Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 224/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός  224/2026

ΤΟ  ΤΡΙΜΕΛΕΣ  ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Συγκροτήθηκε  από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   ………….., για να δικάσει  τις υποθέσεις  μεταξύ:

Α] Επί της από 20-11-2024 (αριθ.εκθ.καταθ…………./26-11-2024) έφεσης:

Του εκκαλούντος:  ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μακρή (ΑΜ/ΔΣΑ ….), μέλος της ΔΕ με την επωνυμία «Γιαννάτσης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ ….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της εφεσίβλητης: ……….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φωκά  (ΑΜ/ΔΣΓιαννιτσών ….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Β] Επί της από 18-12-2024 (αριθ.εκθ.καταθ…………/19-12-2024) έφεσης:

Της εκκαλούσας: …………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φωκά  (ΑΜ/ΔΣΓιαννιτσών ……….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του εφεσίβλητου: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μακρή (ΑΜ/ΔΣΑ ……), μέλος της ΔΕ με την επωνυμία «Γιαννάτσης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ …..), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας την από 28-09-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. …………./29-09-2022) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία την ως άνω αγωγή, με την  3543/2024  οριστική απόφασή του την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α] ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 20-11-2024 (αριθ.εκθ.καταθ…………../26-11-2024) έφεσή του,  η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και β] η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 18-12-2024 (αριθ.εκθ.καταθ. …………./ 19-12-2024) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας επίσης προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο,  αλλά  προκατέθεσαν  έγγραφες προτάσεις  και με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσαν ότι συμφωνούν να συζητηθούν  οι εφέσεις χωρίς να παρασταθούν.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

 Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρονται προς συζήτηση: [α] η από 20-11-2024 (αριθ.εκθ.καταθ………./26-11-2024) έφεση και [β] η από 18-12-2024 (αριθ.εκθ.καταθ. ………./ 19-12-2024) έφεση κατά της 3543/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία  (άρθρα 237 επ. του ΚΠολΔ),   την από 28-09-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. ………/29-09-2022) αγωγή,  οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α΄ σε συνδ. με άρθρο 246 του ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων.   Έχουν  ασκηθεί νομοτύπως  και εμπροθέσμως,  σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. α΄ στοιχ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.1  σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, μέσα στη τριακονθήμερη προθεσμία, που προβλέπει  το  άρθρο 518  παρ.1 εδ.α’  του  ΚΠολΔ,    εφόσον  η  εκκαλουμένη  απόφαση επιδόθηκε  στην εκκαλούσα της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως στις 22-11-2024 και η μεν υπό στοιχείο [Α]  έφεση   κατατέθηκε    στη   γραμματεία   του   εκδόσαντος   την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 26-11-2024, η δε υπό στοιχείο [β] έφεση κατατέθηκε  στη   γραμματεία   του   εκδόσαντος   την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 19-12-2024, με τη σημείωση ότι η προθεσμία της εφέσεως τρέχει και για εκείνον που επέδωσε την απόφαση, κατ’άρθρο 144 παρ.2 του ΚΠολΔ [βλ. ΑΠ 1207/1975 ΝοΒ1976.516, ΕφΑθ 1716/2004 ΝοΒ2005.94, ΕφΘεσ 898/1999 ΑρχΝομ 2000.146]. Περαιτέρω, έχει καταβληθεί από τους εκκαλούντες, για το παραδεκτό των ένδικων εφέσεων, το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμούς …./2024 και ……/2024 αντίστοιχα,  ποσού 150  ευρώ,  κατ’ άρθρο 495  παρ. 3 Α  περ. β΄ του ΚΠολΔ,  όπως το άρθρο αυτό ισχύει  μετά  την αντικατάστασή του: i]  από το άρθρο 1  άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και ιιι] από το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου, από 16-09-2024. Πρέπει, επομένως, οι ανωτέρω ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την  τακτική διαδικασία.

Στην ένδικη αγωγή ο ενάγων εξέθετε ότι η εναγόμενη είναι μητέρα της πρώην συζύγου του, με την οποία έχει έντονη αντιδικία από το έτος 2019, κυρίως για θέματα που αφορούν την επιμέλεια του κοινού ανήλικου τέκνου τους και τη ρύθμιση του δικαιώματός του επικοινωνίας με αυτό, η οποία έχει λάβει και ποινικές προεκτάσεις, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα εκεί (αγωγή). Ότι η εναγόμενη εξεταζόμενη ως μάρτυρας της αντίδικου του-πρώην συζύγου του, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά τη συζήτηση της από 03-08-2021 (αρ.εκθ.καταθ…………./2021) αγωγής του, με αίτημα τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του και δη κατά τη δικάσιμο της 10ης-11-2021, κατέθεσε ενόρκως ψευδώς, εν γνώσει του ψεύδους τους, τα ακόλουθα: α) ότι η θυγατέρα της προκειμένου να συλλάβει το τέκνο τους, «…δέχθηκε να πάρει σπέρμα από τρίτο δότη», παρουσιάζοντάς τον ως ανίκανο και κατώτερο γονέα, β) ότι «…αυτός ο άνθρωπος ζητάει την καταστροφή μας, 35 δικαστήρια… από το ένα δικαστήριο 50 χιλιάρικα, από το άλλο 20 χιλιάρικα, από το άλλο 10», ισχυρισμός απόλυτα ψευδής, καθώς ο ίδιος ζητεί την απρόσκοπτη επικοινωνία του με το τέκνο του, και όχι την καταστροφή της ίδιας (εναγόμενης) και της οικογένειάς της, ενώ κατ’αυτής (εναγόμενης) έχει ασκήσει μόνο μία αγωγή λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, γ) ότι ο λόγος χωρισμού της θυγατέρας της από τον ίδιο «…ήταν οι εξωσυζυγικές σχέσεις…», ισχυρισμός που είναι ψευδής και σκοπό είχε να τον παρουσιάσει ως ανήθικο