Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 267/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης    267/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………, 2) ………. και 3) ………….., ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου και εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «……….», με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. ……….., με Α.Φ.Μ. ………….., η οποία εδρεύει στον …., επί της οδού …………, οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αριστείδη Τσαβδαρίδη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………….., ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευσταθίου Παπαγεωργίου.

Ο εφεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των εκκαλούντων, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, την από 15-7-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024 αίτηση, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1090/2025 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι καθ’ ων η αίτηση και ήδη εκκαλούντες, με την από 13-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../513/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Ο διάδικοι κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως αναφέρεται ανωτέρω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 26-3-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση της εκκαλούσας, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 835/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας, στις 12-3-2025, έως την άσκηση της ως άνω εφέσεως, στις 13-6-2025 (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, δοθέντος ότι, για το παραδεκτό αυτής, έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. . . ………/2025 e – παράβολo), πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 § 1 Ν. 4072/2012 περί «Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέας εταιρικής μορφής – Σημάτων – Μεσιτών ακινήτων – Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ Α` 86/11.04.2012), η ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διάρκειας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξη της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, ενώ στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσεως της εταιρίας. Βάσει της διατάξεως του άρθρου 259 §2 Ν. 4072/2012, η αίτηση εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Μάλιστα, η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρίας έχει, πλέον, απαλειφθεί, ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσεως της προσωπικής εταιρίας, ισχύει όμως, ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Λαμβάνοντας δε υπόψιν την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ως άνω νόμου, το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρίας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται, επομένως, μόνο σε περίπτωση που δεν ανευρεθεί άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου. Περαιτέρω, ο σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί, κατ’ άρθρο 259 παρ. 1 περ. δ` του Ν. 4072/2012, τη λύση της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με δικαστική απόφαση, πρέπει, κατά βάση, να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρίας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων, που επικεντρώνουν στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Σημειώνεται ότι στην ως άνω διάταξη του άρθρου 259 Ν. 4072/2012 το στοιχείο του «σπουδαίου λόγου» επιτελεί τη συμβιβαστική λειτουργία ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης των συμφωνηθέντων, που στηρίζεται στην αυστηρότητα της αρχής «pacta sunt servanta», και στην ανάγκη αποδέσμευσης από «επαχθείς» έννομες σχέσεις δεδομένου ότι, παρ` όλο που τα συμβαλλόμενα μέρη εξέφρασαν τη βούλησή τους η εταιρική σχέση που τους συνδέει να διαρκέσει για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εντούτοις, η έννομη τάξη αναγνωρίζει ότι δεν είναι δίκαιο κάποιος, του οποίου τα έννομα συμφέροντα, ενδεχομένως, προσβάλλονται από τη λειτουργία ενός ενοχικού δεσμού, να υποχρεώνεται να μετέχει σε μια έννομη σχέση, η οποία αλλιώς ξεκίνησε και αλλιώς μετεξελίθηκε (αρχή της επιείκειας), με την τελευταία αυτή αρχή, λόγω της πολυσχιδούς φύσης του ίδιου του αντικειμένου της, να στηρίζεται στην εφαρμογή γενικών ρητρών – αόριστων εννοιών, οι οποίες, κάθε φορά, χρήζουν εξειδίκευσης, ανάλογα με τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά. Συνιστά δε σπουδαίο λόγο οποιοδήποτε περιστατικό, που ανάγεται στο πρόσωπο ή όχι του αιτούντος, το οποίο, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή, για τον καταγγέλλοντα εταίρο, την εξακολούθηση της εταιρίας, έως τον χρόνο λήξης της διάρκειάς της. Τέτοια περιστατικά είναι η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείρισή τους, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης, το μίσος μεταξύ των εταίρων, η διακοπή ή η διατάραξη των προσωπικών σχέσεων μεταξύ των συνεταίρων, όταν αυτή παρουσιάζει σοβαρό και εξακολουθητικό χαρακτήρα και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους που έχουν ως επακόλουθο, είτε την παράλυση της λειτουργίας της, είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της (ΑΠ 1313/24, ΑΠ 1157/22, ΑΠ 225/22, ΑΠ 671/20, ΑΠ 473/19, ΑΠ 37/19, ΑΠ 1085/18, ΕΘεσ 1901/18, ΕΠατρ 210/18 ΝΟΜΟΣ). Ενόψει των ανωτέρω, ο σπουδαίος λόγος κρίνεται, κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρίας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος, η δε ύπαρξή του θα πρέπει, πάντως, να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 207/2019, ΝΟΜΟΣ  ΑΠ 1388/2015, ΝΟΜΟΣ). Το δε δικαίωμα του εταίρου να ζητήσει τη λύση της