ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 366/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Αθανάσιο Σανιδά (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ) [ΔΕ ΣΑΝΙΔΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ]
ΤΩΝ ΚΑΘ΄ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ……….και 2) ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Τέλλου (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ)
Ο καλών – εκκαλών ……. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 18.8.2017 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως ………./21.8.2017) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν η με αριθμό 4540/2018 (εν μέρει οριστική) και 334/2021 (οριστική) απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τόσον ο ως άνω ενάγων με την από 22.2.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../23.2.2022 έφεσή του, όσον και οι εναγόμενοι – καθ΄ων η κλήση – εφεσίβλητοι με την από 14.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../14.7.2021 έφεσή τους, δικάσιμος για την εκδίκαση των οποίων ορίστηκε η 2.6.2022 επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 424/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, απόρριψε την από 22.2.2022 έφεση, δέχθηκε τύποις και κατ’ ουσίαν την από 14.7.2021 έφεση των εδώ καθ’ ων η κλήση – εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε εκ νέου την από 18.8.2017 αγωγή, απέρριψε αυτή στο σύνολό της κατ’ ουσίαν και επέβαλε τη δικαστική δαπάνη των εναγομένων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στον ενάγοντα την οποία όρισε στο ποσό των 5.000 ευρώ.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ο καλών – εκκαλών – ενάγων άσκησε την από 6.10.2023 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1519/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε ολικά την 434/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Ο καλών – εκκαλών – ενάγων με την από 6.10.2025 και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2025 κλήση του (μετά από αναίρεση) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αιτήθηκε να οριστεί νέα ημερομηνία προς συζήτηση αμφοτέρων των προαναφερθέντων εφέσεων και ορίστηκε δικάσιμος αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι απάντων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6.10.2025 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../7.10.2025 κλήση, νόμιμα επαναφέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι ένδικες από 22.2.2022 με αυξ αρ κατ. …/23.2.20222 και από 14.7.2021 με αυξ. αρ κατ. …./14.7.2021 στο Πρωτοδικείο Πειραιά εφέσεις η μεν πρώτη από αυτές του καλούντος – εφεσιβλήτου – ενάγοντος, η δε δεύτερη των καθ’ων η κλήση – εφεσιβήτων – εναγομένων αντίστοιχα κατόπιν της έκδοσης της υπ’ αριθμ. 1519/2025 απόφασης του Αρείου Πάγου (Α3 Πολιτικό Τµήµα), με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό τη η υπ’ αριθμ. 424/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που είχε εκδοθεί αρχικά επί των ως άνω συνεκδικασθεισών εφέσεων και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από διαφορετικό δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος της αναίρεσης, που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνάπτονται άρρηκτα προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε, από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα, του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλομένης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε, μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ως προς το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, κρίνοντας επί ορισμένου αναιρετικού σφάλματος και θεωρώντας βάσιμο τον σχετικό λόγο αναίρεσης, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 579 παρ.1 και 581 παρ.2 του ΚΠολΔ, τα οποία προβλέπουν και περί μερικής αναίρεσης της απόφασης, όταν ο δεκτός γενόμενος αναιρετικός λόγος δεν πλήττει ευθέως ή κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, αναιρεί μερικώς την απόφαση. Η μερική αυτή αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της υπόθεσης, στο οποίο αφορά ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος. Το Δικαστήριο, συνεπώς, της παραπομπής ερευνά μόνον τους ισχυρισμούς, που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνο επανακρίνεται και αφού κατατεθούν νομίμως προτάσεις (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018 ο.π). Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το τμήμα της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου, από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ’ αυτές (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018 ο.π., ΑΠ 404/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Περαιτέρω, επί αναίρεσης εφετειακής απόφασης, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο, διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής εφαρμόζονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, αναλόγως αν τούτο δίκασε ως πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την τακτική ή ειδική διαδικασία, και η ερημοδικία των διαδίκων υπόκειται στη ρύθμιση των κανόνων, οι οποίοι αναφέρονται στη διεξαγωγή της δίκης στο δευτεροβάθμιο ή πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανάλογα αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του δευτεροβάθμιου ή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αν πρόκειται για πρώτη ή μεταγενέστερη συζήτηση. Εξάλλου, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται η συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και συνεπώς οι υποβληθείσες κατ’ αυτήν προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση Δικαστήριο. Επομένως, κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης (έφεσης) μπορούν να υποβληθούν νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων με τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 529 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1388/2013, ΑΠ 918/2013, M.Εφ.Πειρ.57/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στη προκειμένη περίπτωση με τις κρινόμενες αντίθετες {[α) από 14.7.2021 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Πειραιώς …../14.7.2021 και αριθμό εκθέσεως προσδιορισμού δικογράφου του Εφετείου Πειραιώς …../14.7.2021 [Α΄ έφεση] και β) από 22.2.2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……/23.2.2022 και αριθμό εκθέσεως προσδιορισμού δικογράφου του Εφετείου Πειραιώς …./23.2.2022 [Β΄ έφεση]} εφέσεις πλήττεται η με αριθμό 334/10.2.2021 οριστική και τελειωτική της δίκης στον πρώτο βαθμό απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 18.8.