ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 343/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………», και ήδη με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στην …. (οδός ………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. … ….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Σωτηρίου Μπρέγιαννου.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΚΑΘ’ ΗΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΕΩΣ: Τεθείσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………», που εδρεύει στον Πειραιά (οδός …………), και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της …………., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ξανθής Μπασιούκα.
Η εφεσίβλητη άσκησε, σε βάρος της εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 17-6-2016 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2016 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1713/2017 απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Ήδη, η εκκαλούσα προσβάλει την απόφαση αυτή, με την από 20-12-2017 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2017, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, που προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 20ης-3-2025 και, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και με τους από 17-2-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετους λόγους εφέσεως, που προσδιορίσθηκαν, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 20-12-2017 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2017, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 1713/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας, στις 13-11-2017, έως την άσκηση της ως άνω εφέσεως, στις 27-12-2017 (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, δοθείσης και της καταβολής του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ σχετικού παραβόλου εφέσεως (βλ. το υπ’ αριθμ. …………../2017 e – παράβολo), η τελευταία τυγχάνει παραδεκτή (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ) και, αφού γίνει τυπικά δεκτή, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση, συνεκδικαζομένη, λόγω συναφείας, με τους από 17-2-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετους λόγους της, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεώς τους, εφόσον κοινοποιήθηκαν στην εφεσίβλητη, στις 18-2-2025 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……./18-2-2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………), ήτοι, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα, για τη συζήτηση της έφεσης, δικάσιμο της 18ης-9-2025, και τυγχάνουν, περαιτέρω, ερευνητέοι, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους.
Η εφεσίβλητη – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 17-6-2016 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2016 αγωγή, με την οποία εκτίθετο ότι η ενάγουσα εταιρία δραστηριοποιείτο στο χώρο των ασφαλιστικών εταιριών, έως την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, δια της υπ’ αριθμ. 7/Θέμα 9/29-3-2011 αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι, με την ως άνω απόφαση, ακολούθως, στις 2-4-2011, εκτελέσθηκε, από τον ορισθέντα επόπτη εκκαθάρισης, η σφράγιση των γραφείων της ενάγουσας, γεγονός που συνιστά ανωτέρα βία. Ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……../2009 έγγραφης σύμβασης συνεργασίας μεσίτη ασφαλίσεων αορίστου χρόνου, που συνήφθη, την 19-1-2009, μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβεί, αντί προμήθειας, για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους και να εισπράττει, για λογαριασμό της ενάγουσας, τα ασφάλιστρα, τα οποία και όφειλε, εν συνεχεία, να της αποδώσει, αποδεχόμενη, έτσι, την ευθύνη της, ως θεματοφύλακας αυτών. Ότι η εναγομένη, κάθε δίμηνο μετά τη λήξη του μήνα παραγωγής, είχε την υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα αναλυτικό, κατά συμβόλαιο, λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και γενικά της διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα. Ότι, εάν το πλεόνασμα αυτό δεν είχε καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ενάγουσας θα θεωρούνταν ληξιπρόθεσμες και θα υπολογιζόταν ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Ότι η εναγομένη είχε την πρόσθετη υποχρέωση να αποστέλλει για ακύρωση, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής τους τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ή τις πρόσθετες πράξεις και τα ανανεωτήρια που εκδόθηκαν από την εταιρία και των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή της, με την οποία όφειλε να βεβαιώνει ότι είχε ειδοποιήσει εγγράφως τους ασφαλισμένους για την ακύρωση και να αναφέρει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και τη μη ύπαρξη αναγγελίας ζημίας. Ότι η ακύρωση των συμβολαίων θα γινόταν μόνο την εταιρία, η οποία θα ειδοποιούσε την εναγομένη. Ότι, σε περίπτωση μη επιστροφής των συμβολαίων προς ακύρωση, τα αντίστοιχα ασφάλιστρα θα θεωρούνταν εισπραχθέντα από την εναγομένη και θα καταλογίζονταν, σε χρέωση αυτής. Ότι η εναγομένη, με βάση τις αναλυτικές καταστάσεις, που η ενάγουσα ενσωματώνει στην αγωγή της, οφείλει να της καταβάλει, για το χρονικό διάστημα συνεργασίας τους από 1-7-2009 έως 21-12-2013, δοθέντος ότι, στις 2-4-2011, καταγγέλθηκε η ανωτέρω μεταξύ τους σύμβαση, για σπουδαίο λόγο, και δη της οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, το ποσό των 229.857,25 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα, από την ενάγουσα, ασφάλιστρα, και εξακολουθεί να οφείλεται, κατά παράβαση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης, η οποία και ιδιοποιείται αυτό παράνομα, διαπράττοντας, έτσι, το αδίκημα της υπεξαίρεσης, αλλά και καθιστάμενη, αδικαιολογήτως πλουσιότερη, κατά το ποσό τούτο. Ότι, εξαιτίας της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, ύψους 5.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητείτο, κατόπιν παραδεκτής τροπής του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη, κυρίως κατά μεν τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, άλλως κατά τις διατάξεις της αδικοπραξίας, και όλως επικουρικώς, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, το συνολικό ποσό των 234.857,25 (229.857,25 + 5.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 2-4-2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και μέχρις πλήρους εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική της ενάγουσας δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1713/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμα, τα παρεπόμενα αγωγικά αιτήματα της επιδικάσεως τόκων, για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από 2-4-2011 και της κηρύξεως της εκδοθησομένης αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, και η περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, ως νόμω αβάσιμη, λόγω της επικουρικότητάς της, έγινε εν μέρει δεκτή, ακολούθως, και ως ουσιαστικά βάσιμη, η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 229.857,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 2-4-2011, και καταδικάσθηκε αυτή σε μέρος της δικαστικής της ενάγουσας δαπάνη. Κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονείται, με την κρινομένη έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα και ζητεί, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η, σε βάρος της, αγωγή.