άνθρωπο και αδιάφορο σύζυγο και πατέρα, δ) ότι αποκάλεσε το σύζυγό της, ενώπιον του τέκνου του «κολόγερο», ότι «…φτύνει τα αυτοκίνητα»,  ότι του είπε «… εγώ θα σε βάλω φυλακή…»,  ενώ  στην ίδια απηύθυνε τη φράση «…κάτω το κεφάλι και μην το σηκώσεις καθόλου, κάτω να δεις τι σε περιμένει…», τα οποία είναι απολύτως ψευδή και τα κατέθεσε με σκοπό να τον παρουσιάσει ως βίαιο και επικίνδυνο άνθρωπο και συνακόλουθα ως ακατάλληλο γονέα και ε) ότι είναι βίαιος και έχει τελέσει αξιόποινες πράξεις σε βάρος της θυγατέρας της, ειδικότερα ότι «… την χτύπησε, ξήλωσε την πόρτα και μάλιστα είχε έρθει και η αστυνομία… ο κ………… δεν πήγαινε και μετά δεν ξέρω τι έγινε, ήρθε η ομάδα Δίας, εφτά άτομα και τον πήραν και τον πήγαν μέσα…», ισχυρισμοί ψευδείς, που σκοπό είχαν να τον παρουσιάσουν ως ένα βίαιο και επικίνδυνο άτομο, ενώ εξάλλου για το ανωτέρω περιστατικό κηρύχθηκε αθώος από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών κατά τη δικάσιμο της 16ης-02-2022, η δε εναγόμενη, είχε πλήρη γνώση του ψεύδους του αφού ήταν παρούσα εντός της οικίας της, μαζί με το σύζυγο και τη θυγατέρα της κατά την 18η-07-2019, όταν έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και της πρώην συζύγου του-θυγατέρα της εναγόμενης, το οποίο η τελευταία διαστρέβλωσε εσκεμμένα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Ότι τα παραπάνω ψευδή περιστατικά, τα οποία η εναγόμενη κατέθεσε ενόρκως,  εν γνώσει του ψεύδους τους, περιήλθαν  σε γνώση αορίστου αλλά μεγάλου αριθμού προσώπων, αφού έλαβαν γνώση ο δικαστικός λειτουργός της έδρας, η γραμματέας της έδρας,  δικηγόροι, διάδικοι άλλων υποθέσεων και το κοινό που ήταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κλπ. Ότι επιπλέον, η εναγόμενη με τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς της προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς του, αφού, είτε δεν είχε ασκηθεί έγκληση εναντίον του είτε είχε ασκηθεί αλλά δεν είχε ακόμη κριθεί είτε είχε αρχειοθετηθεί. Ότι, ως εκ τούτου,  οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις της εναγόμενης του προκάλεσαν ψυχικό άλγος, προσέβαλαν και έβλαψαν την τιμή και την κοινωνική και προσωπική του υπόληψη. Ότι, περαιτέρω, η εναγόμενη, έχοντας αναλάβει το ρόλο του μάρτυρα, ενώπιον όλων των δικαστηρίων που αφορούν τις υποθέσεις της θυγατέρας της-πρώην συζύγου του με τον ίδιο, κατέθεσε ενόρκως εκ νέου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά τη συζήτηση της από 10-06-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………/2022) αίτησής του κατά της θυγατέρας της, στη δικάσιμο της 21ης-07-2022, διατυπώνοντας τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς, υφίσταται ως εκ τούτου βάσιμος κίνδυνος ότι θα πράξει το ίδιο και στο μέλλον. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη  να του  καταβάλλει  το ποσό των [50.000] ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του,  με  το νόμιμο τόκο  από την   επίδοση της  αγωγής μέχρι  την ολοσχερή εξόφληση, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παραλείψει κάθε μελλοντική προσβολή της τιμής και της υπόληψής του με την απειλή εις βάρος της προσωπικής κράτησης διάρκειας [1] έτους και χρηματικής ποινής [5.000] ευρώ για κάθε παράβαση και να καταδικαστεί αυτή στη δικαστική του δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη 3543/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,  η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν και α] υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλλει στον  ενάγοντα το ποσό των [2.000] ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β] υποχρέωσε την εναγόμενη να παραλείπει στο μέλλον τις πάσης φύσεως προσβολές της προσωπικότητας του ενάγοντος με συκοφαντική και εξυβριστική συμπεριφορά και απείλησε σε βάρος της εναγόμενης, για κάθε παράβαση της αμέσως ανωτέρω διατάξεως, χρηματική ποινή [300] ευρώ και προσωπική κράτηση [1] μηνός. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α] ο ενάγων με την ένδικη έφεσή του, και με τους λόγους αυτής που  ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, κατά τα εκκληθέντα αυτής κεφάλαια,  με σκοπό να γίνει  εν όλω δεκτή η ένδικη αγωγή του και β] η εναγόμενη με την ένδικη έφεσή της με την οποία ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται σ’αυτή και κατά τα εκκληθέντα αυτής κεφάλαια,   ν’απορριφθεί εν όλω η ένδικη αγωγή του αντιδίκου της.Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας  φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου, από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος, μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης. Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας    από   δόλο   ή    από  αμέλεια    (ΟλΑΠ  2/2008).    Η   προσβολή      της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Επιπλέον, η προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη, όταν με την πράξη ή παράλειψη αυτού προσβάλλεται δικαίωμα του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, όπως αυτές των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, που προστατεύουν την τιμή και την υπόληψη κάθε ανθρώπου.  Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή  με  οποιονδήποτε  άλλο τρόπο,  ενώ  για τη  στοιχειοθέτηση  του  εγκλήματος  της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και στη θέλησή του να ισχυριστεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η προερχόμενη ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, ως διάδοση νοείται η μετάδοση της ανακοίνωσης, που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να λαμβάνουν χώρα ενώπιον τρίτου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ, χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, η οποία ανακοινούμενη σε τρίτον, μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη φυσικού προσώπου. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός.  Αντίθετα, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί που εκφράζονται αυτοτελώς και δεν συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός, δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της δυσφήμησης. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας (ΑΠ2209/2013, 179/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1095/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 325/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1220/2017 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 του ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 – 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, AΠ 343/2016).                    Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ` του ΠΚ, ο υπαίτιος της δυσφημιστικής διάδοσης απαλλάσσεται από την υποχρέωση ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του παθόντος, αν η προσβολή αυτού έγινε προς εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή προς διασφάλιση (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι η ως άνω προσβλητική της τιμής και υπολήψεως του άλλου εκδήλωση στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίησή του με άλλο τρόπο, δοθέντος ότι, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αυτούς, που προβάλλονται κατ` ένσταση, αίρεται το παράνομο της προσβολής, που στηρίζεται στη δυσφήμηση και στην προσβολή της προσωπικότητας (ΑΠ 712/2016, 265/2015). Κατ` εξαίρεση, όμως, δεν απαλλάσσεται ο υπαίτιος από την υποχρέωση αποκατάστασης της ηθικής βλάβης του παθόντος αν οι ανωτέρω εκδηλώσεις συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση ή, από τον τρόπο της εκδήλωσης  ή από τις περιστάσεις  υπό τις οποίες  η δημοσίευση έλαβε χώρα, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ` αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση της σκέψεως εκείνου που φαίνεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Για τη διαπίστωση της ύπαρξης σκοπού εξύβρισης ερευνάται όχι η μεμονωμένη λέξη ή φράση αλλά το σύνολο του κειμένου εντός του οποίου έχουν παρεμβληθεί οι φερόμενες ως προσβλητικές λέξεις, συγχρόνως δε ελέγχεται το ειδικό περιεχόμενο της ενέργειας του αυτουργού της αξιόποινης πράξης, προκειμένου να κριθεί το είδος και η μορφή της προστασίας του δικαιώματός του, ένεκα του οποίου υποχρεώθηκε να εκφρασθεί κατά τρόπο μη ευπρεπή (ΑΠ1252/2022, ΑΠ179/2011, ΑΠ 899/2011, ΑΠ 967/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η προβολή δε από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως (βλ. ΑΠ 1216/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 624/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 179/2011). Περαιτέρω, προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να επέλθει και από την τέλεση της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα σε πολιτική ή ποινική δίκη, όταν από την κατάθεση προσβάλλεται ατομικό έννομο συμφέρον. Συνάγεται δε από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, ότι η ψευδορκία μάρτυρα θεμελιώνεται αντικειμενικά με την, ενώπιον της αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής, ψευδή κατάθεση του ορκισθέντος μάρτυρα ή με την άρνηση ή την απόκρυψη της αλήθειας από αυτόν, υποκειμενικά δε με πρόθεση, που ενέχει τη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και τη γνώση του υπαίτιου, ότι η εξέτασή του γίνεται ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής και ότι η ένορκη κατάθεσή του είναι ψευδής ή ότι αρνήθηκε ή απέκρυψε την αλήθεια (ΑΠ 526/2011, ΑΠ  755/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα κατατεθέντα γεγονότα, πρέπει να σχετίζονται με την υπόθεση, ανεξάρτητα εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, αρκεί να μπορούν να επηρεάσουν, έστω και κατ’ελάχιστα, την απόφαση του δικαστηρίου (ΑΠ 368/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η δε ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε, ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε ( ΑΠ 174/2011, ΑΠ 316/2011, ΑΠ 526/2011, ΑΠ 198/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, στην έννοια του “τρίτου” των διατάξεων των άρθρων 362-363 του ΠΚ περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, ενόψει μάλιστα και του ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου αυτών συνάγεται ευθέως ότι “τρίτος” είναι κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών, αφού δεν γίνεται σ` αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. (βλ. ΟλΑΠ (Ποιν) 3/2021, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 789/2019, ΑΠ (Ποιν) 841/2019, ΑΠ 1013/2018, ΑΠ (Ποιν) 1777/2017, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εφόσον στην έννοια του τρίτου εντάσσονται και οι δικαστές, εισαγγελείς και γραμματείς, στους οποίους γίνεται γνωστό το περιεχόμενο των δικογράφων και μπορεί με τις σ` αυτά αναφορές να προσβάλλεται η τιμή και υπόληψη του αντιδίκου, η εξύβριση και η δυσφήμιση, απλή ή συκοφαντική, τελούνται και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση γίνονται με τα γραφόμενα στα δικόγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν σε προφορική διαδικασία, ήτοι να αποκτήσουν δημοσιότητα οι ισχυρισμοί ή διαδόσεις, αφού, άλλωστε, δεν είναι προϋπόθεση της διάπραξης αυτών η γνωστοποίηση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τον ισχυρισμό ή τη διάδοση και σε άλλα, πλην των ανωτέρω, πρόσωπα (ΑΠ 855/2022 οπ).                     