Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 261/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

4ο τμήμα

Αριθμός  απόφασης :    261/ 2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο τμήμα)

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

 Συνεδρίασε  στο ακροατήριό του στις  … ………, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

 ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ  : Της εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία «……….» με διακριτικό τίτλο «……….» που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων ……… (με αριθμ. ΓΕΜΗ …….., και ΑΦΜ……….. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας εν προκειμένω δυνάμει της από 16/3/2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων των τιτλοποιημένων απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία «………….» (………), με έδρα στο ……….. Ιρλανδίας (με αρ. μητρώου ……….. και δ/νση ……….),  η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (………..) με ΑΦΜ ……., Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών, αρ. ΓΕΜΗ 157660660000 δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. Α.Κ. και του άρθρου 61 του v. 4548/2018, όπως  νομίμως εκπροσωπείται., η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια Δικηγόρο αυτής Μαρία Σπυροπούλου.

ΤΟΥ  ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ :   ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δικηγόρο Θεοδώρα Μαζαράκη.

Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος  άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από  3-06-2024    και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………./2024    ανακοπή του,  επί της οποίας  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3944/2024  απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή  την ανακοπή. Κατά της τελευταίας  απόφασης η εκκαλούσα  άσκησε την από 14-01-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2025 έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που είχαν προκαταθέσει.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 14-01-2025 με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 έφεση της καθ΄ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας  κατά της υπ` αριθ. 3944/2024  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης  (άρθρα 495 §  1, 2, 511, 513 §  1β, 516 §  1, 517, 518 §  1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 §  4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ.  …………. e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 §  1 ΚΠολΔ).

Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος με την από 3-06-2024    και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  ………./2024    ανακοπή του ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθμ. …/17-05-2024 Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …….. Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτή  την ανακοπή  ως προς τον πρώτο λόγο της και ακύρωσε την αναγκαστική εκτέλεση. Κατά της απόφασης αυτής   παραπονείται η καθ΄ής η ανακοπή – ήδη εκκαλούσα και ζητά να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση,  ώστε να απορριφθεί  η από 3-06-2024    και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  ……../2024    ανακοπή.

