Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 300/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός απόφασης  300/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», τον διακριτικό τίτλο «………» και Α.Φ.Μ. ……. Δ.Ο.Υ. Λαμίας, που εδρεύει στο Δομοκό – Διαμέρισμα Καρυών και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ………….., οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαρίας Νικολάου.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΚΑΘ’ ΗΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΕΩΣ: Τεθείσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στον Πειραιά, οδός …………., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ξανθής Μπασιούκα.

Η εφεσίβλητη, ασφαλιστική υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία, άσκησε, σε βάρος των εκκαλούντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 15-6-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …../2015 αγωγή, η οποία, με την από 3-7-2017 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2017 αίτηση – κλήση της, εισήχθη, προς συζήτηση, κατ’ άρθρο 239 παρ. 4 του Ν. 4364/2016, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Επί της αγωγής αυτής, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1415/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Ήδη, οι εκκαλούντες προσβάλλουν την απόφαση αυτή, με την από 25-10-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2018, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, που προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 20ης-3-2025 και, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και με τους από 17-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετους λόγους εφέσεως, που προσδιορίσθηκαν, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 25-10-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2018, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 1415/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας, στις 28-8-2018, έως την άσκηση της ως άνω εφέσεως, στις 26-10-2018 (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, δοθείσης και της καταβολής του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ σχετικού παραβόλου εφέσεως (βλ. το υπ’ αριθμ. …………./2018 e – παράβολo), η τελευταία τυγχάνει παραδεκτή (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ) και, αφού γίνει τυπικά δεκτή, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση, συνεκδικαζομένη, λόγω συναφείας, με τους από 17-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετους λόγους της, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεώς τους, εφόσον κοινοποιήθηκαν στην εφεσίβλητη, στις 8-8-2025 (βλ. την υπ’ αριθμ. ………/8-8-2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………), ήτοι, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα, για τη συζήτηση της έφεσης, δικάσιμο της 18ης-9-2025, και τυγχάνουν, περαιτέρω, ερευνητέοι, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους.

Η εφεσίβλητη – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 15-6-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2015 αγωγή, με την οποία εκτίθετο ότι η ενάγουσα εταιρία δραστηριοποιείτο στο χώρο των ασφαλιστικών εταιριών, έως την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, δια της υπ’ αριθμ. 7/Θέμα 9/29-3-2011 αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι, με την ως άνω απόφαση, ακολούθως, στις 2-4-2011, εκτελέσθηκε, από τον ορισθέντα επόπτη εκκαθάρισης, η σφράγιση των γραφείων της ενάγουσας, γεγονός που συνιστά ανωτέρα βία. Ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/2005 έγγραφης σύμβασης πρακτόρευσης αορίστου χρόνου, που συνήφθη, την 1-11-2005, μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, ετερόρρυθμης εταιρίας, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος αποτελεί ομόρρυθμο εταίρο της και διαχειριστή, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να ενεργεί, ως ασφαλιστική πράκτορας της ενάγουσας, να εισπράττει τα ασφάλιστρα από τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονταν, με τη διαμεσολάβησή της, αποδεχόμενη, έτσι, την ευθύνη της, ως θεματοφύλακας των ασφαλίστρων, και να αποδίδει, εν συνεχεία, αυτά, αφού, προηγουμένως, παρακρατούσε τη συμφωνηθείσα προμήθειά της. Ότι η πρώτη εναγομένη, κάθε δίμηνο μετά τη λήξη του μήνα παραγωγής, είχε την υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα αναλυτικό, κατά συμβόλαιο, λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και γενικά της διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα. Ότι, εάν το πλεόνασμα αυτό δεν είχε καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ενάγουσας θα θεωρούνταν ληξιπρόθεσμες και θα υπολογιζόταν ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Ότι η πρώτη εναγομένη, με βάση τις αναλυτικές καταστάσεις ανείσπρακτων ασφαλίστρων της χρονικής περιόδου από 1-9-2010 έως 31-3-2025, τις οποίες η ενάγουσα ενσωματώνει στην αγωγή της, οφείλει να της καταβάλει, για το χρονικό διάστημα συνεργασίας τους, από 1-11-2005 έως 2-4-2011 που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το ποσό των 131.056,42 ευρώ, το οποίο αφορά υπόλοιπο από την παραγωγή της πρώτης εναγομένης, για το αντίστοιχο ως άνω χρονικό διάστημα από 1-9-2010 έως 31-3-2015, και  εξακολουθεί να οφείλεται, κατά παράβαση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης της ανωτέρω εναγομένης, η οποία και ιδιοποιείται τούτο, δια του δευτέρου εναγομένου, παράνομα, διαπράττοντας, έτσι, το αδίκημα της υπεξαίρεσης, αλλά και καθιστάμενη, κατά το ποσό αυτό, αδικαιολογήτως πλουσιότερη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητείτο, κατόπιν παραδεκτής τροπής του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κυρίως κατά μεν τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, και δη η πρώτη αυτών, ετερόρρυθμη εταιρία, ως υπόχρεη από τη σχετική ως άνω σύμβαση, και ο δεύτερος τούτων, ως ευθυνόμενος απεριόριστα για τα χρέη αυτής, υπό την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της, κατά δε τις διατάξεις της αδικοπραξίας, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου, για την οποία ευθύνεται και η πρώτη εναγομένη, αφού ο τελευταίος αποτελεί όργανο που την αντιπροσωπεύει, και επικουρικώς, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 131.056,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 2-4-2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και μέχρις πλήρους εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της ενάγουσας δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, η οποία, με την από 3-7-2017 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2017 αίτηση – κλήση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, εισήχθη, προς συζήτηση, κατ’ άρθρο 239 παρ. 4 του Ν. 4364/2016, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1415/2018 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμα, τα παρεπόμενα αγωγικά αιτήματα της επιδικάσεως τόκων από 2-4-2011 και της κηρύξεως της εκδοθησομένης αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, και η περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, ως νόμω αβάσιμη, λόγω της επικουρικότητάς της, έγινε δεκτή, ακολούθως, ως ουσία βάσιμη, η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 131.056,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, και καταδικάσθηκαν αυτοί στη δικαστική της ενάγουσας δαπάνη. Κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονούνται, με την κρινομένη έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες και ζητούν, επικαλούμενοι εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αφού εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η αγωγή, άλλως να γίνει αυτή δεκτή κατά το μερικότερο ποσό των 62.858,53 ευρώ.

Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρος που εξετάσθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, της υπ’ αριθμ. 87/2024 αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, της υπ’ αριθμ. ……./17-9-2025 ενόρκου βεβαιώσεως της ………….., που ελήφθη, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………….., με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν προηγούμενης εμπρόθεσμης και νομότυπης κλητεύσεως των εναγομένων (βλ. την υπ’ αριθμ. ……./12-9-2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας ………….), και όλων των μετ’ επικλήσεως νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), καθώς και από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα αποτελεί εταιρία που δραστηριοποιείτο στο χώρο των ασφαλιστικών εταιριών, έχοντας λάβει σχετική άδεια, από την Εποπτική Αρχή. Στις 29-3-2011, με την υπ’ αριθμ. 7/Θέμα 9/29-3-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε οριστικά η άδειας λειτουργίας της, δεσμεύθηκε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της και ετέθη αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση, ενώ διορίσθηκε εκκαθαριστής της, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2998/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ………… Η θητεία του τελευταίου ανανεώθηκε, με την υπ’ αριθμ. 43/4/26-6-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ ήδη, με την υπ’ αριθμ. 43/4/26-6-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, εκκαθαρίστρια της ενάγουσας εταιρίας τυγχάνει η ……………. Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./1-11-2005 έγγραφης συμβάσεως πρακτόρευσης, που καταρτίσθηκε, στα Μελίσσια Αττικής, μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρίας, ομόρρυθμο μέλος της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος, η τελευταία ανέλαβε το έργο να δέχεται αιτήσεις – προτάσεις αυτών που επιθυμούν να ασφαλισθούν, για όλους τους ασκούμενους από την ενάγουσα κλάδους ασφάλισης, έχοντας την υποχρέωση να συμμορφώνεται, προς τους εκάστοτε υπό της ενάγουσας καθοριζόμενους όρους, περιορισμούς και ασφάλιστρα, τις εν γένει γενικές και ειδικές εντολές και οδηγίες αυτής, τους κανονισμούς και τα εκάστοτε υποχρεωτικά τιμολόγια, τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τις διατάξεις των νόμων (όρος 1). Σύμφωνα δε με τα, μεταξύ άλλων, διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω σύμβαση, η εναγομένη είχε υποχρέωση να φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τα δε ασφάλιστρα που θα εισέπραττε θα θεωρούντο παρακαταθήκη και η ίδια θα ευθύνετο ως θεματοφύλακας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 298/1986 (όρος 7). Επίσης, κάθε δίμηνο μετά τη λήξη του μήνα της παραγωγής, είχε υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα αναλυτικό, κατά συμβόλαιο, λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα. Εάν το ανωτέρω πλεόνασμα δεν καταβάλλετο μέχρι τέλος του μήνα, κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ενάγουσας θεωρούντο ληξιπρόθεσμες και υπολογίζετο ο νόμιμος τόκος υπερημερίας, η δε παραβίαση του όρου αυτού θα συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης (όρος 8). Ακολούθως, η εναγομένη είχε υποχρέωση να αποστείλει προς την ενάγουσα για ακύρωση, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν είχαν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων, η δε ακύρωση θα γινόταν μόνον από την ενάγουσα που θα ειδοποιούσε σχετικά την εναγομένη πράκτορα, ενώ ακύρωση συμβολαίου στους κλάδους μεταφορών, προσωπικών ατυχημάτων ταξιδιωτών και αποσκευών δεν θα μπορούσε να γίνει σε καμία περίπτωση, διότι τα ασφάλιστρα εισπράττοντο από την ημέρα έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων (όρος 9). Σε περίπτωση που η εναγομένη δεν απέστελνε τα ως άνω στο άρθρο 9 αναφερόμενα ασφαλιστήρια έγγραφα, μέσα στην προθεσμία αυτή, υποχρεούτο στην απόδοση των