Περαιτέρω, με την επιδικαζόμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του ΑΚ), σκοπείται η με πρόσθετη παροχή εξισορρόπηση των δυσμενών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν από την αδικοπραξία και η παροχή της οικονομικής ευχέρειας που απαιτείται για την εξισορρόπηση ή μείωση της βλάβης που επήλθε χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Κατά τον καθορισμό του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο της ουσίας, αφού προηγουμένως αναιρετικώς ανελέγκτως δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε στο πρόσωπο του ενάγοντος ηθική βλάβη, προβαίνει στη συνέχεια στον προσδιορισμό του, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας  ιδίως  υπόψη  το  είδος  της  προσβολής,  την έκταση  της   βλάβης,  τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου [στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης], το τυχόν συντρέχον πταίσμα του  δικαιούχου, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άλγους εκείνου που ζημιώθηκε, την ηλικία του και την απαιτούμενη για την καταπολέμηση του άλγους προσπάθεια, τις απώλειες και ελλείψεις στο συναισθηματικό κόσμο του παθόντος, καθώς και την οικονομική (περιουσιακή)  και κοινωνική κατάσταση των μερών  (βλ. ΟλΑΠ 2/2008,  ΟλΑΠ 13/2002, ΟλΑΠ 519/1977, ΑΠ 1684/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 913/2014, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ ΑΠ 654/2009 α’δημ.ΝΟΜΟΣ). Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν  αποτελούν ιδιαίτερα  και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι` αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (ΑΠ 1166/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 284/2012, ΑΠ 79/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Το δικαστήριο, επομένως, κατά τον προσδιορισμό αυτής, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν πρέπει να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, αλλά ούτε με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, δηλαδή, την αποκατάσταση της τρωθείσας  με την αδικοπραξία κοινωνικής ειρήνης (ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 43/2005 Δνη 46. 1649, ΑΠ 1878/2017, ΑΠ 1337/2008 α΄δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/2006 ΕλλΔ/νη 47.740, ΑΠ 1642/2005 ΕλλΔ/νη 47.187, ΕφΑθ 825/2007 ΕλλΔ/νη 2007.953, ΕφΘεσ 142/2004 Αρμ 2005.1221). Συνεπώς, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας υπό την εκτεθείσα έννοια, δηλαδή η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να μην υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, εάν συμβαίνει, ελέγχεται αναιρετικά ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής και δη ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ [βλ. σχετ. ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 302/2016   ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ].

Τέλος, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι “1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως……… 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του”, το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο “Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών”. Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο “κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο”, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι “Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο”. Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο “οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο” και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 “για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας” με το νόμο 4596/2019. Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι “Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί    ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος…” και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι “Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου  σύμφωνα  με το νόμο,  στις  δημόσιες  δηλώσεις  δημοσίων  αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο”, στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου: Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις. Έτσι, πριν από το Ν.4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου. Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας. Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής – δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της  αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην   κοινωνία    ότι   δεν   είναι    ένοχος  του  συγκεκριμένου  αδικήματος  που  του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο “λόγω αμφιβολιών” ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση “μη διαπιστωμένης ενοχής”. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας – ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον “ποινικής κατηγορίας” κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα – ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.). Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ` επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος – ενάγοντος, καθ` όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως. Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ` όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί     πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ` όσον αυτές εκτιμώνται   ελεύθερα,  ως  τεκμήρια,  με   αποτέλεσμα,  υπό  την  εκδοχή  αυτή  (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά. Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο. Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για την διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του “όφειλε”, αλλά και το στοιχείο του “ηδύνατο” (το ατομικό “δύνασθαι” του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., “(……) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει. Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού “δύνασθαι”, και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ` άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ` ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας,     αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ. και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού. Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου. Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε   σχέση   την  παραδοχή  πολιτικού  δικαστηρίου  ότι    συντελέστηκε  ένα  αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ` εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος “αποδεικτικής δεσμεύσεως”, ένα νέο είδος “δεδικασμένου”, μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: “αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος” ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Δηλαδή, αν η “δέσμευση” αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος “δεσμεύσεως” μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται. Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ` ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η “δέσμευση” του πολιτικού δικαστηρίου να  οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα “συμβατό με την αθωωτική απόφαση”, και, επομένως, “να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου”, διότι διαφορετικά “η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα”, δεν έχει, κατ` αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ` όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου. Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα,  μάλιστα,  από το  εάν έληξε  ή όχι  η ποινική διαδικασία  με αθώωση  ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό – σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς – τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας. (ΟλΑΠ 4/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. δ’, 216 παρ. 1 του  ΚΠολΔ,  προκύπτει  ότι  για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 117-118 του ΚΠολΔ, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα εις βάρος του εναγομένου, δηλαδή πρέπει να γίνεται σαφής έκθεση στο δικόγραφό της όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε η αγωγή να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως και να καθίσταται εφικτή η απάντηση σ’ αυτή και γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής θα πρέπει να είναι τόσα, όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης και να αναφέρονται αυτά με τέτοια σαφήνεια, ώστε, όχι μόνο να μην αφήνεται αμφιβολία για την αξίωση του ενάγοντος που απορρέει απ’ αυτά, για την οποία αναφέρεται το αίτημα της αγωγής, αλλά ακόμη και κατά τρόπο ώστε, ο εναγόμενος να έχει τη δυνατότητα άμυνας με ανταπόδειξη ή ένσταση κατά της αξίωσης του ενάγοντος και του δικαστηρίου να προβεί στην αξιολόγηση της αγωγής και να διεξάγει τις σχετικές αποδείξεις. Η έλλειψη των ως άνω στοιχείων, περίπτωση της οποίας αποτελεί και η μη εξειδίκευση με πληρότητα των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών (ποσοτική αοριστία), καθιστά το δικόγραφο της   αγωγής   αόριστο    και   ανεπίδεκτο   δικαστικής  εκτιμήσεως,    επιφέρει   δε  το απαράδεκτο αυτού, στην απαγγελία του οποίου προβαίνει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως. Επίσης, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή την παραπομπή στα διαλαμβανόμενα σε άλλα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1728/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 250/2011, ΕΕμπΔ 2011.591, ΑΠ 49/2011 ΕλλΔ/νη 2011.1594, ΑΠ 1042/2009 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1042/2009 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1611/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν κατά τόπον αρμόδιο να δικάσει την ένδικη αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35 και 41 του ΚΠολΔ, ως το Δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, ο δε ενάγων είχε το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, ήτοι αυτών των άρθρων 22 και 35 του ΚΠολΔ, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου της από 18-12-2024 εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι αποκλειστικά κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, κατ΄άρθρο 22 του ΚΠολΔ, ως αβάσιμου. Περαιτέρω η  ένδικη αγωγή, με βάση τις προαναφερόμενες νομικές παραδοχές και με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωσή της σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγόμενης. Ειδικότερα γίνεται ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, καθώς αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται επαρκώς και με πληρότητα η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος από την εναγόμενη διακριτά για κάθε ισχυρισμό της κατά την ένορκη κατάθεσής της ως μάρτυρα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στη δικάσιμο της 10ης -11-2021 όπου εκδικαζόταν η από 03-08-2021 αγωγή  μεταρρύθμισης της επικοινωνίας του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο του κατά της πρώην συζύγου του και θυγατέρας της εναγόμενης, ότι τα παραπάνω ψευδή περιστατικά τα κατέθεσε η εναγόμενη ενόρκως,  εν γνώσει του ψεύδους τους, η ζημία που υπέστη (ηθική βλάβη συνιστάμενη στην προσβολή της προσωπικότητάς του)  και ο αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια της επαρκούς και πρόσφορης αιτίας, μεταξύ αυτής  (ζημίας) και της συμπεριφοράς της εναγόμενης, για την αποκατάσταση της οποίας ο τελευταίος αξιώνει την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση από την εναγόμενη-ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, καθώς και ότι περιήλθαν  σε γνώση αορίστου αλλά μεγάλου αριθμού προσώπων, αφού έλαβαν γνώση οι παρευρισκόμενοι  δικηγόροι, οι διάδικοι άλλων υποθέσεων κλπ. που παρευρίσκονταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, οι οποίοι έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού περιεχομένου τους, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, χωρίς να είναι αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, να αναφέρονται πόσα και ποια είναι τα πρόσωπα αυτά, ήτοι να κατονομάζονται ένα προς ένα, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, ορθά εφάρμοσε το νόμο, έστω και χωρίς ιδιαίτερες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις ανωτέρω (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και ο δεύτερος λόγος της από 18-12-2024 εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως από τους διαδίκους και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται  και  προσκομίζουν,    των  οποίων   δεν απαιτείται  ειδική  μνεία  στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για  μερικά  από  τα  οποία  γίνεται  ειδική  αναφορά  κατωτέρω,  χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς  (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, τα  έγγραφα   που   παραδεκτά    προσκόμισαν μετ’επικλήσεως οι διάδικοι το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ),  τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ.2020, υπό άρθρο 529, σελ. 178),  τα  έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 64/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τις αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που προσκόμισαν μετ’επικλήσεως οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη  ως ισχυρό τεκμήριο  (βλ. ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 83/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τις δικαστικές αποφάσεις αστικών και ποινικών δικαστηρίων, καθώς και οι  αιτήσεις  και  αγωγές  του  εδώ ενάγοντος,   που   προσκόμισε   μετ’επικλήσεως   η εναγόμενη και αφορούν τρίτα πρόσωπα (πλην του ενάγοντος, τις θυγατέρες  της …. και …… και το σύζυγό της, …….),  των οποίων η εναγόμενη προέβη σε επεξεργασία τους με την προσκόμισή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και τη χρήση τους ως αποδεικτικών εγγράφων, τα οποία μεν περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεσή του, πλην όμως λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, αφού  εξυπηρετείται συγκεκριμένος νόμιμος σκοπός και τα κρίσιμα προσωπικά δεδομένα είναι  αναγκαία για την απόδειξη των ισχυρισμών της και την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου της, και ως εκ τούτου δεν προσκομίστηκαν κατά παράβαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεως του τρίτου προσώπου (Σ 9Α§1εδ.α΄) σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2, 3 παρ.1, 4 παρ. 1 στοιχ. α` και β`, 5 παρ.1, 11 παρ.1 και 3 του ιδίου νόμου, ήτοι των αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΑΠ 186/2020),  τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό  με  τα  διδάγματα  της  κοινής  πείρας,  αποδείχθηκαν, στα  πλαίσια  των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου   240  του  ΚΠολΔ,   τα  ακόλουθα  πραγματικά  περιστατικά:     Ο ενάγων-ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος τέλεσε νόμιμο πολιτικό γάμο στις 26-06-2017 με την . ……, θυγατέρα της εναγόμενης-ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στις 27-12-2018. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά, διασπάστηκε δε οριστικά τον Οκτώβριο του έτους 2018 οπότε η θυγατέρα της εναγόμενης αποχώρησε από τη συζυγική οικία με το ανήλικο τέκνο της και μετοίκησε στην οικία των γονέων της στα ……. Εν τέλει ο γάμος των ανωτέρω λύθηκε με την ήδη αμετάκλητη 520/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η έγγαμη σχέση των ανωτέρω κλονίσθηκε τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του εδώ ενάγοντος, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να έχει καταστεί αφόρητη για την …………, ενώ η τελευταία δεν συνετέλεσε σ’αυτήν τη διακοπή με υπαίτιο παράπτωμά της. Επιπλέον, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι στο πρόσωπο της ………… υπήρχε εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, αφού δέχθηκε ότι ο εκεί ενάγων-εναγόμενος (εδώ ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος) διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις, επιδείκνυε αδιάφορη συμπεριφορά προς τη σύζυγό του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεταξύ τους συνεχείς έριδες και διαπληκτισμοί, καθώς και ότι η μεταξύ τους ένταση συνεχίσθηκε με φραστικά επεισόδια και κορυφώθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2018, οπότε η ………….. αποχώρησε από τη συζυγική οικία, ενώ την ίδια ημέρα κατήγγειλε το σύζυγό της στην αστυνομία για φραστικό επεισόδιο σε βάρος της που έλαβε χώρα την προηγούμενη ημέρα στην οικία τους και ως εκ τούτου ότι αυτή τυγχάνει δικαιούχος διατροφής σε χρήμα από τον υπόχρεο καταβολής αυτής αντίδικό της, ο οποίος κρίθηκε ως ο αποκλειστικά υπαίτιος της διάσπασης του εγγάμου βίου τους.  Ωστόσο, μετά τη διάσπαση  της έγγαμης συμβίωσης οι σχέσεις των ανωτέρω διαταράχθηκαν έτι περαιτέρω, αφού ξεκίνησε δικαστική διαμάχη μεταξύ τους, καθώς ο ενάγων διαφωνούσε με την εν διαστάσει σύζυγό του  για θέματα που αφορούσαν κυρίως την επιμέλεια του κοινού ανήλικου τέκνου τους και τη ρύθμιση του δικαιώματός του επικοινωνίας με αυτό, πλην όμως η μεταξύ τους αντιδικία έλαβε και ποινικές διαστάσεις, με συνέπεια οι μεταξύ τους σχέσεις ακόμα και σήμερα να είναι ιδιαίτερα τεταμένες. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 03-08-2021 (αρ.εκθ.