Κατά τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2016 «4. Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό”. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αυτές αποτελούν μεταφορά της καταργηθείσας διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, αποτελουμένης από δύο εδάφια (δηλαδή τα δύο εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, έγιναν παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν.4364/2016), συγχρόνως, όμως, με τις νέες αυτές διατάξεις προσδιορίζεται, με σαφήνεια, σε ποιες συγκεκριμένες διαφορές αναφέρονται οι αντίστοιχες ρυθμίσεις. Έτσι, οι διατάξεις αυτές, όπως ρητά ορίζεται στην παράγραφο 4 (“Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών”) αφορούν μόνο στις αγωγές της ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίες είτε είχαν ασκηθεί, πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας και την υπαγωγή της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, κατά των οφειλετών αυτής και εκκρεμούν, είτε ασκούνται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή μετά την υπαγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση, επίσης, κατά των οφειλετών της εταιρίας. Άλλωστε, και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία σκοπός θέσπισης των διατάξεων αυτών είναι η ομαλή εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το συμφέρον των ασφαλισμένων, αναφέρεται ότι στο άρθρο 239 προβλέπεται ότι «όλες οι αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για τη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης. Αντιστοίχως, εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό…». Από τη σύνδεση, δηλαδή, των δύο παραγράφων μεταξύ τους με το επίρρημα “αντιστοίχως” προκύπτει ότι ο νομοθέτης, με την παράγραφο 5 αναφέρεται στις εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό διαφορές (αγωγές) της παραγράφου 4. Συνεπώς, μόνον για τις προαναφερόμενες αγωγές που αναφέρονται στις ανωτέρω παραγράφους 4 και 5 (αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών), είτε ασκούνται, το πρώτον, είτε είναι εκκρεμείς (σε οποιοδήποτε βαθμό), ορίζεται, με σκοπό την ομαλή και ταχεία εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης όσον αφορά τις απαιτήσεις της έναντι των οφειλετών της, ως διαδικασία για την εκδίκασή τους η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον δε αυτές είναι εκκρεμείς, στον πρώτο βαθμό, ορίζεται ως αποκλειστικά αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο (ανεξαρτήτως ποσού), και κατά τόπο αυτό της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης, ενώπιον του οποίου, εισάγονται, με κλήση (ΑΠ 208/23, ΑΠ 1852/23, ΜονΕΑ 2894/24 ΝΟΜΟΣ). H εκκαλούσα, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εφέσεώς της, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 43, 44, 45, 46 ΚΠολΔ και του άρθρου 239 παρ. 4 και 5 του Ν. 4364/2016, καθόσον δίκασε την ένδικη αγωγή και, ακολούθως, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, παρότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε δεν ήταν κατά τόπον αρμόδιο, για την εκδίκαση της ανωτέρω αγωγής, δοθέντος ότι, στη σχετική από 19-1-2009, συναφθείσα, μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση συνεργασίας, εμπεριέχετο ρήτρα περί αποκλειστικής αρμοδιότητας, για κάθε διαφορά, διαφωνία ή διένεξη που θα προέκυπτε, κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως αυτής, ή μετά τη, με καταγγελία, λύση της, των δικαστηρίων της Αθήνας, μη εφαρμοζομένης, εν προκειμένω, της διατάξεως του άρθρου 239 παρ. 5 του Ν. 4364/2016, για το λόγο ότι η ένδικη διαφορά δεν ήταν εκκρεμής, κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του. Πλην όμως, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τα οποία καθιερώνεται, εκ του ως άνω Ν. 4364/2016, αποκλειστική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης, για εκκρεμείς, ήδη πριν την ισχύ του νόμου αυτού, δίκες, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, συνάγεται, λαμβανομένου υπόψη και του λόγου της σχετικής ρύθμισης, που έγκειται στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης, ότι η αρμοδιότητα αυτή καταλαμβάνει, πολλώ μάλλον, σχετικές διαφορές που εισάγονται το πρώτον, προς εκδίκαση, στο δικαστήριο, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν, εκ του νόμου, αποκλειστικά, κατά τόπο, αρμόδιο, για την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων, από την εκκαλούσα, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εφέσεως, ως αβάσιμων.