εταιρίας, υπόκειται στους περιορισμούς της ως άνω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και, επομένως, μπορεί να προβληθεί, κατά της σχετικής αιτήσεως, ένσταση, ερειδομένη στην σχετική διάταξη, εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες στην εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις. Έτσι, το δικαίωμα του εταίρου για λύση της εταιρίας, ασκείται καταχρηστικά, μεταξύ άλλων, και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η άσκησή του οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, ή, όταν, υπό την επίκληση λόγων που δικαιολογούν την λύση της εταιρίας, υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της επιδιώξεως της λύσεως της εταιρίας (ΑΠ 210/17, ΕΘεσ 1368/15 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εφεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των εκκαλούντων, την από 15-7-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024 αίτηση, με την οποία, ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της τέταρτης καθ’ ης, εταιρίας με την επωνυμία «……………», της οποίας ομόρρυθμο μέλος και διαχειρίστρια τυγχάνει και η πρώτη των καθ’ ων και ετερόρρυθμοι εταίροι της ο δεύτερος και τρίτος τούτων, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε έλλειψη συνεργασίας και στην ύπαρξη διαφωνιών μεταξύ των εταίρων, καθώς και στη διακοπή της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρίας, η οποία είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη, ζητούσε να αναγνωρισθεί η συνδρομή σπουδαίων λόγων λύσης της ως άνω εταιρίας, λόγω των αναλυτικώς εκτιθεμένων στο δικόγραφο πραγματικών περιστατικών, να διαταχθεί, εξαιτίας των προαναφερθέντων σπουδαίων λόγων, η δικαστική λύση αυτής και η θέση της σε εκκαθάριση και να καταδικασθούν οι καθ’ ων στη δικαστική του δαπάνη. Επί της ως άνω αιτήσεως, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1090/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αίτηση τυγχάνει απορριπτέα, ως απαράδεκτη, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά της τέταρτης καθ’ ης, ως παθητικώς ανομιμοποίητη, και, ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης της συνδρομής σπουδαίων λόγων λύσης της εταιρίας, απορριπτομένου, εν συνεχεία, και τους αιτήματος αυτής περί θέσης της ως άνω εταιρίας σε εκκαθάριση, ως αλυσιτελώς προβαλλομένου, έγινε, κατά τα λοιπά, δεκτή, και ως ουσία βάσιμη, διετάχθη η λύση της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρίας και καταδικάσθηκαν οι καθ’ ων η αίτηση στη δικαστική δαπάνη του αιτούντος. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι καθ’ ων άσκησαν την από 13-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι σφάλματα της εκκαλουμένης, αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η αίτηση. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της εφέσεως τους, επικαλούνται ότι δεν ήταν νόμιμη η σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, καθώς τούτο συγκροτήθηκε από Δικαστική Πάρεδρο, και όχι από Πρόεδρο Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκη, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 α σε συνδ. με το άρθρο 5 παρ. 1 δ του Ν. 4938/2022, με αποτέλεσμα, ένεκα και της δικαιοδοτικής απειρίας του ανωτέρω δικάσαντος δικαστικού λειτουργού, να έχει παραβιασθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχή της δίκαιης δίκης. Επί των λόγων αυτών, αποδείχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξεδόθη, πράγματι, από Δικαστική Πάρεδρο, η οποία, όπως προκύπτει από τα εισαγωγικά της αποφάσεως αυτής, ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Σύμφωνα δε με τα, μεταξύ άλλων, οριζόμενα στο άρθρο 87 του Ν. 4938/2022 αναφορικά με το διορισμό παρέδρων πρωτοδικείων και εισαγγελίας «1. Σε θέση παρέδρων πρωτοδικείου και εισαγγελίας των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων διορίζονται απόφοιτοι της ΕΣΔι, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άθρο 36 του ν. 4871/2021 (Α΄ 246). Οι αποφοιτούντες από τις κατευθύνσεις πολιτικών – ποινικών δικαστών και εισαγγελέων της ΕΣΔι διορίζονται κατά τη σειρά που έχουν στους σχετικούς πίνακες και τοποθετούνται κατά προτίμηση, αντίστοιχα, στα Πρωτοδικεία και στις Εισαγγελίες Αθηνών, Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Ηρακλείου και Λάρισας. 2. Οι πάρεδροι πρωτοδικείου και εισαγγελίας διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δέκα (10) μηνών, στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού δικαστικού λειτουργού και επιθεωρούνται, όπως οι τακτικοί δικαστές…4. Στη διάρκεια της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας οι πάρεδροι πρωτοδικείου: α) μετέχουν στη σύνθεση του πολυμελούς πρωτοδικείου και του τριμελούς πλημμελειοδικείου, β) μετέχουν στη σύνθεση του δικαστικού συμβουλίου, γ) ορίζονται εισηγητές για τη διεξαγωγή αποδείξεων, δ) μετέχουν στην ολομέλεια του δικαστηρίου και  ε) κατά την κρίση του προέδρου πρωτοδικών ή του διευθύνοντος το πρωτοδικείο, ασκούν τα λοιπά καθήκοντα του πρωτοδίκη, εκτός από τα καθήκοντα του ανακριτή». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι νομίμως συγκροτήθηκε το ως άνω, εκδόσαν την εκκαλουμένη απόφαση, δικαστήριο από Δικαστικό Πάρεδρο, ως ασκούντος τα καθήκοντα του Πρωτοδίκου, κατά την κρίση του Διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Πειραιώς, κατ’ εφαρμογήν της παρ. 4 περ. ε του προαναφερόμενου άρθρου 87 του Ν. 4938/2022, με αποτέλεσμα να μην νοείται κακή, εκ του λόγου αυτού, σύνθεση του δικαστηρίου, ούτε δε και συνακόλουθη παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, εφόσον, μάλιστα, δεν τίθενται, εκ του νόμου, οποιεσδήποτε άλλες, για την άσκηση των ως άνω καθηκόντων από Δικαστικό Πάρεδρο, προϋποθέσεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ως άνω λόγων εφέσεως, ως αβάσιμων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α΄190/30-11-2019), με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευσή του, ορίζεται ότι στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (παρ.1), ότι πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του ίδιου νόμου (παρ. 2), ενώ στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4647/2019 (ΦΕΚ Α΄204/16-12-2019), ορίζεται ότι «το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30.11.2019 έως σήμερα». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση προσκόμισης του ενημερωτικού εγγράφου περί της δυνατότητας διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς υφίσταται για όλες τις αγωγές, που αφορούν αστικές και εμπορικές διαφορές, οι οποίες κατατέθηκαν από την 30η-11-2019 και εντεύθεν, εφόσον βέβαια οι διάδικοι έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ανεξαρτήτως της τυχόν υπαγωγής των αγωγών αυτών και στις περιπτώσεις του άρθρου 6 του ιδίου νόμου, ήτοι στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, όπως αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και η πρόσθετη υποχρέωση κατάθεσης μαζί με τις προτάσεις και του πρακτικού της παραπάνω συνεδρίας, καθώς και η μνεία στο έντυπο του άρθρου 3 παρ. 2 της ενημέρωσης του εντολέα για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι στη διαμεσολάβηση υπάγονται αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους. Στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου δεν αποσαφηνίζεται το ακριβές νοηματικό περιεχομένου του όρου «εξουσία διαθέσεως». Ωστόσο, από την αναδρομή στην Αιτιολογική Έκθεση του προγενέστερου Ν. 4512/2018 σε συνδυασμό με τη σιωπή της Αιτιολογικής Έκθεσης του Ν. 4640/2019 διαφαίνεται ασφαλής η υπόθεση ότι η εξουσία διάθεσης νοείται υπό την έννοια της ελευθερίας διάθεσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Ο νόμος δεν καταγράφει συνολικά σε ποιες περιπτώσεις συντρέχει το στοιχείο της εξουσίας διάθεσης, πλην όμως, κατά την κρατούσα άποψη τα μέρη στερούνται εξουσίας διάθεσης όταν η συμφωνία τους αναφέρεται σε ουσιαστικές έννομες σχέσεις, οι οποίες διέπονται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ανεπίδεκτες αποκλίνουσας συμβατικής ρύθμισης (βλ. Π.Γιαννόπουλο, Διαμεσολάβηση και Πολιτική Δίκη, έκδ. 2020, σελ. 150-152). Περαιτέρω, στο άρθρο 749 του ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, προβλέπεται ότι οι διατάξεις για τη διαμεσολάβηση και την απόπειρα συμβιβασμού δεν εφαρμόζονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ως άνω διάταξη, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015, αποτελεί απόρροια του ιδιαίτερου χαρακτήρα της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου απουσιάζει συνήθως τόσο της στοιχείο της διαφοράς όσο και η δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης του επίδικου αντικειμένου, αφού οι σχετικές υποθέσεις αποβλέπουν κατά κανόνα στην εξασφάλιση των συμφερόντων των μερών και όχι στην προστασία των υπό αμφισβήτηση δικαιωμάτων τους (βλ. Π.Αρβανιτάκη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2020, άρθρο 749 παρ. 1 σελ. 401). Γίνεται, λοιπόν, δεκτό ότι οι γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου απουσιάζει το στοιχείο της διαφοράς και η ένδικη προστασία παρέχεται με πράξεις διαπλαστικής ή διαπιστωτικής υφής, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση ή στην προστασία ιδιωτικών συμφερόντων, η δε εφαρμογή της ανωτέρω διαδικασίας υπαγορεύεται από την ανάγκη να περιβληθούν τον μανδύα και τις εγγυήσεις της δικαστικής κρίσης ορισμένες σημαντικές και γενικότερου συμφέροντος υποθέσεις (βλ. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, τόμος I, σελ. 87 επ.), δεν αποτελούν ιδιωτικές διαφορές, είναι ανεπίδεκτες συμβιβασμού και διαιτησίας και δεν είναι δυνατή η υπαγωγή τους σε διαμεσολάβηση. Εκτός όμως από τις γνήσιες υπάρχουν και οι μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, ήτοι ιδιωτικές διαφορές που εμφανίζουν το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες είναι δεκτικές συμβιβασμού, διαιτησίας και διαμεσολάβησης. Πρόκειται κυρίως για διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης υπαγάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία για λόγους σκοπιμότητας και προς αποφυγή της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Παρά λοιπόν την απαγόρευση του άρθρου 749 ΚΠολΔ περί μη υπαγωγής στη διαμεσολάβηση των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, δέον να διευκρινιστεί ότι η ανωτέρω απαγόρευση αναπτύσσει ενέργεια μόνο στις γνήσιες υποθέσεις και όχι και στις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, οι οποίες ενέπιπταν και στο πεδίο εφαρμογής του προγενέστερου Ν. 3898/2010 και εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 178 – 206 του Ν. 4512/2018 (βλ. σχετ. Γονίντα Κούκιο, Προβλήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου από το θεσμό της διαμεσολάβησης, έκδ. 2019, σελ. 15-17, Ν. Κωνσταντινάκης, Η διαμεσολάβηση αστικών και εμπορικών διαφορών στις έννομες τάξεις των Η.Π.Α., Ε.Ε., Ελλάδας, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, 2019, ψηφιακή βιβλιοθήκη Πέργαμος, σελ.160, Ι.Σπυριδάκη, Εκούσια Δικαιοδοσία, έκδ. 2019, σελ.301, Π. Αρβανιτάκη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ό.π., άρθρο 749 παρ. 2, σελ. 401, πρβλ. και Φιλιώτη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ό.π., άρθρο 867 (για διαιτησία) παρ. 8, σελ. 668). Τέτοιες είναι και οι διαφορές που αφορούν την αίτηση λύσης Ο.