Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 264/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως   264/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας – εφεσίβλητης: ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο – Χαράλαμπο Μπαλάσκα.

Του καθού η κλήση – εκκαλούντος: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση (ΔΕ Σωτήριος Καλαμίτσης Εταιρεία Δικηγόρων), με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συγκοινοποιούμενη: …………….., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 26-2-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2020 αγωγή – προσεπίκληση, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3136/2021 απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο προσεπικαλούμενος, με την από 14-4-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./2022 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ………./2022), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 7-12-2023, πλην όμως η συζήτησή της ματαιώθηκε. Με την από 8-2-2024 κλήση της εφεσίβλητης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αριθμός κατάθεσης δικογράφου …………/2024), η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 6-3-2025, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η παραπάνω έφεση (συγκοινοποιούμενη και στην εναγόμενη). Επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 301/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να προσκομισθεί είτε βεβαίωση (μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα) περί πραγματικής επίδοσης στην εναγόμενη της υπό κρίση έφεσης και κλήσης επαναπροσδιορισμού, είτε έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται η διαβίβαση των ως άνω επιδοτέων εγγράφων σε αυτήν, δοθέντος ότι η εναγόμενη φερόταν ως κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου. Ήδη, με την από 25-7-2025 κλήση της εφεσίβλητης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αριθμός κατάθεσης δικογράφου ………./2025), η οποία προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η παραπάνω έφεση (συγκοινοποιούμενη και στην εναγόμενη).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο,  ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς τους, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατ` εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων αυτών. Επί αναγκαστικής ομοδικίας η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου στην παρ. 1 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζονται οι περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, στη δε παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς, τούτο δε υπό την έννοια ότι αν αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ως ασκούντες αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, παρ’ ότι αδράνησαν. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι δεν απαιτείται από το νόμο όπως η ασκουμένη έφεση από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους. Απευθύνεται, επί ποινή απαραδέκτου, και κατά των ομοδίκων αφού σε ενάντια περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανίζεται να έχει ταυτοχρόνως την ιδιότητα του εφεσιβλήτου και του εκκαλούντος, το οποίο λογικώς και νομικώς είναι απαράδεκτο. Εντούτοις, ειδικώς επί αναγκαστικής ομοδικίας που προκύπτει στη δίκη επί διανομής, δεδομένου ότι κατ’ άρθρο 478 ΚΠολΔ είναι αναγκαία η εναγωγή όλων των κοινωνών, τα προεκτεθέντα δεν δύνανται να ισχύουν. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 798 και 794 ΑΚ, 479, 480 παρ. 3, 481 αρ. 2, 482 παρ.1, 483, 489 ΚΠολΔ, η αγωγή περί διανομής, η οποία έχει σκοπό τη διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό με τη λύση της κοινωνίας, δεν είναι μόνον διαπλαστική αλλά διπλού χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δημιουργεί δίκη κατά την οποία εκ προοιμίου και ανεξαρτήτως αυτής, ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, όπως επίσης και έκαστος εναγόμενος είναι ταυτόχρονα αντίδικος του συνεναγομένου του, εφόσον υφίσταται η δυνατότητα οποιοσδήποτε των εναγομένων να υποβάλει αίτηση με βάση της πραγματικής διαφοράς της αγωγής ως προς το επίκοινο δίκαιο και τη διάπλαση αυτού, και σε περίπτωση παραδοχής της αίτησης, να αποβεί η δίκη σε βάρος των λοιπών όχι με την απόρριψη της αγωγής αλλά με τη διάπλασης τη έννομης σχέσης κατά τρόπο διάφορο αυτού που επιδιώκεται με την αγωγή. Κατ’ ακολουθία η δίκη θα καταλήξει σε βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων και του ετέρου ή των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι, λόγω της διαπλαστικής ενέργειας της απόφασης που θα εκδοθεί, είναι αντίδικοι προς αλλήλους δεσμευόμενοι,. Ακολούθως η δίκη περί διανομής είναι ομοίως διπλή καθ’ όλη τη πορεία αυτής, συνεπώς και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Το ότι κάποιος ή κάποιοι των κοινωνών ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι βρίσκονται σε αντίστοιχη δικονομική θέση κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα σε κάθε στάδιο αυτού είναι απολύτως συμπτωματικό, αφού καθένας τούτων ανεξαρτήτως της θέσεώς του, δύναται να έχει αντίθετα συμφέροντα προς τον έτερο και προβάλλων αυτά να είναι ουσιαστικώς αντίδικος του ετέρου. Επομένως, επί δίκης διανομής, ο εκκαλών εναγόμενος οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει  την έφεση και κατά του στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας αναγκαίου ομοδίκου του (συνεναγομένου) σύμφωνα με το άρθρο 517 εδ. β ΚΠολΔ, διότι στην ειδική αυτή περίπτωση η παρ. 4 του άρθρου 76 του ιδίου κώδικα κατά την οποία η άσκηση ενδίκων μέσων επάγεται αποτέλεσμα και για τους λοιπούς, δεν εφαρμόζεται. Αληθώς, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι ο ως άνω αναγκαίος ομόδικος λογίζεται εκ του νόμου ως αντιπροσωπευόμενος στην άσκηση της έφεσης υπό του εκκαλούντος, κατά το μέτρο που έχει αντίθετα συμφέροντα προς αυτόν και λόγω του διπλού χαρακτήρα της δίκης αυτής, έχει ουσιαστικά και την ιδιότητα του αντιδίκου (AΠ 1822/2017, ΕφΠειρ 407/2021, 386/2014, ΕφΔωδ 172/2020, ΕφΔυτΜακ 11/2020, ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ: «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το προαναφερθέν περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προτού αυτή τροποποιηθεί με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης και προβλέπεται ότι η έφεση κατά ερήμην απόφασης λειτουργεί όπως η καταργηθείσα αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Συνεπώς η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης αρκούσης της τυπικής παραδοχής της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009,927, ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 2008,52, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017, ΤΝΠ Νόμος). Η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που προβάλλει ο τελευταίος ως υπεράσπιση κατά των λόγων της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία εξετάζει κατά νόμο αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής. Έτσι, σε περίπτωση που ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία κάποιος λόγος της έφεσης ο δε εκκαλών – εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προβάλει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να έχει προτείνει, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 394/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008, 2457, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005, 1101 ΑΠ 331/2001 ΕλΔ2001, 1320).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 8-2-2024 κλήση της εφεσίβλητης, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η από 14-4-2022 έφεση του εκκαλούντος – προσεπικαλουμένου, η οποία κατά την ορισθείσα προς συζήτηση δικάσιμο ματαιώθηκε. Με την πιο πάνω κλήση νομίμως κοινοποιήθηκε η έφεση και στην εναγόμενη ………….., η οποία φερόταν κάτοικος εξωτερικού και, συγκεκριμένα, Ηνωμένου Βασιλείου. Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 301/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να προσκομισθεί είτε βεβαίωση (μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα) περί πραγματικής επίδοσης στην εναγόμενη της υπό κρίση έφεσης και κλήσης επαναπροσδιορισμού, είτε έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται η διαβίβαση των ως άνω επιδοτέων εγγράφων σε αυτήν. Ήδη, με την από 25-7-2025 κλήση της εφεσίβλητης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αριθμός κατάθεσης δικογράφου ………../2025), η οποία προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η παραπάνω έφεση, συγκοινοποιούμενη και στην εναγόμενη, η οποία φέρεται πλέον ως αγνώστου διαμονής.

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εφεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης, υπ’ αριθμ. ………/30-9-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……………, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της  της υπό κρίση κλήσης, καθώς και της έφεσης, με έκθεση κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και έκθεση κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με πράξη ορισμού δικασίμου, και κλήση να παραστεί κατά τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ………….. ως αγνώστου διαμονής, δοθέντος ότι στις 2-10-2025 δημοσιεύτηκε περίληψη των επιδοθέντων δικογράφων στις εφημερίδες ….., αρ. φύλλου …… σελ  4 και ….., αρ. φύλλου ……. σελ. 13, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 135 και 134 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον αυτή θεωρείται δικονομικά απούσα και δεδομένου ότι στην προκειμένη δίκη διανομής δεν έχει εφαρμογή ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς – αναγκαίους ομοδίκους του, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η διαδικασία σαν να ήταν και αυτή παρούσα, κατά τα προεκτεθέντα. Επισημαίνεται, όπως προεκτέθηκε, ότι η ανωτέρω φερόταν αρχικά ως κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου και για τον λόγο αυτό εκδόθηκε και η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 301/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης. Ωστόσο, από τα έγγραφα που προσκομίζει η εφεσίβλητη – επισπεύδουσα τη συζήτηση και, κυρίως,  από την από 2-1-2025 βεβαίωση από την υπηρεσία δικαστικών επιμελητών του δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, στην οποία αναγράφεται ότι το υπ’ αριθμ. ………. έγγραφο (ήτοι η επίδοση της προγενέστερης κλήσης μετά της έφεσης) δεν επιδόθηκε στην …………., διότι δεν κατοικεί πια στη διεύθυνση στην οποία θα γινόταν η κοινοποίηση, σε συνδυασμό με το από 15-10-2024 έγγραφο από την υπηρεσία εύρεσης στοιχείων προσώπων, στο οποίο βεβαιώνεται η ίδια διεύθυνση, προκύπτει ότι η ανωτέρω έχει καταστεί, πράγματι, αγνώστου διαμονής και, επομένως, ορθά στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση έλαβε χώρα κατ άρθρο 135 ΚΠολΔ.

