Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 286/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  286/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας  : Της εδρεύουσας στις …….. αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», νομίμως εκπροσωπούμενης και στερούμενης ελληνικού ΑΦΜ, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σιούφα (ΑΜΔΣΠ : ……..).

Του εφεσίβλητου : Του …………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δαμιανό Δημητρούλια (ΑΜΔΣΑ : ………..).

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29-3-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./2023 αγωγή του κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών η με αριθμό 1566/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Η ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 7-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …/2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2025  ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντιστοίχως.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 7-1-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και κατά της με αριθμό 1566/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθμ.3 ΚΠολΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος της εκκαλούσας – εναγόμενης από 29-3-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2023 αγωγής του εφεσίβλητου – ενάγοντος,  διώκοντος με αυτήν την επιδίκαση χρηματικής απαίτησής του σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 140.000 ευρώ, απορρέουσας από επικαλούμενη σύμβαση εργασίας σε πλοίο, πλοιοκτησίας της εκκαλούσας – εναγόμενης και τελούντος υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου της εναγόμενης επί του πλοίου, κατά το αναφερόμενο στο δικόγραφο χρονικό διάστημα και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδαφ. α, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 8-1-2025  (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……/12/8-1-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος Δαμιανού Δημητρούλια (ΑΜΔΣΑ : ….) στην εναγόμενη, που έλαβε χώρα την 18-12-2024 (σχετ. η με αριθμό ….. δ/18-12-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς ………., που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει στο παρόν Δικαστήριο ο ενάγων – εφεσίβλητος) και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω νόμο, λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024 με έναρξη ισχύος από την 16-9-2024 (άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού Ν. 5134/2024). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή (ειδική) διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ. α και παρ. 7 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 29-3-2023 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………./2023 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατάρτισε στον Πειραιά την 6-9-2020 με την εναγόμενη, προσλήφθηκε προκειμένου να εργασθεί ως αντιπρόσωπος της τελευταίας, με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν καθήκοντα, στο υπό σημαία Τζαμάικα ιδιωτικό σκάφος αναψυχής «F.», νηολογίου …….., με αριθμό ….. και αριθμό IMO …………, κ.ο.χ.499, της κυριότητας της εναγόμενης, αντί μηνιαίων αποδοχών ποσού 5.000,00 ευρώ, περιλαμβανομένων του μηνιαίου μισθού, των επιδομάτων αργιών, Κυριακών και αδείας, των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, των υπερωριών και των πρόσθετων εργασιών. Ακόμα, ανέφερε ότι έκτοτε προσέφερε ανελλιπώς μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στο ως άνω σκάφος, το οποίο βρίσκεται ελλιμενισμένο στα ναυπηγεία Περάματος, πλην όμως, η εναγόμενη του κατέβαλε μόνο τις αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου έως Νοεμβρίου 2020 και του οφείλει τις αποδοχές 28 μηνών, συνολικού ποσού 140.000,00 ευρώ, τις οποίες δεν του έχει καταβάλει, καίτοι την έχει κατ’ επανάληψη οχλήσει και η εναγόμενη έχει αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα την απαίτησή του, υποσχόμενη κάθε φορά την άμεση τακτοποίησή της, δίχως ωστόσο, να το πράξει. Επίσης, ιστορούσε ότι προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησής του άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 6-12-2022 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία συζητήθηκε την 9-1-2023 και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 354/2023 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτησή του, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του ανωτέρω σκάφους της μέχρι του ποσού των 140.000,00 ευρώ, και του επιδικάσθηκε προσωρινώς το ποσό των 30.000,00 ευρώ, το οποίο δεν του κατέβαλε. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος ότι δυνάμει της ένδικης σύμβασης εργασίας συμφωνήθηκε ότι αυτή θα διέπεται και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο και οποιαδήποτε διαφορά προκύπτουσα από αυτήν θα υπάγεται στην αρμοδιότητα των Δικαστηρίων του Πειραιά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 140.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της ημερομηνίας που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (1566/2024) έκρινε ότι έχει υλική και τοπική αρμοδιότητα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 16 αρ. 2 και 42 – 44 ΚΠολΔ, λόγω της ρητής και έγκυρης συμφωνίας παρέκτασης μεταξύ των διαδίκων, που έχει συμπεριληφθεί στην ένδικη σύμβαση εργασίας (όρος 6), καθώς και διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκείμενης διαφοράς [άρθρα 3 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 25 παρ. 1, 66 παρ. 1 και 81 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών σύμφωνα με τα άρθρα 591, 614 αριθμ. 3, 621 επ. ΚΠολΔ. Στη συνέχεια και αφού πρόκρινε ως εφαρμοστέο στη δίκη, σε επίπεδο τόσο δικονομικό όσο και ουσιαστικό, το ελληνικό δίκαιο, επιπλέον έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 361, 648, 649, 653, 655 ΑΚ, και ακολούθως, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 140.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό που αντιστοιχεί σε μηνιαίες αποδοχές κατέστη απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται εκείνου που αφορά, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ενώ κήρυξε την απόφαση κατά ένα μέρος προσωρινώς εκτελεστή. Κατά της απόφασης αυτής (1566/2024) παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της και τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον της ασκηθείσα αγωγή.