Ε. ή αποκλεισμού εταίρου, που εκδικάζονται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και συνιστούν μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, υπαγόμενες σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους (βλ. Ν. Κωνσταντινάκη ό.π., βλ. και Ν.Ρόκα «Συμφωνίες διαιτησίας στο εταιρικό δίκαιο», ΕΠολΔ 2019, σελ. 369-382, που δέχεται ως προς τις ανωτέρω διαφορές ότι υφίσταται εξουσία διάθεσής τους από τα μέρη και ότι μπορούν αυτές να υπαχθούν σε διαιτησία). Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων του Ν. 4072/2012 που προβλέπουν τον αποκλεισμό εταίρου και τη λύση εταιρίας με δικαστική απόφαση δεν εισάγουν ρυθμίσεις αναγκαστικού δικαίου (βλ. σχετ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, έκδ. 2019, σελ. 149 και 155) και συνεπώς υφίσταται, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, εξουσία διάθεσης του αντικειμένου των σχετικών διαφορών από τα μέρη. Έτσι, και στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των αιτήσεων αποκλεισμού ομόρρυθμου εταίρου και λύσης ομόρρυθμης εταιρίας θα πρέπει, για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης. Περαιτέρω, σκοπός του νομοθέτη, μέσω της υποχρεωτικής έγγραφης ενημέρωσης του διαδίκου από τον εντολέα του, είναι η προώθηση της εξοικείωσης των πολιτών με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης και η υποχρεωτική ενημέρωσή τους, σχετικά με αυτήν και τα οφέλη της, ως εναλλακτική οδός επίλυσης των διαφορών και όχι ως υποκατάστατο της προσφυγής στη δικαιοσύνη, ώστε να άγεται μία διαφορά στην δικαιοσύνη μετά από επίγνωση των μερών ότι αυτή δεν δύναται να επιλυθεί μέσω ενός τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, που δεν κρίνει τα μέρη και τη διαφορά, αλλά συμβάλλει στην επικοινωνία των μερών για την εύρεση του κοινού τόπου που θα οδηγήσει στην αποκατάσταση της μεταξύ τους σχέσης (αιτιολογική έκθεση Ν. 4640/2019, στο οικείο χωρίο της, για το άρθρο 3 αυτού). Έτσι, ενώ, με βάση τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, ανεξάρτητα από το χρόνο προσκομιδής του εγγράφου -η οποία συγχωρείται έως τη συζήτηση- η ενημέρωση για τη διαμεσολαβητική διευθέτηση της διαφοράς θα πρέπει να προηγείται της κατάθεσης της αγωγής, δεδομένου του σκοπού του νομοθέτη αλλά και της αρχής της οικονομίας της δίκης, προς αποτροπή άσκοπης απασχόλησης του δικαστηρίου με την ίδια διαφορά και του κινδύνου παρέλκυσης της δίκης, πρέπει να γίνει δεκτό (άρθρο 3 παρ. 3 εδ. β΄ του Ν. 4640/2019) ότι η έγγραφη ενημέρωση μπορεί να γίνει πριν ή και μετά την άσκηση της αγωγής, διότι η κύρωση του απαραδέκτου της συζήτησης, περιστέλλει την αξίωση για παροχή έννομης προστασίας και αυτή πρέπει να περιορίζεται στο αναγκαίο για την πραγμάτωση του σκοπού της συγκεκριμένης διάταξης μέτρο. Εξάλλου, με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης, η μη προσκομιδή του ενημερωτικού εγγράφου θα πρέπει να θεωρηθεί ως τυπική παράλειψη, η οποία δύναται να συμπληρωθεί καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ [ΕΔωδ(Μον) 95/25, ΕΑ(Μον) 878/24, ΕΠειρ(Μον) 194/23, ΕΠειρ(Μον) 161/22 ΝΟΜΟΣ]. Οι εκκαλούντες, με τον δέκατο λόγο εφέσεώς τους, ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019, καθώς υπέλαβε ότι η μη προσκόμιση από τον εφεσίβλητο του εγγράφου ενημέρωσής του για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς τους με διαμεσολάβηση συνιστά τυπική παράλειψη, δυνάμενη να αναπληρωθεί, με κλήση του, κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, αντί να κηρύξει, εκ της ως άνω ελλείψεως, απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, να προβεί σε κλήση αυτού, για σχετική συμπλήρωση, χωρίς, μάλιστα, να τους γνωστοποιήσει την τοιαύτη έλλειψη, ώστε να εκθέσουν και οι ίδιοι τις, επ’ αυτού, απόψεις τους, παραβιάζοντας, επιπλέον, η εκκαλουμένη, με τον τρόπο αυτό, και την αρχή της ισότητας των όπλων των διαδίκων. Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθώς, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η μη προσκομιδή του ως άνω ενημερωτικού εγγράφου αποτελεί τυπική παράλειψη, που δύναται να καλυφθεί από τον ενάγοντα ή αιτούντα, μετά από υπόδειξη του δικαστηρίου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ, χωρίς, εκ του λόγου αυτού, να απαιτείται προηγούμενη σχετική ενημέρωση των αντιδίκων του.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του αιτούντος και την ανωμοτί κατάθεση του δευτέρου των καθ’ ων, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας  συνεδριάσεώς του, όλα τα, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), μεταξύ των οποίων και η, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπ’ αριθμ. 2883/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η υπ’ αριθμ. 2997/2024 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του σχετικού από 1-3-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού – καταστατικού, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, συστάθηκε, στις 11-3-2021, ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «……….» και αριθμ. ΓΕ.ΜΗ. ……… [βλ. την από 11-3-2021 βεβαίωση της Υπηρεσίας Μίας Στάσης (ΥΜΣ) για τη σύσταση εταιρειών του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιώς]. Σύμφωνα με τα, μεταξύ άλλων, διαλαμβανόμενα στο ανωτέρω συμφωνητικό, σκοπός της εταιρίας αυτής ορίσθηκε η κατασκευή, εμπορία, οι εισαγωγές – εξαγωγές υποδημάτων, ζωνών, τσαντών και συναφών ειδών, καθώς και οι υπηρεσίες e-shop (άρθρο 4), και έδρα της ο ………….., επί της οδού …….. (άρθρο 2), όπου και μισθωμένο από αυτήν, από 5-3-2021, ακίνητο, επιφανείας 196,24 τ.