχόμενης την 7-6-2023 και της τελευταίας λήγουσας την 31-10-2023 και απασχολήθηκε στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο πλοίο «Α» (Α), με αύξοντα αριθμό νηολογίου Πειραιώς ……., κ.ο.χ. 161,63, κ.κ.χ. 120,03, πλοιοκτησίας της εναγόμενης, από την 7-6-2023 έως την 23-10-2023, οπότε τυπικά μόνο απολύθηκε «αμοιβαία συναινέσει», στην πραγματικότητα όμως, η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβασή του μονομερώς και χωρίς δική του υπαιτιότητα. Ακόμα, ανέφερε ότι συμφωνήθηκε να λαμβάνει τις προβλεπόμενες από την ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2023 αποδοχές και ότι για το ανωτέρω χρονικό διάστημα της απασχόλησής του δικαιούται να λάβει α) το ποσό των 13.276,92 ευρώ για διαφορά βασικών αποδοχών, β) το ποσό των 5.310,72 ευρώ για αμοιβή λόγω εργασίας κατά τα Σάββατα και αργίες και γ) το ποσό των 4.144,73 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2023. Επίσης, ισχυριζόταν ότι η ανωτέρω μονομερής καταγγελία της σύμβασής του, που έγινε χωρίς δική του υπαιτιότητα, ήταν άκυρη, γι’ αυτό και δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 24-10-2023 έως την 21-12-2023 (χρόνος ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής) ποσού 13.943,23 ευρώ, επιφυλασσόμενος για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, άλλως και επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, δικαιούται ως αποζημίωση απόλυσης μισθοτροφοδοσία 15 ημερών ποσού 3.538,89 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 36.675,60 ευρώ, επικουρικά δε το ποσό των 26.271,26 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 24-10-2023, ήτοι από την επομένη της απόλυσής του ημέρα, πλην των μισθών υπερημερίας, τους οποίους ζήτησε με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα του κάθε μήνα υπερημερίας, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επιπλέον, ζήτησε να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην εν γένει δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (4069/2024) έκρινε ότι έχει τοπική και υλική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 33 ΚΠολΔ και 51 παρ. 3 Α του Ν. 2172/1993, λόγω του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών σύμφωνα με τα άρθρα 591, 614 αριθμ. 3, 621 επ. ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, αφού έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 361, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, 3, 119, 165 – 170, 180, 185 Κ.Ι.Ν.Δ. (Ν. 5020/2023) και της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2023, που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/51894/2023 (ΦΕΚ Β’ 4621/19-7-2023), δέχθηκε αυτή (αγωγή) κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 14.074,79 ευρώ, νομιμοτόκως από την 24-10-2023, ενώ κήρυξε την απόφαση κατά ένα μέρος προσωρινώς εκτελεστή. Κατά της απόφασης αυτής (4069/2024) παραπονείται Α) ο εκκαλών – ενάγων ναυτικός με την κρινόμενη έφεσή του και το διαλαμβανόμενο σε αυτή μόνο λόγο, που ανάγεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί τη μερική μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του ως προς τα αιτούμενα κονδύλια των δεδουλευμένων αποδοχών του αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 7-6-2023 έως 17-8-2023, κατά το οποίο ήταν ναυτολογημένος, πλην των μισθών υπερημερίας άλλως πλην της αποζημίωσης απόλυσης, αιτήματα που ήδη απορρίφθηκαν πρωτοδίκως και συνιστούν κεφάλαιο κατά το οποίο δεν προσβάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση και Β) η εκκαλούσα–εναγόμενη με την κρινόμενη έφεσή της και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί τη μερική μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον της ασκηθείσα αγωγή.