ΙΙΙ. Από το άρθρο 520 παρ.1 KΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Λόγος όμως, εφέσεως, ο οποίος και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί έννομη επιρροή και επομένως, δεν δύναται να οδηγήσει κατά νόμο στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης, είναι αλυσιτελής και κατά τούτα απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 122/2014, ΤριμΕφΠειρ 601/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ελήφθη υπόψιν πρωτοδίκως η με αριθμό …………./2-10-2023 ένορκη βεβαίωση του ……… ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., μολονότι συνιστούσε μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι, αν και η ένορκη βεβαίωση ελήφθη μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και επιτρεπόταν μόνο προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν από την εναγόμενη, εντούτοις αυτή (ένορκη βεβαίωση) παράτυπα αναφερόταν σε γεγονότα προς επιβεβαίωση των αγωγικών ισχυρισμών. Ωστόσο, η επικαλούμενη με τον παραπάνω λόγο έφεσης νομική πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να λάβει υπόψη του και να αξιοποιήσει αποδεικτικά για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης την ως άνω προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον εφεσίβλητο ένορκη βεβαίωση, δεν καθιστά εξαφανιστέα την εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου αυτού, διότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης έφεσης (άρθρο 522 KΠολΔ), κατά τον έλεγχο του συναφούς λόγου της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, θα επανεκτιμήσει από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της (άρθρο 534 KΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, η δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης θα επέλθει μόνο εάν το Δικαστήριο τούτο, κατά τον έλεγχο του ανωτέρω λόγου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αχθεί σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης. Επομένως, ο τρίτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελής και ως εκ τούτου ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως του ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση, αφού κατά το περιεχόμενό της αποτελούσε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης προφορικής κλήτευσης της αντιδίκου του, όπως κατωτέρω στην παρούσα απόφαση αναλυτικά μνημονεύεται, προς αντίκρουση των προβαλλόμενων από την εναγόμενη ισχυρισμών περί ακυρότητας της ένδικης σύμβασης εργασίας, περί έλλειψης κατάρτισης του ενάγοντος, περί μη πραγματικής παροχής εργασίας εκ μέρους του και περί κατάχρησης δικαιώματος του τελευταίου.

IV. Κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 352 του ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 115/2007, ΑΠ 852/2006 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή (ΑΠ 11/2004 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εξώδικη ομολογία, εκτιμώμενη ελεύθερα, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, από εκείνο που δικάζει την υπόθεση ή περιέχεται σε άλλα έγγραφα, που εκδίδονται από το διάδικο, που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 845/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 354 του ιδίου Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η δικαστική αλλά και εξώδικη ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκειμένη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, ούτε εκ της, ως άνω, διατάξεως του άρθρου 354, αλλά ούτε και εκ των διατάξεων των άρθρων 269, 527 του ΚΠολΔ, διότι η ανάκληση της ομολογίας “δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού” με την έννοια των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των άρθρων αυτών. Εξάλλου, η ανάκληση της δικαστικής ή της εξώδικης ομολογίας επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι πλέον υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 354 του ΚΠολΔ, να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η απόδειξη αυτή γίνεται με βάση μόνο τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει της υποχρέωσης του ανακαλούντος προς προαπόδειξη (ΑΠ 265/2017, ΑΠ 255/2003, ΜονΕφΠειρ 98/2020 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

V. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης …………….., που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συνεδρίασή του την 26η Σεπτεμβρίου 2023 και η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση (1566/2024) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από τη με αριθμό ……../2-10-2023 ένορκη βεβαίωση του ………….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος μετ’ επικλήσεως την προσκομίζει, μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρα 422 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ), που έλαβε χώρα παραδεκτά με προφορική γνωστοποίηση δια σχετικής δήλωσης του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος Δαμιανού Δημητρούλια (ΑΜΔΣΑ : ……………) στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 26ης Σεπτεμβρίου 2023 και κατά την έναρξη της συζήτησης της ένδικης αγωγής, καταχωρισθείσας στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση (1566/2024) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται i) ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες στα πλαίσια άλλων προγενέστερων δικών, οι