Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 269/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 269/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα E.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΑΦΜ ….) και ήδη από 1.1.2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ ΑΑΔΕ ……), η οποία εκπροσωπείται από το Διοικητή της και εδρεύει στην Αθήνα, στην προκειμένη δε περίπτωση και από τους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ Λάρισας, Δ.Ο.Υ Τρικάλων, Δ.Ο.Υ Καρδίτσας και Δ.Ο.Υ Βόλου, το οποίο εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τη δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ Αννα Κωστοπούλου (ΑΜ …..).

Των εφεσίβλητων: 1) ………..) και 2) ……………… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Φούρκα (ΑΜ ΔΣΑ ………….).

Το εκκαλούν άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των ώδε εφεσίβλητων, με σκοπό τη μεταρρύθμιση του υπ’αριθ. ……../2019 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Πειραιά …………, την από 22.4.2019 και με αριθ.έκθ. καταθ.δικογρ. ………../2019 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 380/2024 απόφαση με την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο λειτουργικά αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την από 23.2.2024 και με αριθ.έκθ.καταθ.δικογρ. ………../2024 κλήση, ο καλών – πρώτος εφεσίβλητος επανέφερε προς συζήτηση την ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 3450/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το ανακόπτον, με την από 16.4.2025 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …./16.4.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …/16.4.2025 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. ……./11.6.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …./11.6.2025) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, η έφεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η δικαστική αντιπρόσωπος του Ν.Σ.Κ. ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων που παρέστησαν στο ακροατήριο, αφού έλαβαν τον λόγο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 518 παρ.1 εδ.α’ ίδιου Κώδικα, καθώς από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στο Ελληνικό Δημόσιο στις 1.4.2025 (βλ. την σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας …………….. στο προσκομιζόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο αντίγραφο της εκκαλούμενης), το ως άνω ένδικο μέσο ασκήθηκε στις 16.4.2025 (βλ. την υπό την αυτή ημερομηνία έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου της γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιώς, …………..), ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών, χωρίς για το παραδεκτό της έφεσης να απαιτείται η κατάθεση παραβόλου από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αφού αυτό απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε τέλους και παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του ως άνω Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (ΑΠ 1441/2024, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, www.areiospagos.gr). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ι. Κατά το άρθρο 972 § 1 KΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ` αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου με την έννοια του άρθρο 118 KΠολΔ. Ειδικότερα, η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και συγκεκριμένα στη διαδικασία της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή. Στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους, κατά το άρθρο 974 KΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 KΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε. Συνεπώς, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση. Για το σκοπό αυτό η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, καθώς και του προνομίου της. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 § 1 KΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή ή ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 KΠολΔ, αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν αποτελεί δικαστική αρχή, ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας τελικά τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα, χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι` αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 KΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (Ολ.Α.Π. 1 και 2/2010, Α.Π. 1349/2011). Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα (ή δικαστική απόφαση) που είναι εμπρόθεσμα, μέσα στη νόμιμη ως άνω προθεσμία, κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, με τα οποία αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή ή το προνόμιό του και το οποίο αναφέρεται στο αναγγελτήριο, και τα οποία είναι προσιτά σε όλους (Α.