ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 370/2026
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη-Εισηγητή και Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της Καλούσας- Εκκαλούσας- Ενάγουσας : Της εταιρείας με την επωνυμία «………….», με καταστατική έδρα στη ……. της Λιβερίας (………..) και γραφεία αφενός στη ……… της Κύπρου (επί της ……….) και αφετέρου στην ………. Αττικής (οδός …………, που παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Αλέξανδρου Ελευθερίου (A.M. Δ.Σ.Α. ….), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α ……/19-11-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α.- άρθρο 61 Ν. 4194/2013).
Της Καθ’ ης η Κλήση- Εφεσίβλητης –Εναγόμενης : Της εταιρείας με την επωνυμία «………», με έδρα στον Καναδά (……………) και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Πάρι Καραμήτσου (A.M.Δ.Σ.Α. ….), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α …../19-11-2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α.- άρθρο 61 Ν. 4194/ 2013) (Δικηγορική Εταιρεία «ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ-ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ-ΤΑΤΑΓΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (Δ.Σ.Α. ……).
Η ενάγουσα εταιρεία άσκησε σε βάρος της εταιρείας, με την επωνυμία «………..» και της εταιρείας με την επωνυμία «……….» ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 04/12/2014 αγωγή της, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……/2014 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …../2014.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 552/2018 (οριστική) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα Εταιρεία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 15.03.2018 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) ……./2018 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …./2018 και στη συνέχεια στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …../2018 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……./2018.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 61/2020 (οριστική) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αφού έκανε δεκτή αυτή και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία, κράτησε και δίκασε την ένδικη υπόθεση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτής, απορρίπτοντας και τις τρεις αγωγικές βάσεις της ένδικης αγωγής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.
Στη συνέχεια, κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα εταιρεία άσκησε την από 06/09/2021 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1889/2024 (οριστική) απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή αυτή και αναιρέθηκε αυτή, μόνον κατά την πρώτη επικουρική βάση της ήτοι, αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης (2ης) εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης στην προκείμενη δίκη, ενώ κρίθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς την εταιρεία «……………..», ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν επέδωσε την αίτηση αναίρεσής της στην εν λόγω εταιρεία.
Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την από 10/03/2025 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …../11-03-2025 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …./11-03-20252025, δικάσιμος δε ορίστηκε αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων.
Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις απόψεις τους και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αγωγή και οι έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι «αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο Δικαστήριο ισοβάθμιο και ομοειδές με εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση, που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και, επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 493/2011 Νόμος, ΑΠ 1220/2007 Δνη 49. 1625, ΑΠ 975/2000 Δνη 42. 81). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα, που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα, του τυχόν χαρακτηρισμού της, από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως ολικής (ΑΠ 1308/2004 Δνη 46. 84, ΑΠ 1833/2001 Νόμος). Επομένως, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (Εφ. Θεσ 2518/2000 Αρμ 2001. 46). Εάν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια, που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 479/2009 Νόμος, ΑΠ 707/2008 ΝοΒ 56. 2190). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη, ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου, με την απόφασή του αποφαίνεται το Δικαστήριο της παραπομπής. (Α.Π. 472/2022 Δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Το τελευταίο δεσμεύεται μόνον ως προς νομικό ζήτημα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004 Δ 35. 1171) και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις – εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση – από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004 Δ 35. 804). Αν η απόφαση, που αναιρέθηκε, είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 Δνη 41. 51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ 2003. 145). Επομένως, κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης (έφεσης) μπορούν να υποβληθούν νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα Δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (Α.Π. 472/2022, ΑΠ 1595/2018, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 894/2015, ΑΠ 1145/2015) με τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 529 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1388/2013, ΑΠ 918/2013), η δε κρίση του Εφετείου σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 269 του ΚΠολΔ δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του Εφετείου είναι απαράδεκτη αν δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις, που προβλέπονται στη διάταξη αυτή, θεωρούνται νέα πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν προβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και ο νομικός αυτών χαρακτηρισμός και η υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, που γίνεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 1308/2004 ΕλλΔνη 46. 