Περαιτέρω, η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο εφέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως, επαναφέροντας πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε αυτήν ορισμένη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, ως αόριστη. Συγκεκριμένα, με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, ισχυρίζεται ότι η αγωγή τυγχάνει αόριστη διότι: α) ενώ η ενάγουσα ομολογεί με το από 18-1-2013 έγγραφο του λογιστηρίου της εκκαθάρισης προς τον εκκαθαριστή της εναγομένης ότι το υπόλοιπό της είναι πιστωτικό, στην αγωγή αναφέρει ότι η εναγομένη εταιρία οφείλει 229.857,25 ευρώ, ενώ, ακολούθως, στην υπ’ αριθμ. 71 σελίδα της, ότι το υπόλοιπο ανέρχεται σε 216.723,21 ευρώ και στην επιστολή της εκκαθάρισης 224.195,88 ευρώ, β) στην αγωγή αναφέρεται, ως χρόνος συνεργασίας των διαδίκων, η περίοδος από 1-7-2009 έως 31-12-2013, ενώ, κατά τα επίσης επικαλούμενα στην αγωγή, η άδεια της ενάγουσας είχε ανακληθεί ήδη από 2-4-2011, γ) στη σελ. 71 της ένδικης αγωγής, η συνολική παραγωγή μικτών ασφαλίστρων της εναγομένης στην ενάγουσα, για το διάστημα της συνεργασίας τους από 19-1-2009 έως την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της ενάγουσας, προσδιορίζεται στο ποσό των 255.199,27 ευρώ μείον τις προμήθειες, ύψους 38.476,06 ευρώ = 216.723,21 ευρώ, ενώ οι προμήθειες της, σύμφωνα με τα από 1-3-2010, εκ 47.450,31 ευρώ, και από 14-2-2021, εκ 26.541,94 ευρώ, εκκαθαριστικά σημειώματα της ενάγουσας και το βιβλίο εσόδων – εξόδων της εναγομένης ανέρχονται σε ποσό μεγαλύτερο των 38.476,06 ευρώ, και δη, στο συνολικό ποσό των 73.992,25 (47.450,31 + 26.541,94) ευρώ. Εν συνεχεία, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως, ισχυρίζεται ότι η αγωγή πάσχει αοριστίας, διότι: α) δεν προσδιορίζεται σε αυτήν εάν οι επισυναπτόμενες στην ίδια αναλυτικές καταστάσεις αποτελούν τον αλληλόχρεο λογαριασμό που, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ετηρείτο μεταξύ των διαδίκων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2013, οπότε το αναγραφόμενο μετά από κάθε συμβόλαιο «υπόλοιπο» αποτελεί το εκάστοτε «κατάλοιπο» του εν λόγω λογαριασμού ή εάν αποτελούν απλώς καταστάσεις των παραχθέντων από την εναγομένη συμβολαίων, οπότε το αναγραφόμενο σε κάθε συμβόλαιο «υπόλοιπο» είναι αυτοτελές και αθροίζεται με τα άλλα «υπόλοιπα», β) δεν προσδιορίζεται στην αγωγή το αντικείμενο των αριθμών που παρατίθενται στις αναλυτικές καταστάσεις υπό τις στήλες με τις ενδείξεις «μικτά», «καθαρά», «προμήθεια» και «υπόλοιπο», και δη, δεν προσδιορίζεται εάν οι αριθμοί αφορούν χρήματα και το νόμισμα αυτών ή εάν αφορούν άλλα πράγματα, γ) στην εν λόγω αγωγή παρατίθενται αναλυτικές καταστάσεις συμβολαίων της εναγομένης, στις οποίες αναφέρονται οι αριθμοί των συμβολαίων, ο αριθμός «αποδείξεως», το «είδος» υπό τις ενδείξεις «ΝΣ» ή «ΑΝ» ή «ΠΠ-» ή «ΑΝΕΥ» ή «ΠΠ+» και ο αριθμός κυκλοφορίας των ασφαλιζομένων οχημάτων, η ημερομηνία εκδόσεως εκάστου συμβολαίου, η ημερομηνία ενάρξεως και η ημερομηνία λήξεως της ισχύος εκάστου συμβολαίου και το ονοματεπώνυμο του ασφαλιζομένου πελάτη και παρατίθενται ποσά, υπό τις ενδείξεις «μικτά», «καθαρά», «προμήθεια», «φόρος» και «υπόλοιπο», οι οποίες, όμως είναι απολύτως αόριστες και δεν επιτρέπουν τον έλεγχο των παρατιθεμένων στις καταστάσεις στοιχείων, καθώς, ειδικότερα, αφενός μεν, οι ενδείξεις «ΝΣ» ή «ΑΝ» ή «ΠΠ-» ή «ΑΝΕΥ» ή «ΠΠ+», υπό τη στήλη που επιγράφεται «είδος» είναι απολύτως αόριστες και ασαφείς και ουδεμία περιέχεται στην αγωγή εξήγηση περί αυτών, αφετέρου δε, οι ενδείξεις «μικτά», «καθαρά», «προμήθεια» και «υπόλοιπο» είναι απολύτως αόριστες και ασαφείς, διότι στην αγωγή δεν προσδιορίζεται τι αφορά εκάστη τούτων. Υπό δε την εκδοχή ότι η ένδειξη «μικτά» αφορά τα ασφάλιστρα, τα οποία εισέπραξε η εναγομένη από κάθε συμβόλαιο, ότι η ένδειξη «καθαρά» αφορά το μέρος των ασφαλίστρων που έπρεπε αυτή να αποδώσει στην εναγομένη για κάθε συμβόλαιο, ότι η ένδειξη «προμήθεια» αφορά την προμήθεια, που θα έπρεπε να παρακρατήσει η ίδια, ως αμοιβή για την παραγωγή εκάστου συμβολαίου, και ότι η ένδειξη «υπόλοιπο» αφορά το οφειλόμενο από την εναγομένη υπόλοιπο, όλοι οι υπολογισμοί είναι εσφαλμένοι. Επί των ανωτέρω λόγων εφέσεως, λεκτέα είναι τα εξής: Για την πληρότητα της αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας, κατά του ασφαλιστικού συμβούλου -και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και κατά του πράκτορα ή μεσίτη ασφαλίσεων- για την καταβολή εισπραχθέντων και μη αποδοθέντων από τον τελευταίο ασφαλίστρων, απαιτείται και αρκεί, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να εκτίθενται λεπτομερώς η σύμβαση και το ποσοστό προμήθειάς του, τα ασφαλιστήρια έγγραφα κατ’ αριθμό, αντικείμενο και συμφωνημένο ασφάλιστρο, που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβησή του, τα εισπραχθέντα, για κάθε ασφαλιστήριο έγγραφο, ασφάλιστρα, καθώς και οι προμήθειες, οι οποίες αντιστοιχούν και τις οποίες δικαιούται ο ασφαλιστικός σύμβουλος -ή ο πράκτορας ή ο μεσίτης ασφαλίσεων-, όπως και τα ποσά