Π. 69/2022, ΑΠ 2068/2013, ΑΠ 1087/2013). Ειδικότερα ως προς την αναγγελία του Δημοσίου, από τις διατάξεις α) του άρθρου 61 § 1 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων), που ορίζει ότι “1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας. Διά τας μη ληξιπρόθεσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών …” και β) του άρθρου 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο “1. Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ` οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, δι` αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη. Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας”, προκύπτει ότι ο διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου, ήδη ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ., σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται από τρίτο, υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο, ήδη στη Δ.Ο.Υ., χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (Α.Π. 1087/2013). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, για το ορισμένο της περιγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων, μπορεί δε η περιγραφή της απαίτησης που περιέχεται στην αναγγελία του Δημοσίου να συμπληρωθεί νόμιμα από τον πίνακα ή άλλο δημόσιο έγγραφο που είναι κατατεθειμένο από αυτό ή άλλον στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτό σε όλους, ή με νέο αναγγελτήριο εντός της νόμιμης προθεσμίας (Α.Π. 69/2022, Α.Π. 405/2020, Α.Π. 461/2018, Α.Π. 129/2018, Α.Π. 679/2016, Α.Π. 1353/2015).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1012 παρ. 1 και 4 και 205 του Κ.Ι.Ν.Δ, ως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης του ένδικου πίνακα κατάταξης (22-3-2019), προκύπτει ότι επί κατασχεμένου πλοίου το οποίο πλειστηριάστηκε, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ι.Ν.Δ. Προηγούνται οι κατ’ άρθρα 205 του Κ.Ι.Ν.Δ. προνομιούχες απαιτήσεις, οι οποίες κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες. Τα προνόμια του άρθρου αυτού είναι ειδικά και έχουν ως αντικείμενο ορισμένο πλοίο ή το ναύλο, εκτοπίζουν δε κάθε άλλο προνόμιο του κοινού δικαίου ή του Κ.Πολ.Δ, όταν αντικείμενο του πλειστηρισμού είναι το πλοίο. Ως εκ τούτου, κατατάσσονται κατά πρώτο λόγο οι κατά το άρθρο 205 προνομιούχες απαιτήσεις, ακολουθούν οι ενυπόθηκες επί του πλοίου και μετά την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, επί του τυχόν υπολοίπου του εκπλειστηριάσματος, γίνεται η κατάταξη των κατά το άρθρο 975 και 976 Κ.Πολ.Δ. προνομιούχων απαιτήσεων, κατά την έκταση κατά την οποία οι τελευταίες δεν καλύπτονται από το άρθρο 205 του Κ.Ι.Ν.Δ. (Α.Π. 466/1996, ΕλλΔνη 39, 347, Α.Π. 1556/1998, ΕλλΔνη 40, 1326, Εφ.Πειρ. 501/2008, Εφ.Πειρ. 497/2003, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα δε με το τελευταίο αυτό άρθρο «Είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξιν μόνο οι ακόλουθοι απαιτήσεις: α) τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινόν συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς τη ναυσιπλοϊαν φόροι, ως και τα από του κατάπλου του πλοίου εις τον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β) αι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσαι απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου, γ)…., δ)…… Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης». Κατά την έννοια του νόμου, βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα είναι τα δια νόμου επιβαλλόμενα απ’ ευθείας επί του πλοίου υπέρ τρίτων οργανισμών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου τέλη, που αφορούν δηλαδή στην ίδια τη λειτουργία του πλοίου ως πλωτού μέσου (π.χ. τέλη διελεύσεως, πλοηγήσεως, φαρικά τέλη και τέλη αγκυροβολίας, προσορμίσεως, πρυμνοδετήσεως, μεθορμίσεως κλπ.). Δεν εμπίπτουν, επομένως, στην ανωτέρω έννοια του τέλους εκείνα που βαρύνουν τρίτους κατά τη λειτουργία του πλοίου και απλώς εισπράττονται από τον πλοιοκτήτη ή τον αντιπρόσωπό του ή τη ναυτική επιχείρηση με την υποχρέωση αποδόσεώς των στον δικαιούχο, όπως είναι τα υπέρ λιμενικών ταμείων τέλη χρήσεως του λιμένα τα οποία συνίστανται στην προσαύξηση του εισιτηρίου των επιβατών και βαρύνουν τον επιβάτη, εισπραττόμενα απλώς από τον πλοιοκτήτη κατά την έκδοση του εισιτηρίου. Εξάλλου, συναφείς προς την ναυσιπλοϊαν φόροι δεν είναι όλες οι κατά του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή φορολογικές απαιτήσεις του Δημοσίου εκ του ότι αυτός ασκεί ναυτική επιχείρηση, αλλά μόνον όσοι φόροι επιβάλλονται απευθείας επί του πλοίου ως μεταφορικού μέσου δια της νομοθεσίας περί φορολογίας πλοίων (του ν. 1880/1951 περί φορολογίας πλοίων, φόροι και εισφορές στα υπό Ελληνική σημαία πλοία με βάση την ηλικία και χωρητικότητα του πλοίου άρθ. 1, 2 και 6 ν. 27/1975, τα κατά τον ν. 820/1978 επιβαλλόμενα πρόστιμα για φορολογικές παραβάσεις που αφορούν το πλοίο κλπ.) (βλ. Αντάπαση, Απαιτήσεις απολαύουσαι ναυτικών προνομίων, σ. 138,139, Δ. Καμβύση, Ιδιωτικός Ναυτικός Νίκαιον, 1982, υπ’ άρθρα 205-209, παρ. 3, σ. 575, 576, Α.Π. 511/2014, Α.Π. 79/2004, Εφ.Πειρ. 292/2024, Εφ.Πειρ. 40/2018, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 322/1988, Ε.Ν.Δ. 18, 23,).