Η φερόμενη προς συζήτηση και κρίση ενώπιον του παρόντος, αρμοδίου, καθ’ ύλη και κατά τόπο, Δικαστηρίου (άρθρα 19 και 29 παρ. 1ΚΠολΔ), παραπάνω έφεση, ασκήθηκε από τον, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, πρωτοδίκως ηττηθέντα διάδικο νομίμως και εμπροθέσμως με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 15-4-2022 και εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εκκαλουμένης που έλαβε χώρα στις 24-3-2022 (βλ. υπ’ αριθμ. ………. ΣΤ/24-3-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……… – άρθρα 495 – 499, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της, έχει καταβληθεί και κατατεθεί το, απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παράβολο [υπ’ αριθμ. κωδ. παραβ. ………… παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ].

Με την από 26-2-2020 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εκθέτει ότι είναι συγκυρία κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχείο Γ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 68,07 τ.μ., με ΚΑΕΚ ………., της υπό στοιχεία «ΘΕΣΗ Θ-3» θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, εμβαδού 10,125 τ.μ. με ΚΑΕΚ ……… και της υπό στοιχεία «Υ-6» αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 4,18 τ.μ. με ΚΑΕΚ ………., κείμενων επί της συμβολής των οδών …………… οικοδομής στον Πειραιά, ενώ η εναγόμενη είναι συγκυρία κατά κλάσμα 3/8 εξ αδιαιρέτου και ψιλή κυρία κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου των ίδιων οριζόντιων ιδιοκτησιών και ο προσεπικαλούμενος και νυν εκκαλών είναι επικαρπωτής κλάσματος 2/8 εξ αδιαιρέτου των ίδιων ακινήτων. Ότι, περαιτέρω, η εναγόμενη δεν συναινεί στον εξώδικο τρόπο λύσης της κοινωνίας. Επικαλούμενη δε την αδυναμία αυτούσιας λύσης της κοινωνίας λόγω της φύσης των ακινήτων και της απαγόρευσης κατάτμησης των οριζόντιων ιδιοκτησιών στη νομίμως μεταγεγραμμένη με αρ. ………/2006 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Πειραιά …….., ζητεί να διαταχθεί η λύση της κοινωνίας με τη διά πλειστηριασμού πώληση των περιγραφόμενων στην αγωγή οριζόντιων ιδιοκτησιών, ώστε να λάβουν η ενάγουσα και η εναγόμενη το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί, κατά τα ποσοστά συγκυριότητας τους, και ο προσεπικαλούμενος επικαρπωτής το ποσό που αντιστοιχεί στο βεβαρημένο μερίδιό του, με ορισμό ως αρμόδιου επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………. και να επιδικασθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3136/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και συγκεκριμένα διατάχθηκε η πώληση δια εκουσίου δημοσίου πλειστηριασμού του επίκοινου ακινήτου και τη διανομή του πλειστηριάσματος κατά τον λόγο της μερίδας εκάστου των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο προσεπικληθείς από την ενάγουσα, φερόμενος επικαρπωτής, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της ένδικης αγωγής στο σύνολό της. Επομένως, με βάση και τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη και δοθέντος ότι η υπό κρίση έφεση κρίθηκε ήδη ως τυπικά δεκτή, πρέπει αυτή να γίνει και ουσιαστικά δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, δηλαδή στο σύνολό της, καθόσον πλήττεται ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων που οδήγησαν στην παραδοχή της αγωγής. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τη βασιμότητά της κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, έχοντας τη δυνατότητα ο εκκαλών να προτείνει και με τις προτάσεις του όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσαν να προταθούν και πρωτοδίκως. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, για το παραδεκτό άσκησης της οποίας έχει προηγηθεί η εμπρόθεσμη (άρθρο 220 ΚΠολΔ) εγγραφή της στα κτηματολογικά φύλλα των ανωτέρω ακινήτων στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./17-3-2020 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς ενώ για το παραδεκτό συζήτησής της έχει προηγηθεί η διαδικασία έγγραφης ενημέρωσης της ενάγουσας για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρο 3 παρ. 2 ν. 4640/2019 – βλ. την από 17-2-2020 έγγραφη ενημέρωση) και έχει προσκομιστεί το κατ’ άρθρο 54 Α του ν. 4174/2013 πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ (βλ. από 8-2-2020 σχετικά πιστοποιητικά), ενώ δεν απαιτείται η καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων επιβαρύνσεις, λόγω της απαλλαγής της ενάγουσας από την καταβολή δικαστικών εξόδων με την υπ’ αριθμ. 