ΙV. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης …………., που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγόμενης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συνεδρίασή του την 14η Μαΐου 2024 και η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση (4069/2024) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ_ΕΒ_……….._2024 από 10-5-2024 ένορκη βεβαίωση της ……… ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς ……… (ΑΜΔΣΠ : …………), η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρα 422 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό ….. Δ/30-4-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ………. με συνημμένη σε αυτήν την από 29-4-2024 πρόσκληση προς την εναγόμενη, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων, από τις με αριθμό ……/8-5-2024 και ………/9-5-2024 ένορκες βεβαιώσεις του ……… και του …………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………, αντιστοίχως, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (άρθρα 422 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τη με αριθμό …………. Δ/23-4-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ……….. με συνημμένη σε αυτήν την από 22-4-2024 εξώδικη δήλωση – γνωστοποίηση – κλήση προς τον ενάγοντα, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγόμενη,  από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη φωτογραφίες του πλοίου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1 στοιχ. γ, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν στον Πειραιά, μεταξύ του ενάγοντος, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του με αριθμό ΛΑ-759 ναυτικού φυλλαδίου και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης, ο ενάγων ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του Πλοιάρχου Α΄ στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο πλοίο «A» (A), με αριθμό νηολογίου Πειραιά ….., κ.ο.χ. 161,63, κ.κ.χ. 120,03, υπό ΔΔΣ …….., πλοιοκτησίας της εναγόμενης εταιρίας. Ειδικότερα, την 7-6-2023 συνήφθη σύμβαση εργασίας με διάρκεια έως 30-6-2023, την 1-7-2023 συνήφθη σύμβαση με διάρκεια μέχρι την 31-7-2023, την 1-8-2023 συνήφθη σύμβαση με διάρκεια μέχρι την 31-8-2023, την 1-9-2023 συνήφθη σύμβαση διάρκειας έως την 30-9-2023 και την 1-10-2023 συνήφθη σύμβαση με διάρκεια μέχρι την 31-10-2023. Στο παραπάνω πλοίο ήταν ναυτολογημένος από 7-6-2023 μέχρι και την 23-10-2023, οπότε απολύθηκε στον Πειραιά με αμοιβαία συναίνεση, κατά τα αναγραφόμενα στο ναυτικό του φυλλάδιο (σχετ. το ναυτικό φυλλάδιο και οι συμβάσεις ναυτολόγησης μηνών Αυγούστου έως Οκτωβρίου 2023). Εφαρμοστέα καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυτολόγησής του ήταν η ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2023, που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/51894/2023 (ΦΕΚ Β΄ 4621/19-7-2023). Περαιτέρω, κατά την πρώτη ναυτολόγηση του ενάγοντος, ήτοι την 7-6-2023, το ανωτέρω πλοίο βρισκόταν, ήδη από 10-11-2022, στη ναυπηγοεπισκευαστική βάση Περάματος, όπου παρέμενε εκτός νερού μέχρι την 9-8-2023 και στη συνέχεια, εντός νερού, μέχρι την 17-8-2023. Καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα διενεργούνταν επί του πλοίου εκτεταμένες εργασίες επισκευών και συντήρησης από εξειδικευμένο συνεργείο και το πλοίο δεν εκτελούσε πλόες, ενώ από την 18-8-2023 και εφεξής, το πλοίο ξεκίνησε να εκτελεί τα προγραμματισμένα ταξίδια του και συγκεκριμένα, δρομολόγια μεταφοράς επιβατών από Πειραιά για τα νησιά Αίγινα και Αγκίστρι. Για όσο διάστημα το πλοίο παρέμεινε στη ναυπηγοεπισκευαστική βάση Περάματος και ο ενάγων ήταν ναυτολογημένος ως Πλοίαρχος Α΄, δικαιούται σύμφωνα με την εφαρμοστέα ΣΣΝΕ τα ακόλουθα ποσά : μισθό ενεργείας 3.245,33 ευρώ μηνιαίως + επίδομα Κυριακών 713,97 ευρώ μηνιαίως = 3.959,30 ευρώ + ειδικό επίδομα 59,02 ευρώ μηνιαίως + επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 ευρώ μηνιαίως + αποδοχές αδείας μετά τροφής 1.008,89 ευρώ μηνιαίως (όπως αιτείται, κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ, αντί 1.008,90 ευρώ) [ήτοι μισθός ενεργείας 3.245,33 ευρώ + επίδομα Κυριακών 713,97 ευρώ μηνιαίως = 3.959,30 ευρώ : 22 = 179,97 ευρώ Χ 5 ημέρες αδείας = 899,85 ευρώ + 109,05 ευρώ αντίτιμο τροφής (ήτοι 21,81 ευρώ Χ 5 ημέρες αδείας)] + αντίτιμο τροφής 654,30 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 21,81 ευρώ Χ 30) και συνολικά 5.721,51 ευρώ μηνιαίως ως βασικές τακτικές αποδοχές του (άρθρα 1, 3, 6, 8, 15 της πιο πάνω ΣΣΝΕ) και συνολικά για 71 ημέρες εργασίας δυνάμει έγκυρης σύμβασης ναυτολόγησης, 13.559,98 ευρώ (5.721,51 ευρώ Χ 2,37 μήνες). Ειδικότερα, ο ενάγων, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη, δικαιούται, μεταξύ άλλων, α) το επίδομα Κυριακής (22% επί του μισθού ενεργείας), καθότι αυτό καταβάλλεται σε όλους τους ναυτολογημένους ναυτικούς, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές αργίες εν πλω και στο λιμάνι και δη για όλες τις Κυριακές ανεξαρτήτως παροχής ή μη υπηρεσίας (άρθρα 1 και 6 της πιο πάνω ΣΣΝΕ), αρκεί ο ναυτικός να είναι ναυτολογημένος κατά τον αντίστοιχο μήνα και β) το ημερήσιο αντίτιμο τροφής, διότι κατά το άρθρο 3 της ΣΣΝΕ το ημερήσιο αντίτιμο τροφής των ναυτικών επί ή εκτός του πλοίου σε όσες περιπτώσεις δικαιούνται τούτου, είτε λόγω ασθενείας ή μη χορηγήσεως παρασκευασμένης τροφής, καθορίζεται τόσο για τους αξιωματικούς όσο και το πλήρωμα σε 21,81 ευρώ, και αφού αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω δεν παρασχέθηκε παρασκευασμένη τροφή στον ενάγοντα από τον πλοιοκτήτη (πρβλ. ΜονΕφΠειρ 118/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, για πλοίο σε επισκευή και ναυτολογημένο Οικονομικό Αξιωματικό του πλοίου, με επιδίκαση, μεταξύ άλλων, επιδόματος Κυριακών και αντιτίμου τροφής, ΜονΕφΠειρ 23/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, για πλοίο σε επισκευή και ναυτολογημένο μηχανοδηγό, με επιδίκαση αντιτίμου τροφής). Ως προς το επίδομα διακυβέρνησης (άρθρο 8 της ΣΣΝΕ), σημειώνονται τα ακόλουθα : Με την αγωγή του ο ενάγων αξίωσε την καταβολή μηνιαίου ειδικού επιδόματος διακυβέρνησης ποσού 471,15 ευρώ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 12 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ, για το ως άνω επίδικο διάστημα, κατά το οποίο το πλοίο τελούσε σε καθεστώς επισκευής. Πλην όμως, το αιτούμενο αυτό κονδύλιο απορρίφθηκε πρωτοδίκως. Ήδη με την κρινόμενη υπό στοιχεία (Α) έφεσή του και με το μόνο λόγο αυτής ο ενάγων και ήδη εκκαλών δεν προσβάλλει το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε το προειρημένο αγωγικό κονδύλιο για το επίδομα διακυβέρνησης, αλλά με το σχετικό σκέλος του λόγου έφεσης αιτείται να του επιδικαστεί έτερο επίδομα, το οποίο κατονομάζει «επίδομα διακυβέρνησης» ποσού 194,76 ευρώ μηνιαίως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 5 της οικείας ΣΣΝΕ, για την παραλαβή, έλεγχο στοιβασίας και επίβλεψη φορτοεκφορτώσεως οχημάτων και ως εκ τούτου, υποβάλλει το πρώτον με την υπό στοιχεία (Α) έφεσή του αίτημα για άλλο επίδομα. Ωστόσο, τέτοια μεταβολή του αιτήματος της αγωγής στην κατ’ έφεση δίκη είναι απαράδεκτη, κατ’ άρθρο 526 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί, του απαραδέκτου λαμβανομένου υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής μεταβολής, εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 526 εδ. γ ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει ο μόνος λόγος της υπό στοιχεία (Α) έφεσης του εκκαλούντος και κατά το ως άνω σκέλος του να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, για το παραπάνω χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν δικαιούται ειδικό επίδομα για εργασία κατά το Σάββατο και αργίες, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι εργάστηκε κατά τις ημέρες αυτές, αφού ανάγκη παροχής τέτοιας εργασίας δεν ανέκυψε και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο για το εν λόγω διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε εν μέρει ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν το αγωγικό αίτημα για δεδουλευμένες αποδοχές ως προς το επίδομα Κυριακής και το αντίτιμο τροφής για όσο χρονικό διάστημα το πλοίο βρισκόταν υπό επισκευή, επιδικάζοντας εσφαλμένα το μειωμένο ποσό των 10.447,78 ευρώ για το ως άνω χρονικό διάστημα, αντί του ορθού ποσού των 13.559,98 ευρώ για το αυτό διάστημα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν ο μόνος λόγος της υπό στοιχεία (Α) έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος και δη ως προς τα συναφή σκέλη του. Αντίθετα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε όμοια ως προς το κονδύλιο για ειδικό επίδομα Σαββάτου και αργιών αναφορικά με το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, απορρίπτοντας αυτό ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα – ενάγοντα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο μόνος λόγος της υπό στοιχεία (Α) έφεσης του τελευταίου κατά το οικείο σκέλος του. Επίσης, με το δεύτερο λόγο της υπό στοιχεία (Β) έφεσής της η εκκαλούσα – εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επιδικάστηκε πρωτοδίκως για το χρονικό διάστημα της παραμονής του πλοίου στη ναυπηγοεπισκευαστική βάση κονδύλιο για αποδοχές αδείας, ενώ κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων αυτό έπρεπε να απορριφθεί, διότι ο ενάγων έλαβε την αναλογούσα σε αυτόν άδεια μη προσερχόμενος στο πλοίο κατά το διάστημα αυτό. Ωστόσο, ο πιο πάνω πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός της εναγόμενης, που παραδεκτά επαναφέρεται στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τυγχάνει απορριπτέος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι χορηγήθηκε άδεια στον ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα των επισκευών του πλοίου, χωρίς να υπολαμβάνεται ότι θεωρείται παρασχεθείσα λόγω των διενεργούμενων επισκευαστικών εργασιών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε για το ως άνω αγωγικό κονδύλιο όμοια, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα – εναγόμενη είναι απορριπτέα, όπως και ο συναφής δεύτερος λόγος της υπό στοιχεία (Β) έφεσής της στο σύνολό του. Ακολούθως και για το επόμενο χρονικό διάστημα, από την 18-8-2023 έως την 23-10-2023 ο ενάγων δικαιούται για την παρασχεθείσα εργασία του ως Πλοίαρχος Α΄ σύμφωνα με την εφαρμοστέα ΣΣΝΕ τα ακόλουθα ποσά : μισθό ενεργείας 3.245,33 ευρώ μηνιαίως + επίδομα Κυριακών 713,97 ευρώ μηνιαίως = 3.959,30 ευρώ + ειδικό επίδομα 59,02 ευρώ μηνιαίως + ειδικό επίδομα διακυβέρνησης 471,15 ευρώ μηνιαίως + επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 ευρώ μηνιαίως + αποδοχές αδείας μετά τροφής 1.008,89 ευρώ μηνιαίως + αντίτιμο τροφής 654,30 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 6.192,66 ευρώ μηνιαίως ως βασικές τακτικές αποδοχές του (άρθρα 1, 3, 6, 8, 15 της πιο πάνω ΣΣΝΕ) και συνολικά για 67 ημέρες εργασίας δυνάμει έγκυρης σύμβασης ναυτολόγησης, το ποσό των 13.809,63 ευρώ (6.192,66 ευρώ X 2,23 μήνες). Συνεπώς, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από την 7-6-2023 έως την 23-10-2023 ο ενάγων δικαιούται να λάβει, ως τακτικές αποδοχές, το συνολικό ποσό των 27.369,61 ευρώ (13.559,98 ευρώ + 13.809,63 ευρώ). Έναντι του ποσού αυτού, που του οφείλει η εναγόμενη, ο ενάγων έχει εισπράξει, όπως ο ίδιος ρητά συνομολογεί με την αγωγή του, το συνολικό ποσό των 15.395,10 ευρώ, ώστε τελικά η εναγόμενη του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 11.974,51 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των νόμιμα οφειλόμενων και των καταβληθεισών αποδοχών του (27.369,61 – 15.395,10 ευρώ). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 18-8-2023 έως την 23-10-2023 ο ενάγων εργάστηκε δέκα (10) Σάββατα και μία (1) αργία (14η Σεπτεμβρίου 2023), ώστε για τις 11 αυτές ημέρες δικαιούται να λάβει το ποσό των 2.434,08 ευρώ [221,28 ευρώ X 11, ήτοι 3.245,33 : 22 = 147,52 + 50% (73,76)], ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έναντι του ποσού αυτού εισέπραξε το (καθαρό) ποσό των 78,35 ευρώ από την εναγόμενη, παρά τα όσα αβασίμως ισχυρίζεται η τελευταία και επαναφέρει με το κύριο σκέλος του συναφούς τέταρτου λόγου της υπό στοιχεία (Β) έφεσής της. Για δε αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2023 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.778,40 ευρώ, κεφάλαιο που δεν προσβάλλεται ειδικά και με ορισμένο λόγο έφεσης ούτε από τον εκκαλούντα – ενάγοντα ούτε από την εκκαλούσα – εναγόμενη, αντιστοίχως. Σημειώνεται ότι από όλα τα ανωτέρω επιδικαζόμενα ποσά δεν αφαιρείται από το παρόν Δικαστήριο το ποσό των αντίστοιχων παρακρατούμενων από την εναγόμενη – εργοδότρια υπέρ τρίτων εισφορών. Ειδικότερα, σχετικά