μ., προς εξυπηρέτηση του ανωτέρω εμπορικού σκοπού της. Η δε διάρκεια της ως άνω εταιρίας ορίσθηκε πενταετής (άρθρο 6), ενώ, ως ομόρρυθμα μέλη και διαχειριστές αυτής, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, έναντι τρίτων, ορίστηκαν ο αιτών, …….., και οι πρώτος και τρίτη των καθ’ ων η αίτηση, ………. και ……….., αντίστοιχα, και, ως ετερόρρυθμο μέλος, ο δεύτερος τούτων, …………… (άρθρο 1). Ακολούθως, δυνάμει νέου ιδιωτικού συμφωνητικού των εταίρων της ως άνω εταιρίας, που καταχωρήθηκε στο ΓΕ.ΜΗ., στις 21-4-2021, τροποποιήθηκε το ανωτέρω υπ’ αριθμ. 1 άρθρο, αναφορικά με την ιδιότητα των ως άνω εταίρων, ως ομορρύθμων ή ετερορρύθμων μελών αυτής, καθώς και τα υπ’ αριθμ. 7, 9 και 12 άρθρα του καταστατικού αυτής, που αφορούσαν στο κεφάλαιο και τις εισφορές της, τη διαχείριση της εταιρίας και τη λύση και εκκαθάρισή της, τα οποία διαμορφώθηκαν, πλέον, ως εξής: «Άρθρο 1. ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ: Συστήνεται με το παρόν ετερόρρυθμη εταιρία με ετερόρρυθμα μέλη τον …….. και ……….. και ομόρρυθμα μέλη τον …….. και τη .……. Για τα χρέη αυτής έναντι τρίτων ευθύνονται τα ομόρρυθμα μέλη αυτής εις ολόκληρον και απεριόριστα. Άρθρο 7. ΚΕΦΑΛΑΙΟ – ΕΙΣΦΟΡΕΣ: Το κεφάλαιο της εταιρείας αποτελείται από τις εισφορές των εταίρων της και ανέρχεται στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Ο πρώτος των συμβαλλομένων …….., ο οποίος είναι ετερόρρυθμος εταίρος, εισέφερε στην εταιρία το ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τέσσερα (3.334,00) ευρώ σε μετρητά, ήτοι 16,67% του εταιρικού κεφαλαίου. Ο δεύτερος των συμβαλλομένων …………, ο οποίος είναι ομόρρυθμος εταίρος, εισέφερε στην εταιρία το ποσό των έξι χιλιάδων εξακοσίων εξήντα έξι (6.666,00) ευρώ σε μετρητά, ήτοι 33,33% του εταιρικού κεφαλαίου.  Η τρίτη των συμβαλλομένων . ……….., η οποία είναι ομόρρυθμος εταίρος, εισέφερε στην εταιρία το ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τέσσερα (3.334,00) ευρώ σε μετρητά, ήτοι 16,67% του εταιρικού κεφαλαίου. Ο τέταρτος των συμβαλλομένων …………, ο οποίος είναι ετερόρρυθμος εταίρος, εισέφερε στην εταιρία το ποσό των έξι χιλιάδων εξακοσίων εξήντα έξι (6.666,00) ευρώ σε μετρητά, ήτοι 33,33% του εταιρικού κεφαλαίου. Άρθρο 9. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ – ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ: Διαχειριστές και εκπρόσωποι της εταιρείας ορίζονται μόνο τα ομόρρυθμα μέλη αυτής και συγκεκριμένα ο …….. και η ……….. Οι διαχειριστές θα εκπροσωπούν ο καθένας χωριστά την εταιρεία σε κάθε αρχή, δικαστήριο ή τρίτο γενικά, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από την τράπεζα. Σε περίπτωση δε ανάληψης δανείου από οποιαδήποτε τράπεζα, απαιτείται η υπογραφή και των 2 διαχειριστών ομορρύθμων μελών και μόνο. Άρθρο 12. ΛΥΣΗ – ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ: Η Εταιρεία λύεται: α) με την πάροδο του χρόνου διάρκειάς της β) με απόφαση όλων των ομορρύθμων εταίρων γ) με την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Τη λύση της εταιρείας ακολουθεί εκκαθάριση. Εκκαθαριστές ορίζονται οι ομόρρυθμοι εταίροι ………. και …………. Κατά την εκκαθάριση ρευστοποιούνται τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, εξοφλούνται τα χρέη αυτής προς τρίτους, αποδίδονται οι εισφορές των εταίρων και το υπόλοιπο διανέμεται μεταξύ των εταίρων». Περαιτέρω, αναφορικά με τη συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες και τη διανομή των κερδών, συμφωνήθηκε ότι η συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες θα ήταν ανάλογη με τις εισφορές, ήτοι ο ………. θα μετείχε με ποσοστό 16,67%, ο ……….. με ποσοστό 33,33%, η ……….. με ποσοστό 16,67% και ο …….. με ποσοστό 33,33% (άρθρο 8), ενώ, κάθε ημερολογιακό έτος, θα συντάσσετο λογαριασμός και θα διανέμοντο τα κέρδη τη εταιρίας, τα οποία, με κοινή συμφωνία των εταίρων, ηδύναντο να διανεμηθούν και πριν το τέλος του έτους, εφόσον υφίσταντο, με βάση προσωρινό λογαριασμό (άρθρο 11). Τέλος, με το άρθρο 10 του ως άνω καταστατικού, ορίσθηκε ότι ο θάνατος, η πτώχευση και η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση εταίρου δεν επιφέρουν τη λύση της εταιρίας, αλλά την έξοδό τούτου από αυτήν, όπως επίσης και ότι κάθε εταίρος μπορεί να εξέλθει από την εταιρία, με έγγραφη δήλωσή του, απευθυνόμενη προς αυτήν και τους λοιπούς της εταίρους. Η εν λόγω δε εταιρία διέκοψε την εμπορική της δραστηριότητα, στις 31-7-2021, ήτοι λίγους μόλις μήνες μετά τη σύστασή της, σύμφωνα και με όσα σχετικά κατέθεσε ο μάρτυρας του αιτούντος, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και συνομολογείται και από τους καθ’ ων η αίτηση (βλ. την από 9-6-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2022 αίτησή τους κατά του νυν αιτούντος και της εταιρίας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), ενώ την διακοπή αυτή της δραστηριότητάς της επακολούθησε και η λύση της μίσθωσης του επαγγελματικού χώρου της, γεγονός που, επίσης, συνομολογείται από τους ως άνω διαδίκους. Μετά ταύτα, οι καθ’ ων, με την από 15-11-2021 εξώδικη διαμαρτυρία – παραίτηση και καταγγελία τους, καταχωρηθείσα, με την υπ’ αριθμ. ……/1-12-2021 ανακοίνωση, στο ΓΕ.ΜΗ., με αριθμό καταχώρησης ….., απευθυνόμενη στον αιτούντα και κοινοποιούμενη στην ανωτέρω εταιρία και το ΓΕ.