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …………./21.8.2017 αγωγή του εκκαλούντος της υπό στοιχείο Β’ έφεσης, περί αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας και ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που υπέστη επειδή ως αναβάτης ιστιοσανίδας τραυματίστηκε σε θαλάσσιο ατύχημα, η οποία στράφηκε εναντίον, αφενός, των εκκαλούντων της Α΄ έφεσης, κατ’ ισομοιρία ως συνιδιοκτητών ταχύπλοου σκάφους, το οποίο οδηγούμενο από τον πρώτο από αυτούς προκάλεσε το ατύχημα και, αφετέρου, των εδρευουσών στη …. Αττικής και μη πλέον διαδίκων ανωνύμων εταιριών με τις επωνυμίες «………..» και «…………….», αντίστοιχα, με την ιδιότητά τους ως ασφαλίστριας της αστικής ευθύνης του ζημιογόνου σκάφους η πρώτη και της ειδικής διαδόχου της και εγγυήτριας των υποχρεώσεων από την ασφαλιστική σύμβαση η δεύτερη, ως προς τις οποίες η (εν μέρει οριστική και μη πληττόμενη) υπ’ αριθμ. 4540/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής τους νομιμοποίησης και, εν συνεχεία, ανέβαλε τη συζήτησή της μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον του πρώτου εκκαλούντος της Α΄ έφεσης για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 424/2023 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, αφού διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση αυτών, δέχθηκε αμφότερες τυπικά, απέρριψε την από 22.2.2022 έφεση του καλούντος – εκκαλούντος – ενάγοντος, δέχθηκε την από 14.7.2021 έφεση των καθ’ ων η κλήση – εφεσιβλήτων – εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την από 18.8.2017 αγωγή, απόρριψε αυτήν κατ’ ουσίαν και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στον εκκαλούντα – ενάγοντα τα οποία όρισε στο ποσό των 5.000 ευρώ. Κατά της ως άνω απόφασης, ασκήθηκε από τον καλούντα – εκκαλούντα – ενάγοντα η από 6.10.2023 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθ. 1519/2025 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Α3 Πολιτικό Τμήμα) με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης και αναίρεσε την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (υπ΄αρ. 424/2023) και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιό της προταθείσας πρωτοδίκως ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, η οποία αρχικά είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη και επαναφέρθηκε προς νέα κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος έγινε δεκτός ως βάσιμος κατ΄ουσίαν με συνέπεια την εξαφάνιση της αγωγής, την εκ νέου εξέταση της αγωγής, η οποία, μετά ην παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της νόμιμης ένστασης ενιαύσιας παραγραφής που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 289 αρ. 6 του ΚΙΝΔ, απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή ως κατ’ουσίαν αβάσιμη. Πλην όμως, έτσι όπως έκρινε το παρόν Δικαστήριο, δεχόμενο ότι και στα πλωτά ναυπηγήματα τυγχάνουν εφαρμογής οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 289 του ΚΙΝΔ, παρότι στο άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου ρητά ορίζεται ότι στα πλωτά ναυπηγήματα εφαρμόζονται αναλόγως μόνο οι διατάξεις των τρίτου, τέταρτου, έκτου, έβδομου, δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου τετάρτου τίτλων του ως άνω νόμου και όχι του δέκατου πέμπτου, που περιλαμβάνει τις περί ενιαύσιας παραγραφής διατάξεις και δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση της ετήσιας παραγραφής, απορρίπτοντας την αγωγή, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 289 αριθ.6 ΚΙΝΔ, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και να απορρίψει την ένσταση λόγω μη συμπλήρωσης της προβλεπόμενης από την τελευταία διάταξη πενταετούς παραγραφής των από αδικοπραξία αξιώσεων, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης. Συνακόλουθα, έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο, από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 εδ.β’ ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι διάδικοι, κατά το παρόν στάδιο της μετ’ αναίρεση εκδίκασης των δύο εφέσεων, επανέρχονται στη δικονομική κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση που αναιρέθηκε και πρέπει η υπόθεση να ερευνηθεί μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (άρθρα 579 και 581 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), λαμβανομένου υπόψη ότι το εμπρόθεσμο της έφεσης δεν συνιστά χωριστό αντικείμενο δίκης και συνέχεται αναγκαίως με την απόφαση που αναιρέθηκε, μεταβιβάζεται δε ως προς αυτό μετά την αναίρεση στο εφετείο. Στη προκειμένη περίπτωση οι ένδικες εφέσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 §§ 1, 2, 511, 513 § 1 στοιχ. β΄, 516 § 1, 517 και 518 § 2 ΚΠολΔ, πριν από κάθε επίδοση και εντός των νομίμων χρονικών ορίων από τη δημοσίευση της ανωτέρω οριστικής (και τελειωτικής για τη δίκη στον πρώτο βαθμό) απόφασης (ΑΠ 7/2003, Δνη 44/482, ΤριμΕφΑθ. 566/2019, ΜονΕφΠειρ. 353/2021, πρώτη δημοσίευση αμφοτέρων σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών [ΤΝΠ] ΝΟΜΟΣ, Κ. Μακρίδου, Έφεση κατά οριστικών και τελειωτικών αποφάσεων επί σωρεύσεως και συνεκδικάσεως αγωγών, σε Δνη 2006/979 επομ.). Επομένως, εφόσον παραδεκτώς φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011) και κατατέθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. όσον αφορά την Α΄ έφεση το με αριθμό …………. ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και την από 13.7.2021 έγγραφη εξοφλητική απόδειξη της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..» και όσον αφορά τη Β΄ έφεση το με αριθμό ………… ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και την από 22.2.2022 έγγραφη εξοφλητική απόδειξη της αυτής ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, πρέπει, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31, 246 και 524 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ, οι ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία.
Με τον υπό στοιχείο Στ λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες – εναγόμενοι διατείνονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέριψε την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση τους περί παραγραφής των αξιώσεων του εφεσιβλήτου – ενάγοντος κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 289 παρ.6 ΚΙΝΔ. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος δεδομένου ότι προσκρούει στο δεδικασμένο της με αριθμό 1519/2025 αμετάκλητης αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε επί του περιεχομένου της συγκεκριμένης ενστάσεως και απέρριψε αυτή με την προαναφερθείσα αιτιολογία.