Με την από 22.4.2019 ανακοπή, το ανακόπτον εξέθετε ότι με επίσπευση του δεύτερου των καθ’ων (ήδη δεύτερου εφεσίβλητου) εκπλειστηριάστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., το ανήκον στην οφειλέτιδα ………………. και της …………, ποσοστό ημίσεως (50%) εξ αδιαιρέτου του υπό ελληνική σημαία σκάφους αναψυχής τύπου (Τ/Ρ -Α/Ψ) PRIVATE PLEASURE BOAT, με το όνομα «Α» (A), με αριθμό νοηολογίου Ελευσίνας …….., το οποίο κατακυρώθηκε στον επισπεύδοντα, στην προσφερθείσα από αυτόν τιμή των 6.668,00 ευρώ. Οτι το ίδιο (ανακόπτον) αναγγέλθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, εμπρόθεσμα και νομότυπα, δια των Προϊσταμένων των ΔΟΥ Καρδίτσας, Λαρίσης, Βόλου και Τρικάλων, για απαιτήσεις του συνολικού ύψους 625.494,90 ευρώ, όπως αυτές εξειδικεύονται και προσδιορίζονται κατά τα επιμέρους στοιχεία τους δια της ενσωμάτωσης του κειμένου των αναγγελιών μετά των συνοδευόντων αυτές πινάκων χρεών, στο κείμενο της ανακοπής. Οτι επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των δανειστών, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο κατέταξε τους καθ’ων η ανακοπή, τον μεν πρώτο δικαστικό επιμελητή για το ποσό των 5.494,10 για έξοδα εκτελέσεως, τον δε δεύτερο επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό, σε μερική εξόφληση των αναγγελθεισών προνομιακών απαιτήσεών του, ποσού 118,38 ευρώ, ενώ δεν κατέταξε το ίδιο, κρίνοντας τις αναγγελίες του ως αόριστες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρει στην ανακοπή, να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, ώστε να αποβληθούν οι καθ’ων και να καταταγεί το ίδιο στα ανωτέρω ποσά, λόγω του προνομίου κατ’άρθρ. 5 και 61 ΚΕΔΕ των αναγγελθεισών απαιτήσεών του καθώς και να καταδικαστούν οι καθ’ων η ανακοπή στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε την ανακοπή παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του καθ’ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμοδίου Δικαστηρίου, απέρριψε αυτήν ως αόριστη.

Την ανωτέρω κρίση της εκκαλουμένης απόφασης προσέβαλε το ανακόπτον με την από 16.4.2025 έφεση και με τον διαλαμβανόμενο σε αυτήν μοναδικό λόγο, με τον οποίο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη, ζητεί να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη ανακοπή καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική του δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ανακοπή τυγχάνει αόριστη διότι στο δικόγραφό της δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις απαιτήσεις του Δημοσίου, επιτρέποντας την εξατομίκευσή τους και τον έλεγχο του προνομίου τους. Ειδικότερα, από τους συνημμένους στην ανακοπή πίνακες χρεών προκύπτει ότι όλες οι εγγραφές [με εξαίρεση την εγγραφή υπ’αριθ.1 της αναγγελίας του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Λάρισας και τις εγγραφές υπ’αριθ. 1,2,3,4 της αναγγελίας του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Βόλου, που έχουν βεβαιωθεί στο ΑΦΜ της οφειλέτριας – καθ’ης η εκτέλεση και αφορούν Ε.Δ.Ε (η πρώτη) και ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ, Φ.Α.Π Φ.Π, ΕΜ.Φ.Ι.Α (οι λοιπές)], αφορούν απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος της καθ’ης η εκτέλεση ως μέλους περισσότερων νομικών προσώπων [όπως συνάγεται από το ότι για την ιδιότητα με την οποία ευθύνεται αναγράφεται στην οικεία στήλη «Ο.Μ.» (ομόρρυθμο μέλος) και «ΜΕΛΟΣ» και τις βεβαιώσεις των χρεών σε διαφορετικα ΑΦΜ (……………)], για εισόδημα νομικού προσώπου, πρόστιμο Κ.Β.Σ., Φ.Π.Α., πρόστιμο Φ.Π.