ΜΗ., δήλωσαν, η μεν τρίτη αυτών ότι παραιτείται από τη θέση της διαχειρίστριας, ισχυριζόμενη ότι δεν άσκησε ποτέ, εν τοις πράγμασι, τη διαχείριση της εταιρίας, καλώντας, παράλληλα, τον αιτούντα να παράσχει πλήρη και λεπτομερή λογαριασμό για όλες τις διαχειριστικές πράξεις, στις οποίες είχε προβεί, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρίας αυτής, με επίδειξη των σχετικών δικαιολογητικών και παραστατικών της, άπαντες δε οι καθ’ ων, από κοινού, ότι καταγγέλλουν την εταιρία, για σπουδαίο λόγο, που έγκειτο στην αναφερόμενη από αυτούς αντισυμβατική συμπεριφορά του αιτούντος, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η έλλειψη οποιασδήποτε σύνδεσης, επικοινωνίας και κοινού στόχου με αυτόν, ως διαχειριστή της εταιρίας. Επακολούθησε, η από 28-2-2022 εξώδικη πρόσκληση, δήλωση και διαμαρτυρία, με επιφύλαξη δικαιωμάτων των καθ’ ων, προς τον αιτούντα και τον πατέρα του, …………., κοινοποιηθείσα σε αυτούς στις 10-3-2022 (βλ. τις αντίστοιχες υπ’ αριθμ. …../10-3-2022 και …/10-3-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …. ………), με την οποία επικαλούμενοι ότι -παρότι, σύμφωνα με την από 12-4-2021 τροποποίηση του καταστατικού της, διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της ως άνω εταιρίας ήσαν η, εξ αυτών, ……… και ο αιτών, ενεργούντες ο καθένας χωριστά-, η τελευταία ουδέποτε άσκησε διαχείριση, αντιθέτως δε, αυτήν ασκούσε, πάντοτε, ο αιτών, καθοδηγούμενος από τον πατέρα του, και διαμαρτυρόμενοι για την επανειλημμένη και παράνομη άρνηση αυτών να λογοδοτήσουν για τη διαχείριση που διενήργησαν, καλούσαν τους τελευταίους, όπως εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση της ως άνω δηλώσεως: α) τους απαντήσουν εγγράφως για τον τρόπο που αυτοί διαχειρίστηκαν, με άλλα λόγια τι απέγιναν οι 64.704,04 ευρώ των καθαρών κερδών της εταιρίας, για το χρονικό διάστημα από 11-3-2021 έως 31-12-2021 (32.024,04 ευρώ καθαρά αποτελέσματα συν 32.680,20 ευρώ του αναληθούς υπ’ αριθμ. …../5-8-2021 τιμολογίου του πατρός του αιτούντος), καθώς και ο τεχνικός εξοπλισμός της, αξίας τουλάχιστον 5.000 ευρώ και β) τους παραδώσουν, με έγγραφη απόδειξη παραλαβής, αντίγραφο της μέχρι τότε κίνησης του υπ’ αριθμ. ….. λογαριασμού της εταιρίας στην Τράπεζα EUROBANK (Υποκατάστημα Αιγάλεω), στον οποίο μόνο αυτοί είχαν και συνεχίζουν να έχουν πρόσβαση, δηλώνοντάς τους, ταυτόχρονα, ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως άπρακτης της ανωτέρω τασσομένης προθεσμίας, θα προσέφευγαν, ενώπιον της Δικαιοσύνης. Εν συνεχεία, στις 14-4-2022, οι καθ’ ων επέδωσαν στους ανωτέρω την από 11-4-2022 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία καλούσαν αυτούς να τους αποδώσουν, εντός τριών (3) ημερών από τη λήψη της, το ως άνω συνολικό ποσό των 64.704,04 ευρώ, τον τεχνικό εξοπλισμό της εταιρίας, καθώς και αντίγραφο κίνησης λογαριασμού, που τηρεί η εταιρία στην ανωτέρω Τράπεζα. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας αυτής, οι καθ’ ων κατέθεσαν, στις 9-6-2022, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, την από 9-6-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2022 αίτηση μαζί με αίτημα για έκδοση προσωρινή διαταγής, ζητώντας να διορισθεί η τρίτη αυτών ειδική επίτροπος της εταιρίας, προκειμένου να υποβάλλει έγκληση κατά του νυν αιτούντος και του πατρός του, ………….., για το αδίκημα της τελεσθείσας, σε βάρος της εταιρίας, στις 18-4-2022, υπεξαίρεσης του προαναφερομένου χρηματικού ποσού και του τεχνικού εξοπλισμού της, καθώς και να ασκήσει τη σχετική αγωγή και να παρασταθεί σε όλα τα στάδια της δίκης. Δυνάμει της από 15-6-2022 σχετικής προσωρινής διαταγής, η ως άνω καθ’ ης διορίσθηκε προσωρινή επίτροπος της ανωτέρω εταιρίας και υπέβαλε, για λογαριασμό αυτής, την από 5-7-2022 έγκληση, δηλώνοντας παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, για το ανωτέρω αδίκημα. Κατόπιν τούτου, ο αιτών κοινοποίησε στους καθ’ ων, στις 11-7-2023 (βλ. τις αντίστοιχες υπ’ αριθμ. …./11-7-2023, …../11-7-2023 και …../11-7-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ………..), την από 3-7-2023 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιώματος, με την οποία, -αφού εξέθετε ότι: α) με την ως άνω ψευδή και προσχηματική αίτησή τους, επέτυχαν, παραπλανώντας το Δικαστήριο, την έκδοση προσωρινής διαταγής, κατόπιν της οποίας και κατέθεσαν, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς, την από 5-7-2022 και με ΑΒΜ ………, σε βάρος του, έγκληση, θέλοντας, με ψευδή στοιχεία, να ποινικοποιήσουν μία υπόθεση αστικής φύσεως, β) παρότι η πρώτη εξ αυτών, ως ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής, εκπροσωπούσα από κοινού με αυτόν την εταιρία, γνώριζε διάφορες υποχρεώσεις της τελευταίας, προς Δημόσιους Οργανισμούς, προμηθευτές κλπ., έσπευσε να προβεί σε ενέργειες, παράνομες, απαράδεκτες και αντικείμενες στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, στηριζόμενη σε μία όλως προσχηματική λογιστική έκθεση, γ) αν και ό ίδιος τους έχει απευθύνει, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πρόσκληση να λυθεί η εταιρία και να τεθεί σε εκκαθάριση, αυτοί αρνούνται να συμπράξουν σε αυτό, παρότι η εκκαθάριση είναι αυτή που θα καταδείξει τις υποχρεώσεις – οφειλές της εταιρίας, αλλά και τα τυχόν κέρδη της, που θα πρέπει να διανεμηθούν στους εταίρους, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στο εταιρικό κεφάλαιο-, προσκαλούσε, για τελευταία φορά, τους καθ’ ων όπως προσέλθουν, μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, η μεν πρώτη αυτών, ως ομόρρυθμος εταίρος και συνδιαχειρίστρια της εταιρίας, οι δε δεύτερος και τρίτος, ως ετερόρρυθμοι εταίροι αυτής, την Παρασκευή 21-7-2023 και ώρα 11:30, στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου του, προκειμένου να υπογράψουν τη λύση της εταιρίας και τη θέση αυτής σε εκκαθάριση, σύμφωνα με το καταστατικό της, άλλως, ο ίδιος θα ζητούσε, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, τη δικαστική λύση της, καταλήγοντας ότι η επανειλημμένη άρνηση αυτών να τεθεί η εταιρία σε εκκαθάριση είναι ενδεικτικό του δόλιου τρόπου συμπεριφοράς τους, καθότι μόνο η εκκαθάριση θα δείξει τα πραγματικά στοιχεία της εταιρίας και, κατ’ επέκταση τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκάστου των εταίρων της. Σε απάντηση του ανωτέρω εξωδίκου, οι καθ’ ων, με την από 7-8-2023, επιδοθείσα στις 10-8-2023, πρόσκληση, δήλωση και διαμαρτυρία με επιφύλαξη δικαιωμάτων, προς τον αιτούντα και τον πατέρα του, αφού τους δήλωναν ότι αρνούντο κατηγορηματικά την προαναφερόμενη πρόσκληση για συνυπογραφή της λύσης της εταιρίας, ως προδήλως δόλια και προσχηματική, δοθείσης της αρνήσεως των τελευταίων, όχι μόνο, να τους αποδώσουν το ως άνω συνολικό ποσό των 64.704,04 ευρώ, καθώς και τον εξοπλισμό της εταιρίας, αξίας τουλάχιστον 5.000 ευρώ, που υπεξαίρεσε ο αιτών, υπό την καθοδήγηση του πατρός αυτού, αλλά και να εκπληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας (φόρο μισθωτών υπηρεσιών, δηλώσεις Φ.