Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 285/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης    285/2026

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΑΙΤΟΥΣΑΣ: …………….., η οποία  εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλτσά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΚΑΘΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………, και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……….» και διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της ……………, με ΑΦΜ …………, που ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..», στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού υπό την επωνυμία «………», με έδρα στο …………. της Ιρλανδίας, οι οποίες  εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντζελα Αρμακόλα, με δήλωση κατ’  άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη ……….,  την από 24.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2025 ανακοπή τους, κατά των καθών η ανακοπή-εφεσίβλητων. Η ανακοπή δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και επ’ αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 4371/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή  προσβάλλει  ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η εκκαλούσα με την από 3.10.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2025 έφεση, στην οποία έχει σωρευθεί αίτηση για αναστολή του επισπευδόμενου σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της πλειστηριασμού..  Για την συζήτηση της έφεσης ορίστηκε η  δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό ……. και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανάπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγεται η από 3.10.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……../2025 έφεση, κατά της με αριθμό 4371/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών απέρριψε την από 24.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2025 ανακοπή. Η κρινόμενη έφεση  ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 ΚΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω δε με την κατάθεση της έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100  ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (βλ. το με αριθμό  …………… e-παράβολο σε συνδυασμό με την από 6.10.2025 απόδειξη εξόφλησής του της Τράπεζας Πειραιώς). Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, στο δικόγραφο της έφεσης νόμιμα και παραδεκτά σωρεύεται κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης, ενώ σημειώνεται ότι στις 9.10.2025, έγινε δεκτό από την Πρόεδρο Υπηρεσίας του Δικαστηρίου αυτού το ομοίως σωρευθέν από την εκκαλούσα στο δικόγραφο της έφεσης, αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής και ανεστάλη η διενέργεια του ορισθέντος για την 22.10.2025 αναγκαστικού πλειστηριασμού που είχε οριστεί ενώπιον της Υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Αθηνών, …………….., έως την έκδοση απόφασης επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου.

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα και ο μη διάδικος στο δευτεροβάθμιο Δικαστηριο, ανακόπτων ………… με την από 24.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/……………/2025  ανακοπή, ζητούσαν να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους στο ως άνω δικόγραφο λόγους, οι οποίοι και κατωτέρω θα αναπτυχθούν, εφόσον επαναφέρονται με την κρινόμενη έφεση, α) η με αριθμό ……./2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και η επισπευδόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει των α) από 4.3.2025 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου από το  με αριθμό …./2016 α΄εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό …………/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς β) της από 12.3.2025 γραπτής εντολής και πληρεξουσιότητας, κάτωθι του ως άνω απογράφου που συνέταξε η Δικηγόρος . …….. και γ) της με αριθμό ………/14.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη ως προς τον Παναγιώτη Αγγελίδη, ως μη νόμιμη ως προς το υπό στοιχείο α αίτημά της αλλά και ως προς τους προβληθέντες λόγους ανακοπής, επιβάλλοντας σε βάρος των ανακοπτόντων τα δικαστικά έξοδα των καθών η ανακοπή, τα οποία ορίστηκαν στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η  ανακόπτοσα-εκκαλούσα με την ένδικη έφεση για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε να γίνει δεκτή η ανακοπή της και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Τέλος, ζητούν να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα επαναφέρει προς εξέταση τον ένατο λόγο της ανακοπής της, ο οποίος απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, ως ουσία αβάσιμος, λόγω της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 955παρ.1 και 995 παρ.1 ΚΠολΔ και της πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός.  