καταθ…………/2020) αγωγή του κατά της πρώην συζύγου του ……., με αίτημα τη μεταρρύθμιση της 520/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ώστε να ανατεθεί η επιμέλεια του κοινού ανηλίκου τέκνου τους από κοινού και στους δύο γονείς, με τον ορισμό ως τόπου διαμονής του την οικία του στον Πειραιά, άλλως να ανατεθεί η επιμέλειά του από κοινού και στους δύο γονείς με ορισμό ως τόπου διαμονής του την οικία της μητέρας του στα ….. και επικουρικά, να ρυθμιστεί το δικαίωμα της επικοινωνίας του (ενάγοντος) με το ανήλικο τέκνο του, κατά τον τρόπο που αναφερόταν στην αγωγή του. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου, στη δικάσιμο της 10ης-11-2021, οπότε εξετάστηκε ως μάρτυρας της εκεί εναγόμενης …………., η μητέρα της-εδώ εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, η οποία, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι η θυγατέρα της «… δέχθηκε να πάρει σπέρμα από ξένο δότη», ο δε ενάγων ισχυρίσθηκε ότι πρόθεσή της ήταν να τον πλήξει, παρουσιάζοντάς τον ακόμα και ως ανίκανο, ως κατώτερο γονέα, καθώς και ότι η επιλογή αυτής της μεθόδου γονιμοποίησης ήταν αναγκαστική. Το ανωτέρω γεγονός που κατατέθηκε από την εναγόμενη,  είναι αληθές,  όπως  συνομολογεί    και  ο  ίδιος  ο  ενάγων-εκκαλών  στην ένδικη έφεσή του και δη στον ένατο λόγο αυτής, στον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει ότι  ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι αυτό δεν είναι αληθές, ενώ στη συνέχεια αναφέρει ότι σε παλαιότερα δικόγραφά του εξέθετε ο ίδιος το ανωτέρω γεγονός, ήτοι της συγκεκριμένης ως άνω μεθόδου σύλληψης του τέκνου του,  ωστόσο αυτό ήταν  πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον παρουσίαζε ως πατέρα που αντιμετώπιζε προβλήματα υπογονιμότητας που δεν μπόρεσε να τεκνοποιήσει με δικό του σπέρμα αλλά με σπέρμα ξένου δότη, όμως δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δολίως το ανέφερε με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, υπό την έννοια που ισχυρίζεται αυτός, δηλαδή να τον παρουσιάσει ως ανίκανο και ως κατώτερο γονέα, όπως τούτο εναργώς προκύπτει από την ίδια την κατάθεση της εναγόμενης στην οποία επί λέξει αναφέρονται τα εξής: «…δέχθηκε να πάρει σπέρμα από ξένο δότη, που είναι πάρα πολύ δύσκολο για μια γυναίκα με ιστορικό καρκίνου, εγώ έχασα τη μητέρα μου 38 χρονών, για να τον κάνει ευτυχισμένο…», ήτοι η εναγόμενη σκοπό είχε να εξάρει την αγάπη της θυγατέρας της για το σύζυγό της, η οποία υποβλήθηκε στην ανωτέρω ιατρική μέθοδο γονιμοποίησης, παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και διακινδυνεύοντας την υγεία της αλλά και τη ζωή της ακόμη, προκειμένου να μπορέσει να τεκνοποιήσει και να κάνει τον ενάγοντα σύζυγό της ευτυχισμένο.  Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος-εκκαλούντος, στον ένατο λόγο της ένδικης εφέσεώς του, ότι δεν υπήρχε κανένας αγωγικός ισχυρισμός του αναφορικά με την παρουσίασή του ως κατώτερου γονέα,  ότι απλώς το ανέφερε στην ένδικη αγωγή του  έχοντας σκοπό να καταδείξει το μένος και την πρόθεση της εναγόμενης να πλήξει την τιμή και την υπόληψή του, και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απάντησε σε ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν είναι αβάσιμος, καθόσον επί λέξει αναφέρεται στην ένδικη αγωγή του ότι «… και ειδικώς η προβολή του ισχυρισμού αυτού (ενν. του ότι η θυγατέρα της δέχθηκε να πάρει σπέρμα τρίτου δότη) επιβεβαιώνει την αλήθεια των λεγομένων μου και συνακόλουθα την πρόθεσή της να με πλήξει, παρουσιάζοντάς με ακόμα και ως ανίκανο, ως κατώτερο γονέα… Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν την πρόθεσή της να με διαβάλλει και εν γνώσει των ψευδών της και δη ενόρκως ενώπιον Αρχών, με ισχυρισμούς που η ίδια γνωρίζει ότι είναι ψευδείς και ικανοί να πλήξουν την τιμή μου, όπως ευθύς θα παραθέσω», ήτοι ο ανωτέρω  ισχυρισμός του δεν αναφέρθηκε διηγηματικά αλλά ως αγωγικός ισχυρισμός τον οποίο το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει κατ’ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών στον ένατο λόγο της από  20-11-2024 εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, στην ίδια ως άνω κατάθεση και στην ερώτηση του πληρεξούσιου δικηγόρου της εκεί εναγόμενης …………. (θυγατέρας της εδώ εναγόμενης)  «Ποιος ήταν ο λόγος ο σοβαρός, έτσι απλά, ο οποίος έχει κριθεί και αμετάκλητα από το δικαστήριο και προκύπτει. Ποιος ήταν ο λόγος (ενν. διαζυγίου);» η  εδώ εναγόμενη κατέθεσε «»Λοιπόν, ο λόγος ήταν οι εξωσυζυγικές σχέσεις». Ο ενάγων ισχυρίσθηκε στην ένδικη αγωγή του ότι το γεγονός που κατέθεσε ενόρκως η εναγόμενη, το οποίο πληροφορήθηκε από τη θυγατέρα της, ήταν ψευδές και το κατέθεσε εν γνώσει του ψεύδους του, αφού δεν μπορούσε να το γνωρίζει θετικά, το ανέφερε δε με μοναδικό σκοπό να σχηματίσει το Δικαστήριο αρνητική κρίση για το άτομό του, παρουσιάζοντάς τον ως επικίνδυνο, ανήθικο και αδιάφορο σύζυγο, άνθρωπο και πατέρα. Όπως ελέχθη ανωτέρω,  με την ήδη αμετάκλητη 520/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η έγγαμη σχέση των ανωτέρω κλονίσθηκε τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του εδώ ενάγοντος, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να έχει καταστεί αφόρητη για την …………., ενώ η τελευταία δεν συνετέλεσε σ’αυτήν τη διακοπή με υπαίτιο παράπτωμά της. Επιπλέον, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι στο πρόσωπο της …………… υπήρχε εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, αφού δέχθηκε ότι ο εκεί ενάγων-εναγόμενος (εδώ ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος) διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις, επιδείκνυε αδιάφορη συμπεριφορά προς τη σύζυγό του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεταξύ τους συνεχείς έριδες και διαπληκτισμοί και ως εκ τούτου να δικαιούται αυτή διατροφή ατομικά για τον εαυτό της. Ως εκ τούτου το ανωτέρω γεγονός που κατέθεσε η εναγόμενη, που άπτεται κατ’ουσίαν στα κλονιστικά του έγγαμου βίου της θυγατέρας της με τον ενάγοντα πραγματικά περιστατικά, ήταν αληθές, όπως δέχθηκε