O ανακόπτων στο τέταρτο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται  ότι  άσκησε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας  την από 20.2.2014 και με αρ. καταθ. ………/2014 αίτησή του,  με την οποία ζήτησε την ρύθμιση των οφειλών του και την προστασία της ακίνητης περιουσίας του επί της οποίας εκδόθηκε η από 17.11.2014 προσωρινή διαταγή. ¨Ότι στα πλαίσια αυτής  κατέβαλε το έως τη συζήτηση αυτής το ποσό των 1.619,10 € κι έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.600 € στις πιστώτριες. ¨Ότι επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αρ. 333/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας που απέρριψε την  αίτησή του, σε βάρος της οποίας έχει ασκήσει έφεση. ¨Ότι  με βάση την από 3.2.2014 αναλυτική βεβαίωση οφειλών της Τράπεζας Πειραιώς, το οφειλόμενο ποσό ήταν 72.626,73 €. ¨Ότι η καθ΄ής δεν έχει συνυπολογίσει τις καταβολές του, δεν αναφέρει το ακριβές ποσό των τόκων,  ώστε το ποσό των 78.739,74 € δεν επεξηγείται, ούτε ακόμα το ποσό των 94.759,99 €, που ισχυρίζεται η καθ΄ής ότι έχει  ανέλθει η οφειλή στις 25.5.2023 και το ακριβές ποσό των   οφειλόμενων τόκων, μεγεθύνοντας τεχνηέντως τη οφειλή. ¨Ότι  η καθ΄ης ενεργώντας καταχρηστικά  επιδιώκει να εκπλειστηριάσει την πρώτη κατοικία του η αντικειμενική κατοικία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 70.024,50 €  και πραγματική 144.700 € για να εισπράξει απαίτηση 80.043,74 €, χωρίς να έχει προβεί σε αφαίρεση των συστηματικών καταβολών που έχει κάνει επιβαρύνοντας τεχνηέντως την οφειλή.  Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 6 § 5 του ν. 3869/2010 (όπως η §  5 προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 § 2 του ν. 4161/2013) «Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.». ¨Οπως εκθέτει ο ανακόπτων επί της αίτησής περί υπαγωγής του στο άρθρο 4 § 1 του ν. 3869/2010 έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας που απέρριψε αυτήν, μετά δε την απόρριψή της έχει ασκήσει έφεση, χωρίς όμως να επικαλείται ότι έχει ζητήσει κι επιτύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά την αμέσως παραπάνω διάταξη, ώστε να μην υπάρχει πλέον εμπόδιο για την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Από μόνο το γεγονός ότι λόγω άσκησης της έφεσης έχει αναβιώσει η εκκρεμοδικία επί της αίτησής του  δε σημαίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος καθ΄ής  για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης  σε βάρος του είναι καταχρηστική ακόμα και αν το κατασχεθέν αποτελεί την κύρια κατοικία του,  εφόσον δεν επικαλείται συγκεκριμένη συμπεριφορά της καθ΄ ης η αίτηση που να του δημιούργησε την εντύπωση ότι δε θα ασκήσει το δικαιωμά  της είτε βλαπτική της συμπεριφορά που αντιφάσκει  με προγενέστερη  αυτής ευνοϊκή προς αυτόν. Μέσω της επίκλησης της καταχρηστικότητας δεν είναι δυνατό  να παρακαμφθεί δικαστικά η σαφής νομοθετική βούληση για την  προστασίας της πρώτης κατοικίας αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του κάθε φορά ισχύοντος ειδικού νομοθετικού καθεστώτος προστασίας αυτής (εν προκειμένω κατά το άρθρο 6 § 5 του ν. 3869/2010) και να οδηγηθεί κανείς σε γενική απαγόρευση της κατάσχεσης και πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού αυτό θα καθιστούσε περιττή την όλη τυπική και αυστηρή διαδικασία που πρέπει να τηρήσει ένας οφειλέτης για να πετύχει την προστασία των ανωτέρω νόμων και θα καταστρατηγούσε τον σκοπό του νομοθέτη και τις σαφείς προβλέψεις των σχετικών διατάξεων, οδηγώντας ταυτόχρονα σε ευμενέστερη θέση τους οφειλέτες,  οι οποίοι δεν πληρούν τα κριτήρια ένταξης στους ανωτέρω νόμους (ΕφΠειρ 239/2025, ΕφΑνΚρ 19/2024, ΕφΑθ 5723/2022  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Τα όσα επίσης επιπλέον επικαλείται ο ανακόπτων περί υπέρμετρης διόγκωσης του χρέους λόγω τοκογονίας δεν συνιστούν συμπεριφορά της καθ’ ης, δεδομένου ότι η τοκογονία της απαίτησης είναι συνέπεια της συμπεριφοράς του οφειλέτη και όχι της δανείστριας τράπεζας. `Αν οι τόκοι της απαίτησης δεν ανέρχονται στο ύψος που επικαλείται η δανείστρια τράπεζα και ο υπολογισμός τους δεν είναι νόμιμος, αυτό έχει ως συνέπεια τη θεμελίωση λόγου ακυρότητας της επιταγής κατά το αντίστοιχο ποσό, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, δεν  καθιστά όμως και καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος προς εκτέλεση (ΑΠ 1202/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο ανακόπτων επίσης επικαλείται ότι έχει προβεί σε καταβολές μετά την καταγγελία της σύμβασης, στα πλαίσια της προσωρινής διαταγής, όμως το ποσό που αφορά την καθ΄΄ης είναι μόνο αυτό των 1.619,10 € και όχι των 9.800 € (όπως αναφέρει κατέβαλε ανελλιπώς το ποσό των 150 € και σύνολο 9.800 σε  όλες τις πιστώτριες) και δεν αμφισβητεί αιτιολογημένα και ειδικώς  κάποιο κονδύλιο της απαίτησης  (που εντάσσεται στην  άρνηση της απαίτησης και όχι  στην κατάχρηση δικαιώματος).  Σημειώνεται ότι οι επικαλούμενες καταβολές δεν καθιστούν την επιταγή προς πληρωμή αόριστη και την απαίτηση μη εκκαθαρισμένη, καθώς η  μερική μόνο απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως οποτεδήποτε και αν έγινε, δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας,  εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη (άρθρα  904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 959/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτό, ως νόμιμο και, ως ουσιαστικά  βάσιμο, τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, κατά παραδοχή σχετικού δεύτερου λόγου εφέσεως, ως ουσιαστικά βάσιμου. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, η υπό κρίση έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του ανωτέρω παραβόλου της έφεσης  στην εκκαλούσα (άρθρο 495 §  3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο,  το οποίο θα προχωρήσει στη συνέχεια στην  έρευνα λόγων ανακοπής που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως αυτεπαγγέλτως, χωρίς να  απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ανακόπτοντος (ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1556/2012 ΕΔΠολ 2013.559, ΑΠ 920/2011 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 2003, παράγρ. 968 επ.)..