Με τον ως άνω λόγο ανακοπής, η ανακόπτουσα ζήτησε την ακύρωση της με αριθμό ………./14.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………, επειδή κατά παράβαση των οριζόμενων στην διάταξη του άρθρου 995 παρ.1 ΚΠολΔ, αν και η ανακόπτουσα δεν ήταν παρούσα, κατά την κατάσχεση,  η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης αφενός επιδόθηκε αυθημερόν και όχι την επόμενη ημέρα και αφετέρου επιδόθηκε σε τρίτο πρόσωπο την σύντροφο του υιού της, …………. και όχι στην ίδια.  Σχετικά με τον παραπάνω λόγο ανακοπής πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 995 παρ.1 KΠολΔ που αφορά στις επιδόσεις της έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου και στην προδικασία του πλειστηριασμού «1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα…». Η τελευταία αυτή διάταξη αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων ή στην εκπρόθεσμη διενέργεια αυτών και έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της κατάσχεσης ανεξαρτήτως βλάβης, η οποία απαγγέλλεται μετά από άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1α του ίδιου Κώδικα. Εάν οι παραπάνω επιδόσεις έλαβαν μεν χώρα, πλην όμως πάσχουν από δικονομικές ακυρότητες, η κατάσχεση ακυρώνεται μετά από άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 μέσα στην ίδια προθεσμία μόνον αν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης (βλ. Κιουπτσίδιου- Στρατουδάκη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία KΠολΔ, άρθρα 904-1054, έκδοση 2021, σελ. 854 που παραπέμπει σε ΑΠ 1470/2004, ΑΠ 196/2006 στην ΤΝΠ Νόμος). (ΕφΠειρ.181/2024 Qualex) Περαιτέρω, από την διατύπωση του νόμου «το αργότερο την επομένη», προκύπτει ότι η επίδοση προς τον απόντα καθού η εκτέλεση μπορεί να γίνει και κατά την ίδια ημέρα της κατάσχεσης, (βλ Γεσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, εκδόσεις Σάκκουλα, 20217  τόμος ΙΙα, σελ 303,σημ. 146, με παραπομπή σε ΑΠ 474/1999).  Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σε εκτέλεση του πρώτου απογράφου εκτελεστού με αριθμό ……/2016 της με αριθμό …/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατόπιν της από 4.3.2025 επιταγής προς πληρωμή, κατασχέθηκε ακίνητη περιουσία της, συνταχθείσας της ως άνω προσβαλλόμενης με αριθμό …/14.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …… Η εκκαλούσα ήταν απούσα κατά την ημέρα της κατάσχεσης και για τον λόγο αυτό ο Δικαστικός Επιμελητής, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό …………../4.3.2025 έκθεση επίδοσης που συνέταξε, θυροκόλλησε την αυθημερόν την έκθεση κατάσχεσης στην κατοικία της, επί της οδού ……… Επομένως, η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 995 παρ.1 ΚΠολΔ, καθώς η θυροκόλληση συνιστά επίδοση στον ίδιο τον καθού η εκτέλεση και όχι σε τρίτο πρόσωπο, επιπλέον δε ο νόμος τάσσοντας προθεσμία για την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης, δεν αποκλείει την δυνατότητα της αυθημερόν επίδοσής της. Ενόψει των ανωτέρω νομίμως έγινε η επίδοση της ανακοπτόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 124, 128 παρ.4  και 995 KΠολΔ, και ορθώς ο σχετικός λόγος ανακοπής απορρίφθηκε στην ουσία του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα επαναφέρει προς εξέταση τον έβδομο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη η προσβαλλόμενη από 4.3.2025 επιταγή προς εκτέλεση, λόγω της αοριστίας της, ο οποίος απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος και με επάλληλη σκέψη ως απαράδεκτος. Από το άρθρο 924 του KΠολΔ προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται. Ως «σύντομη μνεία» του οφειλόμενου ποσού, που απαιτείται να περιέχεται στην επιταγή, νοείται όχι απλώς η συνολική χρέωση, με αναφορά στον συγκοινοποιούμενο τίτλο, αλλά η κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα σαφής και ορισμένη έκθεση, με εξειδίκευση και χαρακτηρισμό των σχετικών κονδυλίων, όπως είδος εξόδων, είδος τόκων σε συσχετισμό με το κεφάλαιο, χρονική περίοδο και επιτόκιο. Πρέπει, πάντως, «η σύντομη μνεία του οφειλομένου ποσού» να είναι τόσο σαφής και ορισμένη, ώστε ο οφειλέτης να είναι σε θέση ν` αντιληφθεί τα κονδύλια χρέωσής του, να μπορεί να τα ελέγξει και ν’ αντιτάξει την άμυνά του, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην επιταγή όλο το χρονολογικό ιστορικό του κάθε κονδυλίου, αφού αυτό θα κατέληγε σε μια λεπτομερειακή και όχι ευσύνοπτη αναφορά. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή, η αιτία της απαίτησης, η οποία, κατ’ αρχήν, θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και, απόκειται στον οφειλέτη να ισχυριστεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων (ΑΠ 909/2006, δημ. Νόμος). Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, καθόσον το μεν κεφάλαιο είναι δεδομένο και, επομένως, το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό του επιτοκίου και το χρονικό διάστημα που Θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης της επιταγής (ΕφΘεσ 154/2017, ΕφΔωδ 7/2017, δημ. Νόμος). Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα, που κηρύσσεται από το Δικαστήριο, εφόσον, κατά την κρίση του, από την αοριστία της επιταγής προκαλείται στον οφειλέτη δικονομική βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΕφΑΘ 6367/2007, δημ. Νόμος).Στην κρινόμενη περίπτωση, παραδεκτά προβάλλεται ο ως άνω λόγος ανακοπής, κατά την παρούσα δίκη, καθώς κατά την άποψη που ακολουθεί το παρόν Δικαστήριο, το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ, αφορά τις πράξεις εκτέλεσης της ίδιας εκτελεστικής διαδικασίας και όχι μεταγενέστερης. Τυχόν αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο παράδοξο να γίνει δεκτός λόγος ανακοπής για σφάλματα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, να ακυρωθεί η σχετική πράξη και σε περίπτωση επανέναρξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης με την ίδια πλημμέλεια να μην μπορεί ο καθού η εκτέλεση να προτείνει εκ νέου την πλημμέλεια αυτή.  Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, η εκκαλούσα με την με αριθμό ……/2016 διαταγή πληρωμής, που εξέδωσε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επιτάχθηκε να καταβάλει στην αρχική δικαιούχο «…………..», εις ολόκληρον το ποσό των 138.296,01 εντόκως, από 16.12.2015 (την επομένη της καταγγελίας και κλεισίματος του λογαριασμού) με επιτόκιο υπερημερίας το παραπάνω συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο πλέον 2,5 εκατοστιαίων μονάδων, ανατοκιζόμενων των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης πίστωσης και το νόμο και πλέον εξόδων, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση καθώς και 2.500 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της διαταγής πληρωμής.  Με την προσβαλλόμενη από 4.3.2025 επιταγή προς πληρωμή, η εκκαλούσα επιτάχθηκε να καταβάλει α) για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 130.921,29 ευρώ, εντόκως, από 1.1.2020 ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, β) για τόκους υπερημερίας του ως άνω επιδικασθέντος κεφαλαίου, από 16.12.2015 (επομένη καταγγελίας της σύμβασης και κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι 31.12.2019, το ποσό των 90.137,21 ευρώ, γ) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη το ποσό των 2.500 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, δ) για σύνταξη παρούσας επιταγής το ποσό των 100 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης και ε) για δαπάνη επίδοσης της παρούσας στην καθής το ποσό των 43,40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, και συνολικά το ποσό των 223.701,9 ευρώ, εντόκως με τις εξής διακρίσεις: το μεν κονδύλιο α εντόκως ως ανωτέρω επιτάσσεται, τα δε κονδύλια με αριθμούς 2,3,4 και 50 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας μέχρι την εξόφληση, με την υπόμνηση ότι άλλως θα εκτελεστεί αναγκαστικά η παρούσα, οπότε θα προστεθεί το ποσό των 50 ευρώ, για σύνταξη εντολής προς εκτέλεση προς τον δικαστικό επιμελητή. Σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στην προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση διαχωρίζονται σαφώς τα κονδύλια που αφορούν κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, γενομένης ρητής μνείας ότι το ποσό των 130.921,29 ευρώ, αφορά το κεφάλαιο της επιδικασθείσας απαίτησης, που καλείται να καταβάλει η εκκαλούσα.  Είναι αληθές ότι το ως άνω ποσό διαφέρει από το επιτασσόμενο με την διαταγή πληρωμής, χωρίς όμως να προκύπτει βλάβη της εκκαλούσας, αφού καλείται να καταβάλει έλασσον ποσό του επιδικασθέντος. Ορθώς επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής ως ουσία αβάσιμο και τυγχάνει απορριπτέος ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες αυτής με αυτές της παρούσας απόφασης ως προς την επάλληλη σκέψη αυτής. Σημειώνεται δε ότι ούτε ο περαιτέρω περιορισμός του ποσού της κατάσχεσης, με την προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, σε αυτό των 40.000 ευρώ, επιφέρει ακυρότητα των προσβαλλόμεων πράξεων της εκτέλεσης, λόγω της ρητής αναφοράς ότι αφορά μέρος του κεφαλαίου της συνολικά επιταχθείσας απαίτησης.

Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εφαρμόζοντας εσφαλμένα το νόμο και εκτιμώντας πλημμελώς τις αποδείξεις, απέρριψε τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η επισπεύδουσα την σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, καθής η ανακοπή, εταιρεία διαχείρισης δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς τούτο επειδή α) η σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που προσκόμισε δεν εμπεριέχει το ελάχιστο απαιτούμενο κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του Ν.4354/2015 περιεχόμενο, β) από το με αριθμό πρωτοκόλλου ……./2022 έντυπο δημοσίευσης  σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων δεν αναγράφεται συγκεκριμένα ούτε η επίδικη σύμβαση, ούτε η μεταβιβαζόμενη απαίτηση και ούτε το στάδιο τυχόν μη εξυπηρέτησής της. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, είναι νομικά αβάσιμος, ως προς το πρώτο σκέλος του, διότι, σε περίπτωση μεταβίβασης απαίτησης τραπεζικού ιδρύματος λόγω τιτλοποίησης και ανάθεσης της διαχείρισης αυτής κατά τους όρους των νόμων 4354/2015 και 3156/2003 σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, τα έγγραφα που νομιμοποιούν την εταιρεία, που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, να συνεχίσει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και πρέπει να επιδίδονται στον καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη, είναι η καταχώριση σε περίληψη, που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με τη με αριθμ. 161337/2003 και με τη με αριθμ. 207/2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντας, μαζί με το σχετικό απόσπασμα του παραρτήματος των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων το οποίο συνοδεύει τη σύμβαση μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και στο οποίο φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση, κοινοποίηση η οποία όπως ρητώς εκτίθεται στην ένδικη ανακοπή έλαβε χώρα. Στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του αρμοδίου Ενεχυροφυλακείου καταχωρίζεται μόνο το ως άνω έντυπο, το οποίο αποτελεί και το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης μεταβίβασης και της σύμβασης διαχείρισης, που ο νομοθέτης κρίνει ότι πρέπει να δημοσιευτεί, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του ν.3156/2003 που ρυθμίζει τη σύμβαση διαχείρισης των μεταβιβασθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων, δεν προβλέπει ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, ούτε επιβάλλει να αναφέρονται στη σύμβαση διαχείρισης οι προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, αλλά αντιθέτως, προβλέπεται μόνο ότι η σύμβαση διαχείρισης συνάπτεται εγγράφως. Ως προς δε τον τύπο και το περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση εφαρμόζεται το άρθρο 10 παρ. 14 του ν.3156/2003 και δεν εφαρμόζεται ούτε ευθέως ούτε αναλογικά το άρθρο 2 πάρ.2 του ν.4354/2015, διότι, ο ν.3156/2003 δεν άφησε αρρύθμιστο το ζήτημα του τύπου της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση, ώστε να συντρέχει ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις του ν.4354/2015 προς κάλυψη του (μη) υπάρχοντας κενού, αλλά αντιθέτως, ρύθμισε τον τύπο της σύμβασης διαχείρισης προβλέποντας ρητά στην ανωτέρω διάταξη τον έγγραφο τύπο χωρίς να επιβάλει συγκεκριμένο ελάχιστο περιεχόμενο αυτής. Το γεγονός ότι δεν προβλέφθηκε ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης, δεν οφείλεται σε ακούσιο νομοθετικό κενό, ώστε να υφίσταται η ανάγκη ευθείας ή αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.4354/2015, αλλά σε νομοθετική επιλογή, διότι εάν ο νομοθέτης ήθελε να υπάρχει ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση θα το προέβλεπε στη διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003. Το γεγονός ότι στις συναπτόμενες βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 συμβάσεις μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων και διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών, εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4354/2015, δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια την εφαρμογή αδιάκριτα όλων των διατάξεων του ν. 4354/2015 επί των συμβάσεων διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν προς τιτλοποίηση. Τούτο διότι τα δύο νομοθετικά συστήματα, ήτοι αυτό του ν. 3156/2003 αφενός και αυτό του ν. 4354/2015 αφετέρου, ναι μεν δεν είναι στεγανά μεταξύ τους και δεν αλληλοαποκλείονται ως προς το ειδικότερο ζήτημα των συμβάσεων διαχείρισης, αλλά, το δεύτερο εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς κάλυψη των κενών του πρώτου, εφόσον υφίστανται κατά περίπτωση τέτοια κενά. Τέλος, ως προς το ζήτημα του τύπου της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, αλλά εφαρμόζεται το ειδικότερο νομοθετικό καθεστώς του ν. 3156/2003, που προβλέπει απλώς έγγραφο τύπο χωρίς ειδικότερο ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης. Το γεγονός ότι κατά νομοθετική επιλογή, και όχι λόγω ακούσιου νομοθετικού κενού, δεν προβλέφθηκε ως ελάχιστο περιεχόμενο στη σύμβαση διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων η αναφορά των προς διαχείριση απαιτήσεων και του τυχόν σταδίου μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, προκύπτει και από το γεγονός ότι κατά το έτος 2020, ήτοι μετά την θέση σε ισχύ του νόμου 4354/2015, οπότε και δια της με αριθμ. 20783/2020 (ΦΕΚ Β’ 4944/09.11.2020) απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης καταργήθηκε η με αριθμ. 161338/30 – 10 – 2003 (Β’ 168 18) υπουργική απόφαση και καθορίσθηκε εκ νέου το έντυπο της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και;16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003), δεν καταργήθηκε ούτε τροποποιήθηκε η με αριθμ. 161337/2003 (ΦΕΚ Β’ 1688/18.11.2003) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με θέμα τον καθορισμό του εντύπου σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (αρ. 10 § 14 και 16 Ν. 3156/2003), ώστε να συμπεριληφθεί στο ελάχιστο περιεχόμενο της περίληψης της σύμβασης διαχείρισης -η οποία αντικατοπτρίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης- και το παράρτημα με τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το στάδιο της μη εξυπηρέτησης αυτών, αλλά αντιθέτως αυτή εξακολουθεί να ισχύει ως είχε (ήτοι χωρίς τέτοιου είδους αναφορά) έως και σήμερα. (ΕφΑθ1637/2025, ΕφΑθ 987/2025 ΤΝΠ Qualex, Εφ. Πειρ.494/2024 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που με αιτιολογίες που συμπληρώνονται από αυτές της παρούσας απόφασης απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω λόγο ανακοπής ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο ως άνω λόγος έφεσης ως προς το πρώτο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος. Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου ανακοπής, που κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, αφορά την ουσιαστική αμφισβήτηση, περί της ουσιαστικής αμφισβήτησης της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής η ανακοπή επειδή από την με αριθμό πρωτοκόλλου ……./2022 σύμβαση διαχείρισης, που συγκοινοποιήθηκε με την προσβαλλόμενη επιταγή δεν αποδεικνύεται ότι της έχει ανατεθεί η διαχείριση της επίδικης απαίτησης, το οποίο είναι νόμιμο κατά την διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καθής η ανακοπή-εφεσίβλητη, με την από 4.3.2025 επιταγή προς εκτέλεση, όπως το περιεχόμενο αυτής ανωτέρω αναφέρθηκε, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διάδικου και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της  αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία «……….» συγκοινοποιήσε στην εκκαλούσα, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό ……../6.3.2025 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών …………. τα ακόλουθα έγγραφα 1) Το αρ. πρωτ. ……../16.09.2019 έντυπο δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 § 8 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, που καταχωρίσθηκε στο τόμο …. με α/α …… περί δημοσίευσης περίληψης της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, 2) Αντίγραφο της σελίδας 12519 (με αρ. πρωτ. αντιγράφου …./31.01.2020) εκ του παραρτήματος που έχει καταχωρισθεί με αρ. πρωτ. …../16.09.2019 στο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με ανα ……, στο οποίο η ένδικη εδώ απαίτηση υπ’ αριθμ. …….. σύμβαση έχει λάβει α/α ………….. 