που τυχόν πληρώθηκαν από αυτόν (ΑΠ 1424/17, ΑΠ 339/15, ΕΠειρ 166/20, ΜονΕΑ 2772/22, ΜονΕΑ 41/20, ΜονΕΠειρ 362/19, όλες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής, προκύπτει ότι, για το επίδικο διάστημα, έχουν επισυναφθεί στο δικόγραφό της, οι μηνιαίες κινήσεις και τα πινάκια ασφαλίστρων, ήτοι οι καταστάσεις ασφαλιστήριων συμβολαίων, ανά μήνα, με αύξοντα αριθμό ασφαλιστήριου συμβολαίου, στοιχεία ασφαλισμένου, διάρκεια καλύψεως, τα ποσά των μικτών ασφαλίστρων, η αφαίρεση της συμφωνηθείσης προμήθειας και τα αποδοτέα ασφάλιστρα (αφού αφαιρεθούν οι προμήθειες και καταβολές της εναγομένης, και επιπλέον τα συμβόλαια που ακυρώθηκαν), από τα οποία προκύπτει υπόλοιπο 216.723,21 ευρώ, για το οποίο και μόνο είναι ορισμένη η αγωγή, και όχι για το αιτούμενο, με αυτήν, για την ως άνω αιτία, ποσό των 229.857,25 ευρώ, με βάση, ομοίως επισυναπτόμενο, συνοπτικό πίνακα της ενάγουσας περί παραγωγής και εισπράξεων εκ της εναγομένης, καθώς, στο άνω δικόγραφο δεν δικαιολογείται επαρκώς το πώς προκύπτει η διαφορά μεταξύ των δύο ποσών τούτων, ούτως ώστε να οφείλεται το τελευταίο, εκ 229.857,25 ευρώ, στο σύνολό του. Επομένως, εφόσον, για το προαναφερόμενο ποσό των 216.723,21 ευρώ της αγωγής, εξειδικεύονται, πλήρως και με σαφήνεια, ποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο αφορά, για ποια συγκεκριμένα συμβόλαια δεν έχουν καταβληθεί, από την εναγομένη, ασφάλιστρα και πως δημιουργήθηκε το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο, η αγωγή, διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία, κατά το νόμο στοιχεία, για το ορισμένο της, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω στοιχεία, όπως αυτά που επικαλείται η εναγομένη με τους ως άνω λόγους έφεσης αυτής. Αναφορικά δε με το ύψος των προμηθειών που εδικαιούτο η εναγομένη, σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως (για την οποία ουδόλως επικαλείται η ενάγουσα ότι τηρείτο, μεταξύ των διαδίκων, αλληλόχρεος λογαριασμός, όπως αβασίμως, αναφέρει, ως άνω, η εναγομένη), οι αντιφάσεις που αυτή επισημαίνει, με τον δεύτερο λόγο εφέσεώς της, δεν προκύπτουν, κατά τα σχετικά επικαλούμενα από αυτήν, από την ίδια την αγωγή, αλλά από αντιπαραβολή της τελευταίας με άλλα έγγραφα, ώστε να μην τίθεται θέμα αοριστίας της, αλλά απόδειξης. Επίσης, για το ορισμένο αυτής, δεν απαιτείται προσδιορισμός του αντικειμένου των αριθμών, υπό τις ενδείξεις «μεικτά», «καθαρά», «προμήθεια» και υπόλοιπο, καθώς, προφανώς, αφορούν χρηματικά ποσά σε ευρώ, ούτε επεξηγήσεις για τις ως άνω ενδείξεις ή τις συντομογραφίες «ΣΝ», «ΑΝ», «ΠΠ-», «ΑΝΕΥ» και «ΠΠ+» στις αναλυτικές καταστάσεις των συμβολαίων της ενάγουσας, καθώς η σημασία τους είναι γνωστή στην εναγομένη μεσίτρια ασφαλίσεων, λόγω της δραστηριότητάς της αυτής, όπως και ο τρόπος υπολογισμού του κάθε υπολοίπου, το αποτέλεσμα του οποίου, σαφώς, προκύπτει από τα σχετικά στις καταστάσεις αυτές αναγραφόμενα. Το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ορισμένη, κατά το σύνολο του αιτουμένου με αυτήν ποσού, την ένδικη αγωγή, και όχι κατά το προαναφερόμενο μόνον ποσό των 216.723,21 ευρώ, έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γεγομένου, εν μέρει δεκτού, του σχετικού λόγου εφέσεως, ως ουσία βάσιμου. Μετά ταύτα, πρέπει να εξαφανισθεί, κατά τα ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατηθεί και να δικασθεί, καθ’ ο μέρος κρίθηκε ορισμένη η αγωγή, να ερευνηθεί αυτή, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρος που εξετάσθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, και την ανωμοτί εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, της υπ’ αριθμ. ……./17-9-2025 ενόρκου βεβαιώσεως της ………….., που ελήφθη, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών …………., με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν προηγούμενης εμπρόθεσμης και νομότυπης κλητεύσεως της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/12-9-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Τριπόλεως ………….), των υπ’ αριθμ. …../19-3-2025, …../19-3-2025 και …../22-9-2025 ενόρκων βεβαιώσεων των ………………, αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της εναγομένης, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Τρίπολης …………. και παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψιν, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα – εφεσίβλητη, καθώς, κατά την εκδίκαση διαφορών, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, λαμβάνονται υπόψιν και ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων δεν έχει προηγηθεί κλήτευση, και όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), καθώς και από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα αποτελεί εταιρία που δραστηριοποιείτο στο χώρο των ασφαλιστικών εταιριών, έχοντας λάβει σχετική άδεια, από την Εποπτική Αρχή. Στις 29-3-2011, με την υπ’ αριθμ. 