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 954 §  2 ΚΠολΔ η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει ……ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 993 §  2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 76 του Ν. 4842/2021, με ισχύ αυτού από την 1.1.2022, που εφαρμόζεται επί κατασχέσεων επιβληθεισών μετά την έναρξη ισχύος του. «Οι διατάξεις των §  1 εδάφιο β` και 2 έως 4 του άρθρου 954 εφαρμόζονται και εδώ, με εξαίρεση τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, ο οποίος ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά (7) μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημερομηνία αυτή. Εάν η παραπάνω προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, τότε για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας». Ο ανακόπτων στον δεύτερο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι ενώ η περάτωση της κατάσχεσης έλαβε χώρα την 17-5-2024 ως χρόνος πλειστηριασμού ορίστηκε η 15.1.2025, ώστε δεν συμπληρώθηκαν οι  7 μήνες, αφού εσφαλμένα προσμετρήθηκε και ο Αύγουστος.   Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού  μόνο  όταν η προθεσμία λήγει τον μήνα   Αύγουστο δεν συμπληρώνεται και  πρέπει να παραταθεί αυτή  ένα μήνα ακόμα.

Ο ανακόπτων στον δεύτερο λόγο της ανακοπής που ισχυρίζεται ότι στην πρώτη σελίδα της  Ιστοσελίδα Δημοσιεύσεων Πλειστηριασμών του π.δ. 67/2015 δεν έχει  καταχωρηθεί για τον επίδικο πλειστηριασμό τιμή πρώτης προσφοράς του ακινήτου, όπως και το ποσό για το οποίο γίνεται η κατάσχεση με συνέπεια την ακυρότητα της κατάσχεσης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς  η μη  αναφορά των ανωτέρω στοιχείων , στην αρχική και προδιατυπωμένη σελίδα εισαγωγής ενδεικτικών στοιχείων του οικείου Πληροφοριακού Συστήματος, στερείται έννομης επιρροής, δεδομένου ότι  από την εκτύπωση της ιστοσελίδας που προσκομίζει ο ανακόπτων προκύπτει ότι μετά την πρώτη σελίδα ακολουθεί η  λεπτομερής καταχώριση του προσβαλλόμενου αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, με όλα τα απαραίτητα στοιχεία και μεταξύ αυτών και των άνω στοιχείων,  της τιμής της πρώτης προφοράς και το ποσό  για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση (βλ.σχετ. ΕφΑιγ 2 / 2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 §  2 του ν. 4055/2012, «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης». Με την παραπάνω διάταξη καθιερώθηκε για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ το σύστημα συγκέντρωσης, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται να προβάλλονται σε αυτήν όλοι οι έως την άσκησή της γεννημένοι λόγοι ως ειδική έκφανση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι, εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή, αλλά υποχρεωτικά σταδιακή. Ειδικότερα, με την εν λόγω διάταξη η οποία αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που αναφύονται στην εκτέλεση και εντεύθεν στην ασφάλεια των συναλλαγών, θεσπίζεται το απαράδεκτο προβολής λόγων που βάλλουν κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με ήδη ασκηθείσα ανακοπή (ΑΠ 1660/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, για την εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να έχει προηγηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης, της οποίας το κύρος καλείται να εξετάσει άλλο δικαστήριο, είτε κυρίως είτε παρεμπιπτόντως, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προγενέστερη αυτή δίκη, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει αν  αυτή  εκκρεμεί, συζητήθηκε  ή  περατώθηκε τελεσίδικα,  β) οι μεταγενεστέρως προτεινόμενοι λόγοι να ήταν γεννημένοι και να μπορούσαν να προταθούν κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προγενέστερης δίκης, είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με αυτό των πρόσθετων λόγων της, ως τέτοιοι δε νοούνται όχι μόνο οι γνωστοί στον ανακόπτοντα αλλά και οι άγνωστοι σ’ αυτόν.  Κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου είναι η  δυνατότητα προβολής τους και όχι το αίτημα της προγενέστερης ανακοπής, δηλαδή η πράξη εκτέλεσης την ακύρωση της οποίας αυτή επιδιώκει. Η έννοια επίσης των «γεννημένων» λόγων περιλαμβάνει και όσους ήδη  προτάθηκαν στην προγενέστερη ανακοπή. Αντίθετα, λόγοι ανακοπής που γεννήθηκαν μετά το χρονικό σημείο, στο οποίο ήταν δυνατή η παραδεκτή κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στην προηγούμενη δίκη δεν υπάγονται στο απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ και θεωρούνται ως λόγοι οψιγενείς (ΑΠ 1130/1994 ΕλλΔνη 1996,644). Επίσης, λόγοι ανακοπής που, μολονότι γεννημένοι, ήταν απαράδεκτοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προηγούμενης δίκης της ανακοπής, γιατί δεν μπορούσαν να αποδειχθούν αμέσως (άρθρο 933 § 5 ΚΠολΔ), δεν νοούνται ως λόγοι που «μπορούν να προταθούν» και δεν θεωρούνται ότι καλύπτονται από το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αν αυτοί οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΟλΑΠ 10/1993, Δ 1994, 562, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1284/2008, ΑΠ 