3) Το με αρ. πρωτ. ………/16.09.2019 έντυπο δημοσίευσης συμβάσεων διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 §14 και 16 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (βιβλία Ενεχυροφυλακείου Αθηνών Τόμος … α.α. …) περί δημοσίευσης περίληψης της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. 4) Το με αρ. πρωτ. …/23.09.2019 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 §14 και 16 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, Τόμος …, α.α. …..) περί δημοσίευσης περίληψης της τροποποίησης της άνω από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης με την οποία διορίσθηκε νέος διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η εδώ καθ’ ης εταιρεία με την επωνυμία « ……….» υπό την τότε επωνυμία << ……………» 5) Το μ’ αριθ. πρωτ. ……../15-7-2021 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ. 14 και 16.Ν. 3156/2003 που καταχωρίσθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στο Τόμο … με α/α/ …. περί ανάθεσης της διαχείρισης των απαιτήσεων στην εταιρεία « …………» 6)) Το υπ’ αρ. πρωτ. …../11-5-2023 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 §14 και 16 του ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (που καταχωρίσθηκε στον τόμο …. με α/α ….) περί συμπλήρωσης του κεφαλαίου 2 (συμβατικοί όροι) του ως άνω με αρ. πρωτ. …../16-9-2019 εντύπου δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων αναφορικά με την άνω από 12-9-2019 σύμβαση διαχείρισης, και συγκεκριμένα περί συμπλήρωσης των παραγράφων α΄ (νόμισμα και ποσό της αμοιβής διαχείρισης) και δ΄ (περίληψη των εξουσιών του διαχειριστή απαιτήσεων) αυτού 7) Το ΦΕΚ τεύχ. Β΄ υπ’ αρ. 3533/20.09.2019 περί δημοσίευσης της υπ’ αριθ. 326/2/17-9-2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος περί χορήγησης άδειας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην εταιρεία « ……….», υπό την τότε επωνυμία « …………..» σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και την ΠΕΕ 118/19-5-2017. 8) Το άνω από 16.09.2019 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Δουβλίνου ………….. νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο, από τον εκδότη παροχές υπηρεσιών παρακολούθησης και εξυπηρέτησης δανείων με επισημείωση της Χάγης ( apostille), νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο 9) Την με αρ. πρωτ. ……/30.10.2019 Ανακοίνωση του ΓΕ.Μ.Η. περί μεταφοράς των γραφείων της έδρας της διαχειρίστριας εταιρείας 10) Την με αρ. πρωτ. …../05.11.2019 Ανακοίνωση του Γ.Ε.ΜΗ. περί τροποποίησης των άρθρων του καταστατικού της διαχειρίστριας εταιρείας μεταξύ των οποίων και του άρθρο αναφορικά με την επωνυμία της εταιρείας και 11) Την με αρ. πρωτ. ……/09.03.2020 Ανακοίνωση του Γ.Ε.Μ.Η. περί τροποποίησης άρθρων του καταστατικού της διαχειρίστριας εταιρείας. Τα νομιμοποιητικά έγγραφα μεταβίβασης (επαναγοράς – αποτιτλοποίησης) από την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» προς την «…………….» 1). Το με αρ. πρωτ. ……./13.07.2020 έντυπο δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 § 8 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (που καταχωρίσθηκε στον τόμο …. με α/α …….) περί δημοσίευσης της περίληψης της από 13.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (επαναγορά και μεταβίβαση) από την αποκτήσα εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» προς την «………….» 2) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της σελίδας 2834 (με αρ. πρωτ. αντιγράφου …../18.09.2020) από το Παράρτημα (που εμπεριέχει κατάλογο των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων και επισυνάπτεται στην ως άνω δημοσιευθείσα περίληψη της από 13.