Η απόφαση, που αναστέλλει τη δίκη, είτε κατά το άρθρο 249 είτε κατά το άρθρο 250 του ΚΠολΔ, είναι μη οριστική και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, η δε επαναλαμβανόμενη μετά την αναστολή συζήτηση θεωρείται συνέχεια της αρχικής, κατ’ άρθρο 254 παρ. 1 εδ. γ’ του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται αναλογικά, και επομένως δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε η εκ νέου επίκληση των αποδεικτικών μέσων ή η επανυποβολή των ισχυρισμών, κατ’ άρθρο 240 του ΚΠολΔ, αλλά οι έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν αρχικά, κατά τη συζήτηση επί της οποίας διατάχθηκε η αναβολή, αρκούν και ισχύουν για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ενώ ο διάδικος που παρίσταται νομίμως σε ένα από τα δύο στάδια, είτε κατά την αρχική, είτε κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, και απουσιάζει από το άλλο, θεωρείται παρών και δικάζεται κατ’ αντιμωλία, κατ’ άρθρο 280 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ, με συνέπεια, λόγω αυτής της δικονομικής του θέσης, να μην απαιτείται ο ορισμός παραβόλου ερημοδικίας (ΕφΑθ 320/2019 ΝΟΜΟΣ, Χαρ. Απαλαγάκη – Στ. Σταματόπουλος, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842 & 4855/2021, τομ. Ι, άρθρο 249, σελ. 975, Χρ. Τριανταφυλλίδη/Π. Ρεντούλη, σε Χαρ. Απαλαγάκη, ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τομ. Ι, άρθρο 249, αριθ. 6, σελ. 741, Κ. Μακρίδου, σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, τομ. Ι, άρθρο 249, παρ. 13, σελ. 525). Με τον υπό στοιχείο Ζ λόγο έφεσης οι εκκαλούντες – εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 237 ΚΠολΔ απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως δικονομική ένσταση τους περί απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής με τη κλήση που κατατέθηκε για την περαιτέρω συζήτηση αυτής μετά την έκδοση της 4540/2018 εν μέρει οριστικής απόφασης δυνάμει της οποίας ανεστάλη η εκδίκαση της αγωγής κατά τη διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ για το λόγο ότι δεν χορηγήθηκε στους διαδίκους προθεσμία 100 ημερών από την κατάθεση της κλήσεως για την κατάθεση των προτάσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Πλην, όμως ο λόγος αυτός της έφεσης με το πιο πάνω περιεχόμενο πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσιαν αβάσιμος δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη, η συζήτηση που επισπεύσθηκε με κλήση και επαναλαμβάνεται μετά την αναστολή κατ’ άρθρο 250 του ΚΠολΔ, θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης, αρχικής συζήτησης, κατ’ άρθρο 254 παρ. 1 εδ. γ’ του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται αναλογικά, οπότε και η εκκαλούμενη η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τη σχετική ένσταση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνησθείσες νομικές διατάξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο Δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη. Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου Δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 1106/2018, ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1420/2015). Από την επανεκτίμηση των υπ’ αριθμ. …./28-11-2017, …./28-11-2017, …./28-11- 2017, …./22-12-2017, …./22-12-2017 και …./22-12-2017 ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που ελήφθησαν με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ. …/23-11-2017, …./23-11-2017, …/18-12-2017 και …/18-12-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……..), των υπ’ αριθμ. …/07-12-2017, …/07-12-2017 και …/07-12-2017 ενόρκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …….. με επιμέλεια των εναγομένων κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. …..-12- 2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείου Αθηνών …….), επιπλέον των προσκομιζομένων το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ενόρκων βεβαιώσεων και δη της υπ’ αριθ. …/2022 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς που λήφθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος – ενάγοντος κατόπιν προηγούμενης κλήτευσης των αντιδίκων του (βλ. …./16.5.2022 και …. Στ/15.5.2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………, των με αριθμούς …./2022 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου …… ….. και της από 7.1.2026 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ….., που ελήφθησαν με επιμέλεια των εκκαλούντων – εναγόμενων, οι οποίες παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ. 3, όπως έχει τροποποιηθεί από 1η.1.2022 δυνάμει των άρθρων 22 και 120 Ν. 4842/2021, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων ορίζεται «Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από των τριών (3) για κάθε διάδικο και δύο (2) για την αντίκρουση, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας». Επιπλέον σε σχέση με τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός του εκκαλούντος ενάγοντος ως προς τη λήψη υπ’ όψιν των υπ’ αριθ. …/-, …./- & …../7.12.2017 ενόρκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν με επιμέλεια των εναγομένων συνιστάμενος το μεν στη λήψη αυτών από συμβολαιογράφο ο οποίος διατηρεί γραφείο στην Αθήνα, ήτοι σε τόπο διαφορετικό τόσο από την έδρα του Δικαστηρίου της εκκρεμοδικίας της αγωγής (Πειραιάς),όσο και της κατοικίας των ενόρκως καταθεσάντων των ενόρκως καταθεσάντων ως προς τις δυο πρώτες από αυτές που είναι η Δημοτική ενότητα Παπάγου για τον πρώτο και η κοινότητα Αναβύσσου του Δήμου Σαρωνικού για τον δεύτερο πρέπει να απορριφθεί ως κατ΄ουσίαν αβάσιμος δεδομένου ότι μετά την ισχύ του Ν. 4842/2021, όπου με τη διάταξη του άρθρου 116 παρ.1 περ. β το νέο άρθρο 424 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν εμπίπτουν στις περιοριστικά απαριθμούμενες στο νόμο περιπτώσεις, στις οποίες δεν συγκαταλέγονται οι προαναφερόμενες πλημμέλειες, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, β) ως προς την …./2017 ένορκη βεβαίωση του ενόρκως βεβαιώσαντος ……., ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μολονότι φέρει την ιδιότητα του δικηγόρου Αθηνών και παραστάθηκε με την ιδιότητα του αυτή ως συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου εναγομένου