ασφαλίστρων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 8 της ως άνω σύμβασης (όρος 10). Η εναγομένη μπορούσε να υπογράφει συμβάσεις με παραγωγούς ασφαλίσεων, με σκοπό τη διαμεσολάβηση αυτών για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων μέσα στην περιφέρειά της, η ίδια δε, θα ήταν προσωπικά και αποκλειστικά υπεύθυνη για όλες γενικά τις πράξεις των κάθε είδους συνεργατών της, τους οποίους είχε προσλάβει με δική της ευθύνη, και μόνο για εξυπηρέτηση δική της και όχι της ενάγουσας (όρος 13). Η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να παρέχει στην εναγομένη, σαν αντάλλαγμα για την εκτέλεση των πάσης φύσεως υποχρεώσεων που αναλάμβανε από την ως άνω σύμβαση, προμήθεια επί των καθαρών ασφαλίστρων, που θα εισπράττοντο πραγματικά και αφορούσαν συμβάσεις που είχαν γίνει με τη διαμεσολάβησή της, ενώ, πέρα από την προμήθεια αυτή, η ενάγουσα δεν υποχρεούτο σε καμία άλλη παροχή προς την εναγομένη. Η δε εν λόγω προμήθεια καθορίζετο, κατά κλάδο, σε ποσοστό, επί των καθαρών ασφαλίστρων, ως εξής: αυτοκινήτων (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες, ίδιες ζημίες, προστασία bonus malus) 20%, χερσαίων οχημάτων (πυρός, κλοπή, ολική – μερική, τρομοκρατικές ενέργειες, θραύση κρυστάλλων, προσωπικό ατύχημα, κάλυψη ανασφάλιστου οχήματος, φυσικά φαινόμενα, κάλυψη ηχοσυστήματος) 20%, φροντίδα ατυχήματος με νοσοκομειακό 20%, φροντίδα ατυχήματος απλή 12%, οδική βοήθεια 20%, οικοπροστασία 32,5%, νομική προστασία 35%, πυρός περιουσίας (γενικά) 35,5%, σεισμός 10%, μεταφορών (γενικά) 25%, προσωπικών ατυχημάτων (γενικά) 32%, λοιπών ζημιών (γενικά) 37,5%, γενικής αστικής ευθύνης (γενικά) 20%, σκαφών αναψυχής (γενικά) 18%, ενώ στους λοιπούς κλάδους που ασκούσε η ενάγουσα, η προμήθεια θα καθοριζόταν κατά περίπτωση, ποτέ, όμως, δεν θα ήταν μεγαλύτερη από τα όρια που καθόριζαν ανάλογες υπουργικές αποφάσεις. Οι δε ανωτέρω προμήθειες θα επιστρέφονταν στην ενάγουσα σε περίπτωση που, για οποιονδήποτε λόγο, επιστρέφοντο στον ασφαλισμένο τα ασφάλιστρα (όρος 18). Η παροχή των ανωτέρω προμηθειών θα γινόταν μετά την καταβολή των εισπραττόμενων ασφαλίστρων στην ενάγουσα, ενώ, πέραν των ως άνω αναγραφόμενων προμηθειών και ανταλλαγμάτων, η ενάγουσα δεν θα είχε καμία άλλη υποχρέωση απέναντι στην εναγομένη (όρος 19). Η εναγομένη είχε την υποχρέωση όπως, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός διατυπώνει, εγγράφως και συγκεκριμένα, με συστημένη επιστολή, τις αντιρρήσεις της σχετικά με τις εγγραφές που περιλαμβάνοντο στα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα της ενάγουσας, ενώ, σε περίπτωση που, εντός του ως άνω δεκαπενθημέρου, η εναγομένη δεν διατύπωνε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, τις αντιρρήσεις της, θα θεωρείτο ότι αποδέχετο την ορθότητα των εγγραφών (όρος 20). Η ως άνω σύμβαση, με ισχύ αρχομένη από 1-11-2005, συμφωνήθηκε ως αορίστου χρόνου και μπορούσε να λυθεί, από το κάθε συμβαλλόμενο μέρος, με έγγραφη καταγγελία, κοινοποιούμενη προς το έτερο μέρος, προ εξήντα (60) ημερών, χωρίς καμία υποχρέωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης, από την ενάγουσα, για σοβαρό λόγο, η τελευταία επεφυλάσσετο κάθε δικαιώματός της, αναφορικά με τις πάσης φύσεως αξιώσεις της για αποζημίωση από την εναγομένη πράκτορα, για κάθε βλάβη ή ζημία που θα οφειλόταν στην, εξ υπαιτιότητας αυτής, λύση της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, το από κάθε αιτία χρεωστικό υπόλοιπο της εναγομένης θα καθίστατο, από την ημέρα της καταγγελίας, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Σοβαρό λόγο δε, συνιστούσε η παράβαση από την εναγομένη, εκτός των ειδικώς αναφερομένων, και κάθε άλλου όρου της σύμβασης (όρος 21). Η λύση της σύμβαση πρακτόρευσης θα επερχόταν άμεσα, έπειτα από καταγγελία, στις περιπτώσεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 14 παρ. 5 του Ν. 1569/1985, καθώς επίσης και σε περίπτωση σοβαρού