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων), το οποίο έχει καταχωρισθεί με αρ. πρωτ. …../13.07.2020 στο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με α/α ….., στο οποίο η εδώ επίδικη απαίτηση από την υπ’ αριθμ. …….. σύμβαση έχει λάβει α/α …… Τα νομιμοποιητικά έγγραφα μεταβίβασης – τιτλοποίησης από την «……………» προς την σημερινή δικαιούχο, ειδική διάδοχο εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» και την εκπροσώπηση της τελευταίας από την διαχειρίστρια εταιρεία «………….», ήτοι: 1) Το με αρ. πρωτ. …../22.7.2020 έντυπο δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 § 8 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (που καταχωρίσθηκε στον τόμο …. με ανα …) περί δημοσίευσης της περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από την «……………» προς την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………» 2) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο της σελίδας 541 (με αρ. πρωτ. αντιγράφου ……/18.09.2020) εκ του Παραρτήματος (που εμπεριέχει κατάλογο των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων και επισυνάπτεται στην ως άνω δημοσιευθείσα περίληψη της από 21.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων), το οποίο έχει καταχωρισθεί με αρ. πρωτ. …./22.07.2020 στο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με α/α ……., στο οποίο η ως άνω υπ’ αριθμ. ….. σύμβαση έχει λάβει α/α ……. 3) Το με αρ. πρωτ. ……/22.7.2020 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 §14 και 16 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (που καταχωρίσθηκε στον τόμο …. με ανα …….) περί δημοσιεύσεως της περίληψης της από 21.07.2020 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων με την οποία η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» διόρισε διαχειριστή των  της την εταιρεία «……………» διόρισε διαχειριστή των τιτλοποιημένων απαιτήσεών της την εταιρεία « …………», 4) Το από 21.07.2020 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Δουβλίνου …………. από τον εκδότη παροχέα υπηρεσιών παρακολούθησης και εξυπηρέτησης δανείων που φέρει επισημείωση της σύμβασης της Χάγης (apostille), νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο 5) Το με αρ. πρωτ. ……./17.03.2021 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 §14 και 16 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (που καταχωρίσθηκε στον τόμο …. με α/α ……) περί δημοσιεύσεως της περίληψης του από 1-3-2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Λύσης της από 21.07.2020 Σύμβασης Διαχείρισης 6) Το με αρ. πρωτ. ……./17.03.2021 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 §14 και 16 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (που καταχωρίσθηκε στον τόμο …. με α/α …..) περί δημοσιεύσεως της περίληψης της από 1-3-2021 νέας σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» και της εταιρείας «…………..» 7) Το από 2-3-2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Δουβλίνου …………… από τον εκδότη που φέρει παροχέα/υπηρεσιών παρακολούθησης και εξυπηρέτησης δανείων επισημείωση της σύμβασης της Χάγης (apostille), νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο 8) Τις με αρ. πρωτ. …/30-12-2020 και …/30-12-2020 Ανακοινώσεις του Γ.Ε.ΜΗ (με Κ.Α.Κ. … και …. αντίστοιχα) της με αρ. 139241/30-12-2020 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων με την οποία εγκρίθηκε η διάσπαση διά απόσχισης κλάδου της Τραπεζικής Δραστηριότητας της «………….», με αρ. ΓΕΜΗ … και ΑΦΜ …. (η «ΔΙΑΣΠΩΜΕΝΗ») με σύσταση νέας εταιρείας – Πιστωτικό Ιδρύματος με την επωνυμία «…………… (ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΕΝΗ) 9) Το με αρ. πρωτ. 890/24-11-2022 έντυπο δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 §8 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (που καταχωρίσθηκε στον τόμο … με α/α ……) περί συμπλήρωσης της παραγράφου 1 το κεφαλαίου 3 της ενότητας Α του ως άνω εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρο 10 § 8 του Ν. 3156/03 που δημοσιεύθηκε την 22-7-2020 με αρ. πρωτ. ……./22-7-20 που καταχωρίσθηκε στο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στη τόμο …. με α/α ….. 