κατά την λήψη της προανακριτικής απολογίας του, εντούτοις κατέθεσε ως μάρτυρας για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 400 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί το μεν ως απαράδεκτος καθώς δεν προβλήθηκε σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 403 παρ.2 ΚΠολΔ πριν την όρκιση του, το δε αβάσιμος καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 400 ΚΠολΔ δεν καθίσταται αυτοδικαίως εξαιρετέος και δεν δεσμεύεται από το καθήκον εχεμύθειας στο μέτρο που δεν το απαγορεύει εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο. Σε κάθε περίπτωση από την ανάγνωση της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης προκύπτει ότι ανωτέρω καταθέσας αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά που ο ίδιος εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζει και δεν εμπίπτουν επομένως στο κύκλο των όσων του εμπιστεύθηκε ο πρώτος εναγόμενος, γ) ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί απαραδέκτου της λήψης της ……/2017 ένορκης βεβαίωσης σε χρόνο διαφορετικό από τον αναφερόμενο στη σχετική κλήση – γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, ήτοι την 14:15 αντί της αναφερόμενης 14:00 δεν καθιστά την ένορκη εξέταση απαράδεκτη δεδομένου ότι η καθυστέρηση της λήψης αυτής για χρονικό διάστημα 15 λεπτών της ώρας από την ορισθείσα ώρα έναρξης κρίνεται εύλογη χωρίς να παραβλάπτεται το κύρος αυτής από την καθυστέρηση (ΟλΑΠ 20/2024) και δ) ο προβαλλόμενος περί απαραδέκτου ισχυρισμός της με αριθμό 5047/2017 ένορκης βεβαίωσης του ενόρκως καταθέσαντος …………., αλβανικής καταγωγής συνιστάμενος στο ότι η συμβολαιογράφος που έλαβε την επίδικη ένορκη κατάθεση μολονότι καταχώρησε τη δήλωση του τελευταίου ότι καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα, εντούτοις η άνω συμβολαιογράφος ενόψει της φύσεως της καταθέσεως ως έγγραφης δεν βεβαίωσε, ως όφειλε, ότι γνωρίζει και να διαβάζει την ελληνική γλώσσα, πρέπει να απορριφθεί ως κα’ ουσίαν αβάσιμος δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας ένορκης βεβαίωσης πριν το κλείσιμο αυτής η ίδια συμβολαιογράφος ανέγνωσε το κείμενο της κατάθεσης δυνατά και καθαρά, οπότε και ακολούθησε η υπογραφή αυτής από τα συμπράξαντα μέρη, οπότε και δεν τίθεται θέμα σχετικά με το κύρος τα ένδικης ένορκης βεβαίωσης. Ακολούθως από τη συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων καθώς και των εγγράφων που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα (άρθρο 339 σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ), για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθμ. …../30-11-2017 τεχνική έκθεση του …………., ναυπηγού μηχανολόγου – μηχανικού, η οποία εκπονήθηκε μετά από αίτημα των εναγομένων, [σημειώνοντας ότι ο εκκαλών – ενάγων στις προτάσεις ενώπιον του παρόντος βαθμού που δικάζει μετ’ αναίρεση τις συνεκδικαζόμενες δύο εφέσεις των διαδίκων, περιλαμβάνει, αυτολεξεί, τις προτάσεις και την προσθήκη-αντίκρουση της συζητήσεως των δύο εφέσεων κατά το στάδιο της προς της αναιρέσεως συζήτησης αυτών από το παρόν Δικαστήριο, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου του και κατά τον τρόπο αυτό έχουν καταστεί ενιαίες προτάσεις, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εφεσίβλητων – εναγομένων που προβλήθηκε το πρώτον με τη προσθήκη – αντίκρουση των προτάσεων της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου], αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 21η.8.2015 και περί ώρα 17:00 ο ενάγων έπλεε με ιστιοσανίδα (windsurf) στη θαλάσσια περιοχή του όρμου Αναβύσσου, πλησίον της δυτικής βραχώδους ακτής και σε μικρή απόσταση από τις εγκαταστάσεις του ………….., περιοχή ιδιαιτέρως γνωστή για τη συστηματική δραστηριοποίηση μεγάλου αριθμού χρηστών ιστιοσανίδων, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες και υπό ευνοϊκές ανεμολογικές συνθήκες. Κατά τον ίδιο χρόνο, το υπ’ αριθμ. ΤΠΦ ….. ταχύπλοο σκάφος τύπου REGAL 1800, ιδιοκτησίας των πρώτης και δεύτερου των εναγομένων και κυβερνώμενο από τον πρώτο εξ αυτών, επέστρεφε από το νησί Αρσίδα με κατεύθυνση προς τη γλίστρα στα Κόκκινα Αναβύσσου, προκειμένου να ανελκυστεί. Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, επικρατούσε ηλιοφάνεια, η ορατότητα ήταν ανεμπόδιστη, ενώ έπνεε βόρειος – βορειοανατολικός άνεμος εντάσεως 4 έως 5 μποφόρ, ήτοι άνεμος απολύτως κατάλληλος για την ανάπτυξη ταχύτητας από ιστιοσανίδες και γενικότερα για την άσκηση του αθλήματος του windsurf. Η κατάσταση της θάλασσας ήταν ομαλή χωρίς έντονο κυματισμό και ο θαλάσσιος χώρος παρουσίαζε αυξημένη κίνηση από χρήστες ιστιοσανίδων, γεγονός γνωστό τόσο στον ενάγοντα ως αθλούμενο όσο και στον πρώτο εναγόμενο ως κυβερνήτη ταχυπλόου που προσέγγιζε την περιοχή της γλίστρας και του ………. Ακολούθως, ο ενάγων εκινείτο με δεξήνεμη πορεία, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα συμβατή με τις επικρατούσες ανεμολογικές συνθήκες, ενώ το ταχύπλοο σκάφος ακολουθούσε πορεία από νότο προς βορρά, παράλληλα περίπου προς τη δυτική ακτή, κατευθυνόμενο προς το σημείο ανέλκυσης. Οι πορείες των δύο θαλάσσιων μέσων τέμνονταν υπό σχεδόν κάθετη γωνία, όπου ο μεν ενάγων έπλεε με ιστιοσανίδα, ήτοι με ιστιοκίνητο μέσο του οποίου η πρόωση εξαρτάται αποκλειστικά από την ένταση και τη διεύθυνση του ανέμου, ο δε πρώτος εναγόμενος κυβερνούσε μηχανοκίνητο ταχύπλοο σκάφος με αυξημένη δυνατότητα μεταβολής πορείας και άμεσου ελιγμού, οπότε ως προς αυτόν εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 18 περ. (iv) των Διεθνών Κανονισμών Αποφυγής Συγκρούσεων στη Θάλασσα (ΔΚΑΣ), η οποία επιφορτίζει αυτόν με αυξημένες υποχρεώσεις επιμελούς οδήγησης καθώς το μηχανοκίνητο πλοίο εν πλω υποχρεούται να απομακρύνεται από την πορεία ιστιοφόρου πλοίου. Επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή καθιερώνει ιδιαίτερη υποχρέωση επιμέλειας και πρόνοιας του κυβερνήτη του μηχανοκίνητου μέσου, ακριβώς διότι αυτός διαθέτει αυξημένη ευχέρεια χειρισμών και δυνατότητα ασφαλέστερης αποφυγής επικίνδυνων προσεγγίσεων σε σχέση με το ιστιοκίνητο μέσο, του οποίου η δυνατότητα άμεσης μεταβολής πορείας είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη. Παρά ταύτα, κατά την προσέγγιση των δύο μέσων, το ταχύπλοο εισήλθε στον θαλάσσιο χώρο όπου έπλεε ο ενάγων, χωρίς να διατηρεί ασφαλή απόσταση από τις κινούμενες ιστιοσανίδες και χωρίς να έχει προσαρμόσει επαρκώς την ταχύτητά του στις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής. Υπό τα δεδομένα αυτά η εμπρόσθια μύτη της