406/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί παροχής νομικής βοήθειας (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3226/2004), αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να συζητηθεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 785, 795, 798, 799, 801 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 478 – 491 ΚΠολΔ, ενώ έχει προσεπικληθεί νόμιμα κατ’ άρθρο 491 παρ. 1 ο επικαρπωτής (σύμφωνα με το αγωγικό δικόγραφο) κλάσματος 2/8 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω ακινήτων και δεν υφίστανται δανειστές που να έχουν δικαίωμα υποθήκης, ενεχύρου ή να έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς (βλ. τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα αντίγραφα των κτηματολογικών φύλλων των με ΚΑΕΚ …………, ………. και ……… ακινήτων). Το παρεπόμενο αίτημα διορισμού ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου της προτεινόμενης συμβολαιογράφου, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο, διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 484, 927 και 954 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό συγκύριος ορίζει και τον επ’ αυτού υπάλληλο, δοθέντος ότι στον ΚΠολΔ δεν περιέχεται αντίστοιχη με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 1092 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά την οποία το Δικαστήριο, που διέτασσε την πώληση του κοινού πράγματος, διόριζε και τον συμβολαιογράφο (ΠΠρΑΘ 1596/2012, ΠΠρΘεσ 14371/2011, ΠΠρΘεσ 9277/2011, ΠΠρΘεσ 2934/2011, ΠΠρΘεσ 254/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ). Επομένως, πρέπει η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι συγκυρία μαζί με την εναγόμενη ……….. τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα: α) του υπό στοιχεία Γ-1 διαμερίσματος του τρίτου (Γ) πάνω από το ισόγειο ορόφου, β) της υπό στοιχεία «ΘΕΣΗ G-3» θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου και γ) της υπό στοιχεία Υ-6 αποθήκης του υπογείου, που αποτελούν τμήματα πολυκατοικίας που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση «………….», εντός της δημοτικής ενότητας Πειραιά, του Δήμου Πειραιά, της ΠΕ Πειραιά, της Περιφέρειας Αττικής, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης, στο υπ’ αριθμόν …… οικοδομικό τετράγωνο, που περιβάλλεται από τους δρόμους ………. και επί των οδών ……, στην οποία έχει τον αριθμό …… και ….., στην οποία έχει τον αριθμό …… Οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες περιγράφονται ως εξής: 1) Τo με στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου (Γ) πάνω από την PILOTIS ορόφου της πολυκατοικίας, φαίνεται σε κάτοψη στο από Ιανουάριου 2006 και υπ’ αριθμόν σχεδίου ΣΥ-6 σχεδιάγραμμα κάτοψης Γ’ ορόφου του αρχιτέκτονα μηχανικού ………… και κατά τις αναλογίες του στον από Ιουνίου 2006 πίνακα ποσοστών οικοδομής του ιδίου μηχανικού, τα οποία και τα δύο προσαρτώνται στην υπ’ αριθμ. ………/2006 πράξη της Συμβολαιογράφου Πειραιά ………. Αποτελείται από σαλόνι-μαγειρείο, δύο (2) υπνοδωμάτια, λουτρό, όφφις και ημιϋπαίθριο χώρο, επιφάνειας του ημιϋπαιθρίου χώρου 14,31 τ.μ., ο οποίος έχει τακτοποιηθεί κατ’ εφαρμογή του ν. 3843/2010. Το ως άνω διαμέρισμα έχει επιφάνεια 68,07 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 62,42/000) και συνορεύει νοτιοδυτικά με νοτιοδυτικό όριο οικοπέδου και ακάλυπτο χώρο, νοτιοανατολικά με ακάλυπτο χώρο, κλιμακοστάσιο και πλατύσκαλο κλιμακοστασίου, βορειοανατολικά με βορειοανατολικό όριο οικοπέδου και βορειοδυτικά με την οδό ……. στην οποία έχει εξώστη και φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ………… στο Ελληνικό Κτηματολόγιο. 