10) Το με αρ. πρωτ. ……/24-11-2022 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10παρ.14 και 16 του Ν. 3156/03 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, που καταχωρίσθηκε στον τόμο …. με α/α ……, περί συμπλήρωσης του κεφαλαίου 2, του ως άνω εντύπου   σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 §14 και 16 του διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που δημοσιεύθηκε την 17-3-2021 με αρ.πρωτ……/17.3.2021 και καταχωρίσθηκε στο βιβλίο του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. με α/α ……, αναφορικά με την από 1-3-2021 σύμβαση διαχείρισης και συγκεκριμένα των παραγράφων α΄ και δ΄ και 11) Το υπ’ αρ. 3742/28-6-2024 ΦΕΚ τεύχ. Β και το υπ’ αρ. 4471/13-7-2024 ΦΕΚ τεύχ. Β΄ στο οποίο δημοσιεύθηκε η υπ’αρ. 508/9/26-7-2024 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος περί χορήγησης άδειας λειτουργίας στην Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις «…………….» σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 5072/2023 και της υπ’ αρ. 225/1/30-1-2024 Πράξης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος. Από τα ως άνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι η επίδικη απαίτηση μεταβιβαστηκε από την αρχική δικαιούχο «………….», προς την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «. ……», όπως αποδεικνύεται άλλωστε από με την με αριθμό πρωτοκόλλου ……/22.7.2020 δημοσίευση συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, και αναφέρεται στο απόσπασμα του παραρτήματος, με α.α…….., που ομοίως της επιδόθηκε. Ακολούθως η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε την διαχείριση απαιτήσεων στην εφεσίβλητη, με την από 21.7.2020 σύμβαση διαχείρισης που ενεγράφη με αριθμό πρωτοκόλλου …./22.7.2020 στο βιβλίο του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών. Τέλος με την σύμβαση διαχείρισης που εγγράφηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …../24.11.2022 στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών, συμπληρώθηκε η εγγεγραμμένη στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών με αριθμό …../2021 σύμβαση διαχείρισης ως προς τις εξουσίες του διαχειριστή και γίνεται ρητή αναφορά ότι η σύμβαση διαχείρισης αφορά το χαρτοφυλάκιο τιτλοποιημένων απαιτήσεων που η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «………..» απέκτησε από το πιστωτικό ίδρυμα «…………» όπως το χαρτοφυλάκιο αυτό μεταβιβάστηκε με την καταχώρηση του με αριθμό …../22.7.2020 εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων, στο οποίο όπως ανωτέρω εκτέθηκε περιλαμβάνεται η επίδικη απαίτηση. Από τα ως άνω έγγραφα που κοινοποιήθηκαν στην εκκαλούσα μαζί με την επιταγή προς πληρωμή, αποδεικνύεται η ενεργητική νομιμοποίηση της καθής η ανακοπή ως διαχειρίστριας της επίδικης απαίτησης. Πρέπει επομένως με την συμπλήρωση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασης να απορριφθεί κατά το δεύτερο σκέλος του ο σχετικός λόγος έφεσης.

Μη απομένοντος προς κρίση άλλου λόγου έφεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στην ουσία της, όπως και η σωρευθείσα σε αυτήν αίτηση αναστολής. Περαιτέρω, πρέπει κατ’ άρθρο 495 παρ.4 προτελ. εδ. του ΚΠολΔ να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για το παραδεκτό της εφέσεως από την εκκαλούσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της απόρριψης του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω των δυσχερών νομικών ζητημάτων που αντιμετωπίστηκαν   κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και την σωρευθείσα σε αυτή αίτηση αναστολής.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 3.10.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2025 έφεση, στην οποία έχει σωρευθεί αίτηση για αναστολή του επισπευδόμενου σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της πλειστηριασμού κατά της με αριθμό 4371/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ ουσία την έφεση και την αίτηση αναστολής .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα, για την άσκηση του ένδικου μέσου, ηλεκτρονικού παραβόλου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 30.4.2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