ιστιοσανίδας προσέκρουσε με σφοδρότητα στο δεξιό πρόσθιο τμήμα της γάστρας του ταχυπλόου σκάφους, με αποτέλεσμα ο ενάγων να εκτιναχθεί και να πέσει στη θάλασσα και να υποστεί σοβαρές σωματικές κακώσεις, κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα. Πλέον συγκεκριμένα, η σύγκρουση έλαβε χώρα σε μικρή απόσταση από τη δυτική ακτή και ειδικότερα σε θαλάσσιο χώρο όπου, λόγω της γειτνίασης με το ………….. και της συστηματικής παρουσίας ιστιοσανίδων, όπου απαιτείται ιδιαιτέρως αυξημένη επιμέλεια εκ μέρους των κυβερνητών μηχανοκίνητων σκαφών. Εξάλλου. Επιπλέον οι επικρατούσες συνθήκες ηλιοφάνειας και καθαρής ορατότητας καθιστούσαν απολύτως εφικτή την έγκαιρη αντίληψη της πορείας της ιστιοσανίδας, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιτήρηση και πρόνοια κατά τον χειρισμό του ταχυπλόου σκάφους του, ούτε διατήρησε ασφαλή ταχύτητα προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής ώστε να αποφύγει το ένδικο ατύχημα μολονότι επρόκειτο για θαλάσσιο χώρο αυξημένης δραστηριότητας windsurf, γεγονός το οποίο γνώριζε, καθόσον κατευθυνόταν προς τη γλίστρα των Κόκκινων Αναβύσσου, πλησίον του ……………. Παρόλα αυτά, ο πρώτος εναγόμενος δεν αξιολόγησε προσηκόντως την πορεία της ιστιοσανίδας του ενάγοντος, ώστε να μειώσει ουσιωδώς ταχύτητα ή να μεταβάλει εγκαίρως την πορεία του σκάφους του και να απομακρυνθεί με ασφάλεια από το ιστιοκίνητο μέσο, όπως όφειλε, αλλ’ αντιθέτως, εισήλθε στον θαλάσσιο χώρο κίνησης των ιστιοσανίδων αναπτύσσοντας ταχύτητα μη συμβατή με τις περιστάσεις, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η ασφαλής αποφυγή της σύγκρουσης. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά ευθεία παραβίαση της ιδιαίτερης υποχρέωσης επιμέλειας που υπείχε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 περ. (iv) ΔΚΑΣ, ως κυβερνήτης μηχανοκίνητου σκάφους έναντι ιστιοκίνητου μέσου. Εξάλλου, από τις φωτογραφίες που ελήφθησαν αμέσως μετά το συμβάν από το Λιμενικό Σώμα, σε συνδυασμό με την από 30-11-2017 τεχνική έκθεση του ναυπηγού μηχανολόγου μηχανικού …………….., από τη θέση του ίχνους πρόσκρουσης επί της γάστρας του ταχυπλόου, από τη μορφή και την έκταση των ζημιών της ιστιοσανίδας, αλλά και από την όλη δυναμική της σύγκρουσης, αποδείχθηκε ότι το ταχύπλοο σκάφος κατά τον χρόνο της πρόσκρουσης δεν εκινείτο με την εξαιρετικά χαμηλή ταχύτητα που επικαλούνται οι εναγόμενοι, ούτε βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση ακινητοποίησης προς ανέλκυση καθώς το ίχνος της πρόσκρουσης εντοπίστηκε επί του ανώτερου τμήματος της δεξιάς πρόσθιας πλευράς του σκάφους και όχι χαμηλά, πλησίον της ισάλου γραμμής, όπως θα αναμενόταν εάν το σκάφος έπλεε με ταχύτητα τριών περίπου κόμβων και με βυθισμένη γάστρα. Αντιθέτως, η θέση της πρόσκρουσης καταδεικνύει ότι η πλώρη του ταχυπλόου ήταν ανασηκωμένη λόγω ανάπτυξης σημαντικής ταχύτητας, με αποτέλεσμα μέρος της γάστρας να βρίσκεται εκτός της επιφάνειας της θάλασσας. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τις σοβαρές ζημιές που υπέστη η ιστιοσανίδα, οι οποίες δεν συνάδουν με ήπια επαφή με σχεδόν κινητοποιημένο σκάφος, αλλά με σύγκρουση σημαντικής έντασης. Επιπλέον, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο πρώτος εξ αυτών, μόλις αντιλήφθηκε τον ενάγοντα να κατευθύνεται προς την πορεία του σκάφους, έθεσε αμέσως τη μηχανή στο νεκρό και επιχείρησε να ακινητοποιήσει το ταχύπλοο, χωρίς όμως να διαθέτει επαρκή χρόνο αντίδρασης λόγω του αιφνιδιαστικού, κατά τους ισχυρισμούς τους, τρόπου εμφάνισης του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός διότι, όπως επιβεβαιώνεται τόσο από τις προαναφερόμενες φωτογραφίες και την τεχνική έκθεση όσο και από τις ένορκες καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων ………. και ………….., αφενός η ίδια η αναφορά των εναγομένων ότι αντιλήφθηκαν τον ενάγοντα σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων, πρόλαβαν να αντιδράσουν λεκτικά, να φωνάξουν προς αυτόν και να θέσουν τη μηχανή στο νεκρό, καταδεικνύει ότι υπήρχε ικανό χρονικό διάστημα διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού, αποκλειομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού περί αιφνίδιας και αναπότρεπτης σύγκρουσης, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών πλήρους ηλιοφάνειας και ανεμπόδιστης ορατότητας, σε θαλάσσιο χώρο γνωστό για την πυκνή παρουσία ιστιοσανίδων. Επίσης, απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το σκάφος τους εκινείτο με εξαιρετικά μικρή ταχύτητα και με ανασηκωμένη προπέλα λόγω επικείμενης ανέλκυσης καθώς αντίκειται στα αντικειμενικά τεχνικά δεδομένα της σύγκρουσης, όπου εάν πράγματι το ταχύπλοο έπλεε σχεδόν ακινητοποιημένο, η ιστιοσανίδα δεν θα ήταν δυνατόν να προσκρούσει στο ανώτερο τμήμα της δεξιάς πλευράς της γάστρας, αλλά χαμηλά, πλησίον της ισάλου γραμμής. Επίσης, η ένταση των φθορών που προκλήθηκαν στην εμπρόσθια μύτη της ιστιοσανίδας, η παραμόρφωση αυτής και η δυναμική της πρόσκρουσης δεν συμβιβάζονται με ήπια σύγκρουση με σκάφος βραδείας κίνησης καθώς τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι το ταχύπλοο είχε αναπτύξει σημαντική ταχύτητα, μη συμβατή με τις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής και με την αυξημένη υποχρέωση πρόνοιας που βάρυνε τον κυβερνήτη του. Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να αποφύγει ευχερώς τη σύγκρουση είτε μεταβάλλοντας την πορεία του είτε εγκαταλείποντας το πανί και πέφτοντας στη θάλασσα. Ωστόσο, η αιτίαση αυτή ερείδεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι ο ενάγων είχε επαρκή χρόνο και πλήρη δυνατότητα αντίδρασης, πλην όμως από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις προέκυψε ότι η επικίνδυνη προσέγγιση του ταχυπλόου εξελίχθηκε σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ η αυξημένη ταχύτητα του σκάφους περιόρισε ουσιωδώς τα περιθώρια ασφαλούς αντίδρασης του ενάγοντος. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος συνδεόμενη αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα ή ότι παρέλειψε να προβεί σε ενδεδειγμένο χειρισμό αποφυγής της σύγκρουσης καθώς αποδείχθηκε ότι αυτός εκινείτο εντός του συνήθους θαλάσσιου χώρου δραστηριότητας ιστιοσανίδων, με πορεία συμβατή προς τις επικρατούσες ανεμολογικές συνθήκες και χωρίς να έχει αντικειμενικά τη δυνατότητα ασφαλούς αποφυγής του ταχυπλόου, το οποίο εισήλθε αιφνιδιαστικά στην πορεία του αναπτύσσοντας ταχύτητα μη συμβατή με τις περιστάσεις. Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων όφειλε να αποφύγει το ταχύπλοο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 ΔΚΑΣ δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με την εφαρμοστέα διάταξη των ΔΚΑΣ και ιδίως του άρθρου 18 περ. (iv), η υποχρέωση απομάκρυνσης από την πορεία του ιστιοφόρου βάρυνε το μηχανοκίνητο σκάφος και όχι την ιστιοσανίδα του ενάγοντος. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία εκτιμώνται σε συνδυασμό μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, κυβερνήτης του υπ’ αριθμ. ΤΠΦ ……. ταχυπλόου σκάφους, ο οποίος, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 3, 15, 16, 17 και ιδίως 18 περ. (iv) ΔΚΑΣ δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, δεν διατήρησε ασφαλή ταχύτητα και δεν απομακρύνθηκε εγκαίρως από την πορεία της ιστιοσανίδας του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να επέλθει η επίδικη σύγκρουση και ο τραυματισμός του τελευταίου, η δε δεύτερη εναγομένη ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον πρώτον από αυτούς κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΚΙΝΔ ως συνιδιοκτήτρια του ζημιογόνου σκάφους. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων – εναγομένων σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης ων ίδιων ως άνω διαδίκων πρέπει να απορριφθεί. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι, αμέσως μετά τη σφοδρή σύγκρουση της ιστιοσανίδας του ενάγοντος με το ταχύπλοο σκάφος των εναγομένων, ο πρώτος εκτινάχθηκε στη θάλασσα και υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο δεξί κάτω άκρο. Ειδικότερα, βρέθηκε εντός της θάλασσας σε κατάσταση σωματικής εξάντλησης και έντονου πανικού, κρατώντας την ιστιοσανίδα του, αδυνατώντας να κινητοποιήσει φυσιολογικά το δεξί του πόδι, ενώ έφερε ανοικτό τραύμα στο δεξί γόνατο με έντονη αιμορραγία και σφοδρούς πόνους. Μετά ταύτα, ο πρώτος εναγόμενος, με τη συνδρομή των λοιπών επιβαινόντων, ανέσυρε τον ενάγοντα επί του ταχυπλόου, διαδικασία ιδιαίτερα δυσχερή λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του και της αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει το δεξί κάτω άκρο. Στη συνέχεια, το ταχύπλοο κατευθύνθηκε προς τη γλίστρα ανέλκυσης στην περιοχή των Κόκκινων Αναβύσσου, όπου ειδοποιήθηκαν το Λιμενικό Σώμα και το ΕΚΑΒ, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς ο ενάγων παρέμενε σε εμφανώς επιβαρυμένη κατάσταση, υποφέροντας από έντονους πόνους και αδυναμία κίνησης. Με την άφιξη στη γλίστρα, ο ενάγων μεταφέρθηκε με τη βοήθεια παρευρισκόμενων στην παραλία στο ασθενοφόρο που κατέφθασε στην και ακολούθως διακομίστηκε επειγόντως στο Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας. Εκεί διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα επιγονατίδας δεξιού γόνατος, εκτεταμένες κακώσεις μαλακών μορίων και ανοικτό τραύμα υψηλού κινδύνου λοιμώξεως, για τον λόγο δε αυτό υποβλήθηκε άμεσα σε χειρουργική επέμβαση και παρέμεινε νοσηλευόμενος επί σειρά ημερών, ακολουθώντας στη συνέχεια μακρά και επώδυνη περίοδο αποκατάστασης με φυσικοθεραπείες και επανειλημμένες ιατρικές πράξεις. Ειδικότερα, μετά τη διακομιδή του στο Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας, ο ενάγων υποβλήθηκε άμεσα σε κλινικό, ακτινολογικό και εργαστηριακό έλεγχο, από τον οποίο διαπιστώθηκε ότι έφερε συντριπτικό κάταγμα επιγονατίδας δεξιού γόνατος μετά εκτεταμένης ρήξεως των πέριξ μαλακών μορίων και ανοικτό τραύμα της πρόσθιας επιφάνειας της άρθρωσης. Τα ανωτέρω βεβαιώνονται τόσο από το δελτίο επειγόντων περιστατικών όσο και από τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις και το εξιτήριο του ανωτέρω νοσοκομείου, τα οποία νομίμως προσκομίζονται και επικαλούνται οι διάδικοι. Λόγω της σοβαρότητας των κακώσεων και του αυξημένου κινδύνου λοιμώξεως, κρίθηκε αναγκαία η άμεση χειρουργική αντιμετώπιση του τραυματισμού του και ο ενάγων υπεβλήθη αυθημερόν σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση καθαρισμού του ανοικτού τραύματος, ανάταξης του κατάγματος και οστεοσύνθεσης της επιγονατίδας με τοποθέτηση μεταλλικών υλικών. Μετά την επέμβαση παρέμεινε νοσηλευόμενος επί αρκετές ημέρες, λαμβάνοντας ενδοφλέβια αντιβιοτική και αναλγητική αγωγή, ενώ υποβαλλόταν σε συνεχείς αλλαγές τραύματος και ιατρική παρακολούθηση λόγω της βαρύτητας της κάκωσης. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ο ενάγων παρέμεινε για χρονικό διάστημα πλέον των τριών μηνών σε καθεστώς ουσιαστικής ακινησίας και αποχής από κάθε επαγγελματική και αθλητική δραστηριότητα, φέροντας ειδικό νάρθηκα ακινητοποίησης και βαδίζοντας αρχικά μόνο με τη χρήση βοηθημάτων. Κατά το διάστημα αυτό υποβαλλόταν σε συστηματική φαρμακευτική αγωγή, τακτικές ορθοπεδικές επανεξετάσεις και εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπειών προς αποκατάσταση της κινητικότητας του δεξιού γόνατος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φυσικοθεραπευτικές γνωματεύσεις και ιατρικές βεβαιώσεις. Παρά ταύτα, συνέχισε να παρουσιάζει επίμονο άλγος, δυσκαμψία της άρθρωσης και σημαντικό περιορισμό της κάμψης του γόνατος, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί, μετά την πάροδο περίπου ενός έτους από το ατύχημα, δεύτερη χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης και τη βελτίωση της λειτουργικότητας της άρθρωσης. Η συνολική περίοδος αποκατάστασης της υγείας του ενάγοντος διήρκεσε περισσότερο από δύο έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων υποβαλλόταν σε συνεχείς ιατρικές επανεκτιμήσεις, φυσικοθεραπείες και φαρμακευτική αγωγή, χωρίς πάντως να επιτευχθεί πλήρης επαναφορά της κινητικότητας του δεξιού κάτω άκρου. Ειδικότερα, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της θεραπευτικής διαδικασίας, εξακολουθούσε να εμφανίζει δυσχέρεια στη βάδιση, άλγος κατά την κόπωση και αδυναμία πλήρους επανόδου στις αθλητικές δραστηριότητες που ασκούσε πριν από το ατύχημα, γεγονός που επηρέασε ουσιωδώς την καθημερινή, επαγγελματική και κοινωνική του ζωή. Ακολούθως σε σχέση με τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια περί αποκατάστασης της θετικής και αποθετικής ζημίας του ενάγοντος αλλά και της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, κατά το μέτρο που έχουν εκκληθεί από τις συνεκδικαζόμενες δύο εφέσεις και μεταβιβάζονται στο παρόν Δικαστήριο ια εκ νέου κρίση, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο ενάγων με την αγωγή του ζητεί την καταβολή κονδυλίου διαφυγόντων εισοδημάτων και μισθοδοσίας προσωπικού, συνολικού ποσού 5.950,84 ευρώ για το λόγο