η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πρέπει να αφαιρεθούν, από το επιδικασθέν ποσό, οι  ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του ενάγοντος συνολικού ποσού 21.935,14 ευρώ και ομοίως να αφαιρεθεί ειδικά, από το επιδικασθέν επίδομα Σαββάτου και αργιών, το ποσό των 99,07 ευρώ ως μικτές αποδοχές για την αιτία αυτή, ισχυρισμοί που παραδεκτά επαναφέρονται στο παρόν Δικαστήριο με τον τρίτο λόγο και το επικουρικό σκέλος του τέταρτου συναφούς λόγου της υπό στοιχεία (Β) έφεσής της, αντιστοίχως. Πλην όμως, αντικείμενο της δίκης για δεδουλευμένες αποδοχές αποτελεί ο συνολικός ακαθάριστος μισθός του εργαζομένου, τα δε ποσά, τα οποία ο εργοδότης οφείλει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει στους δικαιούχους τρίτους, παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζόμενων με αυτήν αποδοχών του μισθωτού και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 516/2019, ΑΠ 506/2017, ΑΠ 1131/2015, ΑΠ 113/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη απέδωσε στους τρίτους δικαιούχους τα ποσά, που ισχυρίζεται ότι παρακράτησε υπέρ αυτών από τις μικτές αποδοχές του ενάγοντος (εισφορές υπέρ ΝΑΤ, κ.α.) και ως εκ τούτου οι άνω προβαλλόμενοι οικείοι ισχυρισμοί της είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι προσκομιζόμενοι μετ’ επικλήσεως από εκείνη μισθοδοτικοί λογαριασμοί του ενάγοντος για κάθε μήνα υπηρεσίας του, που έχει εκδώσει η τελευταία, δεν φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος.  Επομένως, η εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 17.186,99 ευρώ [= 11.974,51 + 2.434,08 + 2.778,40 ευρώ]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 23-10-2023 ο ενάγων απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει του ίδιου και της εναγόμενης. Τούτο αποδεικνύεται από τη σχετική αναγραφή του λόγου απόλυσής του στο ναυτικό του φυλλάδιο, όπως το λόγο αυτό καταχώρισε ο ίδιος ως Πλοίαρχος. Στην ίδια δε καταχώριση προέβη αυτός και στο ναυτολόγιο του πλοίου, το οποίο προσκόμισε ενώπιον της αρμόδιας λιμενικής αρχής προς θεώρηση. Εξάλλου, ήδη από την 31-8-2023 ο ενάγων είχε δηλώσει την παραίτησή του με σχετική καταχώριση στο Ημερολόγιο του πλοίου. Ειδικότερα, όπως ο ίδιος σημείωσε στη σελίδα 23 του Ημερολογίου «Ως πλοίαρχος του πλοίου δηλώνω υπεύθυνα την παραίτησή μου για λόγους επίρριψης ευθυνών κατ’ εμέ από την πλοιοκτήτρια εταιρία του πλοίου εξαιτίας της ζημιάς που προκλήθηκε στο πίσω δεξί ακροπτερύγιο, η οποία ζημιά κατά τη γνώμη μου οφείλεται σε αστοχία συγκόλλησης. Παρακαλώ όπως αντικατασταθώ άμεσα». Παρά την ως άνω δήλωσή του ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του ως Πλοιάρχου μέχρι και την 23-10-2023, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει και αντικαταστάθηκε από τον Πλοίαρχο …………., όπως σημειώνεται στο Ημερολόγιο του πλοίου στη σελ. 66 αυτού με ημερομηνία 23-10-2023, όπου ο ενάγων έχει αναγράψει «Παραδίδω την πλοιαρχία και τα έγγραφα του πλοίου και πληρώματος σε ισχύ στον πλοίαρχο . ……….», θέτοντας το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του ως παραδίδοντος. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απολύθηκε με τη συναίνεσή του, η οποία ήταν η αληθής βούλησή του, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί η δήλωση παραίτησής του και το αίτημα για αντικατάστασή του, που υλοποιήθηκε την 23-10-2023. Επομένως, η απόλυσή του ήταν έγκυρη, ώστε δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, απορριπτόμενου του οικείου κυρίου αγωγικού αιτήματος ως ουσιαστικά αβάσιμου. Εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση μονομερούς εκ μέρους της εναγόμενης και άνευ δικής του υπαιτιότητας απόλυσης, όπως ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή του, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν και το επικουρικό αίτημα για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης περιλαμβάνουσας τη μισθοτροφοδοσία 15 ημερών. Το παραπάνω κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, που συναρτάται με την καταβολή μισθών υπερημερίας, άλλως αποζημίωσης απόλυσης, δεν προσβάλλεται με την υπό στοιχεία (Α) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος.

V. Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε, ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με την παραπάνω διάταξη ΑΚ 281. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης, προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 6/2016, Ολ ΑΠ 5/2011, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 207/2014, ΜονΕφΠειρ 375/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχεία (Β) έφεσής της ότι ο αντίδικός της ασκεί την ένδικη αγωγή, μολονότι γνωρίζει την αβασιμότητά της, προκειμένου μέσω αυτής να την «εκβιάσει» για την επαναπρόσληψή του, αν και ο ίδιος κατέγραψε στο ναυτολόγιο ότι απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει και στο ημερολόγιο του πλοίου είχε ήδη δηλώσει την παραίτησή του και ως εκ τούτου η άσκηση της ένδικης αγωγής είναι καταχρηστική. Ωστόσο, με το παραπάνω περιεχόμενο ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός αυτός, που παραδεκτά επαναφέρεται με την ένδικη έφεση, είναι πρωτίστως αόριστος και ως τέτοιος απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η εκκαλούσα δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά και συμπεριφορά τέτοια του δικαιούχου εφεσίβλητου, που να της δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του και σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (4069/2024) απέρριψε την ως άνω ένσταση, έστω και σιωπηρά, με ανύπαρκτη αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και συνακόλουθα, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης της υπό στοιχεία (Β) έφεσης, με τον οποίο η ένσταση αυτή επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

VI. Κατ’ ακολουθίαν και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 17.186,99 ευρώ [= 11.974,51 + 2.434,08 + 2.778,40 ευρώ], με το νόμιμο τόκο από την 24-10-2023 (επομένη της απόλυσής του), που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα, πλην της αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2023 ποσού 2.778,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2024, ήτοι τη μεταγενέστερη κατά νόμο δήλη ημέρα καταβολής του, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

VΙI. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (4069/2024) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.074,79 ευρώ, νομιμοτόκως από την 24-10-2023, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών – ενάγων με τα σχετικά σκέλη του μόνου λόγου της υπό στοιχεία (Α) έφεσής του. Γενομένου δε εν μέρει δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό στοιχεία (Α) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (4069/2024) εν μέρει και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά στις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος – εκκαλούντος, και ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος αυτό, και αφού περιληφθούν στην παρούσα απόφαση τα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, τα οποία παρέμειναν αλώβητα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.186,99 ευρώ [= 11.974,51 + 2.434,08 + 2.778,40 ευρώ], με το νόμιμο τόκο από την 24-10-2023 (επομένη της απόλυσής του), που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα, πλην της αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2023 ποσού 2.778,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2024, ήτοι τη μεταγενέστερη κατά νόμο δήλη ημέρα καταβολής του, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους συναφείς λόγους της υπό στοιχεία (Β) έφεσης της εκκαλούσας – εναγόμενης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει η υπό στοιχεία (Β) έφεση της τελευταίας να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολό της. Τέλος, μετά τον καταμερισμό της δικαστικής δαπάνης ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός από τους διαδίκους, πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά μερική παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου, να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγόμενης (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 14-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση και την από 15-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2025  ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 15-1-2025 έφεση κατά της με αριθμό 4069/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 14-1-2025 έφεση κατά της με αριθμό 4069/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 4069/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) εν μέρει και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο που αφορά στις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 21-12-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../2023 αγωγή κατά το μέρος αυτό.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εκατόν ογδόντα έξι ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (17.186,99 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 24-10-2023, πλην της αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2023 ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και σαράντα λεπτών (2.778,40 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2024.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εφεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την   21   Απριλίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