7/Θέμα 9/29-3-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε οριστικά η άδειας λειτουργίας της, δεσμεύθηκε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της και ετέθη αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση και διορίσθηκε εκκαθαριστής της, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2998/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ………. Η θητεία του τελευταίου ανανεώθηκε, με την υπ’ αριθμ. 43/4/26-6-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ ήδη, με την υπ’ αριθμ. 43/4/26-6-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, εκκαθαρίστρια της ενάγουσας εταιρίας τυγχάνει η …………. Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./19-1-2009 έγγραφης συμβάσεως συνεργασίας μεσίτη ασφαλίσεων, που καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη ανέλαβε το έργο να δέχεται αιτήσεις – προτάσεις αυτών που επιθυμούν να ασφαλισθούν, για όλους τους ασκούμενους από την ενάγουσα κλάδους ασφάλισης, έχοντας την υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τους εκάστοτε υπό της ενάγουσας καθοριζόμενους όρους, περιορισμούς και ασφάλιστρα, τις εν γένει γενικές και ειδικές εντολές και οδηγίες αυτής, τους κανονισμούς και τα εκάστοτε υποχρεωτικά τιμολόγια, τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τις διατάξεις των νόμων (όρος 1). Σύμφωνα δε με τα, μεταξύ άλλων, διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω σύμβαση, η εναγομένη είχε υποχρέωση να φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τα δε ασφάλιστρα που θα εισέπραττε θα θεωρούντο παρακαταθήκη και η ίδια θα ευθύνετο ως θεματοφύλακας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 298/1986 (όρος 7). Επίσης, κάθε δίμηνο μετά τη λήξη του μήνα της παραγωγής, είχε υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα αναλυτικό, κατά συμβόλαιο, λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα. Εάν το ανωτέρω πλεόνασμα δεν καταβάλλετο μέχρι τέλος του μήνα, κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ενάγουσας θεωρούντο ληξιπρόθεσμες και υπολογίζετο ο νόμιμος τόκος υπερημερίας, η δε παραβίαση του όρου αυτού θα συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης (όρος 8). Ακολούθως, η εναγομένη είχε υποχρέωση να αποστείλει προς την ενάγουσα για ακύρωση, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν είχαν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή της εναγομένης, η οποία θα βεβαίωνε ότι ειδοποίησε εγγράφως τον ασφαλισμένο για την ακύρωση και θα ανέφερε τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και τη μη ύπαρξη αναγγελίας ζημίας. Η δε ακύρωση θα γινόταν μόνον από την ενάγουσα που θα ειδοποιούσε σχετικά την εναγομένη, ενώ ακύρωση συμβολαίου στους κλάδους μεταφορών, προσωπικών ατυχημάτων ταξιδιωτών και αποσκευών δεν θα μπορούσε να γίνει, σε καμία περίπτωση, διότι τα ασφάλιστρα εισπράττοντο από την ημέρα έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων (όρος 9). Σε περίπτωση που η εναγομένη δεν απέστελνε τα ως άνω στο άρθρο 9 αναφερόμενα ασφαλιστήρια έγγραφα, μέσα στην προθεσμία αυτή, υποχρεούτο στην απόδοση των ασφαλίστρων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 8 της ως άνω σύμβασης (όρος 10). Η εναγομένη μπορούσε να υπογράφει συμβάσεις με παραγωγούς ασφαλίσεων, με σκοπό τη διαμεσολάβηση αυτών για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων μέσα στην περιφέρειά της, η ίδια δε, θα ήταν προσωπικά και αποκλειστικά υπεύθυνη για όλες γενικά τις πράξεις των κάθε είδους συνεργατών της, τους οποίους είχε προσλάβει, με δική της ευθύνη και μόνο για εξυπηρέτηση δική της και όχι της ενάγουσας (όρος 13). Η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να παρέχει στην εναγομένη, σαν αντάλλαγμα για την εκτέλεση των πάσης φύσεως υποχρεώσεων που αναλάμβανε από την ως άνω σύμβαση, προμήθεια επί των καθαρών ασφαλίστρων, που θα εισπράττοντο πραγματικά και αφορούσαν συμβάσεις που είχαν γίνει με τη διαμεσολάβησή της, ενώ, πέρα από την προμήθεια αυτή, η ενάγουσα δεν υποχρεούτο σε καμία άλλη παροχή προς την εναγομένη. Η δε εν λόγω προμήθεια καθορίζετο, κατά κλάδο, σε ποσοστό, επί των καθαρών ασφαλίστρων, ως εξής: αυτοκινήτων (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες, ίδιες ζημίες, προστασία bonus malus) 21%, χερσαίων οχημάτων (πυρός, κλοπή, ολική-μερική, τρομοκρατικές ενέργειες, θραύση κρυστάλλων, προσωπικό ατύχημα, κάλυψη ανασφάλιστου οχήματος, φυσικά φαινόμενα, κάλυψη ηχοσυστήματος) 21%, φροντίδα ατυχήματος με νοσοκομειακό 20%, φροντίδα ατυχήματος απλή 12%, οδική βοήθεια 20%, οικοπροστασία 32,5%, νομική προστασία 30%, πυρός περιουσίας (γενικά) 35%, σεισμός 20%, μεταφορών (γενικά) 25%, προσωπικών ατυχημάτων (γενικά) 30%, λοιπών ζημιών (γενικά) 32,5%, γενικής αστικής ευθύνης (γενικά) 20%, σκαφών αναψυχής (γενικά) 18%, ενώ στους λοιπούς κλάδους που ασκούσε η ενάγουσα, η προμήθεια θα καθοριζόταν κατά περίπτωση, ποτέ, όμως, δεν θα ήταν μεγαλύτερη από τα όρια που καθόριζαν ανάλογες υπουργικές αποφάσεις. Οι δε ανωτέρω προμήθειες θα επιστρέφονταν στην ενάγουσα, σε περίπτωση που, για οποιονδήποτε λόγο, επιστρέφονταν στον ασφαλισμένο τα ασφάλιστρα (όρος 18). Η παροχή των ανωτέρω προμηθειών θα γινόταν μετά την καταβολή