1660/2006 ΕλλΔνη 2008, 1410), γ) διεξαγωγή μεταγενέστερης δίκης στην οποία ανακύπτει, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, η εγκυρότητα της αυτής ή άλλης πράξης της εκτέλεσης. δ) ταυτότητα διαδίκων στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη, δεδομένου ότι μόνο εκείνος που άσκησε προγενέστερη ανακοπή αποκρούεται με τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ και όχι τρίτος δανειστής του καθ’ ου. Οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι θεωρούνται ως συνέχεια του αρχικού διαδίκου στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο,  βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 § 4 ΚΠολΔ για τους καλυπτόμενους από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Δεν εφαρμόζεται, όταν  η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (ΑΠ 242/2001, ΕφΑθ 3124/2024, ΕφΚρ 182/2024, ΕφΑθ 1724/2023,  ΕφΚρητ 127/2023, ΕφΑθ 2472/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΕφΠειρ 330/2024,   ΕφΠειρ 740/2022 https://www.efeteio-peir.gr/?,    Μάζης σε  Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2, άρθρο 935  αρ.2, 3 σελ. 247επ. Γέσιου Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως 2017, Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223).  Γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ και πριν εκδοθεί επ’ αυτής απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου, ασκηθεί από τον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη ανακοπή κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, η οποία στηρίζεται στην ήδη ανακοπείσα επιταγή προς πληρωμή, για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να συνεχισθεί η αναγκαστική εκτέλεση με την ήδη ανακοπείσα επιταγή προς πληρωμή που στη συνέχεια θα ακυρωθεί για κάποιο βάσιμο λόγο και προκειμένου να μην κριθεί ο ίδιος λόγος ανακοπής κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης απαράδεκτος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ, πρέπει ο ανακόπτων την αναγκαστική κατάσχεση να διαλάβει στο σχετικό δικόγραφο ότι έχει επικαλεσθεί τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή στην ανακοπή που άσκησε κατά αυτής, ότι ο λόγος αυτός αναμένεται να ευδοκιμήσει και ένεκα αυτού να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση η ήδη προσβληθείσα επιταγή προς πληρωμή και ότι ως εκ τούτου πρέπει η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης να ακυρωθεί ως στηριζόμενη σε άκυρη επιταγή προς πληρωμή. Τούτο δε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 69 § 1 στοιχ.δ του ΚΠολΔ που προβλέπει την προληπτική δικαστική προστασία με άσκηση ένδικου βοηθήματος μεταξύ άλλων και όταν η άσκηση δικαιώματος που θεσπίζεται από το νόμο εξαρτάται από την έκδοση απόφασης, συνήθως διαπλαστικής [βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νίκας) σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι (2000), άρθρο 69, σελ. 149, § 5]. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο της νέας ανακοπής δύναται να διατάξει κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ την αναβολή της συζήτησης αυτής, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη που αφορά στην με ανακοπή ακύρωση της στηρίζουσας την εκτέλεση επιταγής προς πληρωμή (ΕφΠειρ 239/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ο ανακόπτων στον τρίτο λόγο της ανακοπής του ζητά την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης η ανακοπή εταιρείας,  γιατί ισχυρίζεται ότι από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής και προσήγαγε  σε αποσπάσματα και σε περιλήψεις και όχι αυτούσια α) δεν αποδεικνύεται ότι έχει γίνει νόμιμα εκχώρηση της απαίτησης από την Τράπεζα ……. στην εταιρία ειδικού σκοπού «……….» και κατ΄επέκταση δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της καθ ής ως διαχειρίστριας της απαίτησης β) η καθ’ής δεν προσκόμισε ολόκληρη την σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων γ)  η καθ΄ής δεν νομιμοποιείται σε πράξη εκτέλεσης, καθώς ούτε η ως άνω εταιρία  ειδικού σκοπού έχουν υποβάλει την μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση στο ΤΑΧΙSNET, η επίδικη σύμβαση μεταβίβασης διαχείρισης δεν περιλαμβάνει αμοιβή και  δεν έχει επιδοθεί στη ΔΟΥ, στον Προϊστάμενο του τελωνείου, ώστε η σύμβαση αυτή να είναι άκυρη και να μην παράγει κανένα αποτέλεσμα. Ωστόσο ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν  ήδη γεννημένος κατά το χρόνο άσκησης  της από 2.05.2024 με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ ΕΑΚ …………/2024 ανακοπής που είχε ασκήσει ο ανακόπτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών,   κατά  της από 11.5.2024 επιταγής προς πληρωμή, παρά πόδας του πρώτου εκτελεστού απογράφου της  διαταγής πληρωμής, όπως και προτάθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Επομένως δεδομένου ότι   δεν προβλήθηκε με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 69 §  1 δ ΚΠολΔ, ούτε  είναι οψιγενής ο άνω λόγος ανακοπής,  πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ.