84, ΑΠ 1717/2002 ΕλλΔνη 44.1563, ΑΠ 975/2000 ΕλλΔνη 42.81, ΑΠ 659/1988 ΕλλΔνη 30.310, ΑΠ 1279/1983 Δ 15.421, ΑΠ 1042/1975 ΝοΒ 24.387).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την από 04/12/2014 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./ (Ε.Α.Κ.Δ.) …./2014 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «……………..» ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος της εταιρείας, με την επωνυμία «…………» και της εταιρείας με την επωνυμία «…………….», η ενάγουσα εκθέτει ότι αυτή δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα του εφοδιασμού πλοίων με καύσιμα με συμβάσεις, που συνάπτει είτε απευθείας με τους πλοιοκτήτες, εφοπλιστές ή ναυλωτές αυτών είτε με ανεξάρτητους ενδιάμεσους εμπόρους. Ότι μεταξύ των ενδιάμεσων εμπόρων με τους οποίους συνεργάζονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν και ο όμιλος εταιριών “……………”, στον οποίο ανήκε πληθώρα εταιριών με έδρα σε διάφορα κράτη, μεταξύ των οποίων και η εταιρία “………..”, που εδρεύει στο ……….. της Μεγάλης Βρετανίας. Ότι κατά το μήνα Οκτώβριο 2014 καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας σύμβαση πώλησης εννιακοσίων (900) μετρικών τόνων καυσίμων, με τους ακόλουθους όρους και συμφωνίες: (α) ότι τα πωληθέντα καύσιμα (πετρελαίου τύπου Fuel Oil 380) ήταν παραδοτέα στο Βανκούβερ του Καναδά και συγκεκριμένα στο πλοίο “M/V KP”, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 19 και 23.10.2014, (β) ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 504,50 δολαρίων ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο και ήταν πληρωτέο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημέρες από την παράδοση των καυσίμων, (γ) ότι μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του τιμήματος η πωλήτρια εταιρεία διατηρούσε το δικαίωμα κυριότητας επί της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων και ο ενδιάμεσος έμπορος δεν είχε το δικαίωμα να πωλήσει, επιβαρύνει, ενεχυριάσει, απαλλοτριώσει ή παραδώσει την ποσότητα αυτή σε οιονδήποτε τρίτο, (δ) ότι η παράδοση της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων στο συγκεκριμένο πλοίο γίνεται με τον όρο ότι η απαίτηση της πωλήτριας εταιρείας από το πιστωμένο τίμημα θα ασκείται και κατά του πλοίου ως βάρος αυτού ή κατά των υπευθύνων για τις απορρέουσες υποχρεώσεις από την εκμετάλλευση και διαχείριση αυτού, (ε) ότι η αποδοχή της παραγγελίας και η παράδοση της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων στο ως άνω πλοίο έγινε με τον όρο και την προϋπόθεση ότι οι πλοιοκτήτες ή διαχειριστές ή οι εκμεταλλευόμενοι με οποιονδήποτε τρόπο ή οι ναυλωτές του θα παράσχουν κατά την παράδοση εγγυοδοσία προς την πωλήτρια, με την οποία θα αναλάμβαναν την αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση να εξοφλήσουν το οφειλόμενο τίμημα σε περίπτωση, που δεν κατέβαλε αυτό ο ενδιάμεσος έμπορος, (στ) ότι η συνομολογηθείσα μεταξύ αυτής και του ενδιάμεσου εμπόρου σύμβαση πώλησης διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, και (ζ) ότι όλες οι διαφορές, που θα αναφύονταν από την εν λόγω σύμβαση πώλησης θα υπάγονται στα Δικαστήρια του Πειραιώς. Ότι σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης πώλησης, παρέδωσε αυτή στον λιμένα Βανκούβερ του Καναδά την 22.10.2014 στο πλοίο “M/V KP” 900 μετρικούς τόνους πετρελαίου, οι οποίοι και παρελήφθησαν από τον πλοίαρχο του πλοίου, ο οποίος υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής καυσίμων, ενεργώντας αφενός μεν για την πλοιοκτήτρια, ήτοι την πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία «……………..», αφετέρου δε για την ναυλώτρια, ήτοι τη δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία. Ότι στην απόδειξη αυτή αναφέρεται ρητά ότι οι πλοιοκτήτες ή οι εκμεταλλευόμενοι με οποιονδήποτε τρόπο ή οι ναυλωτές του πλοίου είναι από κοινού και καθένας χωριστά υπεύθυνοι για την πληρωμή όλων των καυσίμων που παραδόθηκαν και μέχρι την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού του τιμολογίου και ότι η κυριότητα αυτών παραμένει στον προμηθευτή. Ότι τη δήλωση αυτή των εναγομένων, που περιέχεται στην άνω απόδειξη αποδέχθηκε αυτή (η ενάγουσα) και εξέδωσε το υπ’ αριθ. V ……/31-10-2014 τιμολόγιο, σε χρέωση τόσο των εναγόμενων εταιρειών όσο και του ενδιάμεσου εμπόρου, με βάση δε αυτό το τιμολόγιο το οφειλόμενο τίμημα για την πωληθείσα και παραδοθείσα στο ως άνω πλοίο ποσότητα καυσίμων ανήλθε στο συνολικό χρηματικό ποσό των (900 μετρικοί τόνοι Χ 504,50 δολάρια Η.Π.Α. ανά μετρικό τόνο = 454.050 δολάρια ΗΠΑ + 9.000 δολάρια Η.Π.Α. το κόστος του εφοδιαστικού πλοίου) 463.050 δολαρίων Η.Π.Α. και ήταν καταβλητέο την 21.11.2014. Ότι έτσι συνομολογήθηκε η προβλεπόμενη από την επίμαχη σύμβαση πώλησης μεταξύ αυτής και του ενδιάμεσου εμπόρου σύμβαση εγγυοδοσίας μεταξύ αυτής και των εναγομένων, με την οποία οι εναγόμενες ανέλαβαν την αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση να της καταβάλουν το άνω οφειλόμενο ποσό των 463.050 δολαρίων ΗΠΑ, σε περίπτωση, που δεν το κατέβαλε ο ενδιάμεσος έμπορος εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δηλαδή το αργότερο μέχρι την 21.11.2014. Ότι κατόπιν των παραπάνω και δεδομένου ότι το οφειλόμενο με βάση το άνω τιμολόγιο χρηματικό ποσό δεν έχει εξοφληθεί μέσα στη συνομολογηθείσα προθεσμία, ευθύνονται οι εναγόμενες εταιρεία να της καταβάλουν το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, πλην όμως αυτές παρά τις οχλήσεις της αρνούνται να εξοφλήσουν το τίμημα της παραληφθείσας ποσότητας καυσίμων. Ότι, σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενες εταιρείες τελούσαν σε γνώση του γεγονότος ότι η κυριότητα των καυσίμων παραμένει στην ίδια μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του τιμήματος και ότι η γενόμενη παράδοση της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων τελούσε με τον όρο και την προϋπόθεση ότι θα αναλάμβαναν αυτές την αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση να εξοφλήσουν το τίμημα της παραληφθείσας από το ως άνω πλοίο ποσότητας καυσίμων και συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν ευθύνονται για την καταβολή του τιμήματος, αυτές δεν απέκτησαν την κυριότητα, αλλά ούτε και την απλή κατοχή της συγκεκριμένης ποσότητας των καυσίμων και επομένως δεν είχαν εξουσία όχι μόνο να αναμίξουν ή να καταναλώσουν, αλλά ούτε και να κατέχουν την ποσότητα αυτή. Ότι συνεπώς με την άνω προβαλλόμενη εκδοχή, οι εναγόμενες εταιρείες, πλοιοκτήτρια και ναυλώτρια αντίστοιχα του πλοίου, με την ανάμιξη ή κατανάλωση της ποσότητας αυτής προς ίδιον όφελος, την οποία παρανόμως κατείχαν και την κυριότητα της οποίας ουδέποτε απέκτησαν, διέπραξαν αδικοπραξία, από την οποία υπέστη αυτή ζημία ανερχόμενη τουλάχιστον στο χρηματικό ποσό του συνομολογηθέντος τιμήματος των 463.050 δολαρίων Η.