ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 266 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας – εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στη …….. Αττικής, επί της ………….., με ΑΦΜ …………, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμόν 153/8-1-2019 Πράξη. Στην «……………» έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», με έδρα το ………. Ιρλανδίας (……………) (ο «Δικαιούχος της Απαίτησης») με την από 17-07-2020 σύμβαση διαχείρισης που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Γίνεται μνεία ότι αρχικός διαχειριστής υπήρξε η «………….» σύμφωνα με την από 30-4-2020 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Οι προς διαχείριση απαιτήσεις μεταβιβάσθηκαν στην δικαιούχο της απαίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, από την Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με την από 30-04-2020 Σύμβαση Πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Χριστίνα Γιαννιού [Α. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ-Α. ΜΑΝΤΖΙΟΥ Δικηγορική Εταιρεία].
Του καθού η κλήση – εφεσίβλητου: ……………, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 28-9-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2022 ανακοπή, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 522/2023 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η καθής η ανακοπή, με την από 29-6-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……./2023 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ………./2023), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 6-6-2024, κατά την οποία αυτή δεν εκφωνήθηκε λόγω της διεξαγωγής των εκλογών για τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης-6-2024. Με την υπ΄ αριθ. …../18-6-2024 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά, η υπόθεση επανεισήχθη προς εκδίκαση στη δικάσιμο της 6-2-2025, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε κα εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 116/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης. Ήδη με την από 25-4-2025 κλήση της εκκαλούσας (αριθμ. καταθ δικογράφου ……../2025), που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25-4-2025 κλήση της εκκαλούσας νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 29-6-2023 έφεσή της, μετά την έκδοση της υπ΄αριθμ. 116/2025 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, για τον λόγο ότι η εκκαλούσα δεν προσκόμισε, ως όφειλε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 524 παρ.4 ΚΠολΔ, τις προτάσεις του εφεσίβλητου, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271 και 524 παρ. 1, 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν ο εφεσίβλητος δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση, μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών, εφόσον, όμως, επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως [ΕφΠατρ(Μον) 51/2022 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»]. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το, δε, Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις, που υποβλήθηκαν από το διάδικο, που εμφανίσθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις, που λήφθηκαν κατ’ αυτήν, αντίγραφα των οποίων είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης.
Από την υπ΄αριθμ. ……/10-10-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστιού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………., καθώς και την υπ΄αριθμ. ………… Γ/21-5-2025 έκθεση επίδοση της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ………., που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης, αλλά και της κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εφεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και πρέπει να δικαστεί ερήμην. Ωστόσο, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (αρθρο 524 παρ 4 ΚπολΔ). Επισημαίνεται, ότι η εκκαλούσα προσκομίζει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά της δίκης αυτής.
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου φέρεται, η από 29-6-2023 έφεση της εκκαλούσας προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 522/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 28-9-2022 ανακοπή του εφεσίβλητου, δέχτηκε αυτή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 30-6-2023 και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι εντός δύο ετών από την έκδοση της εκκαλουμένης (15-2-2023), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής στην εκκαλούσα. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ. β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό ………….. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e-παράβολου και την από 29-6-2023 απόδειξη πληρωμής).