Ο ανακόπτων στον πέμπτο λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι έχει ασκήσει  α) την από 2.5.2024 με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2024 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αιτούμενος να ακυρωθεί η από 11.04.2024 επιταγή προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτωθι του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αρ.  ……./2023 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών β) την από 2.2.2024 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2024 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αιτούμενος την ακύρωση της ιδίας διαταγής πληρωμής και οι  λόγοι των άνω ανακοπών, είναι οι εξής :i) έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ης, γιατί από τα έγγραφα που προσκομίζει με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής που προσκόμισε μόνο  σε περίληψη και όχι πλήρη δεν αποδεικνύεται αν η επίδικη απαίτηση μεταβιβάσθηκε στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού, ενώ δε προσκομίστηκε και ολόκληρη η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ii)  καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ από πλευράς  της καθ’ης, εν όψει της αίτησή του περί υπαγωγής στο στις διατάξεις του ν. 3869/2010, επί της οποίας, μετά την αρχική απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας έχει ασκήσει έφεση, ενώ είχε προβεί σε καταβολές συνολικού ποσού 9.600 € προς τις πιστώτριες, και 1.619,10 € προς την καθ’ ής, η  οποία επιχειρεί να διογκώσει τεχνηέντως την οφειλή: iii)  ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης δανείoυ, λόγω μη εκκαθαρισμένης απαίτησης,  καθώς  ενώ κλήθηκε να καταβάλει το ποσό των 79.835,43 €, η καθ΄ής ισχυρίζεται ότι ανήλθε η οφειλή στις 25.5.2023 σε 94.759,99 €, κι ενώ είχε καταβάλει το ποσό των 1.619,10 €.  iv) ¨Ότι στην οφειλή έχουν συμπεριληφθεί τόκοι που έχουν ανατοκισθεί, κεφαλαιοποιηθεί και επανατοκισθεί, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο διαχωρισμός και η αφαίρεσή τους από τη συνολική απαίτηση με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς και ως εκ τούτου να μην αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της από τα προσκομιζόμενα για την έκδοση διαταγής πληρωμής αποσπάσματα εκ των εμπορικών βιβλίων της καθ’ης.  vi) ¨Ότι καταλογίσθηκαν παράνομα επιτόκια που επιβάρυναν υπέρμετρα και δυσανάλογα την ένδικη απαίτηση εις βάρος της ανακόπτουσας, καθώς υπολογίσθηκαν με βάση έτος 360 ημερών αντί 365 ημερών κι επειδή έγινε παράνομη μετακύλιση σε αυτούς της εισφοράς του ν. 128/1975 που κατά τον νόμο θα έπρεπε να επιβαρύνει την πιστώτρια τράπεζα. Ενόψει των άνω ανακοπών ζήτησε με τον άνω λόγο ανακοπής να ανασταλεί η έκδοση οριστικής απόφασης έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης  των άνω ανακοπών. Στο τέλος (αιτητικό του δικογράφου) ζήτησε γενικά  να ακυρωθεί  η προσβαλλόμενη έκθεση κατάσχεσης, θέτοντας ως επικουρικό το αίτημα αναβολής της έκδοσης  οριστικής απόφασης. Με δεδομένο ότι στο συγκεκριμένο λόγο ανακοπής τίθεται πρώτο το αίτημα αναστολής κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ,  (χωρίς όμως ο ανακόπτων  να αρκείται μόνο  σ΄αυτό, όπως προκύπτει από το γενικό αίτημα του δικογράφου της  ανακοπής) εκτιμάται ότι οι προσβαλλόμενοι λόγοι δεν ζητείται να υποβληθούν σε νέα κρίση από το Δικαστήριο, αλλά στα πλαίσια των άνω ανακοπών, που αναμένεται να ευδοκιμήσουν, ώστε λόγω αυτών (και ιδίως της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή) πρέπει να ακυρωθεί και η προσβαλλόμενη κατασχετήρια Έκθεση. Συνακόλουθα ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι παραδεκτός και νόμιμος κατ’ άρθρο 933 σε συνδυασμό με το άρθρο 69 § 1 στοιχ.