Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 302/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης      302/2026

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ……………, ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παράσχο Κοκκινογένη.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΚΑΘΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο …… Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ …… με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….” που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γουναροπούλου, μέλος της Δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Α.Κοντόπουλος –Α. Μάντζιου Δικηγορική Εταιρεία».

Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών- αιτών την αναστολή εκτέλεσης άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 12.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2025 ανακοπή του, κατά της καθής η ανακοπή-εφεσίβλητης. Η ανακοπή δικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και επ’ αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 4157/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που ανέστειλε την εκδίκαση της ανακοπής ως προς το υπό στοιχείο α αίτημά της για την ακύρωση της από 13.1.2025 επιταγής προς πληρωμή που έχει τεθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ………./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς  Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους λόγους που ειδικότερα, αναφέρονται στην ως άνω απόφαση και απέρριψε κατά τα λοιπά την ανακοπή. Την απόφαση αυτή  προσβάλλει  ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο εκκαλών με την από 23.9.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../2025 έφεση στην οποία σωρεύει αίτηση για αναστολή του επισπευδόμενου σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του πλειστηριασμού.  Για την συζήτηση της έφεσης και της αίτησης αναστολής ορίστηκε η  δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό ….. και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκαν  στους ισχυρισμούς που ανάπτυξαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ το εφετείο ερευνά αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως δε αν αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Αντικείμενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελείτο εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης απόφασης, η νομιμοποίηση του εκκαλούντα και του εφεσιβλήτου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός των προθεσμιών του άρθρου 518 του ιδίου Κώδικα. Αν λείπει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, επειδή η απώλεια της προθεσμίας ενέργειας επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα να επιχειρηθεί η διαδικαστική πράξη της άσκησης της έφεσης (ΚΠολΔ 151) και συνεπάγεται την τελεσιδικία της πρωτόδικης κρίσης (ΟλΑΠ 33/1990). Η ίδια διάταξη (ΚΠολΔ 532) ορίζει ότι, σε περίπτωση άσκησης τέτοιας έφεσης, το δικαστήριο την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 156/2013, 382/2005, 7/2003, Στ. Πανταζόπουλος σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ2 άρθ.532 αρ. 1). (ΜΕφΑθ.1013/2025 Qualex)

Διχογνωμία παρατηρείται αναφορικά με το εκκλητό της απόφασης επί αντικειμενικής σώρευσης αξιώσεων (αγωγών). Η μάλλον κρατούσα γνώμη δέχεται ότι επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης που κρίνει οριστικά τη μια μόνο από τις αντικειμενικά σωρευόμενες αγωγές, αφού ως προς αυτές διεξάγεται μεν κοινή διαδικασία, πλην όμως πρόκειται για αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης [Κράνης, ΕΠολΔ 2009, 437. ΑΠ 1565/2001 ΕλλΔνη 2004, 91. ΑΠ 1365/2002 ΧρΙΔ 2003, 32. ΑΠ 99/2008 Δ 2008, 659. ΕφΘεσ 1219/2017 ΝΟΜΟΣ. ΕφΠειρ 594/2015 ΝΟΜΟΣ], ενώ ιδιαίτερα διαδεδομένη τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία είναι και η αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση περί του ανεπίτρεπτου της έφεσης [Κεραμεύς, Ένδικα μέσα, σ. 63, Μακρίδου, Ελλ­Δνη 2006, 986-987. ΑΠ 406/1980 ΝοΒ 1980, 1761. ΑΠ 24/2001 ΑρχΝ 2001, 914. ΑΠ 1188/2003 ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 409/2009 ΝΟΜΟΣ. ΕφΑθ 5863/2012 ΝοΒ 2014, 2318 σημ. Λάλα].Ανεπίτρεπτη, πάντως, είναι η έφεση που ασκείται αφενός μεν κατά αποφάσεων που απορρίπτουν την κύρια αίτηση ή βάση της αγωγής και διατάσσουν την αναβολή της συζήτησης ως προς την επικουρική αίτηση ή βάση [Π. Αρβανιτάκης, Η επικουρικότητα στην πολιτική δίκη, 1989, σ. 237-238, Κράνης, ΕΠολΔ 2009, 438, Μακρίδου, ΕλλΔνη 2006, 984. ΑΠ 708/2003 ΕλλΔνη 2004, 153. ΑΠ 358/2011 ΝΟΜΟΣ. ΕφΑθ 618/2015 ΝΟΜΟΣ. ΕφΑθ 3706/2015 ΝΟΜΟΣ. ΕφΠατρ 322/2011 ΑχΝομ 2012, 186], αφετέρου δε κατά αποφάσεων που έκριναν οριστικά για μερικές μόνο από τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο αξιώσεις (αγωγές), όταν οι σωρευόμενες αγωγές (αξιώσεις) τελούν μεταξύ τους σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας και εξάρτησης, ήτοι η μία είναι παρεπόμενη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (βλ. Κ. Μακρίδου, Η έφεση κατά οριστικών και τελειωτικών αποφάσεων επί σωρεύσεως και συνεκδικάσεως αγωγών, ΕλλΔνη 47.979, Κράνης Δ., Εκκλητές αποφάσεις και η αρχή neb is in idem – Νομολογιακά πορίσματα, ΕΠολΔ 2009, 435 επ: 437. ΑΠ 1060/2004, ΕλλΔνη 48. 123, ΑΠ 1188/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 24/2001, ΑρχΝ 2001. 914, ΑΠ 1036/1981, ΕΕΝ 49. 695, για την ταυτόσημη περίπτωση της αναίρεσης, ΑΠ 406/1980, ΝοΒ 28.1761, Κεραμεύς, Ένδικα Μέσα, 2002, σημ. 1, αριθ. 23, σ. 61, Μακρίδου, ΕλλΔνη 47. 979επ και κυρίως σ. 984, 985. Επίσης ΑΠ 1365/2002, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1320/1992, ΕλλΔνη 35. 407, ΑΠ 59/1981, ΝοΒ 29. 1255 ΕφΠειρ 306/2015 δημ ΝΟΜΟΣ (ΕφΘρ. 332/2023 Εφ.Πειρ. 424/2013. Ακόμα, δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση η απόφαση, με την οποία, το δικαστήριο, εξετάζοντας λόγο ανακοπής, δεν αποφαίνεται για το λόγο αυτό, με οριστική παραδοχή ή απόρριψή του στο σύνολό του και έτσι δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του (Α.Π. 1174/2024 ΤΝΠ Νομος).