Π.Α., όση δηλαδή ήταν η αξία των υγρών καυσίμων, υφιστάμενη ισόποση περιουσιακή ζημία, που δεν αποκαταστάθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ότι, διαφορετικά, οι εναγόμενες εταιρίες με την ανάμιξη ή με την κατανάλωση της παραδοθείσας στο πλοίο “M/V KP” ποσότητας καυσίμων, την οποία παρανόμως κατείχαν και της οποίας την κυριότητα ουδέποτε απέκτησαν, κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερες σε βάρος της, η οποία είχε διατηρήσει και ήταν κυρία της ποσότητας αυτής των υγρών καυσίμων. Ότι κατ’ αυτό τον τρόπο με την άνω προβαλλόμενη εκδοχή, οι εναγόμενες έγιναν αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας της και πάντως επί ζημία της και επομένως υποχρεούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ., 1059 και 1063 ΑΚ, να αποδώσουν την ωφέλεια, η οποία ανέρχεται στο προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 463.050 δολαρίων Η.Π.Α. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες εταιρείες οφείλουν να της καταβάλουν σε ολόκληρο η κάθε μία από αυτές, κυρίως μεν με βάση την ενδοσυμβατική τους ευθύνη από την επικαλούμενη καταρτισθείσα σύμβαση εγγυοδοσίας, διαφορετικά και επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 και επ. Α.Κ. και 375 του Ποινικού Κώδικα, ενεχόμενες αδικοπρακτικά, και επικουρικότερα με βάση τις διατάξεις σχετικά με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το χρηματικό ποσό των 463.050,00 δολαρίων Η.Π.Α. ή το αντίστοιχο σε ευρώ ποσό με την τιμή ισοτιμίας δολαρίων Η.Π.Α./Ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής, διαφορετικά κατά την ημέρα της συζητήσεως της αγωγής και σε κάθε περίπτωση κατά την ημέρα ασκήσεως της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 552/2018 (οριστική) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών Δικαστηρίων επί της ένδικης διαφοράς. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα εταιρεία άσκησε την από 15.03.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 61/2020 (οριστική) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή αυτή (έφεση) και ως ουσία βάσιμη, αφού κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή λόγω ρήτρας παρεκτάσεως υπέρ των Δικαστηρίων Πειραιώς. Κατόπιν αυτού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η ένδικη αγωγή και εν τέλει απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της και ειδικότερα ως μη νόμιμη ως προς την πρώτη (1η) επικουρική βάση της, που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια (ενδοσυμβατική) βάση της, η οποία κρίθηκε ότι θεμελιώνεται σε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, καθώς και ως προς τη δεύτερη (2η) επικουρική (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) βάση της. Ακολούθως, κατ’ αυτής της αποφάσεως ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως από την ενάγουσα εταιρεία, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1.889/2024 (οριστική) απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού δέχθηκε τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της, αναίρεσε την άνω προσβληθείσα απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου 914 ΑΚ και συγκεκριμένα ως προς τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής αναφορικά με τον υπολογισμό της ζημίας, ως στοιχείο της έναντι της ενάγουσας-εκκαλούσας εταιρείας αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης-εφεσίβλητης εταιρείας, καθώς το Εφετείο Πειραιώς εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 291, 297, 298, 299, 330, 914 Α.Κ., 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 και 1 του Ν. 2842/ 2000, με το να δεχθεί ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας, που προσδιορίζουν τη ζημία της εκκαλούσας εταιρείας ως προς το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης, εφόσον αυτή ζητείται με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων (δολαρίου ΗΠΑ και Ευρώ) κατά το χρόνο πληρωμής διαφορετικά της συζήτησης άλλως της άσκησης της αγωγής, δεδομένου ότι δεν έχει λάβει χώρα αποκατάσταση της ζημίας και ως εκ τούτου στην ένδικη αγωγή ορθά επιχειρείται ο υπολογισμός της ζημίας με βάση την αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της ένδικης αγωγής. Κατόπιν τούτου, ο Άρειος Πάγος παρέπεμψε την ένδικη υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που, ως Δικαστήριο της παραπομπής, εκδικάζει πλέον την προαναφερόμενη έφεση της ενάγουσας εταιρείας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μέσα στα όρια, που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Μετά ταύτα, νόμιμα εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 15.03.2018 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …../ (Ε.Α.Κ.Δ.) ……/2018. έφεση της ενάγουσας εταιρείας, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 §§ 1, 2, 511, 513 § 1 στοιχ. β, 516 § 1, 517 και 518 § 2 ΚΠολΔ, καθώς δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης και από τη δημοσίευσή της έως την κατάθεση της εφέσεως δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών. Επομένως, εφόσον παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011) και κατατέθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. το με αριθμό ……….. 95805140028 ηλεκτρονικό παράβολο και την αντίστοιχη απόδειξη πληρωμής του που εκδόθηκαν από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών), η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία στα όρια, που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, ήτοι ως προς το μέρος που αφορά την πρώτη (1η) κατά σειρά επικουρική βάση της αγωγής, τη σχετική με την επικαλούμενη αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης (2ης) εναγόμενης.
(ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ιδίου ως άνω κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (είτε από δόλο είτε από αμελεία), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, όπως ισχύει από την 01-07-2019 και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 87 Ν. 4855/2021 (ως προς την απειλούμενη ποινή): “1.Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή..”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαίρεσης απαιτείται: (α) ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στο δράστη, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό με την υποχρέωση να τα αποδώσει όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο, (β) η κατοχή του κινητού πράγματος να έχει περιέλθει στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, δηλαδή πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), με την οποία αυτός εκδηλώνει την πρόθεσή του να ενσωματώσει το ξένο πράγμα στην ιδιοκτησία του, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς σχετικό δικαίωμα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, (δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαίρεσης, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενέργειας ή παράλειψης, η οποία καταδεικνύει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, όπως με την άρνηση απόδοσης του πράγματος στον ιδιοκτήμονα, χρόνος δε τέλεσης του εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος αυτής της ενεργείας, δηλαδή ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος.
Με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο και το αγωγικό αίτημα της αναγνώρισης της υποχρέωσης της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας το αντίστοιχο σε ευρώ χρηματικό ποσό (των 463.050,00 δολαρίων Η.Π.Α. με την τιμή ισοτιμίας δολαρίων Η.Π. Α./Ευρώ κατά την ημέρα της συζήτησης της αγωγής, η κρινόμενη αγωγή αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 18 ΚΠολΔ και 51 παρ. 3Α του Ν. 2172/1993, λόγω του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς), το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 του Κανονισμού ΒρΙ και 91-92 Κ.Πολ.Δ, κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 1-465 ΚΠολΔ.), είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, καθώς στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 291, 297, 298, 299, 330, 914 ΑΚ, 6 παρ.1 του Ν. 5422/1932 και 1 του Ν. 2842/2000 176 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση (κατά το μέρος που αφορά την πρώτη (1) επικουρική βάση της αγωγής, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας) και κατόπιν να ερευνηθεί η αγωγή κατά το ίδιο μέρος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την κατάθεση της …….., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια της ενάγουσας εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ, και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκτιμώμενη ανάλογα με τις γνώσεις και το βαθμό αξιοπιστίας της, από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους νόμιμα, (Ολ. ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/ 2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω έγγραφα να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα υπόλοιπα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/2005, δημοσιευμένες αμφότερες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών) είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ. Πολ.Δ, (ΑΠ 154/1992, ΕλλΔνη 33-814, ΑΠ 796/1983, ΕλλΔνη 1983. 1398, ΕφΑθ 9440/1986, ΕλλΔνη 1986, 869), από την υπ’ αριθμόν …………/2015 ένορκη βεβαίωση του ……….. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς …….., μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, και συγκεκριμένα του πληρεξουσίου δικηγόρου και κατ’ άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ αντικλήτου της ………., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν …………./30.10.2015 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………., που επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία, ως επισπεύδουσα τη συγκεκριμένη διαδικαστική ενέργεια της λήψης ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ., σταθμιζόμενη κατά το μέτρο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας του, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέτρο, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) {Ν. Παισίδου: Τα δικαστικά τεκμήρια, 1991, σελ. 230 κα σημ. 86, πρβλ. Στ. Κουσούλη στην Ερμηνεία Κ. Πολ.