Με την ως άνω ένδικη ανακοπή του ο ανακόπτων (ήδη εφεσίβλητος) ζητεί, για τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο λόγους: να ακυρωθεί η υπ΄αριθμ. …../28-7-2022 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά ……………, μετά του ορισθέντος πλειστηριασμού του ακινήτου του και να καταδικαστεί η καθής στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά την ανακοπή και τον πρώτο λόγο αυτής (εκ παραδρομής αναφέρεται ο πέμπτος λόγος) και ακύρωσε την πιο πάνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας (δεν εξέτασε τους λοιπούς λόγους). Ήδη, με την υπό κρίση έφεσή της, η καθής η ανακοπή παραπονείται ότι εσφαλμένα, αναιτιολόγητα και μη νόμιμα έγινε δεκτός από την εκκαλουμένη ο πέμπτος λόγος ανακοπής, και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, επί τω τέλει όπως απορριφθεί εξ ολοκλήρου η ένδικη ανακοπή. Τέλος ζητεί να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στο σύνολο της δικαστικής της δαπάνης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Από την καταχώριση αυτή, αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων. Η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μοφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 177/2022, ΕφΘεσ 160/2022, αδημ., ΕφΠειρ 574/2020 δημ. σε efeteio-peir-gr, ΕφΘεσ 1643/2019, αδημ.).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, υπ’ αριθμ. 20783/9-11-2020 (ΦΕΚ Β` 4944/9-11-2020), «Καθορισμός εντύπου σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003»: «Οι προβλεπόμενες από την παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 συμβάσεις καταχωρίζονται με υποβολή εντύπου, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και το ποσό ή ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, κατά την κρίση των συμβαλλομένων, τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις (ενδεικτικά: ονοματεπώνυμο ή επωνυμία οφειλετών και εγγυητών, τυχόν μοναδικοί αριθμοί καταχώρισης των τιτλοποιού μενών απαιτήσεων στα βιβλία του μεταβιβάζοντος) και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών (για τις οποίες αρκεί και απλή αναφορά ότι υφίστανται). Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών, καθώς και ημερομηνία δημοσίευσης καταχώρισης στο ενεχυροφυλάκειο. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο παράρτημα της παρούσας απόφαση υπόδειγμα. Τα στοιχεία που εξατομικεύουν τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών μπορούν να αναγράφονται σε ξεχωριστό παράρτημα. Το παράρτημα μονογράφεται σε κάθε σελίδα του από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε με ιδιόχειρη είτε με έντυπη ή ηλεκτρονική υπογραφή. Μαζί με το παραπάνω έντυπο, συνυποβάλλεται η μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση ή περίληψη αυτής, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 ή συμβολαιογραφικό έγγραφο ή πρακτικό διοικητικού συμβουλίου, με την οποία οι υπογράφοντες το έντυπο δηλώνουν ή, από τα οποία προκύπτει, ότι έχουν νομίμως εξουσιοδοτηθεί από τους συμβαλλομένους για την υπογραφή και υποβολή του. Τα μέρη δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν οιοδήποτε άλλο έγγραφο, πλην των ως άνω αναφερομένων, για την ολοκλήρωση της καταχώρισης των παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 στο οικείο ενεχυροφυλάκειο.». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθορίζονται μεν τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το έντυπο της περίληψης της καταχωριστέας πράξης, πλην όμως δεν ορίζονται οι συνέπειες που επάγεται η ενδεχόμενη έλλειψη ή ελλιπής παράθεση ορισμένων από αυτά και ειδικότερα, δεν απειλείται ρητώς ποινή ακυρότητας.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτός ο λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων διαμαρτύρονταν ότι η καθής δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς αυτή είναι διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν βάσει των διατάξεων του ν. 3156/2003 και όχι μέσω σύμβασης πώλησης κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015. Ειδικότερα, ο ανακόπτων, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης, είναι ακυρωτέα λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» προς διενέργεια της προσβαλλόμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, από την τελευταία στην καθής δεν έλαβε χώρα με τον ν. 4354/2015, αλλά με τον ν. 3156/2003, οπότε η καθής, ως διαχειρίστρια εταιρεία των απαιτήσεων αυτών, δεν έχει την ιδιότητα του κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου προς διενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης. Ο παραπάνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η καθής τυγχάνει εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, όπως τούτο δεν αμφισβητείται ειδικά από τον ανακόπτοντα και επομένως, ως τέτοια, νομιμοποιείται εξαιρετικά ως μη δικαιούχος διάδικος κατ’ άρθρο 2 παρ.4 του ν. 4354/2015, είτε η διαχείριση της ένδικης απαίτησης της έχει ανατεθεί κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 είτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν 3156/2003. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε και η υπ’ αριθμ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, έχουν τη δυνατότητα ενεργητικής νομιμοποίησης άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (όπως και πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης), τόσο όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, είτε με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του ν. 3156/200. Συνακόλουθα, η εκκαλουμένη, που εσφαλμένα δέχθηκε ως βάσιμο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, αντί να τον απορρίψει ως μη νόμιμο, πρέπει να εξαφανισθεί και αφού κρατηθεί η ανακοπή για να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως προς τον πρώτο λόγο της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις είτε εν σχέσει προς την ανακοπή υπάρχουν και άλλοι λόγοι ανακοπής, δοθέντος ότι οι λόγοι ανακοπής επέχουν θέση ιστορικής βάσεως της αγωγής, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στους λόγους της ανακοπής, που, όμως, δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η ανακοπή. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως λόγων ανακοπής γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ανακόπτοντος (ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1556/2012 ΕΔΠολ 2013.559, ΑΠ 920/2011 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 2003, παράγρ. 968 επ., όπου παραπέμπει η ΜονΕφΑθ 3385/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, βλ. επίσης Κ. Παναγόπουλο σε Κυριάκου Οικονόμου Η έφεση, Νομική Βιβλιοθήκη 2017, άρθρο 535, σελ. 353). Ερευνητέοι λοιπόν τυγχάνουν από το παρόν Δικαστήριο, οι υπόλοιποι, εκτός του κριθέντος, λόγοι της ένδικης ανακοπής.
Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής, κατ΄εκτίμηση αυτού, ο ανακόπτων ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης διότι η καθής για την έκδοση της διαταγής πληρωμής που αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο, προσκόμισε τις δημοσιεύσεις του Ενεχεροφυλακείου Αθηνών, αντί να προσκομίσει τις συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης ή αντίγραφα αυτών και, για τον λόγο αυτό, αδυνατεί να ελέγξει αν στη σύμβαση διαχείρισης περιλαμβάνεται η απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας. Επιπλέον, αναφέρει ότι δεν προσκομίστηκε η έκθεση επίδοσης της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, δεδομένου ότι μετά την επίδοση επέρχεται η εκχώρηση της απαίτησης. Ακόμη, δεν αναφέρεται στην επίδοση της σύμβασης διαχείρισης που του επιδόθηκε, ούτε σε επισυναπτόμενο πίνακα αυτής, ότι η επίδικη απαίτηση ανατέθηκε στην εταιρεία διαχείρισης και, επομένως, δεν προκύπτει νομιμοποίηση της καθής για την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η συγκοινοποίηση αντιγράφων των καταχωρισθέντων και δημοσιευθέντων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αποσπασμάτων των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των συμβάσεων διαχείρισης των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, επαρκεί για την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ως προς την υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, και στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής και της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεση της ειδικής αυτής διαδοχής και της ανάθεσης διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολογήτως στην εκτελεστική διαδικασία. Από την επισκόπηση της επίδικης διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι προσκομίστηκαν τα εξής νομιμοποιητικά έγγραφα της καθής για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντος της: 1) Η υπ΄ αριθμ. πρωτ. ……./17-10-2019 ανακοίνωση στοιχείων καταχώρισης της ………. στο Γ.Ε.ΜΗ. 2. Η υπ΄ αριθμ. πρωτ. …../30-4-2020 τόμος …., αυξ. αρ. ….., καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, της περίληψης της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. 3) Το υπ΄αριθμ. … ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του παραρτήματος με αριθμ. πρωτ. …/30-4-2020 τομ. …., αυξ. αριθ. ….. 4) Η υπ΄ αριθμ. πρωτ. …./22-6-2021, τομ. …. αυξ. αριθ. ….. καταχώρισης στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, της περίληψης της από 18-6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. 5) Η υπ΄ αριθμ. πρωτ. …/30-4-2020, τομ. …. αυξ. αριθ. ….. καταχώρισης στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, της περίληψης της από 30-4-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. 6)Το υπ΄ αριθ. …./17-6-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών …….. με το οποίο η «……………..» χορηγεί στον υπογράφοντα δικηγόρο τις σ’ αυτό περιεχόμενες ειδικές εντολές και πληρεξουσιότητα. 7) Το ΦΕΚ 3931/1-7-2013 που αφορά την απορρόφηση της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……….». Τα ανωτέρω έγγραφα συνιστούν κατά την έννοια του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα νομιμοποιητικά έγγραφα που όφειλε η καθής να προσκομίσει για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής και δεν απαιτείται η συγκοινοποίηση στον ανακόπτοντα κάποιου άλλου εγγράφου για τη νομιμοποίησή της, καθόσον με τα ανωτέρω έγγραφα ταυτοποιείται πλήρως η επίδικη απαίτηση. Επομένως, ο λόγος αυτός της ανακοπής, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο, τυγχάνει απορριπτέος.
Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής, ο ανακόπτων εκθέτει ότι με την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ορίστηκε ο πλειστηριασμός σε επτά μήνες και δέκα οχτώ ημέρες μετά την επιβολή της κατάσχεσης και πρέπει να ακυρωθεί, διότι δεν τηρήθηκαν τα χρονικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς δεν πρέπει να συνυπολογιστεί ο μήνας Αύγουστος στην προθεσμία του άρθρου 993 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Ειδικότερα, εν προκειμένω η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 28-7-2022 και ο πλειστηριασμός ορίστηκε για τις 15-3-2023, δηλαδή ακριβώς επτά μήνες και δέκα οχτώ ημέρες από την επιβολή της κατάσχεσης, σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2α ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από τη σαφέστατη διατύπωση του νόμου η ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού μπορεί να οριστεί ακριβώς επτά μήνες από την κατάσχεση. Επιπλέον, ο Αύγουστος προσμετράται στην προθεσμία, μόνο όταν αυτή λήγει τον μήνα αυτόν και όχι, όπως εν προκειμένω που η προθεσμία λήγει στις 28-2-2023. Συνεπώς ο πλειστηριασμός ορίσθηκε εντός της νόμιμης, σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ, προθεσμίας (βλ. και ΕφΠειρ 549/2023, ΕφΠειρ 353/2023, ΕφΠειρ 309/2023 σε https://www.efeteio-peir.gr/ ΕφΑθ 6316/2022, ΕφΑθ 5174/2022, ΕφΑθ 832/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και ο υπό κρίση λόγος τυγχάνει απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την, υπό την µορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης, παροχή έννοµης προστασίας, απαιτείται ως προϋπόθεση, εκτός από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, η ύπαρξη απαίτησης, η οποία να είναι βέβαιη και εκκαθαρισµένη. Βέβαιη είναι η απαίτηση όταν δεν εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσµία που προϋπήρχε πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης. Εκκαθαρισµένη είναι η απαίτηση, όταν από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, χωρίς την ανάγκη συνεκτίµησης και άλλων εγγράφων µε δεσµευτική αποδεικτική δύναµη, προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Αυτό επιβάλλεται προκειµένου ο οφειλέτης να τελεί σε γνώση του ποσού και του ποιού της παροχής, για την ικανοποίηση της οποίας µπορεί να γίνει σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση. Είναι δε εκκαθαρισµένη η απαίτηση και όταν µπορεί να καθοριστεί κατά ποσό µε αριθµητικό υπολογισµό (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, όμως, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Ακόμη, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονοµική βλάβη που δεν µπορεί να επανορθωθεί µε άλλο τρόπο παρά µε την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 474/1999, Εφ.Πατρ. 21/2021, Εφ.Αθ. 2838/2002, Εφ.Πειρ.(Μον). 217/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης είναι άκυρη, διότι βασίζεται επί διαταγής πληρωμής που είναι αόριστη, καθώς δεν αναγράφεται επ΄αυτής το εφαρμοσθέν επιτόκιο υπερημερίας, παρά μόνο αναφέρεται ότι αυτό είναι το συμβατικό, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό αυτού. Ωστόσο, ο ως άνω λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, στην επίμαχη διαταγή προς πληρωμή, αλλά και στην επιταγή προς πληρωμή, επιτάσσεται ο τότε καθού – ήδη ανακόπτων –εφεσίβλητος να καταβάλει: Για επιδικασθέν κεφάλαιο ποσό 99.709,05 ευρώ έντοκα από την 24-3-2022 με επιτόκιο υπερημερίας που υπερβαίνει το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο της ενήμερης οφειλής κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης και ποσό 2.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσης (της διαταγής πληρωμής). Με το ως άνω περιεχόμενο η διαταγή πληρωμής είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία, ήτοι σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, συνάγεται η αιτία της απαίτησης, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η διαταγή πληρωμής, και η ακολουθείσα επιταγή προς πληρωμή, παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Εξάλλου, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται, παρά τους περί του αντιθέτου αβάσιμους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την υπ΄αριθμ. …………./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, γίνεται αναφορά σε αυτή του όρου 18 της υπ΄αριθμ. …………./13-2-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου, σύμφωνα με τον οποίο το απόσπασμα της κίνησης του λογαριασμού αποτελεί πλήρη απόδειξη, αναφέρεται δε, επιπλέον, η ημερομηνία τοκοφορίας.
Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η διαδικασία της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, βάσει της με αριθμ. ……../2022 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, πρέπει να ακυρωθεί γιατί δεν του κοινοποιήθηκαν μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιητικά έγγραφα που αποδείκνυαν την ανάθεση της διαχείρισης της επίδικης απαίτησης στην καθής, ώστε να νομιμοποιείται αυτή για την έναρξη της εκτέλεσης (ΚΠολΔ 925 παρ. 1). Ο λόγος αυτός είναι νομικά αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την ως άνω διαταγή πληρωμής, η καθής ήταν αυτή που ζήτησε και έλαβε την επίδικη διαταγή πληρωμής και επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήταν αυτή η δικαιούχος που αναφέρεται στον τίτλο, υπέρ της οποίας γίνεται η αναγκαστική εκτέλεση και δεν συνέτρεχε περίπτωση ειδικής διαδοχής κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε να υπέχει υποχρέωση συγκοινοποίησης νομιμοποιητικών της διαδοχής εγγράφων, όπως αυτών που επικαλείται ο ανακόπτων. Επομένως, τυγχάνει απορριπτέος ο τέταρτος λόγος ανακοπής.
Με τον έκτο λόγο της ανακοπής, κατ΄εκτίμηση αυτού, ο ανακόπτων διαμαρτύρεται ότι παρανόμως η καθής καταχωρίζει σε μία ενιαία εγγραφή τόκο και εισφορά του ν. 128/1975, παραβιάζοντας τις νομοθετικές διατάξεις και καθιστώντας, με τον τρόπο αυτό ανέφικτο τον έλεγχο των σχετικών χρεώσεων και, ουσιαστικά, ανεκκαθάριστη την απαίτηση. Ότι, η καθής προέβη παρανόμως σε ανατοκισμό των ποσών της εισφοράς, διότι κεφαλαιοποιούσε, τόκιζε και ανατόκιζε μαζί με τους τόκους τα ποσά αυτής, με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων, καθώς το ισχύον νομικό καθεστώς επιβάλλει ανατοκισμό των τόκων και όχι ανατοκισμό εξόδων, εισφορών ή προμηθειών. Ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι μη νόμιμος, αφού η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1379/2023, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019 δημ NOMOS). Σε κάθε περίπτωση, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, δεδομένου ότι, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ή της επιταγής προς πληρωμή, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων δεν αμφισβητεί γενικά και συγκεκριμένα κάποιο από τα ποσά που επιτάσσεται να πληρώσει, αλλά αμφισβητεί αυτά γενικώς και αορίστως, χωρίς να προσδιορίζει ορισμένο κονδύλιο. Επομένως, ο υπό κρίση λόγος, όπως αυτός προβάλλεται, τυγχάνει απορριπτέος.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν και έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς τον ανωτέρω αναφερθέντα λόγο της και ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο. Πρέπει, λοιπόν, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης, να εξαφανισθεί. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ ουσία, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή, σύμφωνα τα προεκτεθέντα. Επισημαίνεται, ότι δεν ορίζεται παράβολο για την τυχόν άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από τον εφεσίβλητο, ο οποίος ερημοδικάσθηκε, ενόψει του ότι στις δίκες περί την εκτέλεση δεν επιτρέπεται η άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου (άρθρο 937 του ΚΠολΔ, βλ.ΜονΕφΠειρ 229/2020 στην ΤΝΠ Νόμος).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα θα συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ των διαδίκων και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), ενώ θα διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της έφεσης στην καταθέσασα αυτό, εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την έφεση ερήμην του εφεσίβλητου.
Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αριθμ. 522/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 28-9-2022 (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ………./2022) ανακοπή, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία.
Απορρίπτει αυτήν.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την απόδοση του παράβολου της έφεσης στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις 22-4-2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