Αριθμός 274/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Εραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: ………….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ανάργυρου Δήμιζα με δήλωση άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στο …………. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευστάθιου Κωνσταντόπουλου, με δήλωση άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε η εκκαλούσα την με γενικό αριθμό εκθ. καταθ. ……./2024 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4035/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την με γενικό αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2025 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της 4035/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτήν, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι είναι συγκυρία με την μητέρα της ………… των περιγραφόμενων στην αγωγή ακινήτων κείμενων επί οικοδομής ευρισκόμενης στο ……… Αττικής. Ότι η εναγόμενη εταιρεία την οποία έχουν συστήσει ο …………… και ………, οι οποίοι είναι αδελφοί της ενάγουσας μίσθωσε τα ανωτέρω ακίνητα από τη ……… με το από 15.6.2020 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ότι το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε από την εκμισθώτρια προς όφελος της εναγομένης εταιρείας στο ποσό των 890 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, εκ του οποίου η ενάγουσα λαμβάνει το ποσό των 458,16 ευρώ που αναλογεί στο ποσοστό συνιδιοκτησίας της. Ότι το ανωτέρω μίσθωμα, στο οποίο η ενάγουσα δεν συμφώνησε και το οποίο είναι εξαιρετικά χαμηλό, συμφωνήθηκε στο ανωτέρω ποσό διότι τα μέρη της μισθωτικής σχέσης έκριναν ότι ήταν δίκαιο σε σχέση με την κατασκευή και τη μισθωτική αξία του ακινήτου και τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες. Ζητεί περαιτέρω η ενάγουσα να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη προκειμένου να ανταποκρίνεται στην πραγματική μισθωτική αξία του ακινήτου, η οποία ανέρχεται κατά τις εκτιμήσεις της για την συνολική επιφάνεια των 605,95 τμ του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 4.241,65 ευρώ, από το οποίο θα λαμβάνει το ποσό των 2.107,63 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνιδιοκτησία της για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη». Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα αν αυτή απορρέει από σύμβαση ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει απευθείας από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Η αρχή που θεσμοθετείται με την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, οι οποίες απορρέουν από οποιαδήποτε ενοχή, λειτουργεί δε, τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων, ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών σε όσες περιπτώσεις ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, όπως είναι οι νομισματικές υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών, παρέχοντας στο δικαστή τη δυνατότητα, όπως με βάση αντικειμενικά κριτήρια προσδιορίσει την παροχή κατά απόκλιση των συμφωνηθέντων, περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνηθέν μέγεθος της, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Αναγκαία συνέπεια του χαρακτήρα της ΑΚ 288, ως αναγκαστικού δικαίου είναι ότι πρέπει να εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο χωρίς την ανάγκη υποβολής ιδιαιτέρου αιτήματος. Πρέπει όμως, προκειμένου το Δικαστήριο να εφαρμόσει την διάταξη αυτή, να αναφέρονται στην αγωγή ή την ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 107 ΚΠολΔ, τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ανάγκη αναπροσαρμογής του οφειλόμενου ποσού, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μάλιστα σε όση έκταση και σε όποιο μέρος επιβάλλεται από αυτές. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 288 ΑΚ, ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ αποτελούν η σημαντική αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η από διάφορους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων καθώς και άλλοι λόγοι, την συνδρομή των οποίων οφείλει για την πληρότητα της σχετικής αγωγής να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων (ΑΠ 765/2020 Νόμος).
Η υπό κρίση αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι μη νόμιμη και επομένως απορριπτέα διότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το μίσθωμα του επιδίκου ακινήτου είναι χαμηλό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική μισθωτική αξία του ακινήτου, γεγονός όμως που υφίσταται, όπως αναφέρει στην αγωγή της από την κατάρτιση της μίσθωσης, με την οποία και δυνάμει του επικαλούμενου ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, καθορίστηκε στο ανωτέρω ποσό από την εκμισθώτρια προς όφελος της εναγόμενης εταιρείας. Επομένως και λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τους ισχυρισμούς της το επίδικο μίσθωμα στο ποσό των 890 ευρώ που συμφωνήθηκε από τα μέρη της μισθωτικής σχέσης ήταν από την αρχή της κατάρτισής της πολύ χαμηλότερο της πραγματικής αξίας του ακινήτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της μεταβολής των συνθηκών για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 288ΑΚ που επικαλείται η ενάγουσα.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό κρίση έφεση.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27.4.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