δ’ ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 242/2001, ΕφΠειρ 239/2025, ΕφΠειρ 489/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα δικόγραφα των άνω ανακοπών προσκομίζονται και προκύπτει ότι η με στοιχ. (α) έχει προσδιορισθεί προς συζήτηση  στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 7.12.2032 και η (β) στις 24.3.2027. Oι λόγοι αυτών ταυτίζονται, (όπως αποτυπώθηκαν πιο πάνω)  αλλά  η με στοιχ. (β) ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής (που έχει ασκηθεί προγενέστερα)  έχει ως επιπλέον λόγους  την ακυρότητα της καταγγελίας και την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ. Επισημαίνεται ότι  το αντικείμενο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και η εκκρεμοδικία επ΄αυτής  οριοθετείται από τους λόγους αυτής (Ολ ΑΠ  10/1997), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 933 § 4 ΚΠολΔ  αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής οι αντιρρήσεις (λόγοι ανακοπής) είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 § 2 εδ.γ ΚΠολΔ. Αν απορριφθεί τελεσίδικα για ουσιαστικούς λόγους η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής παράγεται ουσιαστικό δεδικασμένο για την απαίτηση, με συνέπεια την απόρριψη της ανακοπής κατά της εκτέλεσης που βάλλει κατά των ιδίων λόγων ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, κατά το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ, ενώ αν αυτή απορριφθεί για τυπικούς λόγους πάλι παράγεται δεδικασμένο με συνέπεια την απόρριψη της ανακοπής κατά της εκτέλεσης που στηρίζεται στον ίδιο λόγο (Κονδύλης/Κεραμέας/Νίκας ΚΠολΔ 2 2021 (Μάζης) άρθρο 933 αρ.51, Γέσιου-Φαλτσή Π., Αναγκαστική Εκτέλεση, Γενικό Μέρος, εκδ. 2017, § 34, αρ.58). Κατόπιν αυτών, προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, αλλά και για την μη παρέλκυση της δίκης,   θα πρέπει  κατά  τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, να ανασταλεί η έκδοση  οριστικής απόφασης επί του πέμπτου λόγου ανακοπής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης της με στοιχ. (β) ανακοπής που στρέφεται κατά της διαταγής πληρωμής, καθώς αυτή έχει   προσδιορισθεί να δικασθεί πρώτη, σε σχετικά κοντινό χρονικό διάστημα.   Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στο παρόν στάδιο, δεδομένου ότι καίτοι απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι ανακοπής, παραμένει προς εξέταση ο πέμπτος λόγος της ένδικης ανακοπής, κατά αμέσως προεκτεθέντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά  και κατ΄ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αρ. 3944/2024   απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα που κατέθεσε αυτό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον τέταρτο λόγο της ανακοπής κι επιπλέον τους  πρώτο, δεύτερο  και τρίτο λόγους αυτής.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση του πέμπτου λόγου της ως άνω ανακοπής, έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης  επί της από 2.2.2024 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2024 ανακοπής,  που εκκρεμεί  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την   22.4.2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