των εισπραττόμενων ασφαλίστρων στην ενάγουσα, ενώ, πέραν των ως άνω αναγραφόμενων προμηθειών και ανταλλαγμάτων, η ενάγουσα δεν θα είχε καμία άλλη υποχρέωση απέναντι στην εναγομένη (όρος 19). Η εναγομένη είχε την υποχρέωση όπως, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου εκάστου μηνός διατυπώνει, εγγράφως και συγκεκριμένα, με συστημένη επιστολή, τις αντιρρήσεις της σχετικά με τις εγγραφές που περιλαμβάνονταν στα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα της ενάγουσας, ενώ, σε περίπτωση που, εντός του ως άνω δεκαπενθημέρου, η εναγομένη δεν διατύπωνε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, τις αντιρρήσεις της, θα θεωρείτο ότι αποδέχετο την ορθότητα των εγγραφών (όρος 20). Η ως άνω σύμβαση, με ισχύ αρχομένη από 19-1-2009, συμφωνήθηκε ως αορίστου χρόνου και μπορούσε να λυθεί, από το κάθε συμβαλλόμενο μέρος, με έγγραφη καταγγελία, κοινοποιούμενη προς το έτερο μέρος, προ εξήντα (60) ημερών, χωρίς καμία υποχρέωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης, από την ενάγουσα, για σοβαρό λόγο, η τελευταία επεφυλάσσετο κάθε δικαιώματός της, αναφορικά με τις πάσης φύσεως αξιώσεις της για αποζημίωση από την εναγομένη, για κάθε βλάβη ή ζημία που θα οφειλόταν σε υπαιτιότητά της. Στην περίπτωση δε αυτή, το από κάθε αιτία χρεωστικό υπόλοιπο της εναγομένης θα καθίστατο, από την ημέρα της καταγγελίας, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Σοβαρό λόγο καταγγελίας, συνιστούσε η παράβαση από την εναγομένη, εκτός των ειδικώς αναφερομένων, και κάθε άλλου όρου της σύμβασης (όρος 21). Η λύση της σύμβασης μεσιτείας ασφαλίσεων θα επερχόταν άμεσα, έπειτα από καταγγελία, στις περιπτώσεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 14 παρ. 5 του Ν. 1569/1985, καθώς επίσης και σε περίπτωση σοβαρού λόγου. Στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, για τους ως άνω λόγους, η εναγομένη εδικαιούτο να εισπράξει τις προμήθειες που καθορίζονται στο άρθρο 19 μόνο για τις ασφαλίσεις που είχαν γίνει οριστικά, με τη μεσολάβησή της, πριν από την καταγγελία, ήτοι εδικαιούτο προμηθειών, μόνον εφόσον είχαν εκδοθεί τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια και είχαν εισπραχθεί από την ενάγουσα τα ασφάλιστρα. Σε καμία περίπτωση δε, δεν εδικαιούτο προμηθειών επί ανανεώσεων ασφαλιστηρίων ή λογαριασμών ασφαλίστρων, ασφαλιστηρίων που θα εκδίδοντο από την ενάγουσα μετά την, για σπουδαίο λόγο, λύση της σύμβασης (όρος 22). Τέλος, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, από την ενάγουσα ή από την εναγομένη, η τελευταία είχε υποχρέωση, εκτός των άλλων, όπως, με την παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας, καταβάλει, αμέσως, στην ενάγουσα, το χρεωστικό της υπόλοιπο, σύμφωνα με τα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας εταιρίας. Ως βάση για την εκκαθάριση, θα ελαμβάνετο το εκκαθαριστικό σημείωμα των λογαριασμών του τελευταίου προ της καταγγελίας της σύμβασης μήνα. Από του χρόνου δε της καταγγελίας η εναγομένη θα καθίστατο υπερήμερη και το χρεωστικό της υπόλοιπο έντοκο, νομίμως. Επίσης, η εναγομένη είχε την υποχρέωση να επιστρέψει αμέσως στην ενάγουσα όλο το έντυπο υλικό, τις επιγραφές, τις αποδείξεις και τα συμβόλαια, ευθυνόμενη, προς αποκατάσταση κάθε, από την αιτία αυτή, ζημία της ενάγουσας εταιρίας (όρος 25). Η ανωτέρω σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου έληξε, με τη δημοσίευση της απόφασης ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ενάγουσας, καθώς η εν λόγω ανάκληση αποτελεί, εν τοις πράγμασι, καταγγελία της σύμβασης, για σπουδαίο λόγο, ως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων, με τον έκτο πρόσθετο λόγο εφέσεως, ως αβάσιμων. Μετά ταύτα, η εναγομένη όφειλε να αποδώσει, στην ενάγουσα, τυχόν οφειλές της, από εισπραχθέντα, από αυτήν, ασφάλιστρα. Κατά δε το διάστημα συνεργασίας τους, προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο από την παραγωγή της εναγομένης, έναντι της ενάγουσας, συνολικού ποσού 216.723,21 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την αφαίρεση των προμηθειών της εναγομένης, των ποσών που κατέβαλε στην ενάγουσα και των ασφαλίστρων των ακυρωθέντων συμβολαίων, σύμφωνα και με τις προσκομιζόμενες, από την ενάγουσα, καταστάσεις ανείσπρακτων ασφαλίστρων, για τη χρονική περίοδο από 1-7-2009 έως 31-12-2013, -όπου αναγράφονται αναλυτικά οι αριθμοί των συμβολαίων και των πρόσθετων πράξεων, οι χρόνοι έναρξης και λήξης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των προσθέτων πράξεων, οι κλάδοι ασφάλισης, τα ονοματεπώνυμα των ασφαλισμένων – πελατών, τα ποσά των τυχόν αναλογούντων φόρων και τα ποσά των μεικτών και καθαρών ασφαλίστρων των τυχόν ακυρωθέντων συμβολαίων, σημειωμένα με το πρόσημο (-). Άλλωστε, ως επιβεβαιώνεται και από όσα χαρακτηριστικά ανέφερε, επ’ αυτού, η εργαζόμενη στο λογιστήριο της ενάγουσας εταιρίας, συνεχώς από τον Ιούνιο του έτους 1996 και μετά την ανάκληση της και έως τη συνταξιοδότηση αυτής, ……….., στην υπ’ αριθμ. ……./2025 ένορκη βεβαίωσή της, για την οριστικοποίηση