ότι αναγκάστηκε να αναθέσει μέρος των επαγγελματικών του υποχρεώσεων σε τρίτο πρόσωπο, οπότε και το ποσό αυτό αντιστοιχεί στη μισθοδοσία αυτού κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας του από την επιχείρηση εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής, ήτοι από 1.9.2015 έως 18.8.2017. Επί του κονδυλίου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο ενάγων, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2015 έως 31.10.2015 αδυνατούσε να μετακινηθεί αυτοδυνάμως και υποχρεώθηκε σε αποχή από την εργασία του, η οποία συνίστατο στην λειτουργία επιχείρησης πώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής. Για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης του υποχρεώθηκε στη πρόσληψη του ωρομίσθιου μισθωτού ………… με μισθό 146,52 ευρώ μηνιαίως πλέον εργοδοτικών και εργατικών εισφορών από ευρώ 212,53 ευρώ μηνιαίως. Ο εν λόγω μισθωτός προσλήφθηκε την 1.9.2015 με ωράριο ημερήσιας απασχόλησης από 10:00 πμ έως 12:00. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εργασία του άνω μισθωτού ήταν αναγκαία για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών, ήτοι μέχρι τον Απρίλιο 2016 όταν ο ενάγων υποβλήθηκε σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, οπότε και περατώθηκε η χειρουργική αντιμετώπιση του τραύματός του. Κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 1700,24 ευρώ (8 μήνες Χ 212,53 ευρω), απορριπτομένου του υπολοίπου ποσού των 4.250, 60 ευρώ που αντιστοιχεί στη καταβολή μισθοδοσίας πέραν του οκταμήνου , ως αβάσιμου κατ’ ουσίαν. Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη ορθά εκτίμησε τις α αποδείξει και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πλήρως το σύνολο της επικαλούμενης οικονομικής ζημίας ούτε η έκταση των διαφυγόντων κερδών στο ύψος που ζητούσε ο ενάγων, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων – εκκαλών με τον σχετικό λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα με την επισήμανση ότι οι επικαλούμενες μετεγχειρητικές ιατρικές πράξεις για την ολική εξάλειψη των δυσχερειών πλήρους και αυτοδύναμης κίνησης του ενάγοντος έλαβαν χώρα προς βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης της υγείας του, χωρίς αυτές να αναιρούν την δυνατότητα απασχόλησης του στο χώρο της επιχείρησής του στην οποία μπορούσε ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός λόγος της έφεσης των εκκαλούντων – εναγομένων, οι οποίοι βάλλουν κατά του ίδιου ως άνω κονδυλίου, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Επιπλέον ο εκκαλών – ενάγων με σχετικό λόγο έφεσης διατείνεται ότι η εκκαλούμενη κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής από ευρώ 599 που αφορούσε την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη από την καταστροφή του ρολογιού ναυσιπλοΐας του που έλαβε χώρα κατά το επίδικο ατύχημα. Ειδικότερα, η εκκαλούμενη απέρριψε τούτο ως αόριστο με την αιτιολογία ότι δεν γίνεται μνεία στην αγωγή του χρόνου αγοράς αυτού και της ύπαρξη αποδεικτικού στοιχείου κτήσης αυτού από τον πωλητή. Ο ενάγων με τον σχετικό λόγο έφεσης επιχειρεί το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να συμπληρώσει τα ελλείποντα κατά την εκκαλουμένη στοιχεία της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι το ρολόι αγοράστηκε τον Φεβρουάριο 2015 από την εταιρεία με την επωνυμία ………….., του οποίου η αξία προκύπτει από την ανηρτημένη στο διαδίκτυο ιστοσελίδα της εταιρείας. Πλην όμως, με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων επιχειρεί να μεταβάλλει απαραδέκτως την ιστορική βάση της αγωγής με την προσθήκη νέων πραγματικών περιστατικών που κατατείνουν στη συμπλήρωση του ορισμένου του αιτούμενου αγωγικού κονδυλίου γεγονός το οποίο αντιτίθεται στη διάταξη του άρθρου 526 ΚΠολΔ, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος ως αβάσιμου κατ΄ουσίαν. Επίσης ο εκκαλών – ενάγων με έτερο λόγο έφεσης διατείνεται ότι η εκκαλουμένη κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε ως αβάσιμο κατ΄ουσίαν το αγωγικό κονδύλιο που αφορούσε την καταβολή ειδικού κονδυλίου δαπάνης βελτιωμένης διατροφής επί 10 μήνες, κατά 10 ευρώ ημερησίως, συνολικού ύψους 3.000 ευρώ, το οποίο συνίστατο στην ανάγκη του για την ταχύτερη αποκατάσταση του κατάγματος που υπέστη , κατόπιν συστάσεως των θεραπόντων ιατρών, οι οποίοι έκριναν ότι ήταν επιβεβλημένη η λήψη πέραν της συνήθους, ειδικής βελτιωμένης διατροφής, ήτοι τροφών πλουσίων σε βιταμίνες, σίδηρο και πρωτεΐνες. Πλην, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των συστάσεων των θεραπόντων ιατρών του ενάγοντα συγκαταλέγεται και η λήψη ειδικής βελτιωμένης τροφής, αφού δεν προσκομίσθηκε κάποια σχετική ιατρική γνωμάτευση για την αναγκαιότητα της λήψης βελτιωμένης τροφής κατά το στάδιο της πλήρους αποθεραπείας του. Άλλωστε, οι τροφές στις οποίες αναφέρεται ο ενάγων (ψάρι, κρέας, κοτόπουλο, γαλακτοκομικά προϊόντα) συνιστούν τροφές, οι οποίες, σύμφωνα με τις διατροφικές συνήθειες που έχουν πλέον καθιερωθεί, περιλαμβάνονται στο διαιτολόγιο ενός μέσου ανθρώπου της ηλικίας του ενάγοντος δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν αθλητής και είχε ως εκ τούτου πλήρη γνώση της ανάγκης λήψης μιας πλήρους διατροφής, προκειμένου να είναι σε θέση να επιτυγχάνει ικανοποιητικές επιδόσεις. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών – ενάγων με τον σχετικό λόγο έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ “Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης”. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017). Στη προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, υπέστη βαρύτατο τραυματισμό της δεξιάς επιγονατίδας με συντριπτικό ανοικτό κάταγμα 3ου βαθμού, εκτεταμένη απώλεια μαλακών μορίων, σοβαρή καταστροφή του εκτατικού μηχανισμού του γόνατος και διαρκείς επιπλοκές, οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις, πολυήμερη νοσηλεία, μακροχρόνια λήψη ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής, αντιβιώσεις, φυσικοθεραπείες και διαρκή ιατρική παρακολούθηση. Ο ενάγων παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα κλινήρης και ανίκανος προς αυτοεξυπηρέτηση, έχοντας ανάγκη συνεχούς βοήθειας τρίτων ακόμη και για στοιχειώδεις καθημερινές λειτουργίες, ενώ υπέστη αφόρητους πόνους, έντονη ψυχική ταλαιπωρία και διαρκή αγωνία ως προς την πορεία της υγείας του και την αποκατάσταση της κινητικότητάς του. Οι δε επιπτώσεις του τραυματισμού δεν περιορίστηκαν σε πρόσκαιρη σωματική βλάβη, αλλά επηρέασαν συνολικά