Δ. Κεραμέως/ Κονδύλη/ Νίκα, Ι (2000) άρθρο 231, αριθ. 5), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρία, με την επωνυμία «……………» (ενάγουσα) δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της εμπορίας ναυτιλιακών καυσίμων και μέσω του δικτύου των σταθμών εφοδιασμού, που διατηρεί σε λιμένες ανά την υφήλιο προμηθεύει με καύσιμα πλοία με συμβάσεις, που συνάπτει είτε απευθείας με τους πλοιοκτήτες ή τους εφοπλιστές ή και τους ναυλωτές αυτών είτε με ενδιάμεσους εμπόρους, οι οποίοι προμηθεύονται τα καύσιμα προς μεταπώλησή τους στο δικό τους όνομα και με σκοπό το κέρδος στους εκμεταλλευόμενους τα πλοία. Κατά τον κρίσιμο χρόνο η παράδοση των καυσίμων στα πλοία γινόταν από την ίδια την ενάγουσα εταιρεία, η οποία ενεργούσε τότε καθ’ υπόδειξη του ενδιάμεσου εμπόρου και με σκοπό την εκπλήρωση της δικής της ενοχής προς αυτόν αλλά και της ενοχής εκείνου προς τον τελικό αγοραστή των καυσίμων. Μεταξύ άλλων τέτοιων εμπόρων η ενάγουσα εταιρεία διατηρούσε μακροχρόνια συνεργασία και με τον όμιλο εταιριών …………., στον οποίο ανήκε πληθώρα εταιριών με έδρα σε διάφορα κράτη. Η αγγλική εταιρία του ομίλου ήταν η ………. με έδρα το ………….. της Μεγάλης Βρετανίας. Προκειμένου να επιρρίψει τους κινδύνους της μη εξοφλήσεώς της από τους ενδιάμεσους εμπόρους η ενάγουσα εταιρεία τηρούσε εμπορική πρακτική συνιστάμενη στη χρήση στις συναλλαγές της με αυτούς γενικών όρων, κατά τους οποίους κάθε παράδοση καυσίμων τελούσε με τους όρους παρακράτησης, αφενός της κυριότητας της πωλούμενης ποσότητας από την ίδια (φυσικό προμηθευτή της) και αναλήψεως, αφετέρου, ιδίας και αυτοτελούς ευθύνης για την αποπληρωμή του τιμήματός της εκ μέρους του τελικού αγοραστή και καταναλωτή των καυσίμων. Για το σκοπό αυτό η ενάγουσα εταιρεία είχε περιλάβει στις έγγραφες αποδείξεις παραδόσεως των καυσίμων, τις οποίες η ίδια εξέδιδε, έντυπη προδιατυπωμένη ρήτρα, κατά την οποία “οι πλοιοκτήτες ή/και οι εκμεταλλευόμενοι ή/και οι ναυλωτές του πλοίου είναι από κοινού και έκαστος κεχωρισμένως υπεύθυνοι για την πληρωμή όλων των καυσίμων που παραδόθηκαν με αυτήν και μέχρις της αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού του τιμολογίου για αυτά. Η κυριότητα των καυσίμων αυτών παραμένει στους προμηθευτές”. Έτσι, με την υπογραφή της αποδείξεως από τον εκμεταλλευόμενο το πλοίο, στο οποίο γινόταν η παράδοση ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο (λ.χ. από τον πλοίαρχο, που έχει κατά το εφαρμοστέο εν προκειμένω ελληνικό δίκαιο γενική εκ του νόμου εξουσιοδότηση ή από άλλον εφοδιασμένο με ειδική εξουσιοδότηση), επερχόταν συμβατική ανάληψη της υποχρέωσης για την αποπληρωμή του τιμήματος της εκάστοτε πωλήσεως από την πλευρά του τελικού αγοραστή, ευθυνόμενου σε ολόκληρο έναντι του φυσικού προμηθευτή (της ενάγουσας) με τον ενδιάμεσο έμπορο (αρχικό αγοραστή), μολονότι αυτός ο τελευταίος ήταν ο μόνος αντισυμβαλλόμενός της στη σύμβαση πωλήσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρεία «……….» (πρώτη (1η) εναγόμενη) υπήρξε κατά το έτος 2014, εξακολουθούσε δε και κατά το χρόνο συζητήσεως της ένδικης εφέσεως να είναι πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Νήσων Μάρσαλ φορτηγού πλοίου μεταφοράς χύδην φορτίου M/V KP, κόρων ολικής χωρητικότητας 33042, κόρων καθαρής χωρητικότητας …………, με αριθμό ΙΜΟ …….. (βλ. και την καταχώρηση στον ιστότοπο «…………..»). Τη διαχείριση του πλοίου αυτού η πλοιοκτήτρια είχε αναθέσει στην εταιρία «…………..» με έδρα στον Παναμά και νόμιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 στον Πειραιά, για λογαριασμό της οποίας εργάζεται ο εξετασθείς με επιμέλεια της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας μάρτυς, απασχολούμενος αυτός στο τμήμα εμπορικής διαχείρισης (operation department) πλοίων της πλοιοκτήτριας εταιρείας, από το οποίο εκτελούνταν και οι παραγγελίες για τις πετρελεύσεις των πλοίων, όσες φορές αυτά δεν ήταν χρονοναυλωμένα. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι με το από 30.09.2014 χρονοναυλοσύμφωνο η πλοιοκτήτρια (και πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία) εκναύλωσε το παραπάνω πλοίο για τη διενέργεια ενός πλου στη δεύτερη (2η) εναγόμενη, αλλοδαπή (=καναδική) εταιρία, που έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας το εμπόριο ποτάσας. Για τη σύναψη της συμβάσεως αυτής έγινε χρήση του εντύπου ναυλοσυμφώνου του αμερικανικού δημοσίου NYPE, κατά το οποίο το κόστος προμήθειας της καύσιμης ύλης του πλοίου βαρύνει το ναυλωτή και όχι τον πλοιοκτήτη. Το εν λόγω ναυλοσύμφωνο προέβλεπε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η ναύλωση συμφωνήθηκε για ένα ταξίδι (χωρίς περιορισμό ως προς τη διάρκειά του) από ασφαλείς λιμένες στη Βόρεια Αμερική σε ασφαλείς λιμένες στην Άπω Ανατολή ή στην Νοτιοανατολική Ασία ή στην ανατολική ακτή της Ινδίας ή του Μπαγκλαντές, που θα καθορίζονταν από την τελευταία εταιρεία, προκειμένου το πλοίο να μεταφέρει χύδην φορτίο ποτάσας. (β) Ο ημερήσιος ναύλος ορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 11.500 Δολαρίων Η.Π.