Α. και διάφορους φόρους, χωρίς να προσδιορίζονται τα νομικά πρόσωπα, για τα χρέη των οποίων βεβαιώνεται ότι η καθ’ης η εκτέλεση ευθύνεται ως ομόρρυθμο ή άλλο μέλος, ούτε η νομική μορφή αυτών, δηλαδή αν πρόκειται για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρίες. Επομένως, ως προς τις εγγραφές αυτές, η περιγραφή των απαιτήσεων δεν γίνεται κατά τρόπο που να παρέχει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την ευχέρεια να προβεί στη σύγκριση και κατάταξη των απαιτήσεων στον πίνακα και στους αναγγελθέντες δανειστές τη δυνατότητα αντίκρουσης, αφού δεν προσδιορίζονται οι επωνυμίες των νομικών προσώπων που αφορούν τα βεβαιωμένα χρέη και για τα οποία, σύμφωνα με τον πίνακα, ευθύνεται και η καθ’ης η εκτέλεση ως μέλος, ούτε ακόμη εάν πρόκειται για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρίες, ώστε να εξειδικευθεί περαιτέρω η προσωπική ευθύνη της τελευταίας. Μόνη δε η αναγραφή στις σχετικές εγγραφές ΑΦΜ διαφορετικών από εκείνο της καθ’ης η εκτέλεση, δεν αρκεί για να προσδώσει ταυτότητα έναντι τρίτων στα νομικά πρόσωπα, που αφορούν τα σχετικά χρέη ΑΠ 973/2020, www.areiospagos.gr). Εξάλου στις ως άνω συνημμένες στο δικόγραφο της ανακοπής αναγγελίες, περιέχεται αίτημα του ανακόπτοντος – εκκαλούντος, δια των Προϊσταμένων των ως άνω ΔΟΥ, για την προνομιακή κατάταξή του σύμφωνα με το άρθρο 61 ΚΕΔΕ (που όμως κατατάσσεται στην 5ητάξη των προνομίων του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, για την ικανοποίηση των οποίων δεν επαρκεί το προς διανομή πλειστηρίασμα), ενώ δεν γίνεται επίκληση ότι οι οφειλές είναι προνομιακές σύμφωνα με το άρθρο 205 του Κ.Ι.Ν.Δ, ούτε της συγκεκριμένης αιτίας από την οποία απορρέουν, ούτε εάν αφορούν στο συγκεκριμένο πλοίο που πλειστηριάστηκε, στοιχεία που δεν προκύπτουν ούτε από τους συνημμένους στις ως άνω αναγγελίες και την ένδικη ανακοπή πίνακες χρεών. Όμως τα στοιχεία αυτά, που δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της ανακοπής, ούτε σε κάποιο δημόσιο έγγραφο απ’ όσα κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, είναι απαραίτητα προκειμένου να καταστεί δυνατό για το Δικαστήριο να εκτιμήσει με ασφάλεια το είδος του προνομίου του ανακόπτοντος και τη σειρά κατάταξης των αναγγελθεισών απαιτήσεών του, καθώς και να προβεί στη δέουσα μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης με ισόποση αποβολή των καθ’ ων, ενώ δεν μπορούν να συμπληρωθούν με τις προτάσεις του ανακόπτοντος ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ανεξάρτητα από το ότι δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο. Να προστεθεί εδώ ότι οι καθ’ ων είναι τρίτοι ως προς τις άνω αναγγελθείσες οφειλές από το ανακόπτον, οι οποίες δεν περιέχονται σε τίτλο εκτελεστό εναντίον τους, οπότε και θα αρκούσε η παράθεση μόνο των διαλαμβανομένων στην ανακοπή στοιχείων (Εφ.Πειρ. 40/2018, ό.α.). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την ένδικη ανακοπή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του μοναδικού λόγου της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Ακολούθως, μη υπάρχοντος προς εξέταση άλλου λόγου της κρινόμενης έφεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους με τις προτάσεις τους (άρθρο 106 ΚΠολΔ), σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 Ν.3693/1957, δεδομένου ότι η παρούσα δίκη διεξήχθη από το εκκαλούν δια αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 589/2015, δημ. ΝΟΜΟΣ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση τυπικά και

Απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν.

Καταδικάζει το εκκαλούν στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους στις 23 Απριλίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