λόγου. Στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, για τους ως άνω λόγους, η εναγομένη εδικαιούτο να εισπράξει τις προμήθειες που καθορίζονταν στο άρθρο 19 μόνο για τις ασφαλίσεις που είχαν γίνει οριστικά, με τη μεσολάβησή της, πριν από την καταγγελία, ήτοι εδικαιούτο προμηθειών, μόνον εφόσον είχαν εκδοθεί τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια και είχαν εισπραχθεί, από την ενάγουσα, τα ασφάλιστρα. Σε καμία περίπτωση δε, δεν δικαιούτο προμηθειών επί ανανεώσεων ασφαλιστηρίων ή λογαριασμών ασφαλίστρων, ασφαλιστηρίων που θα εκδίδοντο από την ενάγουσα μετά την, για σπουδαίο λόγο, λύση της σύμβασης (όρος 22). Τέλος, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, από την ενάγουσα ή από την πράκτορα εναγομένη, η τελευταία είχε υποχρέωση, εκτός των άλλων, όπως, με την παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας, καταβάλει, αμέσως, στην ενάγουσα, το χρεωστικό της υπόλοιπο, σύμφωνα με τα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας εταιρίας. Ως βάση για την εκκαθάριση, θα ελαμβάνετο το εκκαθαριστικό σημείωμα των λογαριασμών του τελευταίου προ της καταγγελίας της σύμβασης μήνα. Από του χρόνου δε της καταγγελίας, η εναγομένη θα καθίστατο υπερήμερη και το χρεωστικό της υπόλοιπο έντοκο, νομίμως. Επίσης, η εναγομένη είχε την υποχρέωση να επιστρέψει αμέσως στην ενάγουσα όλο το έντυπο υλικό, τις επιγραφές, τις αποδείξεις και τα συμβόλαια, ευθυνόμενη, προς αποκατάσταση κάθε, από την αιτία αυτή, ζημίας της ενάγουσας εταιρίας (όρος 25). Η ανωτέρω σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου έληξε, με τη δημοσίευση της απόφασης ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ενάγουσας, καθώς η εν λόγω ανάκληση  αποτελεί, εν τοις πράγμασι, καταγγελία της σύμβασης, για σπουδαίο λόγο. Μετά ταύτα, η εναγομένη όφειλε να αποδώσει, στην ενάγουσα, τυχόν οφειλές της, από εισπραχθέντα, από αυτήν, ασφάλιστρα. Κατά δε το από 1-11-2005 έως 2-4-2011 διάστημα συνεργασίας τους, προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο από την παραγωγή της εναγομένης, έναντι της ενάγουσας, συνολικού ποσού 131.056,42 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την αφαίρεση των προμηθειών της εναγομένης, των ασφαλίστρων των ακυρωθέντων συμβολαίων και του ποσού των 3.815,66 ευρώ, που κατέβαλε η εναγομένη στην ενάγουσα, ως έναντι, σύμφωνα και με τις προσκομιζόμενες, από την ενάγουσα, καταστάσεις ανείσπρακτων ασφαλίστρων, για τη χρονική περίοδο από 1-9-2010 έως 31-3-2015, όπου αναγράφονται αναλυτικά οι αριθμοί των συμβολαίων και των πρόσθετων πράξεων, οι χρόνοι έναρξης και λήξης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των προσθέτων πράξεων, οι κλάδοι ασφάλισης, τα ονοματεπώνυμα των ασφαλισμένων – πελατών, τα ποσά των τυχόν αναλογούντων φόρων και τα ποσά των μεικτών και καθαρών ασφαλίστρων των τυχόν ακυρωθέντων συμβολαίων, σημειωμένα με το  πρόσημο (-). Το ανωτέρω δε ποσό των 131.056,42 ευρώ είχε εισπράξει η εναγομένη εταιρία από τους ασφαλισμένους και όφειλε να αποδώσει στην ενάγουσα, σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση, πλην όμως, αρνείται, δια του δευτέρου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της, να της το αποδώσει, επικαλούμενη ότι ουδόλως υφίσταται οποιαδήποτε σχετική της οφειλή. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, προέβαλαν, πρωτοδίκως, ένσταση εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης, την οποία επαναφέρουν, με τους λόγους εφέσεώς τους, ισχυριζόμενοι ότι η εκκαλουμένη, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, προέβη στην απόρριψη της ενστάσεως αυτής, η οποία συνίστατο στο γεγονός ότι η ανωτέρω επικαλούμενη από την ενάγουσα οφειλή είχε εξοφληθεί, με την καταβολή, εκ μέρους της εναγομένης: α) ποσού 2.500 ευρώ, στις 19-9-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/19-9-2011 παραστατικού της Τράπεζας Πειραιώς, β) ποσού 1.500 