Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 291/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

4ο τμήμα

Αριθμός  απόφασης : 291/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο τμήμα)

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε  στο ακροατήριό του στις ……………….. ,για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ -ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) ………….. 2) ……………., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο αυτών Άννα Κουτσαντώνη.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της εταιρείας με την επωνυμία με την επωνυμία «…………» με διακριτικό τίτλο «………….» που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων …………… (με αριθμ. ΓΕΜΗ ….., και ΑΦΜ……. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας εν προκειμένω ως μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων όπως αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “……….”, με έδρα το ……… Ιρλανδίας, …………., η οποία ενεργεί ως ειδική διάδοχος των απαιτήσεων όπως Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται., η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια Δικηγόρο αυτής Ιωάννα  Βλάχου (Δ.Ε. ΚΑΣΣΑΡΗ ΚΩΝ/ΝΑ – ΤΖΑΝΟΣ ΦΩΤΙΟΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ)..

Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από  3-06-2024   και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………/2024  ανακοπή τους,  επί της οποίας  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 740/2024  απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε   την ανακοπή.

Κατά της τελευταίας  απόφασης οι εκκαλούντες  άσκησαν την από 16-04-2024 και  με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024 έφεση, την οποία επανέφεραν με την από την από 22-07-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025 κλήση. Άσκησαν επιπλέον και  τον από 23-07-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 πρόσθετο λόγο αυτής, η συζήτηση των οποίων  ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που είχαν  προκαταθέσει.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ.2 του ν. 3994/2011, “Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους.  Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει μεταξύ άλλων ότι, αν ασκηθεί έφεση από τον ανακόπτοντα  που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να απορριφθεί η ανακοπή του  (κατ΄ άρθρα 272 παρ.1, 585 παρ.1 εδ.α΄,937 παρ.3 ΚΠολΔ), με μόνη την, κατ` άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης, εξαφανίζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί η σε βάρος του ανακόπτοντος απόρριψη της ανακοπής λόγω της ερημοδικίας του.   Στην προκείμενη περίπτωση, η  από 16-04-2024 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2024 έφεση των ανακοπτόντων, και ήδη εκκαλούντων,  η οποία επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 22-07-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 κλήση     κατά της υπ` αριθ. 740/2024  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτόντων,  με την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης  (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. ………. 0072e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε).  Συνεπώς κατά την άνω διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, με δεδομένο ότι οι ανακόπτοντες ζητούν την παραδοχή της ανακοπής τους,  πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή να εξαφανισθεί  η εκκαλούμενη απόφαση και να ερευνηθεί η ανακοπή τους ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.  Αφού έγινε δεκτή η έφεση πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου αυτής στους εκκαλούντες.  Εξάλλου οι εκκαλούντες άσκησαν επιπλέον και τον 23-07-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025 πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο επανέφεραν τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους και το αίτημα αναστολής εκτέλεσης, όπως και με το δικόγραφο της έφεσης. Ήδη το αίτημα αυτό έχει γίνει δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο, με τον όρο καταβολής του ποσού των 400 € μηνιαίως με την από 30.7.2025 προσωρινής διαταγή της προέδρου Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς, ώστε πλέον στερείται αντικειμένου.

Οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 3-06-2024  και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  ……../2024 ανακοπή τους  ζητούν  την ακύρωση υπ’ αριθ. …./15-09-2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή Εφετείου Αθηνών ………… Η ανακοπή τους έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα (άρθρο 934 παρ.1 ΚΠολΔ). δεδομένου ότι η άνω κατασχετήρια Έκθεση τους επιδόθηκε αυθημερόν η ανακοπή τους ασκήθηκε (κι επιδόθηκε) στις 30.9.2023 (βλ. την με αρ. ………../30.10.2023 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………..).

Κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε  υπό το ν. Ν.4335/2015, πριν την τροποιποίηση υπο το ν.  «Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παράγραφος 2 εδάφιο γ`, ΚΠολΔ αντίστοιχα». Δεδικασμένο  παράγεται  μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 KΠολΔ, ή, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 KΠολΔ (ΟλΑΠ 16/1996, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 870/2004, ΑΠ 133/2003). Το δεδικασμένο αυτό  ταυτίζεται πλήρως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του όρια με το δεδικασμένο των δικαστικών αποφάσεων κι έτσι καλύπτει κατά πρώτο λόγο το ζήτημα του κύρους της, ώστε να μη  είναι δυνατή η προβολή αντιρρήσεων ως προς την ύπαρξη των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έγκυρη έκδοσή της κι επιπλέον την ύπαρξη της απαίτησης (Απαλαγάκη ο νέος ΚΠολΔ 2022 (Ανδρίτσος), άρθρο 633 αρ.10, βλ. και προσθήκη εδαφίου (β) στην παράγραφο υπό το ν.  5221/2025—–).  Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτοντες στον πρώτο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται ότι  η  με αρ. ……./2022 διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία  ως εκτελεστό τίτλο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους,  έχει εκδοθεί αναρμοδίως,  διότι  είναι και οι δύο κάτοικοι Αίγινας. Ωστόσο από τα προσκομιζόμενα έγγραφα από την καθ΄ης προκύπτει ότι αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στους ανακόπτοντες  πρώτη φορά στις 20 και 23-6-2022 αντίστοιχα  (βλ. τις με αρ. …./20.6.2022  και  …./23.6.2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή  της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με  έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών  …………) και για δεύτερη φορά στις 14-6-2023 (βλ. τις με αρ. …. και ….΄/14.6.2023 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου δικ. επιμελητή), χωρίς οι ανακόπτοντες να ασκήσουν ανακοπή σε βάρος της,  που σημαίνει ότι με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 633 παρ.2 ΚΠολΔ η άνω διαταγή πληρωμής έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, ώστε να μην είναι παραδεκτή η προβολή αντιρρήσεων ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης της. Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Από  το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 § 1 και 25 § 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή,  ώστε λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ,  όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού,  του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη. Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρου 281ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ,χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 586/2024, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010 www.areiospagos.gr). Εξάλλου η κατάσχεση μπορεί να κριθεί καταχρηστική, όταν το κατασχεθέν έχει αξία δυσανάλογα μεγαλύτερη του ύψους της απαίτησης του επισπεύδοντος και των λοιπών δανειστών, οι οποίοι αναμένεται να αναγγελθούν, όταν υπάρχουν άλλα πράγματα δεκτικά κατάσχεσης ελάσσονος αξίας, που υπερκαλύπτουν την απαίτηση αυτή ή όταν υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία και το κατασχεθέν αποτελεί, εν γνώσει του κατασχόντος, ουσιώδες για την επιβίωση του οφειλέτη και της οικογένειας του στοιχείο ή τον μοναδικό χώρο, όπου ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα. Στις περιπτώσεις αυτές (και σε άλλες παρόμοιες) δεν τίθεται ζήτημα περιορισμού της κατάσχεσης, κατ΄εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 951 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά ακύρωσης αυτής κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ (ΕφΑνΚρ 19/2024, 182/2024, ΕφΑθ. 1543/2022, ΕφΑθ 2634/2022  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο μέσω εξάλλου, της επίκλησης της καταχρηστικότητας δεν είναι δυνατό  να παρακαμφθεί δικαστικά η σαφής νομοθετική βούληση για την  προστασία της πρώτης κατοικίας αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του κάθε φορά ισχύοντος ειδικού νομοθετικού καθεστώτος προστασίας αυτής (ν3869/2010, εν συνεχεία του Ν. 4605/2019, έπειτα του Ν. 4714/2020 και ακολούθως του Ν. 4738/2020) και να οδηγηθεί κανείς σε γενική απαγόρευση της κατάσχεσης και πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού αυτό θα καθιστούσε