του οφειλόμενου ποσού συνυπολογίσθηκαν όλες οι δικαιούμενες προμήθειες, όπως και οι ακυρώσεις συμβολαίων και οι καταβολές της εναγομένης, ώστε ο περί του αντιθέτου, με τον τρίτο λόγο εφέσεώς της, ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν αφαιρέθηκαν όλες οι συμφωνηθείσες προμήθειες αυτής, να κρίνεται αβάσιμος. Το ανωτέρω δε ποσό των 216.723,21 ευρώ είχε εισπράξει η εναγομένη εταιρία από τους ασφαλισμένους και όφειλε να αποδώσει στην ενάγουσα, σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση, πλην όμως, αρνείται να της το αποδώσει, παρότι η ίδια δεν προέβη σε αμφισβήτηση της ως άνω οφειλής της, έναντι της ενάγουσας, ούτε δε και μετά την κοινοποίηση σε αυτήν, στις 8-12-2014, σχετικής εξώδικης δήλωσης – όχλησης, μη κρινομένου βασίμου του ισχυρισμού της περί διατυπώσεως προφορικών αντιρρήσεων του νομίμου εκπροσώπου της και διαβεβαιώσεων, από την πλευρά της ενάγουσας, περί σχετικού της λάθους, το οποίο και θα διευθετείτο, ως διαλαμβάνεται και στις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, όμως, δεν κρίνονται πειστικές, δοθέντος και του ότι αντικρούονται από όσα περί του αντιθέτου αναφέρει η ως άνω εργαζόμενη της ενάγουσας στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή της. Ομοίως κρίνοντας η εκκαλουμένη απόφαση, και δη, δεχόμενη ότι πράγματι υφίσταται αντίστοιχη οφειλή της εναγομένης, έναντι της ενάγουσας, με αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου διαλαμβανομένων στον πρώτο λόγο εφέσεως, καθώς και στους τρίτο, πέμπτο και έκτο πρόσθετους λόγους αυτής. Ήδη δε, η εναγομένη, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο εφέσεώς της, προβάλλει, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρισμό περί εξοφλήσεως, επικαλούμενη ειδικότερα ότι, κατά το διάστημα από 9-6-2009 έως 15-3-2010, η ίδια κατέβαλε στην ενάγουσα, με επιταγές της που πληρώθηκαν, μέσω του τηρούμενου στην Τράπεζα «ALPHA BANK» τραπεζικού λογαριασμού με αριθμό …….., συνολικώς ποσό 247.844,33 ευρώ, ως ακολούθως: α) στις 9-6-2009, κατέβαλε στην ενάγουσα, με την υπ’ αριθμ. …………. τραπεζική επιταγή της Τραπέζης «ALPHA BANK», και η ενάγουσα εισέπραξε αυθημερόν ποσό 45.000 ευρώ, β) στις 6-7-2009, κατέβαλε στην ενάγουσα, με την υπ’ αριθμ. ………… τραπεζική επιταγή της Τραπέζης «ALPHA BANK», και η ενάγουσα εισέπραξε αυθημερόν ποσό 45.000 ευρώ, γ) στις 6-10-2009, κατέβαλε στην ενάγουσα, με την υπ’ αριθμ. ………. τραπεζική επιταγή της Τραπέζης «ALPHA BANK», και η ενάγουσα εισέπραξε αυθημερόν ποσό 33.580 ευρώ, δ) στις 15-3-2010, κατέβαλε στην ενάγουσα, με την υπ’ αριθμ. ……….. τραπεζική επιταγή της Τραπέζης «ALPHA BANK», και η ενάγουσα εισέπραξε αυθημερόν ποσό 50.000 ευρώ, ε) στις 15-3-2010, κατέβαλε στην ενάγουσα, με την υπ’ αριθμ. ……….. τραπεζική επιταγή της Τραπέζης «ALPHA BANK», και η ενάγουσα εισέπραξε αυθημερόν ποσό 45.000 ευρώ, και στ) στις 11-9-2009, κατέβαλε στην ενάγουσα, με την υπ’ αριθμ. ………… τραπεζική επιταγή της Τραπέζης «ALPHA BANK», και η ενάγουσα εισέπραξε αυθημερόν ποσό 29.264,33 ευρώ (η εν λόγω επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και αρχικώς έφερε ημερομηνία εκδόσεως 18-1-2010, εμφανίσθηκε δε, από την ενάγουσα, στις 11-9-2009, ότε και πληρώθηκε). Ακολούθως δε, με τον λόγο αυτό, ισχυρίζεται ότι, υπό την εκδοχή ότι η πρώτη των ανωτέρω επιταγών, ποσού 45.000 ευρώ, που πληρώθηκε, στις 9-6-2009, δεν αφορά την παραγωγή των συμβολαίων τής περιόδου από 1-7-2009 έως 2-4-2011, οι ως άνω καταβολές της θα ανήρχοντο στο συνολικό ποσό των 202.844,33 ευρώ, οπότε από την επικαλούμενη με την αγωγή οφειλή της, εκ 216.723,21 ευρώ, θα οφείλετο τελικώς, από την ίδια, στην ενάγουσα, η διαφορά, ύψους 13.878,88 (216.723,21 – 202.844,33) ευρώ, απαίτηση η οποία, όμως, έχει αποσβεσθεί, αφού, έναντι αυτής, η ίδια προβάλει, σε συμψηφισμό, ανταπαίτησή της από την ενάγουσα, για οφειλόμενες σε αυτήν (την εναγομένη) προμήθειες, συνολικού ύψους 80.918,89 ευρώ. Ο ως άνω ισχυρισμός περί εξοφλήσεως τυγχάνει απορριπτέος, ως αόριστος, καθώς δεν εξειδικεύεται σε ποια ασφαλιστήρια αφορούν οι ως άνω καταβολές και σε ποιες ασφαλιστικές περιόδους (πρβλ. ΑΠ 972/25 ΝΟΜΟΣ), ενώ ο περαιτέρω προβαλλόμενος περί συμψηφισμού ισχυρισμός τυγχάνει μη νόμιμος, και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, καθώς, -δοθέντος ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 239 παρ. 6 του Ν 4364/2016, που ισχύει από την 1-1-2016 (άρθρο 284 αυτού) και εφαρμόζεται και στις υφιστάμενες την 31η-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, όπως δηλαδή της ενάγουσας (άρθρο 248 παρ. 1 του ιδίου νόμου), κατάσχεση ή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης, στα χέρια της ιδίας ή τρίτου, δεν επιτρέπεται, κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση-, δεν επιδέχεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 451 ΑΚ, συμψηφισμό η ενοχική απαίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης υπό εκκαθάριση, κατά των ασφαλιστικών πρακτόρων, για απόδοση ασφαλίστρων (ΜονΕΑ 211/23, ΜονΕΑ 176/23, ΜονΕΠειρ 449/21, ΜονΕΑ 