Α. (γ) Το πλοίο θα παραδιδόταν στη δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία μεταξύ 01.10.2014 και ώρα 00:01 και 03.10.2014 και ώρα 24:00. (δ) Κατά τη διάρκεια της ναύλωσης η τελευταία εταιρεία θα κατέβαλλε τα έξοδα κατανάλωσης καυσίμων του πλοίου. (ε) Η ναυλώτρια εταιρεία δεν θα επέτρεπε να επιβαρυνθεί το πλοίο με οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα ή βάρος, το οποίο θα μπορούσε να έχει προνομιακό χαρακτήρα και να ικανοποιηθεί κατά προτεραιότητα σε σχέση με τα συμφέροντα της πλοιοκτήτριας εταιρείας «……………» στο πλοίο. Από την επισκόπηση του συγκεκριμένου ναυλοσυμφώνου προκύπτει ότι η ναυλώτρια εταιρεία έχει την ευθύνη και τη μέριμνα για τον εφοδιασμό του πλοίου με καύσιμα, με αποτέλεσμα ο ναυλωτής μόνον (και όχι ο πλοιοκτήτης) να συνάπτει τις συμφωνίες για τις πετρελεύσεις των πλοίων, να κλείνει τις τιμές, στις οποίες αγοράζει τα καύσιμα και να πληρώνει το τίμημα των καυσίμων, ενώ κάθε φορά, που συμφωνεί να εκτελεστεί μία πετρέλευση σε λιμάνι ενημερώνει για το γεγονός αυτό τον πλοίαρχο του πλοίου, ο οποίος με τη σειρά του ενημερώνει σχετικά τον πρώτο (1ο) μηχανικό του πλοίου, έτσι ώστε να ληφθούν τα αναγκαία προπαρασκευαστικά μέτρα για την παράδοση των καυσίμων, η οποία θα πραγματοποιείτο για λογαριασμό της ναυλώτριας εταιρείας. Έτσι, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο είτε γεννήσεως ευθύνης σε βάρος της πλοιοκτήτριας είτε δημιουργίας ναυτικού προνομίου (Lien) σε βάρος του πλοίου από τη μη αποπληρωμή των καυσίμων, που ο χρονοναυλωτής προμηθευόταν για την κίνησή του, η διαχειρίστρια του πλοίου M/V KP είχε παράσχει οδηγίες στον πλοίαρχο του πλοίου ………. να κάνει μνεία του ότι τα καύσιμα παραλαμβάνονται για λογαριασμό του ναυλωτή και ότι υπεύθυνος για την αποπληρωμή του τιμήματός τους είναι μόνον αυτός με τη θέση σφραγίδας στην εκδιδόμενη κάθε φορά απόδειξη παραλαβής καυσίμων. Σε περίπτωση δε αρνήσεως του παραδίδοντος εκπροσώπου του φυσικού προμηθευτή να δεχθεί τη θέση της σφραγίδας, οι ίδιες οδηγίες υποδείκνυαν στον πλοίαρχο να παραδίδει στον αρνούμενο επιστολή, στην οποία θα αναγράφονται τα παραπάνω. Για τον εφοδιασμό του πλοίου με καύσιμα πριν το ταξίδι, για το οποίο χρονοναυλώθηκε, η δεύτερη (2η) εναγόμενη απευθύνθηκε σε χρόνο προγενέστερο της 17ης.10.2014 σε τρίτη – μη διάδικο στην προκείμενη δίκη εταιρία …………, από την οποία ζήτησε προσφορά για την προμήθεια εννιακοσίων μετρικών τόνων (900 μ.τ.) ναυτιλιακού πετρελαίου τύπου Fuel Oil 380 στο Βανκούβερ του Καναδά, όπου το πλοίο τότε ναυλοχούσε, κατά το χρονικό διάστημα από την 19. 10.2014 μέχρι την 23.10.2014. Την 17.10.2014 μεταξύ των παραπάνω καταρτίστηκε σύμβαση πωλήσεως της προαναφερόμενης ποσότητας καυσίμου αντί τιμήματος, που συνομολογήθηκε στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων οκτώ δολαρίων ΗΠΑ και πενήντα σεντς (508,50 $) ανά μετρικό τόνο, πλέον χρηματικού ποσού εννέα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (9.000 $), στο οποίο θα ανερχόταν η αμοιβή της φορτηγίδας, που θα παρέδιδε τα καύσιμα στο πλοίο. Το συνολικό χρηματικό ποσό ορίστηκε καταβλητέο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την παράδοση κατόπιν της αποστολής του σχετικού τιμολογίου από την πωλήτρια ………… στη δεύτερη (2η) εναγόμενη, η δε παράδοση των καυσίμων συμφωνήθηκε να γίνει στο παραπάνω πλοίο στο Βανκούβερ του Καναδά κατά το χρονικό διάστημα από 19 έως 23 Οκτωβρίου του έτους 2014. Τα παραπάνω προκύπτουν από την από 17.10.2014 επιβεβαίωση παραγγελίας πωλήσεως καυσίμων της ……………., στην οποία έχει επισυναφθεί έγγραφο με τους γενικούς όρους συναλλαγών της με τη ρητή αναφορά ότι η αγορά και η παράδοση της εν λόγω ποσότητας ναυτιλιακού πετρελαίου διέπεται από τους γενικούς όρους συναλλαγών του ομίλου εταιριών ……………, που ισχύουν για την αγορά ναυτιλιακών καυσίμων. Για την προμήθεια των καυσίμων, που θα πωλούσε στη δεύτερη (2η) εναγόμενη η ……….. συμβλήθηκε στα πλαίσια χωριστής συμβάσεως πωλήσεως με την ενάγουσα, από την οποία αγόρασε ίση με την προαναφερόμενη ποσότητα ναυτιλιακού πετρελαίου του ιδίου τύπου, αντί τιμήματος, που συμφωνήθηκε στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων τεσσάρων δολαρίων ΗΠΑ και πενήντα σεντς (504,50 $) ανά μετρικό τόνο, πλέον ποσού εννέα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (9.000 $) για τη χρήση φορτηγίδας, για την αποπληρωμή του οποίου χορηγήθηκε πίστωση τριάντα (30) ημερών από την παράδοση του καυσίμου, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει από την ενάγουσα στο παραπάνω πλοίο στο Βανκούβερ του Καναδά κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 19ης και της 23ης Οκτωβρίου του έτους 2014. Η συμφωνία αυτή καταρτίστηκε κατόπιν της από 16.10.2014 έγγραφης επιβεβαίωσης παραγγελίας της ενάγουσας, που απευθύνθηκε στην ………….. και της από 17.10.2014 έγγραφης επιβεβαίωσης παραγγελίας αγοράς της αγοράστριας, που απευθύνθηκε στην ενάγουσα εταιρεία. Στο κείμενο της από 16.10.2014 ως άνω επιβεβαίωσης, η τελευταία περιέλαβε μνεία του