ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 309/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «………..», που εδρεύει στη …………. Αττικής, νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 207/1/29-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως Εταιρεία Διαχείρισης Πιστώσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19.05.2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμόν 153/08.01.2019 Πράξη, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “……….” (………..), με έδρα το ……….. Ιρλανδίας (……………..) και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ……, όπως νομίμως εκπροσωπείται, δυνάμει της από 30 Απριλίου 2020 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου …/30.04.2020 στον τόμο … και αύξοντα αριθμό ….., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, και του υπ’ αρ. ………./30-04-2020 Ειδικού Πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 30 Απριλίου 2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30.04.2020 με αριθμό πρωτοκόλλου …/30.04.2020 στον τόμο …. και αύξοντα αριθμό ….., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο-Άγγελο Σούρρα.
Της εφεσίβλητης: …………….η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Παναγιώτη Καλαβάνου -Πετρόγιαννη, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Η εφεσίβλητη με την από την από 9/8/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2024) ανακοπή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 333/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 3/2/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………./2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. …………./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις του, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης, κατόπιν δήλωσής του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 3/2/2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2025) έφεση της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 333/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 4/2/2025 και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 27/1/2025 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …………..΄/27-1-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ………….). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2025 e-παράβολο).
Με την από 9/8/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2024) ανακοπή της η εφεσίβλητη εξέθετε με τους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 6ο λόγους αυτής, οι οποίοι εκτιμώνται ως ένας ενιαίος λόγος, ότι η επισπευδόμενη κατά της ανακόπτουσας πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας τυγχάνει καταχρηστική, καθώς α) έχει ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας την από 15/10/2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1385/2013 αίτηση για την υπαγωγή των οφειλών της στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λαμβάνοντας και προσωρινή διαταγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 421/2023 απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας η ανακόπτουσα, ήδη πριν την επιβολή της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, έχει ασκήσει έφεση, δικάσιμος της οποίας έχει οριστεί η 11η/2/2027, με συνέπεια να μην υφίσταται τελεσίδικη κρίση επί της διαφοράς, β) η ανακόπτουσα είναι γεννημένη το έτος 1953 και, από το έτος 2011, οπότε και διέκοψε τις εργασίες του καφενείου το οποίο διατηρούσε, λόγω της οικονομικής κρίσης, υπήρξε άνεργη για μεγάλο χρονικό διάσημα και, εν τελεί, συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2014, λαμβάνοντας σύνταξη αναπηρίας ανερχόμενη στο ποσό των 664 ευρώ, γ) όσον αφορά ειδικότερα τα προβλήματα της υγείας της, τα οποία οδήγησαν στη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού της δικαιώματος, από το έτος 1999 πάσχει από ηπατίτιδα C και έχει υποστεί αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, με συνέπεια η οπτική της οξύτητα να είναι μειωμένη, δ) ο πρώην σύζυγός της δεν έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει στην υποστήριξη της διαβίωσής της, καθώς πάσχει από καρκίνο της ουροδόχου κύστης, για τον οποίον υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης κακοήθους όγκου το έτος 2013 και, εν συνεχεία, σε τακτική χημειοθεραπεία, ε) ο μικρότερος υιός της .. ……….., ο οποίος είναι άνεργος, το έτος 2001 υπήρξε θύμα τροχαίου, συνεπεία του οποίου, μεταξύ άλλων, υπέστη ρήξη αριστερού νεφρού του οποίου χρειάστηκε να γίνει αφαίρεση και ο μεγαλύτερος υιός της …………….. λαμβάνει από την Πρόνοια σύνταξη αναπηρίας, καθώς, κατόπιν σοβαρού τραυματισμού του στο πάγκρεας, το έτος 2007, έχει χαρακτηριστεί ανάπηρος κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 67%, γεγονός που δεν του επιτρέπει την άσκηση σταθερού βιοποριστικού επαγγέλματος, στ) η ανακόπτουσα επεδίωξε επανειλημμένα την επικοινωνία με τους εκπροσώπους της καθ’ ης για την επίτευξη συμφωνίας ρύθμισης της οφειλής της, αποστέλλοντας και τα αιτούμενα από αυτούς έγγραφα, ενώ και η αδελφή της ανακόπτουσας επικοινωνούσε τηλεφωνικά με εκπρόσωπο της καθ’ ης, ενημερώνοντάς