449/21, ΜονΕΠειρ 412/20, όλες δημοσιευμένες σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η εναγομένη, με τον τρίτο λόγο εφέσεώς της, επαναφέρει ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, για το λόγο ότι ουδεμία οφειλή υφίσταται, εκ μέρους της, προς την τελευταία, η οποία, μάλιστα, για να δικαιολογήσει την ύπαρξη της ένδικης ως άνω απαιτήσεώς της, συνυπολόγισε σε αυτήν οφειλές από ακάλυπτες επιταγές, οι οποίες, όμως, αφορούσαν τρίτο, και συγκεκριμένα, την ……………, και όχι την εναγομένη εταιρία ή τον διαχειριστή – ομόρρυθμο μέλος της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απαντώντας σχετικά, δέχθηκε ότι «η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε η εναγομένη, πέραν της αοριστίας της, όπως αυτή διατυπώθηκε, τυγχάνει και ουσιαστικά αβάσιμη, δοθέντος ότι η διεκδίκηση πάσης φύσεως απαιτήσεων εναντίον τρίτων περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις των οργάνων της εκκαθάρισης και αποτελεί νόμιμη άσκηση των καθηκόντων του εκκαθαριστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970». Πλην όμως, μεταξύ των προϋποθέσεων, για τη θεμελίωση τής, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενστάσεως, είναι και η επίκληση της υπάρξεως δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός που προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η, από το ως άνω άρθρο, ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (ΟλΑΠ 17/95, ΑΠ 820/25, ΑΠ 721/22, ΑΠ 999/19, ΑΠ 914/87, ΑΠ 489/76, ΑΠ 544/72). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ως άνω, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ισχυρισμός, εφόσον με αυτόν, η εναγομένη αρνείται την ύπαρξη του επικαλουμένου, με την αγωγή, δικαιώματος της ενάγουσας, τυγχάνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος. Επομένως, ορθώς, κατ’ αποτέλεσμα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, με την εκκαλουμένη απόφασή του, τον ανωτέρω ισχυρισμό, με αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ως άνω λόγου εφέσεως, ως αβάσιμου. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει, κατά τα ανωτέρω, και κατ’ ουσίαν, εν μέρει δεκτή, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 192/98 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 748/84 ΕλλΔικ 26. 642, ΕΠατρ 217/21, ΕΠατρ 366/21, ΕΠειρ 4/14, ΕΔωδ 305/05, ΜονΕα 1482/24 όλες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), παρελκούσης, ως εκ τούτου, της εξετάσεως του πέμπτου λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης επιδικάσεως, από το πρωτόδικο δικαστήριο, στην ενάγουσα, του ποσού των 5.200 ευρώ, για δικαστική της δαπάνη. Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί και δικασθεί η αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, και ως ουσιαστικά βάσιμη, και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των 216.723,21 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και όχι από τις 2-4-2011, καθώς δεν πιθανολογήθηκε ότι η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με τη λήξη της δίμηνης, κατά το άρθρο 3 παρ. 2, 3 του Π.Δ. 298/1986, προθεσμίας καταβολής των ασφαλίστρων, οπότε και κατά το σχετικό όρο 8 της σύμβασης καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οι απαιτήσεις της ενάγουσας, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του πλεονάσματος, που προκύπτει υπέρ της, από τον σχετικώς τηρηθέντα δοσοληπτικό λογαριασμό, γενομένου δεκτού του συναφούς τετάρτου λόγου εφέσεως, ως βάσιμου. Τέλος δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατιθέμενου από αυτήν παραβόλου εφέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η τελευταία, λόγω της μερικής ήττας της, σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας – εφεσίβλητης, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΣΥΝΕΔΙΚΑΖΕΙ την από 25-10-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2018, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και τους από 17-6-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρόσθετους λόγους εφέσεως, αντιμωλία των διαδίκων.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της.-
-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ’ αριθμ. ………../2018 e – παραβόλου εφέσεως στην εκκαλούσα.-
-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 1713/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων-.
-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.-
-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των διακοσίων δεκαέξι χιλιάδων επτακοσίων είκοσι τριών ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (216.723,21), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.-ΚΑΙ
-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ, σε βάρος της εκκαλούσας – εναγομένης, μέρος της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης – ενάγουσας, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων εκατόν πενήντα (8.150) ευρώ.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 11.5.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