2) Η με στοιχεία «ΘΕΣΗ G-3» θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, φαίνεται σε κάτοψη στο από Ιανουάριου 2006 και υπ’ αριθμ. σχεδίου ΣΥ-2 σχεδιάγραμμα κάτοψης υπογείου του αρχιτέκτονα μηχανικού ………. και κατά τις αναλογίες της στον από Ιουνίου 2006 πίνακα ποσοστών οικοδομής του ιδίου μηχανικού, τα οποία και τα δύο προσαρτώνται στην υπ’ αριθμ. ……../26-7-2006 πράξη της Συμβολαιογράφου Πειραιά …………. Έχει επιφάνεια 10,125 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 5/000 και συνορεύει βορειοδυτικά με χώρο ελιγμών για τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων του υπογείου, νοτιοδυτικά με χώρο ελιγμών για τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων του υπογείου, νοτιοανατολικά με λεβητοστάσιο και βορειανατολικά με χώρο ελιγμών για τις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων του υπογείου. Η ως άνω θέση στάθμευσης φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ………… στο Ελληνικό Κτηματολόγιο. 3) Η με στοιχεία Υ-6 αποθήκη του υπογείου, φαίνεται σε κάτοψη στο πιο πάνω αναφερόμενο σχεδιάγραμμα κάτοψης υπογείου του αρχιτέκτονα μηχανικού ………… και κατά τις αναλογίες της στον πιο πάνω αναφερόμενο πίνακα ποσοστών οικοδομής του ιδίου μηχανικού. Αποτελείται από ένα ενιαίο χώρο, έχει επιφάνεια 4,18 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 2/000. Η αποθήκη αυτή φέρει αριθμό ΚΑΕΚ ………. στο Ελληνικό Κτηματολόγιο. Οι πιο πάνω ιδιοκτησίες αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες δυνάμει της υπ’ αριθμ, ………./26-7-2006 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο …. και αριθμό ………, με την οποία πράξη υπήχθησαν οι άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και ολόκληρη η πολυκατοικία επί της οποίας βρίσκονται αυτές, στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και του ν.δ. 1024/1971. Περαιτέρω, οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες περιήλθαν στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα κατά κλάσμα 3/8 εξ αδιαιρέτου, εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της μητέρας της. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ ……/19-12-2019 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Πειραιά ……….  που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιά με αριθμ. καταχώρισης …./6-2-2020. Η εναγόμενη τυγχάνει συγκυρία των ιδίων ανωτέρω περιγραφεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά μεν πλήρη κυριότητα σε κλάσμα 3/8 εξ αδιαιρέτου, που απέκτησε από κληρονομιά της μητέρας της, δυνάμει της υπ’ αριθμ …../10-11-2016 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πειραιά ….., νόμιμα μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο …. και αριθμό ….., κατά δε πλήρη κυριότητα σε κλάσμα 2/8 εξ αδιαιρέτου με δουλεία οικήσεως υπέρ του εκκαλούντος . ……., ποσοστό που απέκτησε λόγω γονικής παροχής που συνέστησε ο πιο πάνω πατέρας της, δυνάμει του υπ’ αριθμ …../24-10-2017 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Πειραιά ………., που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιά με αρ. καταχώρισης …………./17-11-2017.

Ο εκκαλών, επί των ιδίων ανωτέρω περιγραφεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών έχει δουλεία οικήσεως σε κλάσμα 2/8 εξ αδιαιρέτου. Αρχικά μεν απέκτησε κλάσμα 2/8 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας από κληρονομιά της συζύγου του και μητέρας των λοιπών διαδίκων ………., δυνάμει της υπ’ αριθμ ……./10-11-2016 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., νόμιμα μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο ….. και αριθμό ……., στη συνέχεια δε μεταβίβασε, όπως προαναφέρθηκε, λόγω γονικής παροχής προς την εναγόμενη κόρη του ………… κλάσμα 2/8 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και παρακράτησε το δικαίωμα της οικήσεως για τον εαυτό του. Επομένως, ο εκκαλών έχει δικαίωμα οίκησης στο επίδικο ακίνητο και όχι επικαρπίας, όπως αναφέρεται στην αγωγή και δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην παρ. 1 του άρθρου 491 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: «στη δίκη διανομής  προσεπικαλούνται υποχρεωτικά, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσοι έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς». Κατά τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, ότι: «αν αυτό δεν συμβεί, το δικαστήριο με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να προσεπικληθούν οι αναφερόμενοι στην πρώτη παράγραφο, αναβάλλοντας προς τούτο τη συζήτηση. Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη». Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 491 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απαρίθμηση εκείνων που προσεπικαλούνται στη δίκη διανομής είναι περιορισμένη. Συνεπώς, εκείνος που έχει επί του διανεμητέου το κατά το άρθρο  1183 ΑΚ εμπράγματο δικαίωμα της προσωπικής δουλείας οίκησης (Μπαλή Εμπραγ. Δικ. εκδ. 4η,  παρ. 182) δεν είναι εκ των κατά το άρθρο 491 ΚΠολΔ, προσεπικαλουμένων στην περί διανομής δίκη. Άλλωστε, κατά το άρθρο 803 ΑΚ, που δεν καταργήθηκε από τις περί διανομής διατάξεις και ειδικότερα από εκείνη των άρθρων 491 ΚΠολΔ (βλ. Γαζή Τροποποιήσεις του Αστικού Κώδικα υπό  του ΚΠολΔ ΝοΒ 17 σελ. 1 επόμ. και ιδίως σελ. 7 Βασ. Βαθρακοκοίλη Ερμ. Αστ.  Κώδικα τόμος Α` σελ. 1086 υπ’ αριθμ. 803 όπου και περαιτέρω παραπομπές σε συγγραφείς και Νομολογία) εμπράγματα δικαιώματα τρίτων -όπως είναι και εκείνο της προσωπικής δουλείας οίκησης- πάνω στο κοινό πράγμα δεν παραβλάπτονται από τη διανομή, αδιάφορο αν έγινε αυτουσίως ή με πώληση εκούσια ή με πλειστηριασμό (βλ. ΕφΑθ 5357/1991, Νόμος. Τούση Εμπραγ. Δικ. Εκδ. Γ, σελ. 535 και εδώ σημ. 25, Μπαλή Κληρ. Δικ. έκδ. 4η  παρ.  232  σελ.  272  Καυκά  Ενοχ. Δικ. τόμος Β’ εκδ. Γ` υπό τα άρθρα 803-805 ΑΚ σελ. 264 – 265,  Βαθρακοκοίλη οπ. αν.). Ο εκκαλών, κλήθηκε από την ενάγουσα, ως φερόμενος επικαρπωτής και για τον λόγο αυτό, όπως προελέχθη, κρίθηκε και παραδεκτή η έφεσή του. Ωστόσο, ως δικαιούχος οίκησης, δεν διαθέτει την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη και το δικαίωμα οίκησης λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά την εκτέλεση. Επομένως και το έννομο συμφέρον του περιορίζεται στο ανωτέρω, καθώς δεν θίγεται το δικαίωμα του από τη διανομή του επίδικου ακινήτου. Με τις προτάσεις του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχτηκε, για την ερήμην δικασθείσα εναγόμενη, ότι αρκεί η πλασματική επίδοση της αγωγής σε αυτήν, ήτοι η επίδοση στον Εισαγγελέα και όχι η πραγματική επίδοση στην ίδια, δοθέντος ότι (κατά την εκδίκαση της αγωγής)  ήταν κάτοικος της Ε.Ε. Επί του λόγου αυτού λεκτέα είναι τα εξής: Κατά το άρθρο 516 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της έφεσης και των λόγων αυτής, απαιτείται ο εκκαλών να έχει έννομο συμφέρον, το οποίο συνίσταται στην άμεση και ενεστώσα δικονομική βλάβη από την εκκαλουμένη απόφαση. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι προσωπικό και δεν αρκεί η επίκληση βλάβης τρίτου διαδίκου. Εξάλλου κατά τα άρθρα 159, 160 και 161 ΚΠολΔ, η ακυρότητα της επίδοσης συνιστά σχετική ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν πρότασης του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει θεσπιστεί και εφόσον αυτός επικαλείται και αποδεικνύει σχετική δικονομική βλάβη. Επομένως, η σχετική ακυρότητα έχει τεθεί προς προστασία αυτής, η οποία και μόνη νομιμοποιείται να την επικαλεστεί, εφόσον υπέστη δικονομική βλάβη από την ερημοδικία της. Ο εκκαλών, δεν υπέστη δικονομική βλάβη από την τυχόν ακυρότητα της επίδοσης προς την εναγόμενη κυρία, ούτε, άλλωστε, επικαλείται τέτοια βλάβη, δοθέντος, μάλιστα, ότι δεν υποκαθιστά, ούτε εκπροσωπεί αυτήν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης. Συνεπώς, ο εκκαλών δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλει τον παραπάνω ισχυρισμό, ο οποίος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επιπλέον, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι ο πλειστηριασμός θα είναι δυσχερής, για τον λόγο ότι έχει συσταθεί δικαίωμα οίκησης υπέρ του ιδίου, η οποία οίκηση παρακολουθεί την κυριότητα και παραμένει άθικτη σε οποιαδήποτε μεταβολή αυτής. Πράγματι, το δικαίωμα της οίκησης δεν εμποδίζει τη λύση της κοινωνίας των συγκύριων, αλλά διατηρείται και βαρύνει το τμήμα του ακινήτου που θα αποδοθεί στον νέο δικαιούχο. Ωστόσο, ο εκκαλών δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλει τα ως άνω, καθώς το δικό του δικαίωμα δεν επηρεάζεται και δεν θίγεται από την εκκαλουμένη, που διέταξε την πώληση του επίδικου με εκούσιο