τον περί του ότι υφίσταται εκ μέρους της τελευταίας πρόθεση να καταβάλει σε αυτήν, για τη μερική εξόφληση και τη ρύθμιση της οφειλής της, το ποσό που θα λάμβανε αναδρομικά από την σύνταξή της, ζ) ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας επιχειρούσε να επικοινωνήσει ηλεκτρονικά με την καθ’ ης, πλην όμως ανεπιτυχώς. Ότι, παρά τις ανωτέρω προσπάθειες και τις λοιπές τρέχουσες συνθήκες διαβίωσης της ανακόπτουσας, η καθ’ ης η ανακοπή επέβαλε την προσβαλλόμενη κατάσχεση επί της πρώτης κατοικίας της, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που τάσσουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Με τους λοιπούς λόγους της ανακοπής η ανακόπτουσα προβάλλει ως ελαττώματα της εκτελεστικής διαδικασίας α) τον μη εμπρόθεσμο προσδιορισμό του πλειστηριασμού, β) τη μη επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο, γ) τη μη ορθή εκτίμηση της αξίας του ακινήτου της, στο οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση. Κατόπιν των ανωτέρω ζητεί να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ……/26-6-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……………. και να καταδικασθεί η καθ’ ης στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τους λόγους της ανακοπής που στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, ακύρωσε την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και επέβαλε σε βάρος της καθ’ ης η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας. Η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να απορριφθεί η ανακοπή της εφεσίβλητης, να επικυρωθεί η ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 παρ. 1, 585 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εξεταζόμενου και αυτεπαγγέλτως, πλην των γενικών στοιχείων των δικογράφων (άρθρα 118 έως 120 του ΚΠολΔ) και τους λόγους, δηλαδή τις αντιρρήσεις, άλλως ελαττώματα της απαιτήσεως ή ακυρότητας του τίτλου ή των πράξεων εκτελέσεως, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα αυτού (δικογράφου) λόγω αοριστίας. Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και συνεπώς δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων αυτής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1687/2005 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1025/2003, ΕφΑθ5595/2019). Τυχόν αοριστία λόγου ανακοπής, η οποία περιέχεται στο αρχικό δικόγραφο, μπορεί, παραδεκτά, να συμπληρωθεί μόνο με πρόσθετο λόγο ανακοπής, σε ιδιαίτερο δικόγραφο, με τους όρους του άρθρου 585 του ΚΠολΔ (ΑΠ 2165/2013, ΑΠ 916/2002, ΑΠ 758/2002, ΑΠ 1437/2000, ΕφΠατρ 142/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος έφεσης περί αοριστίας των λόγων της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο του δικογράφου προκύπτει με σαφήνεια η προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης και τα προβαλλόμενα από την ανακόπτουσα ελαττώματα αυτής, επιτρέποντας πλήρη δικαστικό έλεγχο επ’ αυτών (βλ. ΜονΕφΠειρ 172/2021 www.efeteio-peir.gr).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Ως εκ τούτου, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (ΕφΑιγαίου 5/2019 ΤΝΠ Nomos). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (άρθρο 281 του ΑΚ), για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1531, ΟλΑΠ 62/1990 ΕλλΔνη 1991.501, ΑΠ 893/2008 ΤΝΠ Nomos). Εξάλλου η αντίθεση της από μέρους του δανειστή επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη αποτελεί ουσιαστικό ελάττωμα του εκτελεστού τίτλου, το οποίο είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ακύρωση αυτού (ΕφΑθ 4032/1985 ΕλλΔνη 1985.946). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου, όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο ασυγκρίτως ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η αξία των οποίων είναι μικρότερη του αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, αξία, βέβαια, που καλύπτει την αξίωση του δανειστή, οπότε η επιδίωξη ικανοποίησης αυτής με κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση και με ζημία του οφειλέτη είναι άκυρη ως καταχρηστική (ΑΠ 558/1995 ΝοΒ 97.35, ΑΠ 152/1989 ΕλλΔνη 90.1424, ΑΠ 431/1981 ΝοΒ 30.413). Επίσης, πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, υπό στενή έννοια, όταν εμφανίζονται ως μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας του, ενώ ταυτόχρονα η απαίτηση που εκτελείται είναι μικρής αξίας και, συνεπώς έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού για τον οποίο αυτό επιβάλλεται. Μάλιστα η ακυρότητα των εν λόγω πράξεων εκτελέσεως επέρχεται έστω και αν δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να κατασχεθούν (ΑΠ 431/1981ΝοΒ 30.413). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 385/2010, ΑΠ 381/2009, ΕφΛαμ 159/2011). Επιπροσθέτως, η καταχρηστική συμπεριφορά, που στοιχειοθετεί προφανή υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να εμφανισθεί και στην περίπτωση που προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 1047/2003 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑθ 6546/2008 ΕλλΔνη 2009.557, ΕφΑθ(Μον) 2634/2022 ό.π., ΕφΠειρ 38/2025 ΤΝΠ Nomos).
Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης λαμβανόμενα υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ενώ τα διδάγματα της λογικής και κοινής πείρας λαμβάνονται υπ΄ όψιν και αυτεπαγγέλτως κατ΄ αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η καθ’ ης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………..», υπό την ιδιότητα της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 (στην οποία έχει ανατεθεί με το από 18/6/2021 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», ειδικής διαδόχου, όσον αφορά την απαίτηση κατά της ανακόπτουσας, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………») υπέβαλε την από την από 1/3/2024 αίτηση, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. ……./19-3-2024 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με βάση οφειλή της ανακόπτουσας από την καταρτισθείσα με την τελευταία ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και καταγγελθείσα τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2023 με αριθμό ………/6-12-2004 σύμβαση στεγαστικού δανείου. Με την εν λόγω διαταγή πληρωμής, διατάχθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην ανωτέρω δικαιούχο της απαίτησης το ποσό των 29.288,62 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων από τις 20/10/2023, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, καθώς και το ποσό των 2.300 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Παράλληλα, από το έτος 2013 η ανακόπτουσα είχε ασκήσει, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, την από 15/10/2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……./2013 αίτηση για την υπαγωγή των οφειλών της στις διατάξεις του ν. 3869/2010, της χορηγήθηκε δε η από 11/5/2017 προσωρινή διαταγή, με την οποία ορίστηκε καταβλητέο από αυτήν, μηνιαίως, το ποσό των 40 ευρώ. Ακολούθως, επί της αιτήσεώς της αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 4211/2023 απορριπτική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά της οποίας η ανακόπτουσα, ήδη πριν την καταγγελία της σύμβασης, την έκδοση της διαταγής πληρωμής και την εν συνεχεία, επιβολή της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, έχει ασκήσει την από 13/9/2023, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …../14-9-2023 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/……/24-10-2023 στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έφεση, δικάσιμος της οποίας έχει οριστεί η 11η/2/2027. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ανακόπτουσα είναι ηλικίας 73 ετών, γεννημένη το έτος 1953, ενώ από το έτος 2011, οπότε και διέκοψε τις εργασίες του καφενείου το οποίο διατηρούσε, λόγω της οικονομικής κρίσης, υπήρξε άνεργη για μεγάλο χρονικό διάσημα και εν τέλει, συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2014, λαμβάνοντας σύνταξη αναπηρίας ανερχόμενη στο ποσό των 638,58 ευρώ. Όσον αφορά ειδικότερα τα προβλήματα υγείας της, τα οποία οδήγησαν στη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού της δικαιώματος αναπηρίας, προσκομίζονται προς απόδειξή τους πιστοποιητικά από δημόσια νοσοκομεία παλαιότερων ετών χωρίς, πάντως, να προκύπτει στο μεταξύ κάποια αλλαγή στην κατάσταση της υγείας της, και συγκεκριμένα το από 15/5/1999 πιστοποιητικό του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Αθηνών «Η Ελπίς», περί του ότι πάσχει από χρόνια ηπατίτιδα C και το με αριθμό πρωτοκόλλου ……../21-11-2014 πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, στο οποίο αναγράφεται ότι η ανακόπτουσα πάσχει από σοβαρή μείζονα κατάθλιψη, με έντονες αυτοκτονικές τάσεις, λαμβάνει ειδική αγωγή και παρακολουθείται τακτικά στο ΨΝΑ, καθώς και ότι η κατάστασή της επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργικότητά της. Επίσης, με την από 12/5/2015 με αριθμό επιτροπής …………. γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας, αναγνωρίστηκε σε αυτήν συνολικό ποσοστό αναπηρίας ανερχόμενο σε 67%, καθώς διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες παθήσεις κατά βαθμό και βαρύτητα: «δεξιός οφθαλμός: χειρουργηθείσα αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, χειρουργηθείς καταρράκτης αριστερού οφθαλμού, καταρράκτης εν εξελίξει VΔO: < 1/20, VAO: 3/10, μικτή διαταραχή άγχους – κατάθλιψης, χρόνια ηπατίτιδα C, χωρίς ανταπόκριση στη θεραπεία», ενώ η μειωμένη οπτική οξύτητά της αποδεικνύεται και από το με αριθμό πρωτοκόλλου ……../18-12-2012 ιατρικό πιστοποιητικό της Α’ Οφθαλμολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γ. Γεννηματάς». Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της εφεσίβλητης-ανακόπτουσας περί του ότι, κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, κατέβαλλε προσπάθειες να έλθει σε επαφή με την εκκαλούσα-καθ’ ης, προκειμένου να εξευρεθεί μια λύση για την ρύθμιση της οφειλής της και την καταβολή, προς τον σκοπό αυτόν, του εφάπαξ ποσού το οποίο θα λάμβανε εκ της συνταξιοδότησής της, η εκκαλούσα-καθ’ ης με τις προτάσεις της δεν αμφισβητεί ειδικώς τον ισχυρισμό αυτόν, παρά μόνο επικαλείται, κατά τρόπο γενικό, ότι η επίκληση της προσπάθειας διακανονισμού εκ μέρους της ανακόπτουσας είναι παρελκυστική, καθώς ο τελευταίος δεν έχει επιτευχθεί, ισχυρισμός εκ του οποίου, συνάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ομολογία για τις προσπάθειες που γίνονταν εκ μέρους της τελευταίας για τον διακανονισμό της οφειλής της κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης. Επιπλέον, ο πρώην σύζυγος της εφεσίβλητης δεν έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει στην υποστήριξη της διαβίωσής της, καθώς πάσχει από καρκίνο της ουροδόχου κύστης, για τον οποίον υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης κακοήθους όγκου το έτος 2013 και, εν συνεχεία, σε τακτική χημειοθεραπεία, ο δε μικρότερος υιός της ……………., ο οποίος είναι άνεργος, το έτος 2001 υπήρξε θύμα τροχαίου, συνεπεία του οποίου, μεταξύ άλλων, υπέστη ρήξη αριστερού νεφρού του οποίου χρειάστηκε να γίνει αφαίρεση, ενώ όσον αφορά τον μεγαλύτερο υιό της, …………., η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι κατόπιν σοβαρού τραυματισμού του στο πάγκρεας, το έτος 2007, έχει χαρακτηριστεί ανάπηρος κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 67%, γεγονός που δεν του επιτρέπει την άσκηση σταθερού βιοποριστικού επαγγέλματος, πλην όμως δεν προσκομίζει κάποια σχετική ιατρική βεβαίωση ή απόφαση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και επιπλέον, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι τα επικαλούμενα από την ανακόπτουσα προβλήματα υγείας των, δύο τουλάχιστον εκ των τριών, λοιπών ενηλίκων ανωτέρω προσώπων της οικογένειάς της, εκ των οποίων θα μπορούσε να λάβει πιθανή βοήθεια, αποδεικνύονται βάσιμα, η σπουδή της καθ’ ης για την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά μέτρο ιδιαίτερης σκληρότητας, με δυσανάλογα επαχθείς συνέπειες για την ανακόπτουσα, σε σχέση με εκείνες που θα είχε υποστεί η εκκαλούσα-καθ’ ης από τη μη άσκηση, κατά τον ίδιο χρόνο, του δικαιώματος της για την επιβολή κατάσχεσης. Ειδικότερα ύστερα από στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των διάδικων μερών, λαμβανομένων υπόψη α) της συμπεριφοράς τους που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, με δεδομένο ότι αξίωση της καθ’ ης, για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, β) του γεγονότος ότι η εφεσίβλητη διάγει το 73° έτος της ηλικίας της και δεν αποδεικνύεται ότι δεν είναι συνεργάσιμη (αντίθετα προσπάθησε με πρόταση διακανονισμού να τακτοποιήσει την οφειλή της, υπέβαλε αίτηση για την υπαγωγή των οφειλών της στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης επί της αιτήσεως της αυτής), γ) της υποχρέωσης της εκκαλούσας να εξαντλεί τα περιθώρια εύρεσης συμφέρουσας και για τις δύο πλευρές λύσης διακανονισμού της οφειλής, η επίδοση της ανακοπτόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης τη δεδομένη χρονική στιγμή είναι, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, μη ανεκτή, και, συνεπώς, καταχρηστική, και προκαλεί στην ανακόπτουσα ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς τον προαναφερθέντα λόγο της, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 193 ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους. Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα. Για το ορισμένο του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕΑ 3808/2014. ΕφΠειρ 24/2016 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Nomos, Β.Βαθρακοκοίλη, Η έφεση έκδ.2015, σελ.305). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη επέβαλε σε αυτό τη δικαστική δαπάνη της ανακόπτουσας, λόγω της ήττας της, ποσού 1.500 ευρώ, ενώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σχετικό λόγο, η δικαστική δαπάνη της ανακόπτουσας ανερχόταν στο ποσό των 793,25 ευρώ και σε κάθε περίπτωση αυτή δεν υπερβαίνει το ποσό των 800 ευρώ. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται, συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης, κατά τα προαναφερόμενα και ορισμένος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθώς τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων έπρεπε να συμψηφισθούν, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 παρ. 1 β΄ εδάφιο ΚΠολΔ). Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αποφάνθηκε διαφορετικά, εσφαλμένα επέβαλλε την ανωτέρω δικαστική δαπάνη, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο εφέσεως, ο οποίος θα πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγου έφεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, που αφορά τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης, που επιβλήθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή. Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η άνω έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, μόνο κατά το περί δικαστικών εξόδων κεφάλαιό της και αφού δικασθεί κατά τούτο η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας δίκης πρέπει επίσης να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 333/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το μέρος που αφορά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 6.5.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