οποίες, προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους, παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1312/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), όπως ενδεικτικά η με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΠ_ΕΒ_……._2023 από 25-7-2023 ένορκη βεβαίωση του ………… ενώπιον της δικηγόρου Πειραιώς …………… (ΑΜΔΣΠ: …..) και η με αριθμό ………../18-9-2023 ένορκη βεβαίωση του ………… ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., που λήφθηκαν στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) μετ’ επικλήσεως προσκομίζει παραδεκτά για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων στο παρόν Δικαστήριο η εκκαλούσα, ii) αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων εκδοθείσες επί έτερων αστικών δικών, που ομοίως παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 1286/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), όπως ενδεικτικά η με αριθμό 354/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), εκδοθείσα επί της από 6-12-2022 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα, iii) έγγραφα, που έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους είτε με συνημμένη νόμιμη, επικυρωμένη κάθε φορά από αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο (δικηγόρο), αποσπασματική ή μη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, είτε χωρίς να συνυποβάλλεται επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα επικυρωμένη από αρμόδια αρχή (άρθρο 454 ΚΠολΔ), τα οποία το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα ως αποδεικτικά έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου κατά το άρθρο 340 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 591 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ [ΑΠ 808/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 124/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ], αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα είναι πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Τζαμάικα σκάφους αναψυχής «F», με αριθμό νηολογίου ……. ….. και αριθμό IMO …, με ΔΔΣ ……, μήκους 58,52 μ., πλάτους 10,36 μ., κ.ο.χ. 499, κ.κ.χ. 149. Το εν λόγω σκάφος κατέπλευσε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του έτους 2020 προκειμένου να πραγματοποιήσει επισκευαστικές εργασίες στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος Αττικής. Για το σκοπό αυτό ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της, ο Σαουδάραβας Πρίγκιπας …………., με το από 28-7-2020 πληρεξούσιό του διόρισε και εξουσιοδότησε τον …………… ή/και τον …………… (δικηγόρο) όπως, ενεργώντας ο καθένας χωριστά, εκπροσωπούν την εναγόμενη εταιρία και χειρίζονται όλες τις υποθέσεις της εταιρίας και του σκάφους ενώπιον των πρακτόρων της εταιρίας και του κράτους σημαίας, και εάν προκύψει ανάγκη, να τους αντικαθιστούν διορίζοντας νέους, να προσλαμβάνουν ή/και να απολύουν τον Πλοίαρχο και το πλήρωμα, να συνάπτουν συμβάσεις με τις Μαρίνες και να τις λήγουν, να διορίζουν δικηγόρους ή/και πράκτορες για τις υποθέσεις του σκάφους, να εκδίδουν Δελτία Κίνησης στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, καθώς και να εκπροσωπούν την εναγόμενη εταιρία ενώπιον των αρμόδιων Λιμενικών Αρχών ή Λιμενικών Σταθμών, Τελωνειακών Αρχών και ενώπιον κάθε Φορολογικής, Κυβερνητικής, Διοικητικής, Προξενικής και οποιασδήποτε άλλης Αρχής σε οποιαδήποτε χώρα σε όλο τον κόσμο και να ονομάζουν και να διορίζουν έναν ή περισσότερους υποκατάστατους για οποιονδήποτε και όλους τους προαναφερθέντες σκοπούς με τις ανωτέρω ή λιγότερες εξουσίες (σχετ. το εν λόγω πληρεξούσιο συντεταγμένο στην αγγλική γλώσσα και η συνημμένη σε αυτό επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα επικυρωμένη κατά νόμο από δικηγόρο). Στο πλαίσιο αυτό της παρασχεθείσας πληρεξουσιότητας και δυνάμει του τελευταίου όρου περί διορισμού υποκατάστατων με τις ίδιες ή λιγότερες εξουσίες, και για την καλύτερη και εύρυθμη πραγματοποίηση των απαιτούμενων εργασιών και επισκευών στο σκάφος, ο άνω διορισθείς ως εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρίας ………….., στο όνομα και για λογαριασμό αυτής, κατήρτισε με τον ενάγοντα την από 6-9-2020 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία τον προσέλαβε ως αντιπρόσωπο της εναγόμενης πλοιοκτήτριας. Ειδικότερα, τα καθήκοντα του ενάγοντος ρητά περιλάμβαναν την εξεύρεση των κατάλληλων συνεργείων εκτέλεσης εργασιών συντήρησης και επισκευής του σκάφους, την κατάρτιση συμβάσεων με τα παραπάνω συνεργεία, το συντονισμό των εργασιών των διαφόρων ειδικοτήτων συνεργείων και τη σίτισή τους (όρος 4). Οι συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων του μηνιαίου μισθού, των επιδομάτων αργιών, Κυριακών και αδείας, των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, των υπερωριών και των πρόσθετων εργασιών (όρος 2) [σχετ. η ένδικη σύμβαση εργασίας, συντεταγμένη στην αγγλική γλώσσα και η συνημμένη σε αυτήν επίσημη μετάφρασή της στην ελληνική γλώσσα επικυρωμένη κατά νόμο από δικηγόρο]. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από την εναγόμενη ισχυρισμός ότι οι ανωτέρω δύο διορισθέντες, με το πιο πάνω πληρεξούσιο της, εκπρόσωποί της δεν είχαν την εξουσία και την πληρεξουσιότητα να προσλαμβάνουν αντιπροσώπους, ακόμη και ως υποκατάστατους, προκειμένου να εκτελούν τις εργασίες, που αναφέρονται στην αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτιθέμενο αναλυτικά περιεχόμενο του οικείου πληρεξουσίου. Η παραπάνω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προσαγόμενη μετ’ επικλήσεως από την εκκαλούσα με αριθμό 3883/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία έκρινε επί της από 10-1-2024 ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εξέδωσε σε βάρος της εναγόμενης ο …………, διότι αυτή αφορά σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, καθότι κρίθηκε ότι η έλλειψη πληρεξουσιότητας αφορούσε την υπογραφή συναλλαγματικών για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας [σχετ. η απόφαση αυτή].  Άρα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο ο ανωτέρω ισχυρισμός της περί έλλειψης πληρεξουσιότητας από τον ως άνω αντιπρόσωπό της, τυγχάνουν απορριπτέα, όπως και ο σχετικός αυτός λόγος έφεσης ως αβάσιμος στο σύνολό του.  Σημειωτέον ότι η ένδικη σύμβαση αποτελεί σύμβαση χερσαίας εργασίας και όχι ναυτικής, αφού ουσιώδες στοιχείο της τελευταίας είναι ότι ο ναυτικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμετέχει ως μέλος συγκροτημένου οργανικά πληρώματος στους πλόες του πλοίου, ακόμη και αν το πλοίο παραμένει αργό στο λιμάνι ή συντηρείται ή επισκευάζεται, έχει όμως, συγκροτημένο πλήρωμα και τελεί σε διαρκή ετοιμότητα προς πλου μόλις περατωθεί η συντήρηση ή η επισκευή του και αποφασίσει τούτο ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής, εκτός εάν η πρόσληψη του μισθωτού γίνεται ειδικώς και αποκλειστικώς για όσο χρόνο το πλοίο είναι προσδεμένο στο λιμάνι για επισκευή ή συντήρηση ή είναι παροπλισμένο και αυτός, μη όντας ενταγμένος στο συγκροτημένο πλήρωμά του, δεν έχει υποχρέωση συμμετοχής στους πλόες του [ΑΠ 1602/2012, ΜονΕφΠειρ 23/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρία είναι αλλοδαπή εταιρία, που έχει συσταθεί στις νήσους ……, σύμφωνα με το Νόμο περί Εταιριών (Αναθεωρημένο) την 11-10-2013, με αριθμό μητρώου ….., με έδρα τις Νήσους …. (διεύθυνση : ……………) [σχετ. το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη από 12-7-2023 πιστοποιητικό του συμβολαιογράφου στο …………, ………, που φέρει την επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης], και ως εκ τούτου, δεν τυγχάνει εφαρμογής το επικαλούμενο από την εναγόμενη άρθρο 99 του Ν. 4548/2018 του ελληνικού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη συμβάσεων ανώνυμης εταιρίας με στενά μέλη της οικογένειάς τους, προκειμένου να θεμελιώσει ισχυρισμό περί ακυρότητας της εν λόγω σύμβασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επιμέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του. Ως «έδρα» δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν.791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήταν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται, ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν.791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιριών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975. Οι παραπάνω αναφερθείσες δύο περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ’ απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, εταιρίες των οποίων τα όργανα διοίκησης λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη «εθνικότητα» ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος. Αν συνεπώς, διαπιστωθεί ότι η πραγματική έδρα της εταιρίας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρία είναι άκυρη και θεωρείται ως “εν τοις πράγμασι” ομόρρυθμη εταιρία, οι δε εταίροι των εταιριών αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρίας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012 (ΑΠ  461/2025, ΑΠ 664/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Παρόλα αυτά, στην κρινόμενη περίπτωση δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η πραγματική έδρα της εναγόμενης αλλοδαπής εταιρίας είναι στην Ελλάδα, ώστε να τύχει εφαρμογής κατά το άρθρο 10 ΑΚ το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση ο ελληνικός νόμος (άρθρο 25 ΑΚ), δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις του επικαλούμενου άρθρου 99 του Ν. 4548/2018, ώστε να θεωρηθεί ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας πάσχει ακυρότητας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 99 του Ν. 4548/2018, με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και της παραγράφου 3 του άρθρου 51 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε συμβάσεων της εταιρίας με πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή, με τους όρους του άρθρου 100, της γενικής συνέλευσης των μετόχων. Ακόμα, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Ν. 4548/2018, η απαγόρευση της παρ. 1 ισχύει επί εταιριών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ενώ ως προς τις λοιπές εταιρίες, η απαγόρευση ισχύει για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρία, τα στενά μέλη οικογένειας των προσώπων αυτών, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του Ν. 4308/2014 (στα οποία κατά νόμο δεν συγκαταλέγεται «ο αδελφός»), καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους παραπάνω και τα πρόσωπα, ως προς τα οποία έχει επεκταθεί με καταστατική πρόβλεψη η εφαρμογή του παρόντος άρθρου και των άρθρων 100 και 101 και, ιδίως, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές της εταιρίας, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, δεν ισχύει η απαγόρευση της παρ. 1 σε όλες τις περιπτώσεις υπό στοιχεία (α) έως (ζ) που μνημονεύονται στο νόμο, πλην