ευρώ, στις 28-9-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …../28-9-2011 παραστατικού της Τράπεζας Πειραιώς, γ)  ποσού 5.000 ευρώ, στις 29-12-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/29-12-2011 παραστατικού της Τράπεζας Πειραιώς, δ) ποσού 30.000 ευρώ, στις 7-2-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/7-2-2011 παραστατικού της Τράπεζας PROBANK A.E., ως εξόφληση της υπ’ αριθμ. ………… επιταγής, εις διαταγήν της ενάγουσας, ε) ποσού 10.000 ευρώ, στις 23-2-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./23-2-2011 παραστατικού της Τράπεζας PROBANK A.E., ως εξόφληση της υπ’ αριθμ. ………… επιταγής, εις διαταγήν της ενάγουσας, στ) ποσού 10.000 ευρώ, στις 3-3-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …./3-3-2011 παραστατικού της Τράπεζας PROBANK A.E., ως εξόφληση της υπ’ αριθμ. …………. επιταγής, εις διαταγήν της ενάγουσας, ζ) ποσού 8.250 ευρώ, στις 14-3-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………./14-3-2011 παραστατικού της Τράπεζας PROBANK A.E., ως εξόφληση της υπ’ αριθμ. …………. επιταγής της ASPIS BANK, εις διαταγήν της ενάγουσας, η) ποσού 40.000 ευρώ, στις 2-6-2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …………/2-3-2011 παραστατικού της Τράπεζας PROBANK A.E., ως εξόφληση της από 30-4-2011 επιταγής της ASPIS BANK, θ) ποσού 15.000 ευρώ, στις 19-5-2011, στον επόπτη ασφαλιστικής εκκαθάρισης της ενάγουσας, …………, ως εξόφληση της υπ’ αριθμ. …………. επιταγής της ΣΥΝΠΕ Λαμίας, εις διαταγήν της ενάγουσας, σύμφωνα με την από 19-5-2011 απόδειξη είσπραξης, ι) ποσού 10.000 ευρώ, στις 5-9-2012, στον εκκαθαριστή της ενάγουσας, …………, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……./5-9-2011 παραστατικού της Τράπεζας Πειραιώς. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, όμως, δεν πιθανολογήθηκε ότι, με τις ως άνω καταβολές εξοφλήθηκε το επίδικο χρέος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με όσα σχετικά κατέθεσε η ……………, εργαζόμενη στο λογιστήριο της ενάγουσας εταιρίας, από τον Ιούνιο του έτους 1996 έως και το έτος 2021, στην υπ’ αριθμ. ……../ 17-9-2025 ένορκη βεβαίωσή της, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………… «…Προς εξόφληση της παραγωγής εκάστου μηνός η αντίδικος εταιρία παρέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές. Αυτές πολλές φορές είχαν, όπως θυμάμαι, ως ημερομηνία έκδοσης ακόμα και 5-6 μήνες μετά το μήνα παραγωγής στον οποίο αφορούσαν. Οι καταβολές που έκαναν οι αντίδικοι αφορούν είτε σε καταβολές έναντι επιταγών που δεν πληρώθηκαν είτε που αντικαταστάθηκαν λόγω μη πληρωμής παλαιότερης επιταγής είτε σε εξόφληση παλαιότερων επιταγών που δεν πληρώθηκαν. Για την επίδικη, όμως, χρονική περίοδο τα ασφάλιστρα δεν έχουν εξοφληθεί και οφείλονται ακόμη». Με βάση τα προεκτιθέμενα, η ενάγουσα είχε δεχθεί, προς διευκόλυνση της εναγομένης εταιρίας, να εξοφλεί αυτή την παραγωγή της, με μεταχρονολογημένες επιταγές, προς το σκοπό δε αυτό, ο δεύτερος εναγόμενος, ομόρρυθμο μέλος της, παρέδιδε στην ενάγουσα επιταγές, χάριν καταβολής, ενώ, μετά τη θέση της τελευταίας σε εκκαθάριση, πολλές φορές, προέβαινε σε αντικατάσταση των επιταγών που πλησίαζαν να λήξουν, με νεότερες, μεταγενέστερης λήξης, γεγονός που επιβεβαιώνεται, άλλωστε, και από τις, προσκομιζόμενες από την ενάγουσα, σχετικές από 29-9-2011 και 2-2-2012 αποδείξεις είσπραξης – δηλώσεις του εκκαθαριστή της. Οι δε επικαλούμενες από τους εναγόμενους ως άνω καταβολές, έναντι της ένδικης οφειλής, αφορούσαν, ειδικότερα: α) η κατάθεση ποσού 2.500 ευρώ, στις 19-9-2011, στην Τράπεζα Πειραιώς, έναντι επιστρεφόμενης επιταγής με αριθμ. …………., ποσού 15.000 ευρώ, λήξεως 10-7-2011, που είχε δοθεί το Μάιο του 2011, β) η κατάθεση ποσού 1.500 ευρώ, στις 28-9-2011, στην Τράπεζα Πειραιώς, έναντι επιστρεφόμενης επιταγής με αριθμ. …………., ποσού 15.000 ευρώ, λήξεως 10-7-2011, που είχε δοθεί το Μάιο του 2011, γ) η κατάθεση ποσού 5.000 ευρώ, στις 