Π.Α., πρόστιμο μητρώου, αμοιβές και εισόδημα), με αποτέλεσμα να ζημιώνεται τόσο αυτή, όσο και οι συνευθυνόμενοι εταίροι της και για προσαυξήσεις, ποσού 2.396,80 ευρώ, διαμαρτύροντο για τον, δια της ως άνω πρόσκλησης για συναινετική λύση της ανωτέρω εταιρίας, εμπαιγμό τους και καλούσαν αυτούς, όπως, εντός πέντε (5) ημερών από την επίδοση της εν λόγω πρόσκλησης, εξοφλήσουν τις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρίας, συνολικού ύψους 23.861,32 ευρώ, και τους παραδώσουν, με έγγραφη απόδειξη παραλαβής αντίγραφο της έως τότε κίνησης του προαναφερόμενου τραπεζικού λογαριασμού της στην Τράπεζα EUROBANK. Ακολούθως, επί της ως άνω αιτήσεως των καθ’ ων περί διορισμού της τρίτης αυτών, ως ειδικής επιτρόπου της εταιρίας, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 2883/4-9-2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αίτηση απορρίφθηκε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω απόφαση (κατά της οποίας, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. …./13-1-2025 σχετικό πιστοποιητικό του πολιτικού τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Πειραιώς και συνομολογείται και από τους καθ’ ων η κρινομένη αίτηση, δεν έχουν ασκηθεί τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα), οι διαλαμβανόμενες στην προαναφερομένη από 15-11-2021 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρίας – παραίτησης και καταγγελίας των καθ’ ων, αφενός, καταγγελία της εταιρίας από τους τελευταίους, αφετέρου, παραίτηση της τρίτης των καθ’ ων από τη διαχείριση της εταιρίας, κρίθηκαν άκυρες, και δη: α) η μεν καταγγελία, διότι, υπό τις διατάξεις του Ν. 4072/2012, δεν προβλέπεται, ως λόγος λύσης των προσωπικών εταιριών, η καταγγελία, ενώ τέτοιος λόγος δεν είχε προβλεφθεί ούτε στο καταστατικό της ανωτέρω εταιρίας, β) η δε παραίτηση, διότι η παραίτηση του διαχειριστή μπορεί να λάβει χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 753 ΑΚ, αναλογικά εφαρμοζόμενο στην ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρία, δυνάμει των άρθρων 249 και 272 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, μόνο από την καταστατική διαχείριση, ενώ δικαίωμα παραίτησης δεν παρέχεται από τη νόμιμη, η οποία αποτελεί δικαίωμα και υποχρέωση όλων των ομορρύθμων εταίρων, δοθέντος μάλιστα και του ότι, εν προκειμένω, μετά την ανωτέρω δήλωση παραίτησης, δεν μεσολάβησε κάποια πράξη τροποποίησης του καταστατικού, με την οποία να ορίζεται, ως μοναδικός διαχειριστής ο αιτών, ώστε να ασκεί πλέον αυτός μεμονωμένα τη διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας, δυνάμει καταστατικής, πλέον, πρόβλεψης (καταστατική διαχείριση). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών της, με την εν λόγω απόφαση, έγινε δεκτό ότι η τρίτη των καθ’ ων τυγχάνει νόμιμη διαχειρίστρια – εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, έχοντας την εξουσία να εκπροσωπεί την εταιρία ατομικά, ενώπιον των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις διορισμού προσωρινής διοίκησης – ειδικής εκπροσώπου, κατ’ άρθρο 69 ΑΚ, για την διενέργεια, από την ανωτέρω καθ’ ης, των ως άνω πράξεων εκπροσώπησης της εταιρίας, στα πλαίσια της δικαστικής επιδίωξης των ποινικών και αστικών αξιώσεών της, σε βάρος του αιτούντος και του πατρός του. Περαιτέρω, στην ποινική δίκη που διεξήχθη, κατά των τελευταίων, για το αδίκημα, με βάση τα ανωτέρω, σε βάρος τους, καταγγελλόμενα, της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή, αναφορικά με τον αιτούντα, και της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση του ως άνω αδικήματος, αναφορικά με τον πατέρα του, …….., που τελέσθηκε, στον Πειραιά, στις 18-4-2022, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. Α.Τ. 2997/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αμφότεροι οι ως άνω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι και επιβλήθηκε, σε έκαστο τούτων, ποινή φυλάκισης 15 μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ. Ενόψει των ως άνω εκτιθεμένων, αποδείχθηκε ότι, από τον Ιούλιο του έτους 2021, έχει επέλθει οριστική και ανεπανόρθωτη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ του αιτούντος και των λοιπών εταίρων και αδυναμία οιασδήποτε συνεργασίας τους. Ειδικότερα, ο αιτών και οι καθ’ ων η αίτηση δεν επικοινωνούν, μεταξύ τους, παρά μόνο μέσω εξώδικων δηλώσεων, καθώς και δικογράφων, προς επίλυση διαφωνιών και εκκρεμοτήτων, εκ της προηγηθείσας συνεργασίας τους, που επιτάσσουν, έτι περισσότερο, τις μεταξύ τους εντάσεις. Η δε εταιρία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει χώρο και τον αναγκαίο μηχανολογικό εξοπλισμό, προς άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς της, δοθέντος ότι ο μισθωμένος από αυτήν χώρος, όπου ασκείτο η εν λόγω δραστηριότητα και εντός του οποίου ευρίσκοντο και τα μισθωμένα από την ίδια μηχανήματα κατασκευής των προϊόντων που η ως άνω εταιρία εμπορεύετο, δεν χρησιμοποιείται, πλέον, από αυτήν, λόγω λύσης της σχετικής σύμβασης μίσθωσης, και οι καθ’ ων ουδόλως επικαλούνται, πολλώ δε μάλλον, αποδεικνύουν ότι έχει, εν τω μεταξύ, ανευρεθεί άλλος κατάλληλος, εξοπλισμένος χώρος, για τη συνέχιση της άσκησης της εμπορίας της. Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι η ως άνω εταιρία συνεργάζεται με άλλους εμπόρους, στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητάς της, ότι εισπράττει χρήματα, ότι διαθέτει κύκλο εργασιών και πελατών και ότι ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, απέναντι προς τρίτους. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η τελευταία παραμένει αδρανής, μη δραστηριοποιούμενη, από τον Ιούλιο του ως άνω έτους, η δε εξακολούθηση της, έστω και τυπικής, λειτουργίας της καθίσταται επιζήμια για όλους τους εταίρους της  – διαδίκους, καθόσον, ένεκα αυτής, οι ίδιοι συνεχίζουν να επιβαρύνονται με ασφαλιστικές, φορολογικές και εν γένει οικονομικές υποχρεώσεις που συνεπάγεται η διατήρηση μίας επιχείρησης, χωρίς, μάλιστα, να αποκομίζουν οποιοδήποτε κέρδος από τη συμμετοχή τους σε αυτήν. Επιπλέον, ουδείς εκ των εταίρων επιθυμεί, στην πραγματικότητα, τη συνέχιση λειτουργίας της ανωτέρω επιχείρησης, δοθείσης και της αδυναμίας συνεργασίας τους προς επίτευξη του εταιρικού σκοπού. Άλλωστε, οι ίδιοι οι καθ’ ων, με την προαναφερόμενη από 15-11-2021, καταχωρηθείσα στο ΓΕ.ΜΗ., εξώδικη διαμαρτυρία – παραίτηση και καταγγελία τους, είχαν δηλώσει από κοινού, ότι καταγγέλλουν την εταιρία, για σπουδαίο λόγο, ενώ, σε περίπτωση που επιθυμούσαν τη συνέχιση της εταιρίας, είχαν τη δυνατότητα να προβούν στις νόμιμες ενέργειες, ώστε να αποκλεισθεί ο αιτών από την εταιρία και να συνεχίσουν οι ίδιοι τη λειτουργία αυτής, με έτερο εταίρο. Επίσης, οι καθ’ ων, επί μία περίπου τετραετία, ουδεμία απόφαση ανασυγκρότησης έλαβαν, ουδέποτε συγκάλεσαν τα εταιρικά όργανα, ουδόλως αναζήτησαν νέο μίσθιο, ούτε απέκτησαν μηχανολογικό εξοπλισμό και δεν προέβησαν σε επιχειρηματικές κινήσεις, ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που να υποδηλώνει πρόθεση συνέχισης, εκ μέρους τους, της ανωτέρω εταιρίας. Ένεκα δε της ανυπαρξίας της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρίας, της οριστικής διάρρηξης των σχέσεων των διαδίκων εταίρων και της παντελούς έλλειψης συνεργασίας αυτών ως προς τη λειτουργία της εταιρίας και της συνακόλουθης αδυναμίας πραγμάτωσης της εταιρικού σκοπού, η οποία η οποία δεν είναι προσωρινή, αλλά έχει πλέον παγιωθεί, προσλαμβάνοντας μόνιμο χαρακτήρα, χωρίς δυνατότητα ανάκαμψης της επιχείρησης, συντρέχουν οι επικαλούμενοι στην αίτηση, σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της εταιρίας σπουδαίοι λόγοι, που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της. Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι δεν υφίσταται άλλος τρόπος, προς άρση του αδιεξόδου που έχει δημιουργηθεί, επιβάλλεται, ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που έχει ανακύψει, η δικαστική λύση της εταιρίας. Καταλήγοντας στην κρίση αυτή, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 259 δ του Ν. 4072/2012 και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των, περί του αντιθέτου, αντιστοίχων, αφενός, ενάτου λόγου και, αφετέρου, πέμπτου, έκτου, έβδομου και όγδοου λόγων εφέσεως, ως αβάσιμων. Επιπλέον, ουδόλως παραβίασε την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης, ως διατείνονται οι εκκαλούντες, με τον τρίτο λόγο εφέσεώς τους, ο οποίος τυγχάνει, επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, δοθέντος ότι η αρχή αυτή έχει νόημα μόνον όταν υφίσταται πραγματική, λειτουργούσα επιχειρηματική μονάδα, ήτοι, όταν υφίσταται ζώσα οικονομική δραστηριότητα, επιχειρησιακή οργάνωση, εγκαταστάσεις, εξοπλισμός, προσωπικό και διοίκηση που δύναται να λειτουργήσει, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς η ως άνω εταιρία, ως προετέθηκε, έχει παύσει ολοκληρωτικά κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα, ήδη από 31-7-2021 και δεν διαθέτει, έκτοτε, χώρο λειτουργίας και εξοπλισμό, προσωπικό, πελατολόγιο, έχουσα, έτσι, καταστεί πλήρως αδρανής, δίχως υποδομή και οποιαδήποτε δυνατότητα επιχειρησιακής αναβίωσης. Ακολούθως, οι καθ’ ων η αίτηση επαναφέρουν, με τον τέταρτο λόγο εφέσεώς τους, ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αιτούντος για λύση της εταιρίας, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, για το λόγο ότι ο τελευταίος, με την υπό κρίση αίτησή του, επικαλείται, ως σπουδαίο λόγο, την οριστική ρήξη των σχέσεων των εταίρων, η οποία, όμως, επήλθε, ως αναγκαία συνέπεια τής, εκ μέρους τους, τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης, σε βάρος τους, με αποτέλεσμα η επίκληση του ως άνω σπουδαίου λόγου να υπερβαίνει καταφανώς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος, καθώς, -πλέον του ότι, σύμφωνα και με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, ο σπουδαίος λόγος δύναται να αναχθεί και στο πρόσωπο του αιτούντος-, με βάση όσα ως άνω αποδείχθηκαν, ήτοι την αδυναμία συνεργασίας των εταίρων και λειτουργίας της επιχείρησης, η επιδίωξη του αιτούντος για δικαστική λύση της εταιρίας δεν κρίνεται ότι υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, καθιστώντας μη ανεκτή την άσκησή του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του,  απέρριψε, ομοίως, το λόγο αυτό, ορθά εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου του ανωτέρω λόγου εφέσεως, ως αβάσιμου. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατειθεμένου από τους εκκαλούντες, για την άσκησή της, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του υπ’ αριθμ. ……………/2025 e – παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.- ΚΑΙ

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 22.4.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