όμως, ουδόλως σε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές εντάσσεται ο αδελφός του ενάγοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αδελφός του ενάγοντος ………………, ο οποίος τον προσέλαβε με την ένδικη σύμβαση εργασίας, ούτε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης ήταν, ούτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ήλεγχε την εταιρία αυτή, ούτε γενικός διευθυντής ήταν, ούτε απλός διευθυντής της, ούτε η πρόσληψη του ενάγοντος εξήλθε των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας, ως τοιούτων νοουμένων εκείνων που είναι συνήθεις σε σχέση με τις εργασίες και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας, ως προς το είδος και το μέγεθος τους και συνάπτονται με τους συνήθεις όρους της αγοράς (άρθρο 99 παρ. 3 στοιχ. α του Ν. 4548/2018), όπως προέκυψε στην κρινόμενη υπόθεση. Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο ο ως άνω ισχυρισμός περί ακυρότητας της ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, αφού καταρτίστηκε χωρίς να υπάρξει ειδική έγκριση του Δ.Σ. ή της συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης, πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση (1566/2024) απέρριψε τον πιο πάνω περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας ισχυρισμό, ορθώς έκρινε και δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και ο συναφής λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του. Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στο σκάφος της εναγόμενης προσηκόντως, πλην όμως, η τελευταία του κατέβαλε μόνο τις αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου έως Νοεμβρίου 2020. Ενόψει δε του ότι έκτοτε δεν καταβλήθηκαν από την εναγόμενη στον ενάγοντα οι συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές για την παρασχεθείσα εργασία του και προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του από τις δεδουλευμένες αποδοχές του, ύψους κατ’ εκείνο το χρόνο 125.000,00 ευρώ, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 6-12-2022 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2022 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της εναγόμενης, η οποία συζητήθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων την 9-1-2023 [σχετ. η ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων]. Επί της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 354/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτησή του, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της πλοιοκτήτριας – καθ’ ης, είτε αυτή βρίσκεται στα χέρια της, είτε στα χέρια τρίτου, συμπεριλαμβανομένου και του ανωτέρω σκάφους της, μέχρι του ποσού των 140.000,00 ευρώ, με την παροχή σε αυτήν της ευχέρειας να ματαιώσει ή σε περίπτωση επιβολής της, να αντικαταστήσει τη συντηρητική κατάσχεση με την κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου ισόποσης εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης στην Ελλάδα τράπεζας, και του επιδικάστηκε προσωρινά το ποσό των 30.000,00 ευρώ, το οποίο δεν του καταβλήθηκε. Στη δίκη αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, η εναγόμενη παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της …………. (ΑΜΔΣΠ : ……), ο οποίος κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης, αλλά και με το σημείωμα της τελευταίας, συνομολόγησε την κατάρτιση και το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας, καθώς και το ύψος των οφειλόμενων διασφαλιστέων αποδοχών του αιτούντος (125.000 ευρώ) κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, όπως ρητά μνημονεύεται στην παραπάνω απόφαση, ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς έκρινε ότι η δικαστική αυτή ομολογία ενώπιον του κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εξακολουθεί να αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου που ομολόγησε και ως εκ τούτου, τη θεώρησε δεσμευτική για το ίδιο (σχετ. η με αριθμό 354/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς – Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων). Χαρακτηριστικά στο έγγραφο σημείωμα της καθ’ ης στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της . ………, αναφέρεται ότι : «…Ο αιτών προσελήφθη από εμένα ως αντιπρόσωπος μου επί του ανωτέρω πλοίου δυνάμει της από 6/9/2020 σύμβασης εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπροσώπου μου, έναντι μηνιαίων αποδοχών 5.000 ευρώ, ενώ συνεχίζει να εργάζεται κανονικά μέχρι και σήμερα υπό αυτή την ιδιότητα του στο ιδιωτικό σκάφος αναψυχής μου «F.» [σχετ. το από 12-1-2023 σημείωμα στην ανωτέρω δίκη ασφαλιστικών μέτρων]. Την ομολογία αυτή, που για το παρόν Δικαστήριο είναι εξώδικη ομολογία και εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, αρνείται η εναγόμενη, με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της, και σε κάθε περίπτωση την ανακαλεί, ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, κατά τη δέουσα εκτίμηση, ότι ο δικηγόρος ….. …, ενεργών δυνάμει του προαναφερόμενου από 28-7-2020 πληρεξουσίου, δεν διέθετε τη δικαστική γενική πληρεξουσιότητα, κατ’ άρθρο 97 ΚΠολΔ, προκειμένου να προβεί σε ομολογία δυσμενών πραγματικών περιστατικών για λογαριασμό της, ενώ με τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις της εκθέτει ότι αποδεικνύει ότι η εν λόγω ομολογία ήταν προϊόν καταδολιευτικών σε βάρος της ενεργειών, καθόσον δεν παρασχέθηκε ποτέ η επικαλούμενη από τον ενάγοντα