περιττή την όλη τυπική και αυστηρή διαδικασία που πρέπει να τηρήσει ένας οφειλέτης για να πετύχει την προστασία των ανωτέρω νόμων και θα καταστρατηγούσε τον σκοπό του νομοθέτη και τις σαφείς προβλέψεις των σχετικών διατάξεων, οδηγώντας ταυτόχρονα σε ευμενέστερη θέση τους οφειλέτες,  οι οποίοι δεν πληρούν τα κριτήρια ένταξης στους ανωτέρω νόμους (ΕφΠειρ 17/2026 https://www.efeteio-peir.gr/?p=15284, ΕφΠειρ 239/2025, ΕφΑνΚρ 19/2024 ΕφΑθ 5723/2022  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση  οι ανακόπτοντες στον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται ότι  το κατασχεθέν ακίνητό τους έχει αγοραία αξία 415.000 €, που τελεί σε προφανή δυσαναλογία σε σχέση με το ποσό της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, η οποία ανέρχεται σ ΄αυτό των 142.728,63 € ή το στο 1/3.  ¨Ότι οι ανακόπτοντες αποτελούν εν διαστάσει σύζυγοι και το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία της πρώτης, η οποία θα μείνει άστεγη, καθώς έχει μηδενικά εισοδήματα. ¨Ότι ο δεύτερος εκμισθώνει σε τρίτους το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου στο άνω ακίνητο κι έχει ακίνητη περιουσία αγρούς στο δήμο Αργολίδας και είναι πλέον άνεργος.  Ωστόσο τα όσα εκθέτουν οι ανακόπτοντες δεν καθιστούν την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους καταχρηστική. Ειδικότερα η διαφορά της απαίτησης με την αξία της κατασχεθείσας ιδιοκτησίας,  όπως αυτή προσδιορίστηκε με την κατασχετήρια έκθεση (142.728,63 €  και αξία κατασχεσθείσας ιδιοκτησίας 415.000 €) ήτοι 1 : 3, δεν ιδιαιτέρως  είναι μεγάλη, καθώς  υπάρχει σχέση περίπου 1 : 3, ενώ θα πρέπει να  συνυπολογιστούν τα έξοδα εκτέλεσης, οι νόμιμοι  τόκοι της απαίτησης, αλλά και ο δανειστές που θα αναγγελθούν.  Οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται ότι υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της καθ΄ής, χωρίς να αρκεί η αόριστη αναφορά σε άλλα περιουσιακά στοιχεία του δεύτερου αυτών.  Ακόμα δεν επικαλούνται ότι έχουν ζητήσει την υπαγωγή τους στους ειδικούς νόμους  για την προστασία της πρώτης κατοικίας  (ν. 3869/1010), είτε  αυτών των διατάξεων του ν. 4738/2020 (υποβολής αίτησης για υπαγωγή του στον εξωδικαστικό μηχανισμό οφειλών)  είτε αυτών της πτώχευσης. Δεν αναφέρουν  ότι έχουν μόνο  προσωρινή οικονομική αδυναμία, η οποία  θα μπορέσει να αντιστραφεί στο άμεσο μέλλον, ώστε να μπορούσε να αξιωθεί μία εύλογη αναμονή από πλευράς της καθ΄ή΄ς (με πρόταση συγκεκριμένων καταβολών από αυτούς). Μόνο οι επαχθείς συνέπειες που συνεπάγεται η εκτελεστική διαδικασία, δεν καθιστούν τη συμπεριφορά της καθ’ ης μη ανεκτή κατά το δίκαιο, εκτός των ορίων που θέτουν τα χρηστά ήθη και η καλή πίστη, αφού η ανωτέρω επιλογή εντάσσεται στο δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας της, ούτε άλλωστε άλλωστε γίνεται  επίκληση ότι η ανωτέρω προέβη στην εν λόγω ενέργεια χωρίς συμφέρον προς τούτο. Σε κάθε περίπτωση,  η οικονομική αδυναμία των ανακοπτόντων και όσα επιπλέον επικαλούνται  (κύρια και μοναδική κατοικία της  της πρώτης, μηδενικά εισοδήματά της, ανεργία του δεύτερου και ελαττωμένη περιουσιακή του κατάσταση) δεν αποδεικνύονται από κάποιο έγγραφο ή άλλο  αποδεικτικό στοιχείο. Κατόπιν αυτών ο άνω λόγος ανακοπής  πρέπει  να απορριφθεί ως νομικά και σε κάθε περίπτωση ουσιαστικά αβάσιμος και κατ’  επέκταση η ανακοπή, στο σύνολό της αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αυτής. Σε βάρος των ανακοπτόντων θα πρέπει να επιβληθούν  τα δικαστικά έξοδα της  καθ΄ής η ανακοπή  (άρθα 191, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΣΥΝΕΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-04-2024 και  με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024 έφεση και τον από 23-07-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 πρόσθετο λόγο αυτής – αίτηση αναστολής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής.

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά  και κατ΄ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αρ. 740/2024   απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στους εκκαλούντες,  που κατέθεσαν αυτό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των ανακοπτόντων, τα δικαστικά έξοδα της καθ΄ής η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500)€.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την  30.4.2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