ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 362/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « …………….» και διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….., με ΑΦΜ ……… και αριθμό ΓΕΜΗ ……., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, [ ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» ( ΑΦΜ ………)] ενεργούσας ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας προσδιορισμένης δραστηριότητας με την επωνυμία «……….», πρώην «…………» η οποία εδρεύει στο ……… Ιρλανδίας, (…………….) με αριθμό μητρώου ……….., νομίμως εκπροσωπουμένης, ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « …………» με έδρα το ……. ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στη ……… των ΗΠΑ και ήταν νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, οδός ………, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευμορφία Βεργή (ΔΣΑ …..), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία « ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ, ΧΑΛΑΚΑΤΕΒΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ ……… και ΑΦΜ …. και κατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης: ……….., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Αντώνιος Μιχελλόγονας (ΔΣΑ ………), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσε προτάσεις.
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εκκαλούσας, την από 23/9/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024 ανακοπή και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 600/2025 οριστική απόφαση, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, έκανε δεκτή την ανακοπή.
Η καθ’ης η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 10/3/2025 έφεσή της, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 29/5/2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../12.3.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/12.3.2025, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με αύξοντα αριθμό πινακίου …….
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εκκαλούσα παραστάθηκε όπως αναφέρεται ανωτέρω αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242παρ.2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 600/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και με την οποία έγινε δεκτή η από 23/9/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024) ανακοπή της εφεσίβλητης – ανακόπτουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι η ανακόπτουσα επέδωσε την εκκαλουμένη στην καθ’ης η ανακοπή στις 13/2/2025 (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………… στο σώμα της εκκαλουμένης) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 12/3/2025, δηλαδή εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης, [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ] και έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο και την ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής του) σύμφωνα με την παράγραφο 3 Αγ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Η ανακόπτουσα – ήδη εφεσίβλητη, με την υπό κρίση από 23.9.2024, κατ΄ άρθρο 933 ΚΠολΔ, ανακοπή της (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ………../2024), ζητούσε την ακύρωση των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύσθηκε σε βάρος της από την καθ΄ής η ανακοπή – ήδη εκκαλούσα και συγκεκριμένα: α) της από 11.4.2024 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ΄αρ. ………/2013 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα στις 16/4/2024 και β) της υπ΄αρ. ……../8.7.2024 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών …………, δυνάμει της οποίας η καθ΄ής η ανακοπή – ήδη εκκαλούσα, με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ιδιότητά της, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας προσδιορισμένης δραστηριότητας με την επωνυμία ««……..» (ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «« ………….») επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση (προς ικανοποίηση απαίτησής της, πηγάζουσας από σύμβαση δανείου, για την οποία εκδόθηκε, εναντίον της ανακόπτουσας η ως άνω διαταγή πληρωμής) επί της περιγραφόμενης στην εν λόγω έκθεση κατάσχεσης αλλά και στην ανακοπή, ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς το δεύτερο λόγο της και ακύρωσε την άνω επιταγή προς πληρωμή για το λόγο ότι δεν συγκοινοποιήθηκαν με την προσβαλλόμενη επιταγή τα νομιμοποιητικά έγγραφα της καθ’ης-επισπεύδουσας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθ΄ής η ανακοπή ανακόπτουσα – ήδη εκκαλούσα και ζητά να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ώστε να απορριφθεί η υπό κρίση από 23/9/2024 ανακοπή της ανακόπτουσας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 919 παρ. 1 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν ο επισπεύδων δεν είναι ο αρχικός φορέας της αξίωσης, της οποίας η ικανοποίηση επιχειρείται με την αναγκαστική εκτέλεση, η επιταγή προς πληρωμή πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στηρίζουν τη νομιμοποίησή του (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, εκδ. 1998, σελ. 435). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν». Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής (ΜΕφΑθ 1221/2022, ΜΕφΑΘ 832/2022 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», βλ. Π. Μάζη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Έκδοση 2021, άρθρο 925, σελ. 163-165). Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (ΑΠ 345/2006 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΜΕφΠειρ 736/2019 www.efeteio-peir.gr., βλ. Φαλτσή, «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης», 2017, 1, σελ. 450). Ως εκ τούτου, στην περίπτωση που η εκτέλεση επισπεύδεται από εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων του ν. 4354/2015, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση της απαίτησης μετά την έκδοση του εκτελεστού τίτλου, η ίδια, για τη συμμόρφωσή της με τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της εκτελεστικής διαδικασίας, που θεσπίζουν οι διατάξεις των άρθρων 919 παρ. 1 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, θα πρέπει με την επιταγή προς εκτέλεση να συγκοινοποιήσει στον οφειλέτη, μεταξύ άλλων, τη σύμβαση, με την οποία της ανατέθηκε η διαχείριση της ένδικης απαίτησης σε βάρος του, δηλαδή την καταχώρισή της σε περίληψη, που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021 www.areiospagos.gr, ΜΕφΘεσ 177/2022 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Περαιτέρω, αν με την ανακοπή κατά της εκτελεστικής διαδικασίας αμφισβητηθεί από τον ανακόπτοντα οφειλέτη ότι με την επιταγή προς πληρωμή συγκοινοποιήθηκαν τα απαιτούμενα για τη νομιμοποίηση της επισπεύδουσας την εκτέλεση εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων έγγραφα, ο σχετικός λόγος ανακοπής συνιστά άρνηση. Τούτο συνεπάγεται ότι το υποκειμενικό βάρος απόδειξης, κατά τον γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι τηρήθηκε η ως άνω προϋπόθεση του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αρνείται ο ανακόπτων, φέρει ο επισπεύδων την εκτέλεση, που επέχει θέση ενάγοντας (ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 15/2007 www.areiospagos.gr). Εξάλλου, ως επιταγή νοείται εκείνη που επιστηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρ. 926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 1739/2022, 224/2022, ΑΠ 1151/2021 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του ΑΠ).
Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν ……./2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει σε αυτή το ποσό των 102.480,29 ευρώ πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 24/2/2012. Η απαίτηση της ως άνω τράπεζας απέρρεε από την από …../12.12.2002 σύμβαση «για την χορήγηση προσωπικών καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων». Η επίδικη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας ξεκίνησε με την από 11/4/2024 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία η καθ΄ής ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ειδικής διαδόχου της άνω τράπεζας επέταξε την ανακόπτουσα να καταβάλει για επιδικασθέν κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το συνολικό ποσό των 188.371,04 ευρώ νομιμοτόκως (κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην επιταγή). Στη συνέχεια η καθ΄ης δυνάμει της με της υπ’ αριθμ. …./8.07.2Ο22 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………. επέβαλε κατάσχεση επί των περιγραφόμενων σε αυτή οριζόντιων ιδιοκτησίων με ΚΑΕΚ …./… και ΚΑΕΚ ……….. κυριότητας της ανακόπτουσας για το ποσό των 70.000 ευρώ με ρητή επιφύλαξη για την είσπραξη της συνολικής απαίτησης της, που επιδικάσθηκε με την άνω διαταγή πληρωμής και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 19.2.2025. Ωστόσο μολονότι στην προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή γίνεται μνεία ότι η καθ’ης ήδη εκκαλούσα ενεργεί ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας προσδιορισμένης δραστηριότητας με την επωνυμία «………..», πρώην «……….», η οποία φέρεται ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» «……………..» (αρχικού φορέα της αξίωσης) η καθ’ ης η ανακοπή, η οποία επισπεύδει την εκτέλεση με την από 11/4/2024 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής δεν συγκοινοποίησε, όπως και η ίδια συνομολογεί, στην ανακόπτουσα τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νομιμοποίησή της. Ο ισχυρισμός της τελευταίας, τον οποίο επαναφέρει με το μοναδικό λόγο της έφεσής της, ότι η υποχρέωση συγκοινοποίησης των εγγράφων της νομιμοποίησης της προς την ανακόπτουσα είχε εξαντληθεί διότι η τελευταία είχε κοινοποιήσει στην ανακόπτουσα όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα με την προγενέστερη από 12/11/2018 επιταγή προς πληρωμή, η οποία επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 20/11/2018 (βλ. την υπ’ αριθμ. …../20.11.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..) δυνάμει της οποίας δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν πληροί τον τύπο της διάταξης του άρθρου 925παρ.1 ΚΠολΔ καθόσον η εν λόγω επιταγή για την οποία συγκοινοποιήθηκαν τα νομιμοποιητικά έγγραφα της επισπεύδουσας την εκτέλεση είχε παύσει να παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν μπορούσε πλέον να επιστηρίξει την έναρξη ή τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας η υποχρέωση της ως άνω κοινοποίησης επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής, δεν θεραπεύεται δε εκ των υστέρων με την προσκόμιση των εγγράφων στη δίκη της ανακοπής. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και έκανε δεκτό το δεύτερο λόγο ανακοπής και ακολούθως την ανακοπή, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, να καταδικαστεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 183 ημιπ. α’ περ. α’ και 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 10/3/2025 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/12.3.2025 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./12.3.2025) έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 600/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία περιουσιακών διαφορών).
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατιθέμενου από την εκκαλούσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 20 Μαΐου 2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