29-12-2011, στην Τράπεζα Πειραιώς, έναντι επιστρεφόμενης επιταγής με αριθμ. ………., ποσού 10.000 ευρώ, λήξεως 15-12-2011, που είχε δοθεί στις 29-9-2011, δ) η κατάθεση ποσού 30.000 ευρώ, στις 7-2-2011, στην Τράπεζα PROBANK A.E., εξόφληση επιταγής με αριθμ. ……….., ποσού 30.000 ευρώ, λήξεως 31-1-2011, που είχε δοθεί το Νοέμβριο του 2010, ε) η κατάθεση ποσού  10.000 ευρώ, στις 23-2-2011, στην Τράπεζα PROBANK A.E., επιταγή ποσού 10.000 ευρώ, λήξεως στις 19-2-2011, στ)  η κατάθεση ποσού 10.000 ευρώ, στις 3-3-2011, στην Τράπεζα PROBANK A.E., επιταγή ποσού 10.000 ευρώ, λήξεως στις 26-2-2011, ζ) η κατάθεση ποσού 8.250 ευρώ, στις 14-3-2011, στην Τράπεζα PROBANK A.E., έναντι επιστρεφόμενης επιταγής με αριθμ. ……, ποσού 29.536,97 ευρώ, λήξεως 5-3-2011, που είχε δοθεί το Νοέμβριο του 2010, η) η καταβολή ποσού 15.000 ευρώ, στις 19-5-2011, στον επόπτη ασφαλιστικής εκκαθάρισης της ενάγουσας, εξόφληση επιταγής της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας, που είχε δοθεί το Φεβρουάριο του 2011, σε αντικατάσταση άλλης επιταγής, θ) η κατάθεση ποσού 40.000 ευρώ, στις 2-6-2011, στην Τράπεζα PROBANK A.E., έναντι επιστρεφόμενης επιταγής, ποσού 70.000 ευρώ, λήξεως 30-4-2011, που είχε δοθεί το Νοέμβριο του 2010 και ι) η κατάθεση ποσού 10.000 ευρώ, στις 5-9-2012, στην Τράπεζα Πειραιώς, έναντι επιστρεφόμενης επιταγής, ποσού 58.000 ευρώ, λήξεως 31-8-2012, που είχε δοθεί τον Μάιο του 2011 (βλ. το από 2-10-2017 υπόμνημα του εκκαθαριστή της ενάγουσας, …………, και της υπαλλήλου του λογιστηρίου αυτής, ……….., ενώπιον της 16ης Πταισματοδίκου Αθηνών, που κατατέθηκε στο Πταισματοδικείο Αθηνών, μετά τις σχετικές με την ένδικη υπόθεση από 19-5-2016 έγγραφες εξηγήσεις του δευτέρου εναγομένου, επ’ αφορμής της από 29-9-2015, σε βάρος του, έγκλησης της ενάγουσας). Οι εν λόγω καταβολές αφορούσαν τμήμα ανεξόφλητης παραγωγής της εναγομένης εταιρίας από το έτος 2010 και δεν κάλυψαν το συνολικώς οφειλόμενο στην ενάγουσα ποσό, καταλείποντας, ως ανεξόφλητο, το αιτούμενο με την αγωγή της. Η κρίση, άλλωστε, αυτή επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη εταιρία, δια του δευτέρου εναγομένου – εκπροσώπου της, ουδέποτε αμφισβήτησε το ανωτέρω επίδικο ποσό των 131.056,42 ευρώ, στέλνοντας έγγραφες αντιρρήσεις, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 20 της από 1-11-2005 σχετικής σύμβασης πρακτόρευσης, είτε αποστέλλοντας στην εκκαθάριση της ενάγουσας εταιρίας επιστολή ή εξώδικη δήλωση, αιτούμενη την αναγνώριση της ολοσχερούς εξόφλησής του. Εξάλλου, ο ανωτέρω περί ολοσχερούς εξοφλήσεως της ένδικης απαίτησης ισχυρισμός, αντικρούεται και από όσα ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος, χαρακτηριστικά ανέφερε, απολογούμενος, ενώπιον του  Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, για την πράξη της υπεξαίρεσης, από εντολοδόχο, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 120.000 ευρώ, και συγκεκριμένα, του ως άνω ποσού των 131.056,42 ευρώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στα πρακτικά της σχετικής υπ’ αριθμ. 87/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, σύμφωνα με τα οποία «υπάρχει οφειλή, να βγει ο σωστός λογαριασμός, να αποδώσω τα χρήματα». Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση εξοφλήσεως, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων εφέσεως, ως αβάσιμων. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο εφέσεώς τους, προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι, σε κάθε περίπτωση, το ύψος της οφειλής που έπρεπε να δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι τους βαρύνει, για την ως άνω αιτία, ανέρχεται στο ποσό μόνον των 62.858,53 ευρώ, το οποίο και αντιστοιχεί στο υπόλοιπο που προκύπτει μετά την αφαίρεση, από το αιτούμενο και επιδικασθέν, με την εκκαλουμένη, ποσό των 131.856,42 ευρώ, του ποσού των 70.782,32 ευρώ, που αναλογεί στο αντίτιμο των συμβολαίων, με χρονική διάρκεια μετά την 16η-3-2011, και δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί η ενάγουσα, καθώς τούτο ουδέποτε εισπράχθηκε από την εναγομένη εταιρία, δοθέντος ότι η ενάγουσα ουδόλως παρείχε, έκτοτε, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, ασφαλιστική κάλυψη στους πελάτες της, οι τελευταίοι δε ουδέποτε κατέβαλαν το αντίτιμο των εν λόγω συμβολαίων, γνωρίζοντας, ήδη, από τις αρχές Φεβρουαρίου 2011, ότι επίκειτο ανάκληση της άδειας αυτής. Ο ως άνω ισχυρισμός και, συνακόλουθα, ο σχετικός πρόσθετος λόγος εφέσεως τυγχάνουν απορριπτέοι, ως ουσία αβάσιμοι, διότι, σε περίπτωση που η εναγομένη εταιρία δεν είχε εισπράξει τα ασφάλιστρα, για λογαριασμό των ασφαλισμένων της ενάγουσας, για ασφαλιστικές καλύψεις που αφορούσαν στο διάστημα που είχε ανακληθεί η άδεια αυτής, θα είχε αποστείλει τα σχετικά συμβόλαια προς ακύρωση, στην ενάγουσα, κατ’ εφαρμογήν των σχετικώς διαλαμβανομένων στον προαναφερόμενο όρο 9 της μεταξύ τους σύμβασης πρακτόρευσης, ώστε να μην υποχρεούται αυτή (η εναγομένη) στην απόδοση των αντιστοίχων ασφαλίστρων (όρος 10), και, ακολούθως, θα είχε εναντιωθεί στην απαίτηση για καταβολή των ποσών αυτών, συμπεριφορά που δεν πιθανολογήθηκε, όμως, εν προκειμένω, από κανένα από τα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους έγγραφα. Τούτο δε  επιβεβαιώνεται και από όσα, επ’ αυτών, κατέθεσε η ………….., στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή της, σύμφωνα με την οποία, οι εναγόμενοι, ούτε προφορικά, ούτε εγγράφως (ακόμη και μετά την επίδοση της από 4-9-2015 εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας), αμφισβήτησαν το υπόλοιπο της οφειλής τους, ποσού 131.056,42 ευρώ, στην ενάγουσα, για την οριστικοποίηση του οποίου, άλλωστε, συνυπολογίσθηκαν, τόσο οι δικαιούμενες προμήθειες, όσο και οι ακυρώσεις συμβολαίων και οι καταβολές της εναγομένης πράκτορος. Σημειωτέον δε ότι σε αντίθετη παραδοχή δεν δύναται να οδηγήσει η υπ’ αριθμ. 87/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, -η οποία, με κατηγορούμενο τον δεύτερο εναγόμενο, για την πράξη της υπεξαίρεσης, από εντολοδόχο, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 120.000 ευρώ, και συγκεκριμένα, του ως άνω ποσού των 131.056,42 ευρώ, τελεσθείσα στη Λαμία, στις 14-9-2015, κάνοντας δεκτό τον ανωτέρω ισχυρισμό, έκρινε αυτόν ένοχο, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, της υπεξαίρεσης, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από εντολοδόχο, ποσού 62.858,53 ευρώ, και, ακολούθως, έπαυσε, κατ’ αυτού, οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής-, δοθέντος και του ότι, από την ανωτέρω απόφαση, ουδόλως παράγεται δεδικασμένο, στην παρούσα δίκη, εφόσον η κύρια αγωγική βάση, που κρίθηκε, κατά τα ανωτέρω, και ως ουσία βάσιμη, στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη του δεύτερου εναγομένου και όχι στην αντίστοιχη αδικοπρακτική. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, ούτε και ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για τη διακρίβωση του ύψους της ένδικης οφειλής, απορριπτομένου, για το λόγο αυτό, του σχετικού αιτήματος των εκκαλούντων, ως αβάσιμου, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατιθεμένου παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΣΥΝΕΔΙΚΑΖΕΙ την από 25-10-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2018, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και τους από 17-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετους λόγους εφέσεως, αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της.-

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του υπ’ αριθμ. ……../2018 e – παραβόλου εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.-ΚΑΙ

-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ, σε βάρος των εκκαλούντων, τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 4.5.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