πλειστηριασμό. Επίσης, ο εκκαλών διαμαρτύρεται για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας, διότι η το επίδικο αποτελεί την κύρια κατοικία του και η υγεία του είναι σοβαρά κλονισμένη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο. Σύμφωνα και με τα προελεχθέντα, το δικαίωμα του εκκαλούντος δε θίγεται από την διανομή του επίδικου με εκούσιο πλειστηριασμό. Ουδόλως δε, επικαλείται ο εκκαλών περιστατικά που θα μπορούσαν, σχετικά και με τη νομική φύση του δικαιώματός του, να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας (πχ ότι θα δημιουργηθούν πιέσεις αποχώρησης από τους νέους ιδιοκτήτες, ότι θα δημιουργηθεί νέα ιδιοκτησιακή κατάσταση που θα καταστήσει δυσχερή την οίκησή του). Τέλος, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι παρ’ ότι η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο Υπηρεσίας παράταση όλων των προθεσμιών των άρθρων 237, 238 ΚΠολΔ κατά 60 ημέρες, εντούτοις η πράξη αυτή δεν του επιδόθηκε. Έτσι η ενάγουσα, ενώ όφειλε να καταθέσει προτάσεις μέχρι τις 23-11-2020, κατέθεσε αυτές στις 31-12-2020, χωρίς τούτο να το γνωρίζουν ούτε η εναγόμενη ούτε ο ίδιος. Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς ο εκκαλών δεν παραστάθηκε πρωτοδίκως και δεν κατέθεσε προτάσεις, ουδεμία δε δικονομική βλάβη ισχυρίζεται ότι υπέστη εκ της ανωτέρω χορηγηθείσας παράτασης των προθεσμιών. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), του εμβαδού, της φύσης και του προορισμού των ακινήτων, κρίνεται ότι είναι προδήλως ανέφικτη η αυτούσια διανομή τους σε δύο μέρη, ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών διαδίκων, χωρίς τη μείωση της αξίας των μερίδων, δεδομένου ότι αυτά δεν δύνανται να έχουν λειτουργική αυτοτέλεια, ήτοι είναι αδύνατη η αξιοποίησή τους, σε περίπτωση κατάτμησής τους, η οποία καθίσταται και ανέφικτη λόγω της σχετικού όρου στον Κανονισμό της οικοδομής, της απαγόρευσης κατάτμησης των οριζόντιων ιδιοκτησιών, χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, ενώ συγχρόνως εκμηδενίζεται η αξία τους, καθόσον το άθροισμά τους κατ’ αξία θα υπολείπεται κατά πολύ της συνολικής αξίας των όλων ακινήτων. Ως εκ τούτου, καθίσταται προδήλως ανέφικτη η αυτούσια διανομή των κοινών ακινήτων, χωρίς να είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να διατάξει αποδείξεις προς τούτο (άρθρο 481 περ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να διαταχθεί η διανομή των επιδίκων με πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε κάθε κοινωνός – συγκύριος (ήτοι ενάγουσα και η εναγόμενη) να λάβει από το εκπλειστηρίασμα ανάλογο ποσό προς το ιδανικό του μερίδιο, το οποίο ανέρχεται στα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου για εκάστη των διαδίκων. Εξάλλου, τα έξοδα της δίκης διανομής βαρύνουν τη διανεμητέα περιουσία, όπως κάθε δαπάνη για κοινό πράγμα (ΑΚ 794) και πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητάς τους στο κοινό ακίνητο (ΑΠ 834/1976 ΝοΒ 25/194. ΑΠ 398/72 ΕλλΔνη 37/159. ΕφΑΘ 2821/2004 ΕΔΠολ 2005/304, ΕφΑΘ 4209/1998 ΕΔΠολ 2000/17, ΕφΓΙειρ 942/2000 ΠειρΝομολ 2000/437, ΕφΠειρ 389/1997 Αρμ 1997/1495, ΕφΠειρ 918/96 ΕλλΔνη 38/859, ΜΠρΚαρδ 77/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δικαστικά έξοδα καθώς και έξοδα της δίκης διανομής είναι τα αναγκαία έξοδα που έγιναν από όλους τους διαδίκους για την περάτωση της διανομής, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία συμμετέχει στη δίκη εκείνος που τα κατέβαλε. Στα έξοδα αυτά συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξή της αγωγής, των προτάσεων κλπ (ως αυτά ορίζονται στον ν. 4194/2013) και υπολογίζεται με βάση την αξία του διανεμητέου πράγματος με την πρόδηλη μάλιστα έννοια του καταλογισμού σε βάρος όλων των διαδίκων ανεξάρτητα εάν είναι ενάγοντες ή εναγόμενοι, ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας του καθενός στο κοινό αντικείμενο (ΑΠ 164/1987 Ε.Δ.Π 1987, σελ. 225, ΕφΠειρ 942/2000. ΕφΠειρ 918/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 457/1989 Αρμ. 1990, σελ. 47). Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τη συνολική πραγματική αξία των διανεμητέων ακινήτων, που κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 75.216,11 ευρώ, ήτοι 58.965,64 ευρώ η αξία του διαμερίσματος, 13.883,56 ευρώ η αξία του ημιυπαίθριου χώρου του διαμερίσματος, 1807,31 ευρώ η αξία της θέσης στάθμευσης και 559,60 ευρώ η αξία της υπόγειας αποθήκης (βλ. τα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτων που προσκομίζει η ενάγουσα), η αξία των ιδανικών μεριδίων κάθε διαδίκου – συγκυρίου ανερχόταν κατά τον ίδιο χρόνο ως εξής: α) η αξία της μερίδας της ενάγουσας στο ποσό των 28.206 ευρώ (75.216 X 3/8) και β) η αξία της μερίδας της εναγομένης στο ποσό των 47.010 ευρώ (75.216 X 5/8). Με βάση τα ανωτέρω, τα αναγκαία δικαστικά και εξώδικα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα (στα οποία λόγω της παροχής σε αυτή νομικής βοήθειας περιλαμβάνεται μόνο η προαναφερόμενη δαπάνη του πληρεξούσιου δικηγόρου της για τη σύνταξη αγωγής και κατάθεση προτάσεων κατά το Παράρτημα του ν. 4194/2013, κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 58 παρ.4 περ. β’ τυ νόμου αυτού, ανήλθαν στο ποσό των 350 ευρώ, ενώ η εναγομένη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. Με βάση τα ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων στο διανεμητέο ακίνητο, η ενάγουσα βαρύνεται με την καταβολή ποσού (350 ευρώ X 3/8) 131,25 ευρώ, ενώ η εναγόμενη βαρύνεται με την καταβολή ποσού (350 ευρώ X 5/8) 218,75 ευρώ. Σύμφωνα δε με τα παραπάνω, η ενάγουσα δαπάνησε 350 ευρώ και η εναγόμενη ουδέν. Κατ’ ακολουθίαν, μετά το συμψηφισμό των αντίθετων απαιτήσεων, κατά το μέρος που καλύπτονται, απομένει να οφείλεται στην εναγόμενη η διαφορά (218,75-131,25€ =) 87,5 ευρώ, από την οποία όμως απαλλάσσεται η ενάγουσα λόγω της παροχής νομικής βοήθειας (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3226/2004). Τέλος πρέπει να οριστεί (άρθρο 505 ΚΠολΔ) παράβολο (βλ. ΑΠ 1177/2005 NOMOS) για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 501 ΚΠολΔ) κατά της απόφασης για  την εναγόμενη – συγκοινοποιούμενης την έφεση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της εναγόμενης – συγκοινοποιούμενης την έφεση.

Ορίζει το παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης, στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 3136/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 26-2-2020 (αριθμ. καταθ. …………/2020) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή

Διατάσσει την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των κοινών ακινήτων των συγκυριών διαδίκων, που περιγράφεται λεπτομερώς στο σκεπτικό της απόφασης, ήτοι: α) της υπό στοιχείο Γ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 68,07 τ.μ., που αποτελείται από σαλόνι – μαγειρείο, δύο υπνοδωμάτια, λουτρό, οφφίς και ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 14,31 τ.μ., ο οποίος έχει τακτοποιηθεί κατ’ εφαρμογή του ν. 3843/2010, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 62,42/1000 εξ αδιαιρέτου και ΚΑΕΚ …………., β) της υπό στοιχεία «ΘΕΣΗ G-3» θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, εμβαδού 10,125 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 και με ΚΑΕΚ ……….. και γ) της υπό στοιχεία «Υ-6» αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 4,18 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2/1000 εξ αδιαιρέτου και με ΚΑΕΚ ………….., κείμενων επί της συμβολής των οδών ………….. οικοδομής στον Πειραιά.

Διατάσσει τη διανομή του προϊόντος του πλειστηριασμού μεταξύ των διαδίκων κατά το ποσοστό της συγκυριότητας τους στο ως άνω ακίνητο, δηλαδή να λάβει η ενάγουσα ποσοστό 3/8 και η εναγόμενη ποσοστό 5/8 του πλειστηριάσματος που θα επιτευχθεί.

Επιβάλλει σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας τα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει στο συνολικό ποσό των 350 ευρώ και κατανέμονται ανάλογα με τη μερίδα που αντιστοιχεί σε κάθε διάδικο και αφού συμψηφίζει αμοιβαία το παραπάνω ποσό δικαστικών εξόδων, απαλλάσσει την ενάγουσα από την καταβολή στην εναγόμενη του υπολοίπου των δικαστικών της εξόδων, ποσού 87,5 ευρώ .

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις  22     Απριλίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 H ΓPAMMATEAΣ