την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, καθόσον στερήθηκε τη δυνατότητα άσκησης των επαγγελματικών και αθλητικών δραστηριοτήτων που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς του, ενώ ακόμη και μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα, υπολειπόμενη δυσκαμψία, αδυναμία πλήρους κάμψης του γόνατος και συνεχή φόβο επιδείνωσης της κατάστασής του. Επιπλέον πρέπει να συνεκτιμηθούν οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, καθώς ο ενάγων τραυματίστηκε αιφνιδίως και βίαια μέσα στη θάλασσα, παρασύρθηκε από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, βρέθηκε σε κατάσταση πανικού και αδυναμίας αντίδρασης, ενώ υπήρξε πραγματικός κίνδυνος απώλειας της ζωής του λόγω της φύσης του τραυματισμού και της αιμορραγίας που υπέστη. Η εμπειρία αυτή προκάλεσε σε αυτόν ισχυρό ψυχικό κλονισμό, διαρκές αίσθημα ανασφάλειας και μετατραυματική ψυχική επιβάρυνση, η οποία εξακολουθεί να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα. Επίσης συνεκτιμάται ότι ο ενάγων βρισκόταν σε παραγωγική και ιδιαίτερα ενεργή ηλικία, με έντονη επαγγελματική και αθλητική δραστηριότητα, η οποία ανετράπη βίαια και αιφνιδίως εξαιτίας του τραυματισμού του. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το επιδικαζόμενο ποσό των 30.000 ευρώ δεν κρίνεται υπερβολικό, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες – εναγόμενοι με το σχετικό λόγο της έφεσής τους δεδομένου ότι το χρηματικό αυτό ποσό ανταποκρίνεται απολύτως στη βαρύτητα της προσβολής της σωματικής ακεραιότητας του ενάγοντος. Η επίκληση από τους εναγομένους μικρότερου ποσού παραγνωρίζει πλήρως το είδος του τραυματισμού, τη διάρκεια της νοσηλείας και αποκατάστασης, την πολλαπλότητα των χειρουργικών επεμβάσεων, τις μόνιμες ή μακροχρόνιες συνέπειες στην κινητικότητα του ενάγοντος, καθώς και την έκταση της ψυχικής του δοκιμασίας. Αντιθέτως, η επιδίκαση αισθητά χαμηλότερης χρηματικής ικανοποίησης θα παραβίαζε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας και θα οδηγούσε σε προφανή δυσαναλογία μεταξύ της βαρύτητας της προσβολής και της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας. Παράλληλα, με σχετικό λόγο έφεσης ο εκκαλών – ενάγων, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διώκει την αύξηση της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αιτούμενος για την αιτία αυτή την καταβολή του ποσού των 14500 ευρώ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ΄ουσίαν αβάσιμος καθώς το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο επιδικάστηκε στον ενάγοντα πρωτοβαθμίως ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, είναι εύλογο, δίκαιο και ανάλογο προς τη βαρύτητα της προσβολής που υπέστη, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο αποκατάστασης της ηθικής βλάβης του ενάγοντος ούτε οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό αυτού, αλλά αντιθέτως ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες που επέφερε το ατύχημα στη σωματική ακεραιότητα, την ψυχική υγεία και εν γένει στην καθημερινή ζωή του. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε το ανωτέρω ποσό, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα διατείνονται άπαντες οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους των εφέσεών τους πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα καθώς το επιδικασθέν ποσό των 30.000 ευρώ κρίνεται απολύτως εύλογο, δίκαιο και ανάλογο προς την έκταση της βλάβης που υπέστη ο ενάγων και δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, το Εφετείο, εφόσον υποβληθεί στο Δικαστήριο αυτό κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση της έφεσης με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του διατάσσει με την απόφαση του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον εκκαλούντα προς τον εφεσίβλητο – αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2001). Όμως ο εκκαλών δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, επιτρέπεται η απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσης, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση, όχι με βάση την απόφαση αυτή, αλλά με βάση τον νόμο (άρθρο 932 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών – ενάγων υπέβαλε με τις προτάσεις του αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας δευτεροβάθμιας απόφασης με αριθμό 424/2023 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου επικαλούμενος ότι, σε εκτέλεση αυτών, αναγκάστηκε να καταβάλει στους εφεσίβλητους – εναγόμενους α) τα ποσά των 5.000 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας , που επιδικάστηκε σε βάρος του και β) το ποσό των 1.286,40 ευρώ για έξοδα επιδόσεως και αμοιβής επιταγής για εκτέλεση και έξοδα αντιγράφου α΄απογράφου εκτελεστού. Επιπλέον αναφέρει ότι σε βάρος του επισπεύσθηκε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεση, όπου συνολικά επιβαρύνθηκε μαζί με την έρευνα της τράπεζας και τις προμήθειες της το ποσό των 7.087,50 ευρώ, ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω αναιρετικής απόφασης οι αντίδικοι του επέστρεψαν σε αυτόν το ποσό των 5.00 ευρώ και μετά ταύτα εξακολουθούν να του οφείλουν το υπόλοιπο ποσό των 1.286,40 ευρώ το οποίο και πρέπει να του επιστρέψουν. Η αίτηση αυτή, η οποία υποβάλλεται παραδεκτώς με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπροθέσμως ο εκκαλών – ενάγων στο παρόν μετ’ αναίρεση στάδιο της συζήτησης των υπό κρίση συνεκδικαζομένων δύο εφέσεων δεν είναι νόμιμο, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη, το ανωτέρω χρηματικό ποσό δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι και των δύο εφέσεων προς έρευνα, πρέπει αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της εκατέρωθεν νίκης και ήττας εκάστου εξ αυτών, κατόπιν του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η κατάπτωση των κατατεθέντων από τους εκκαλούντες παραβόλων άσκησης έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδιάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 22.2.2022 [ΚΑΚ/ΕΑΚ ………. Πρωτ] και από 14.7.2021 [ΓΑΚ/ΕΑΚ……./2021 Πρωτ] δύο εφέσεις.
Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.
Απορρίπτει αμφότερες τις εφέσεις κατ΄ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων από τους εκκαλούντες παραβόλων που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη και των δύο εφέσεων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, την 21η Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