Με την από 12.3.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2025 ανακοπή που άσκησε ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εισάγονται η από 23.9.2025 με αριθμό κατάθεσης ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, την ακύρωση α) της από 13.1.2025 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ……./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον.Πρωτ.Πειραιά, β) της από 20.1.2025 έγγραφης εντολής για την κατάσχεση ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος και γ) της με αριθμό …./27.1.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών ………….. Η ανακοπή αυτή δικάστηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιως, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Επ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4157/2025 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία ανέστειλε την εκδίκαση της ανακοπής ως προς το υπό στοιχείο α αίτημά της, για την ακύρωση της από 13.1.2025 επιταγής προς πληρωμή που έχει τεθεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ………./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω εκκρεμοδικίας επειδή, ο ανακόπτων, πριν την άσκηση της προαναφερθείσας ανακοπής είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έτερη ανακοπή και δη την από 3.2.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2025, ζητώντας, μεταξύ άλλων και  την ακύρωση της από 13.1.2025 επιταγής προς πληρωμή, με λόγους που ταυτίζονται με τους πρώτο, τέταρτο και έβδομο λόγο της παρούσας ανακοπής. Ως προς τους λοιπούς λόγους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο η εκκαλούμενη με αριθμό 4157/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά είναι εν μέρει οριστική, επειδή η απόφαση με την οποία αναστέλλεται η διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (αρθρ. 222 KΠολΔ ) δεν είναι οριστική, αφού το Δικαστήριο δεν αποξενώνεται από την υπόθεση, αλλά διατηρεί την εξουσία επ’ αυτής, μετά την εισαγωγή της σ’ αυτό, αφού πληρωθεί ο όρος που τέθηκε μ` αυτήν. Η εκκαλούμενη επομένως έκρινε την ανακοπή κατά ορισμένα μόνο αιτήματα, ήτοι την ακύρωση της εντολής προς κατάσχεση και της κατασχετήριας έκθεσης, ενώ ανέστειλε την εκδίκασή της ως προς το αίτημα ακύρωσης της από 13-1-2025 επιταγής προς εκτέλεση, μη κρίνοντας οριστικά επ’ αυτού. Όμως, τα αιτήματα αυτά της ανακοπής τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, ήτοι από την επίλυση του πρώτου αιτήματος για την ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση εξαρτάται η έρευνα των λοιπών αιτημάτων, που σε περίπτωση ευδοκίμησης του αρχικού αιτήματος, ακυρώνονται  ως συμπροσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης. Επιπλέον δε η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε εν μέρει οριστικά και για συγκεκριμένους λόγους ανακοπής, ήτοι τους πρώτο, τέταρτο και έβδομο, τους οποίους ανέστειλε κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της επιταγής προς πληρωμή και τους απέρριψε ως απαράδεκτους κατά το μέρος που στρέφονταν κατά των λοιπών προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης, χωρίς να αποφαίνεται για τους λόγους αυτούς, με οριστική παραδοχή ή απόρριψή τους στο σύνολό τους και χωρίς να  απεκδύεται από κάθε σχετική εξουσία της.  Επομένως, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, διότι η εν λόγω απόφαση είναι εν μέρει οριστική κατ’ άρθρο 513 παρ. 1β ΚΠολΔ και δεδομένου ότι λείπουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται το εκκλητό της εκκαλούμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί η έφεση αυτή ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔ και να απορριφθεί συνακόλουθα και η σωρευθείσα σε αυτήν αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας. Ακόμα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκησή της ηλεκτρονικού παραβόλου Δημοσίου με κωδικό . . …………. στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο εκκαλών στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης, για τον παρόντα, δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της απόρριψης του ασκηθέντος ένδικου μέσου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Σημειωτέον, ότι εάν απορριφθεί η έφεση ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε κατά απόφασης που δεν είχε ακόμη καταστεί οριστική, δεν αποκλείεται η άσκηση νέας έφεσης, όταν η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καταστεί οριστική, αφού η έφεση αυτή δεν θεωρείται ότι προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 514 KΠολΔ, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα άσκησης μιας έφεσης (Σαμουήλ Σαμουήλ ε.α. παρ.165 σ.62, ΟλΑΠ 1138/1974, ΝοΒ 23. 640, ΑΠ 579/1996, ΕφΑΘ 8553/2004, ΕφΑθ 7206/2006, – πρβλ. ΜονΕφΠειρ 147/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 23.9.2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2025 έφεση, κατά της με αριθμό 4157/2025 απόφασης του Μον. Πρωτοδικείου Πειραιώς και την σωρευθείσα στην έφεση αίτηση αναστολής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση και την αίτηση αναστολής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα, για την άσκηση του ένδικου μέσου, ηλεκτρονικού παραβόλου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης, την οποία ορίζει για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 5.5.2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