εργασία, ο οποίος είναι αδελφός του τότε εκπροσώπου της …………., και το ένδικο συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε, έγινε για τις ανάγκες της δίκης, ουσιαστικά δηλαδή θεωρεί την ένδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ως εικονική. Ο δε ισχυρισμός της αυτός, περί αναλήθειας της πιο πάνω εξώδικης ομολογίας, πέραν του ότι πρωτοδίκως αναφέρεται σε έτερο δικηγόρο (……..), ο οποίος δεν παραστάθηκε στην ανωτέρω δίκη, όπως προκύπτει από το προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων (354/2023), αλλά και από το προσκομιζόμενο σημείωμα της καθ’ ης (εναγόμενης), επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο έφεσης, διαφοροποιημένος ως προς το πρόσωπο του πληρεξούσιου δικηγόρου της, …………, παραδεκτά κατ’ άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, αφού τα στοιχεία του παραστάντος στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων δικηγόρου προκύπτουν εγγράφως (από την εκδοθείσα απόφαση και το σημείωμα, όπως προαναφέρθηκε), πλην όμως, πρέπει να απορριφθεί, όπως και ο ανωτέρω λόγος έφεσης. Και τούτο διότι κατά πρώτον, ο δικηγόρος ……… ……….., συνεργάτης του δικηγόρου της εναγόμενης …….. (ο οποίος κατέβαλε και την αμοιβή του ………….. για την παράστασή του), παριστάμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγόμενης, διορισθείς δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου της εναγόμενης προς τον εκπρόσωπό της …………,  είχε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 97 ΚΠολΔ την πληρεξουσιότητα να προβεί σε δικαστική ομολογία κατ’ άρθρο 352 ΚΠολΔ στην ανωτέρω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων [για την οποία άλλωστε δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ], η ομολογία δε αυτή είναι εξώδικη για το παρόν Δικαστήριο, εκτιμώμενη ελεύθερα από το τελευταίο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη και κατά δεύτερον, μετά την ανάκληση της εξώδικης αυτής ομολογίας σε πρώτο βαθμό, που εισφέρεται και στο παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί αναλήθειας της εξώδικης ομολογίας δεν αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, την κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο αναφορικά με την πραγματική και όχι κατ’ επίφαση παροχή εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος στηρίζει, μεταξύ άλλων, στις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης στην παρούσα δίκη, αλλά και σε άλλες πολιτικές δίκες μεταξύ άλλων εργαζόμενων στο σκάφος και της εναγόμενης. Συγκεκριμένα, η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου για την πραγματική παροχή εργασίας από τον ενάγοντα ερείδεται στην ένορκη κατάθεση του προτεινόμενου από τον ενάγοντα μάρτυρα ………….., Μηχανικού στο σκάφος της εναγόμενης κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, για την αξιοπιστία του οποίου το παρόν Δικαστήριο ουδέν λόγο έχει να αμφιβάλλει, ο οποίος μετά λόγου γνώσης κατέθεσε σαφώς και κατηγορηματικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι με τον ενάγοντα, που απασχολούνταν ως αντιπρόσωπος επί του πλοίου, γνωρίστηκε επί του σκάφους όταν αυτό κατέπλευσε στην Ελλάδα από την Ισπανία, ότι ο ενάγων έβρισκε συνεργεία για τις επισκευές, προμηθευόταν ανταλλακτικά που του ζητούσε το πλήρωμα και ασχολείτο με την τροφοδοσία του πληρώματος, ενώ όσον αφορά την επαγγελματική του εμπειρία, κατέθεσε ότι από τη συνεργασία τους διαπίστωσε ότι ο ενάγων, που γνωρίζει ότι έχει σπουδάσει οικονομικά, είχε και αντίληψη και εμπειρία και γνώσεις επί του αντικειμένου της εργασίας του [σχετ. τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση (1566/2024)  πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς]. Επίσης, την προειρημένη εργασία του ενάγοντος επιβεβαίωσε και ο .. ………. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του ληφθείσα νομοτύπως στα πλαίσια της παρούσας δίκης σε πρώτο βαθμό, ο οποίος απασχολήθηκε ως ναύτης στο σκάφος «F» από την 1-4-2022 μέχρι την 31-5-2022 και ο οποίος κατέθεσε μετά λόγου γνώσης ότι ο ενάγων προσλήφθηκε και εργάστηκε ως αντιπρόσωπος επί του σκάφους «F» και ήταν υπεύθυνος για την εξεύρεση συνεργείων διαφόρων ειδικοτήτων (ηλεκτρονικών, ψυκτικών, σωληνουργικών, αποχετεύσεων κ.λ.π.) προς εκτέλεση των έργων συντήρησης και επισκευής του σκάφους, για τη σύναψη των συμβάσεων με τα συνεργεία, το συντονισμό των εργασιών των συνεργείων με γνώμονα την αποτελεσματικότερη δυνατή εκτέλεση των εργασιών τους, καθώς και τη σίτισή τους, όπως και ότι ο ενάγων ήταν καθημερινά στο σκάφος και παρακολουθούσε και συντόνιζε τα συνεργεία που εργάζονταν (σχετ. η ένορκη βεβαίωσή του). Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω μάρτυρες απόδειξης ………. και ……….., οι οποίοι συνεργάζονταν με τον ενάγοντα, είχαν και οι ίδιοι ασκήσει αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας κατά της εναγόμενης προς ικανοποίηση εργατικών απαιτήσεών τους και ήδη η αντιδικία τους έληξε δυνάμει των από 23-6-2023 και από 7-7-2023 ιδιωτικών συμφωνητικών εξώδικου συμβιβασμού, που καταρτίστηκαν μεταξύ εκείνων (και άλλων εργαζόμενων) και της εναγόμενης, αντιστοίχως (σχετ. τα συμφωνητικά εξώδικου συμβιβασμού). Επιπλέον, ο μάρτυρας απόδειξης σε άλλη δίκη και δη στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί αγωγής της λογίστριας του σκάφους ……. ., ανιψιάς του ενάγοντος (για την οποία ο λόγος κατωτέρω στην παρούσα), κατά της εναγόμενης, …………, Πλοίαρχος του σκάφους κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, κατέθεσε σαφώς ότι το σκάφος είχε διαχειριστή, εκπρόσωπο που ήταν ο αδελφός του διαχειριστή (δηλαδή ο ενάγων) και λογίστρια, καθώς και ότι, όταν έρχονταν τα συνεργεία, οι συζητήσεις γίνονταν μεταξύ του διαχειριστή, του εκπροσώπου και του καπετάνιου (σχετ. τα με αριθμό 483/2024 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με ημερομηνία δημόσιας συνεδρίασης την 24-10-2023). Και ο προαναφερόμενος μάρτυρας εργαζόμενος ……… ήδη συμβιβάστηκε εξωδίκως με την εναγόμενη δυνάμει του ως άνω από 23-6-2023 ιδιωτικού συμφωνητικού εξώδικου συμβιβασμού.  Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι ο ενάγων εκτελούσε τα ως άνω ανατεθειμένα σε αυτόν καθήκοντα αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα από 9-11-2020, 8-3-2021, 17-9-2021, 4-2-2022 και 21-10-2022 ιδιωτικά συμφωνητικά ανάθεσης έργου, τα οποία καταρτίστηκαν μεταξύ του ίδιου (ενάγοντος), με την ιδιότητα του αντιπροσώπου της εναγόμενης, και του ………., που διατηρεί ατομική επιχείρηση εκτέλεσης εργασιών επισκευής και συντήρησης πλοίων με το διακριτικό τίτλο «………», και υπογράφονται και από τους δύο, αναφορικά με επιμέρους εργασίες κατασκευών και επισκευών επί του πλοίου (όπως τοποθέτηση νέας ανοξείδωτης σκάλας για την πρόσβαση στον αποθηκευτικό χώρο του σκάφους, κατασκευή κουπαστής στη γέφυρα, κατασκευή και τοποθέτηση νέων βάσεων αλουμινίου για τα κουδούνια της σήμανσης πυρκαγιάς, επισκευή εξωτερικών καιροστεγών θυρών κ.α.), χωρίς να αναιρείται η ουσιαστική συμβολή του ενάγοντος εκ του ότι ο ίδιος ο ………… στην από 14-6-2023 αίτηση, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά της εναγόμενης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, προς εξασφάλιση της απαίτησής του για εργολαβικό αντάλλαγμα από εκτέλεση εργασιών επισκευής στο σκάφος της, ανέφερε ότι η συμφωνία, που συνήψε, ήταν με τον . . ……, καθώς και ότι το πέρας των επιμέρους εργασιών εγκρινόταν είτε από τον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης …….. είτε από τον Α΄ Μηχανικό του σκάφους, ………. [σχετ. τα πέντε ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά ανάθεσης έργου μεταξύ του ενάγοντος και του ………… και η ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του τελευταίου]. Σχετικά δε με τα ανωτέρω έγγραφα, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα αυτά (συμφωνητικά) είναι πεποιημένα για τις ανάγκες της δίκης και προϊόν αθέμιτης συνεργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του …….., προκειμένου αυτός (ενάγων) να εισπράξει χρήματα, τα οποία δεν εδικαιούτο, τον ισχυρισμό δε αυτόν επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης. Ωστόσο, ο προβαλλόμενος αυτός ισχυρισμός, με τον οποίο αμφισβητεί η εκκαλούσα την ισχύ των πιο πάνω ιδιωτικών συμφωνητικών, τα οποία ουσιαστικά θεωρεί ως εικονικά, δεν επιβεβαιώνεται ως προς τη βασιμότητά του από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ενώ σε κάθε περίπτωση, η κατάρτιση συμβάσεων έργου μεταξύ του ………… και του αδελφού του ενάγοντος δεν αποκλείει την παράλληλη κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων έργου μεταξύ του …….. και του ενάγοντος, ενόψει και του ότι, όπως αποδείχθηκε, ο ……. εκτέλεσε εκτεταμένες εργασίες επισκευής και συντήρησης του σκάφους, ήτοι υδραυλικές, σωληνουργικές, ηλεκτρολογικές κ.λ.π. (σχετ. η ένορκη βεβαίωση του εργαζόμενου του ……, ……… και η ένορκη βεβαίωση του Μηχανικού Α΄ …….., που εργάστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα στο σκάφος, ληφθείσες σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, προσκομιζόμενες από την εναγόμενη) και ως εκ τούτου, ο παραπάνω ισχυρισμός της τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όπως και το συναφές σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης. Άλλωστε, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί πραγματικής παροχής εργασίας από τον ενάγοντα επιρρωνύεται και από το από 29-1-2022 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του εκπροσώπου της εναγόμενης ……. προς τον ……, κοινοποιούμενο στον …… (λογιστή της εναγόμενης), με το οποίο είχε ενημερώσει τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του ιδιοκτήτη της εναγόμενης ………. για τις οφειλές τόσο σε τρίτους, όσο και σε μέλη του πληρώματος, αλλά και στον ίδιο τον ενάγοντα. Η δε εναγόμενη, σχετικά με την ως άνω ηλεκτρονική αλληλογραφία, προβάλλει, κατά τη δέουσα εκτίμηση, τον ισχυρισμό ότι τα ανωτέρω πρόσωπα φερόμενα ως αποδέκτες του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν έχουν σχέση με την ίδια (εναγόμενη) και ότι η ηλεκτρονική αυτή αλληλογραφία ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της, ενώ τον ίδιο αυτό ισχυρισμό επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης. Εντούτοις, αποδείχθηκε ότι στον αδελφό του ενάγοντος κοινοποιήθηκε στο τέλος Απριλίου 2021 η από 25-4-2021 Διοικητική Απόφαση του Πρίγκιπα ……….., μοναδικού διαχειριστή της εναγόμενης, υπηκόου του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας, με την οποία όριζε ότι ανέθετε στο δικηγόρο ……….., επίσης υπήκοο του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας, τη διαχείριση των οικονομικών του ζητημάτων, μεταξύ των οποίων και των υποθέσεων των σκαφών του Πρίγκιπα [σχετ. η εν λόγω απόφαση συντεταγμένη στην αραβική γλώσσα και η συνημμένη σε αυτήν επίσημη μετάφρασή της στην ελληνική γλώσσα από πιστοποιημένη μεταφράστρια του Υπουργείου Εξωτερικών]. Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα όμως, δεν αμφισβητεί τη γνησιότητα και το περιεχόμενο του ανωτέρω διοικητικού εγγράφου. Ωσαύτως, αποδείχθηκε ότι η λογίστρια του σκάφους ………….. (ανιψιά του ενάγοντος) στην Ελλάδα, την ιδιότητα και την εργασία της οποίας δέχθηκε η με αριθμό 483/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εκδοθείσα επί αγωγής της κατά της εναγόμενης (σχετ. η απόφαση αυτή), ενημέρωνε συνεχώς για τις οικονομικές υποχρεώσεις του σκάφους τους λογιστές, που κατά καιρούς διόριζε ο ανωτέρω δικηγόρος της εναγόμενης, ο πρώτος από τους οποίους (λογιστές) ήταν ο προαναφερόμενος …… [σχετ. μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ της ……… και του …… στην αγγλική γλώσσα και με την επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα επικυρωμένη κατά νόμο από δικηγόρο, μεταξύ των οποίων σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 18-5-2021 γίνεται λόγος από τον ανωτέρω αλλοδαπό λογιστή για τον (ενάγοντα) θείο της ………. και για έξι απλήρωτους μήνες ύψους 30.000 ευρώ, ήτοι, για τον τότε χρόνο, για τους μήνες από Δεκέμβριο 2020 έως Μάϊο 2021, που αφορά σε μέρος της επίδικης αξίωσης]. Τα παραπάνω αυτά μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ της . ……. και του ……….. όμως, δεν αρνείται και δεν αμφισβητεί ειδικά η εκκαλούσα. Επομένως, οι παραπάνω περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγόμενης, με τους οποίους αμφισβητεί κατά περιεχόμενο ειδικά το από 29-1-2022 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τους αλλοδαπούς αποδέκτες αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν, όπως και το σχετικό σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης, με το οποίο επαναφέρονται στο παρόν Δικαστήριο. Επιπλέον, ως προς τις γνώσεις και τη συναφή με το αντικείμενο επαγγελματική κατάρτιση του ενάγοντος, που αμφισβητείται έντονα από την εναγόμενη, προκειμένου να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, κατέθεσε και ο ……., με την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του ληφθείσα στα πλαίσια της παρούσας δίκης, ο οποίος απασχολήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ως ναύτης στο σκάφος «F.» από την 1-4-2022 μέχρι την 31-5-2022 και ο οποίος κατέθεσε ότι ο ενάγων έχει σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων, γνωρίζει πολύ καλά από σκάφη και πέραν αυτών είναι πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του εκπροσώπου της εναγόμενης ………., στοιχεία που οδήγησαν τον τελευταίο να τον καλέσει για να εργαστεί ως αντιπρόσωπος του σκάφους. Εξάλλου, την παρουσία του ενάγοντος στο πλοίο συνομολογεί και η εναγόμενη, πλην όμως, ισχυρίζεται ότι πήγαινε μερικές φορές ως επισκέπτης για να πιεί καφέ, ισχυρισμός που δεν κρίνεται πειστικός, λαμβάνοντας υπόψη τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής. Η ένσταση δε καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, που προβλήθηκε παραδεκτά, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγόμενης στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αναπτύσσεται περισσότερο με τις, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, σε πρώτο βαθμό κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ και δ ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων δεν υπήρξε ποτέ εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπός της και ότι η σύμβασή του είναι προϊόν καταδολιευτικών συμπεριφορών αυτού και του αδελφού του, πρώην (πλέον) εκπροσώπου της, για να δημιουργηθούν υπέρ αυτού δικαιώματα από δήθεν εργασία του, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του διευθυντή της, λόγω προβλημάτων που υπήρξαν με τον νυν βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, καθόσον η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος και δεν πληρούται όταν ο διάδικος αρνείται να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, όπως εν προκειμένω (Ολ ΑΠ 17/1995 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, δεν προσβάλλει με ειδικό λόγο έφεσης η εκκαλούσα, η οποία δεν επαναφέρει την ένσταση αυτή στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, παρόλο που αυτός εκτέλεσε κατά τρόπο άρτιο τα ανατεθειμένα σε αυτόν καθήκοντα για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα των 28 μηνών, ήτοι από το Δεκέμβριο 2020 έως και το Μάρτιο 2023, τις δεδουλευμένες αποδοχές του, συνολικού ποσού (5.000,00 ευρώ Χ 28 μήνες =) 140.000,00 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 140.000,00  ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επιμέρους ποσό, που αντιστοιχεί σε μηνιαίες αποδοχές, κατέστη απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται εκείνου που αφορά και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

VI. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (1566/2024) έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 140.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό που αντιστοιχεί σε μηνιαίες αποδοχές κατέστη απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται εκείνου που αφορά και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους συναφείς λόγους έφεσης, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 1566/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την   30η  Απριλίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