ότι αγοραστές θα είναι οι “M/V KP και εις ολόκληρο οι πλοιοκτήτες/ διαχειριστές/ εφοπλιστές/ναυλωτές και η ……….. Η παραλαβή και μόνον της παρούσας επιβεβαίωσης συνιστά αποδοχή της ευθύνης για πληρωμή του τιμολογίου των καυσίμων από όλους τους ανωτέρω”, ενώ επισήμανε ότι “ουδεμία σφραγίδα “NO LIEN” θα γίνεται αποδεκτή επί των αποδείξεων παραλαβής. Εάν τέτοια σφραγίδα τεθεί από τον αντιπρόσωπο του πλοίου επί της απόδειξης παραλαβής, ο κυβερνήτης του εφοδιαστικού θα εκδώσει άμεσα επιστολή διαμαρτυρίας, με την οποία θα αρνείται την εγκυρότητα της σφραγίδας αυτής”, καθώς και ότι “οι αγοραστές αναγνωρίζουν ότι δημιουργείται προνόμιο επί του πλοίου για την αξία των προϊόντων, που προμηθεύονται και ότι ο πωλητής αποβλέπει στην πίστη και την υποχρέωση του πλοίου”. Οι όροι αυτοί συμφωνήθηκαν από την …………….., η οποία όμως δεν τους περιέλαβε στη δική της επιβεβαίωση παραγγελίας, που απηύθυνε προς τη δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία. Προς εξασφάλιση της η ενάγουσα εταιρεία είχε περιλάβει στις έγγραφες αποδείξεις παραδόσεως των καυσίμων, που η ίδια εξέδιδε έντυπη προδιατυπωμένη ρήτρα, κατά την οποία “οι πλοιοκτήτες ή/και οι εκμεταλλευόμενοι ή/και οι ναυλωτές του πλοίου είναι από κοινού και έκαστος κεχωρισμένως υπεύθυνοι για την πληρωμή όλων των καυσίμων, που παραδόθηκαν με αυτήν και μέχρις της αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού του τιμολογίου για αυτά. Η κυριότητα των καυσίμων αυτών παραμένει στους προμηθευτές”. Έτσι, με την υπογραφή της αποδείξεως από τον εκμεταλλευόμενο το πλοίο, προς το οποίο γινόταν η παράδοση ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο (λ.χ. από τον πλοίαρχο, που έχει κατά το εφαρμοστέο εν προκειμένω ελληνικό δίκαιο γενική εκ του νόμου εξουσιοδότηση ή από άλλον εφοδιασμένο με ειδική εξουσιοδότηση), επερχόταν συμβατική ανάληψη της υποχρέωσης για την αποπληρωμή του τιμήματος της εκάστοτε πωλήσεως εκ μέρους του τελικού αγοραστή, ευθυνόμενου μάλιστα σε ολόκληρο έναντι του φυσικού προμηθευτή (της ενάγουσας) με τον ενδιάμεσο έμπορο (αρχικό αγοραστή), μολονότι αυτός ο τελευταίος ήταν ο μόνος αντισυμβαλλόμενός της στη σύμβαση πωλήσεως. Στη συνέχεια, η ενάγουσα εταιρεία, σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως, που είχε καταρτίσει με την ………. παρέδωσε την 22.10.2014 και στο συμφωνημένο τόπο με τη χρήση της φορτηγίδας … στο M/V KP τη συμφωνηθείσα ποσότητα των εννιακοσίων μετρικών τόνων (900 μ.τ.) ναυτιλιακού πετρελαίου τύπου Fuel Oil 380. Στην παραλαβή του καυσίμου προέβη όχι ο πλοίαρχος του M/V KP, όπως η ενάγουσα εταιρεία υποστήριζε με την ένδικη αγωγή της, αλλά ο πρώτος (1ος) μηχανικός του πλοίου ……….., ο οποίος την ίδια ημέρα (22.10.2014) υπέγραψε την εκδοθείσα από την ενάγουσα εταιρεία με αριθμό C:0790 απόδειξη παραλαβής καυσίμων και έθεσε τη σφραγίδα του πλοίου και της πλοιοκτήτριας κάτω από τους προδιατυπωμένους όρους, που είχαν τεθεί μονομερώς από την εκδότρια στην πρώτη σελίδα της απόδειξης, κατά τους οποίους “οι πλοιοκτήτες ή/και οι εκμεταλλευόμενοι ή/και οι ναυλωτές του πλοίου είναι από κοινού και έκαστος κεχωρισμένως υπεύθυνοι για την πληρωμή όλων των καυσίμων που παραδόθηκαν με αυτήν και μέχρις της αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού του τιμολογίου για αυτά. Η κυριότητα των καυσίμων αυτών παραμένει στους προμηθευτές…”. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πλοίαρχος της εφοδιαστικής φορτηγίδας ……, συμμορφούμενος προς τις εντολές της ενάγουσας εταιρείας, που τον είχε προστήσει για την παράδοση των καυσίμων, αρνήθηκε τη θέση επί της απόδειξης παραλαβής σφραγίδας με περιεχόμενο “Τα εμπορεύματα και/ή οι υπηρεσίες τα οποία δια του παρόντος αναγνωρίστηκαν, παραλήφθηκαν για και/ή έγιναν αποδεκτά και/ή παραγγέλθηκαν μόνο για λογαριασμό των κ.κ. Ναυλωτών …… του Καναδά και όχι για λογαριασμό του εν λόγω πλοίου ή των πλοιοκτητών του. Ως εκ τούτου, κανένα ναυτικό προνόμιο ή άλλη απαίτηση δεν δύναται να προκύψει από αυτό”, με αποτέλεσμα ο πλοίαρχος του πλοίου ……. . να του εγχειρίσει αυθημερόν, συμμορφούμενος προς τις οδηγίες, που είχε λάβει από τη διαχειρίστρια του πλοίου, έγγραφη επιστολή διαμαρτυρίας, στην οποία επισήμαινε ότι τα καύσιμα, που παραδόθηκαν στο πλοίο του είχαν παραγγελθεί από τη δεύτερη (2η) εναγόμενη και συνεπώς κανένα ναυτικό προνόμιο ή άλλη απαίτηση δεν μπορούσε να προκύψει σε βάρος του πλοίου του. Εξάλλου, με την υπ’ αριθμόν 61/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου – ήδη αμετάκλητα, καθώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας εταιρείας αναφορικά με την ενδοσυμβατική ευθύνη της δεύτερης (2ης) εναγόμενης εταιρείας (κύρια βάση της ένδικης αγωγής) απορρίφθηκε – ότι ο Α’ Μηχανικός του πλοίου, υπογράφοντας στην επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων, κατόπιν του ελέγχου, που διενήργησε με βάση τις συναφείς με την ειδικότητά του ιδιαίτερες γνώσεις του, πιστοποίησε μόνο ότι τα καύσιμα, που παραδόθηκαν στο πλοίο, ανταποκρίνονταν στις ποσοτικές και ποιοτικές προδιαγραφές της παραγγελίας, χωρίς εξουσία να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό της. Για την αγορά των καυσίμων η δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία είχε συμβληθεί με την εταιρία …………, έτσι ώστε αυτή, (η δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία) δεν συμβλήθηκε με την ενάγουσα εταιρεία, μη ενεχόμενη συμβατικά έναντι αυτής. Ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση τα προεστημένα αυτής όργανα να τελούν σε γνώση της προδιατυπωμένης ρήτρας επί της απόδειξης παραλαβής καυσίμων περί παρακράτησης της ιδίας κυριότητας επί της πωληθείσας ποσότητας υγρών καυσίμων. Άλλωστε, από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι σημειωτέον δεν κατέθεσαν οτιδήποτε σχετικό με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, δεν προέκυψε γνώση της δεύτερης (2ης) εναγομένης ως προς το νομικό καθεστώς της πωληθείσας ποσότητας υγρών καυσίμων, δηλαδή ότι παρέμειναν στην κυριότητα της ενάγουσας. Συνεπώς, ελλείπει το στοιχείο της γνώσης για υπαίτια προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας επί της πωληθείσας ποσότητας πετρελαίου με τη χρησιμοποίηση/ κατανάλωση ξένων υγρών καυσίμων από τη δεύτερη (2η) εναγόμενης εταιρεία, ως αναγκαίος δικαιοπαραγωγικός όρος των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του Αστικού Κώδικα. Κατόπιν τούτων, η χρησιμοποίηση/κατανάλωση της πωληθείσας ποσότητας πετρελαίου δεν ενέχει παράνομο χαρακτήρα, ενώ συγχρόνως δεν συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας της δεύτερης (2ης) εναγόμενης, με την έννοια της βούλησης πρόκλησης ζημίας στην ενάγουσα εταιρεία, που συνιστούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάφαση αδικοπρακτικής ευθύνης της, αφού δεν προέκυψε ότι η δεύτερη (2η) εναγόμενη εταιρεία ενέργησε αντίθετα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, κατ’ άρθρο 288 Α.Κ. με σκοπό την προσβολή του εννόμου αγαθού της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας, ήτοι γνώση της ως προς την αθέτηση υφιστάμενης ενοχής σχετικά με τη μη εκπλήρωση της βαρύνουσας την αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας εταιρεία ………….. για μη καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος και παρά ταύτα χρησιμοποίηση της επίδικης ποσότητας πετρελαίου προς ίδιον αυτής όφελος. Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω δεν καταφάσκεται αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτε ρης (2ης) εναγόμενης εταιρείας, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού της ενάγουσας εταιρείας, ως ουσιαστικά αβάσιμου. Κατόπιν τούτων, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά την πρώτη (1) επικουρική βάση της αγωγής, να διακρατηθεί η ένδικη υπόθεση κατά το άνω μέρος και ακολούθως η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το ίδιο μέρος. Τέλος, μέρος της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης (2ης) εναγομένης για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ενάγουσας και κατά τα λοιπά να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης, καθώς σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4842/2021 (Φ.Ε.Κ. Α 190) και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4871/2021 Φ.Ε.Κ. Α 246/10.12.2021 “Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να συμψηφίσει ένα μέρος των εξόδων, εάν, κατ` εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης.» και αυτή η διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1β του Ν. 4842/2021 ισχύει από την 1η.01.2022, και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση
-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμόν 552/2018 (οριστική) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) κατά το μέρος που αφορά την πρώτη (1) επικουρική βάση της αγωγής, ήτοι την αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης
-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση επί της από 04/12/2014 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …../ (Ε.Α.Κ.Δ.) …../2014 αγωγής της εταιρείας με την επωνυμία «……………..» κατά την πρώτη (1η) επικουρική βάση αυτής, ήτοι, της αδικοπρακτικής ευθύνης της δεύτερης (2ης) εναγό μενης.
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά το άνω μέρος
-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας μέρος της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης εναγομένης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) Ευρώ.
-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε, στον Πειραιά, την 18η Μαρτίου 2026, δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, την 21 Μαΐου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