η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, το δε γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε από τη θυγατέρα της και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης καθώς και το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, ωστόσο  αυτό ήταν  πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον παρουσίαζε ως ανήθικο άνθρωπο και σύζυγο,  πλην όμως  δεν  αποδείχθηκε  ότι η εναγόμενη δολίως το ανέφερε με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, καθώς η τελευταία απάντησε σε σχετική ερώτηση του πληρεξούσιου δικηγόρου της εκεί εναγόμενης-θυγατέρας της, αναφέροντας όσα διέλαβε η προρρηθείσα αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών στους τρίτο και τέταρτο λόγους της από  20-11-2024 εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ακολούθως, η εναγόμενη στην ίδια ως άνω ένορκη κατάθεσή της κατέθεσε τα εξής: «…αυτός ο άνθρωπος ζητάει την καταστροφή μας, 35  δικαστήρια… Από το ένα δικαστήριο 50 χιλιάρικα, από το άλλο 20 χιλιάρικα, από το άλλο 10…».  Πράγματι, στο πλαίσιο της σφοδρής αντιδικίας του ενάγοντος με την πρώην σύζυγό του, ο τελευταίος κατέθεσε πλήθος αγωγών και αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και χορήγησης προσωρινής διαταγής με αντικείμενο τη ρύθμιση της επιμέλειας και του δικαιώματος επικοινωνίας του με το κοινό ανήλικο τέκνο τους, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά του, πλην όμως η ανωτέρω αντιδικία τους έλαβε όπως ελέχθη ανωτέρω και ποινικές διαστάσεις και επεκτάθηκε και στα υπόλοιπα μέλη της πατρικής οικογένειας της πρώην συζύγου του, με την ανταλλαγή μηνύσεων και την κατάθεση αγωγών από τον ενάγοντα σε βάρος τους, ασκώντας επίσης νόμιμο δικαίωμά του για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητάς του, μεταξύ των οποίων α] την από 20-10-2021 (αρ.εκθ.κατθ. ………./2021) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της εδώ εναγόμενης, της ………..-θυγατέρας της εναγόμενης και του ……….-συζύγου της εναγόμενης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι εκάστη των δύο πρώτων του όφειλαν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ και ο τρίτος εξ αυτών το ποσό των 17.000 ευρώ, β]  την με αρ.εκθ.καταθ……/20-03-2019 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε βάρος της πρώην συζύγου του-θυγατέρας της εναγόμενης και του ως άνω συζύγου της, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης η μεν πρώτη το ποσό των 30.000 ευρώ, ο δε δεύτερος το ποσό των 20.000 ευρώ, γ] την από 24-05-2023 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών σε βάρος της πρώην συζύγου του-θυγατέρας της εναγόμενης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η ως άνω εναγόμενη να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.100 ευρώ και δ] την από 11-04-2019 (αρ.εκθ.κατθ…………./2019) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της ως άνω πρώην συζύγου του-θυγατέρας της εναγόμενης και της ………..-επίσης πρώην συζύγου του, με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί η πρώτη ως άνω εναγόμενη να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ. Ως εκ τούτου το ανωτέρω γεγονός που κατέθεσε η εναγόμενη, για την άσκηση αγωγών σε βάρος των μελών της οικογένειάς της, με τις οποίες αιτούνταν μεγάλα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήταν αληθές, και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης καθώς και το αδίκημα της ψευδούς  κατάθεσης, ούτε όμως και της απλής δυσφήμισης, καθώς δεν ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, η δε φράση «αυτός ο άνθρωπος ζητάει  την καταστροφή μας», που συνιστά έκφραση αξιολογικής κρίσης, η οποία συνδέθηκε με το ανωτέρω γεγονός δεν  ηδύνατο να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αφού δεν υπερέβη τα ακραία αντικειμενικά όρια της ευπρέπειας, ακόμη και αν ήταν δυσμενής για το πρόσωπό του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω με ελλιπείς και εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν και να αντικατασταθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών στους πέμπτο και έκτο λόγους της από  20-11-2024 εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Στη συνέχεια της ένορκης κατάθεσής της η εναγόμενη κατέθεσε επί λέξει τα εξής: «… θα πω κακές πράξεις, πολύ μίσος…Μίσος και βία. Τον άντρα μου ξέρετε τι τον λέει όταν έρχεται, μπροστά στο παιδί, «κολόγερε»… Φτύνει τα αυτοκίνητα, του λέει εγώ θα σε βάλω φυλακή…»., «εγώ σκούπιζα τα φύλλα, έρχεται ο κύριος …. λέει: «κάτω το κεφάλι και μην το σηκώσεις καθόλου, κάτω να δεις τι σε περιμένει…». Περαιτέρω, η εναγόμενη ερωτηθείσα αν έχει ασκηθεί σε βάρος του ενάγοντος δίωξη και αν ναι για ποιο αδίκημα κατέθεσε τα εξής: «…Ναι θα σας πω.. Η κόρη μου του λέει, σε παρακαλώ δωσ΄μου το κομπιούτερ γιατί ο γιατρός δεν επιτρέπει να είναι χαμηλή η θερμοκρασία και ο κύριος …. την χτύπησε, ξήλωσε την πόρτα και μάλιστα είχε έρθει η Αστυνομία. Ο κύριος ….. δεν πήγαινε και μετά δεν ξέρω τι έγινε, ήρθε η Ομάδα Δίας, εφτά άτομα και τον πήραν και τον πήγαν μέσα…».  Από  κανένα προσκομιζόμενο  μετ’επικλήσεως  αποδεικτικό μέσο  δεν  αποδείχθηκε  ότι ο ενάγων έκανε κακές πράξεις και επιδείκνυε μίσος και βία προς το πρόσωπο της εναγόμενης και του συζύγου της κάθε φορά που επισκεπτόταν το παιδί του στα …….., ότι εξύβριζε το σύζυγο της εναγόμενης με τη λέξη «κολόγερε» και μάλιστα μπροστά στο παιδί του, ότι έφτυνε τα αυτοκίνητά τους  και απηύθυνε προς το σύζυγό της τη φράση «εγώ θα σε βάλω φυλακή», καθώς και ότι στην ίδια είχε πει «κάτω το κεφάλι και μην το σηκώσεις καθόλου, κάτω να δεις τι σε περιμένει…». Άλλωστε σε αυτή την περίπτωση, ενόψει και της σφοδρής αντιδικίας του ενάγοντος με την πρώην σύζυγό του-θυγατέρα της εναγόμενης, και τις ιδιαίτερα κακές σχέσεις του ίδιου με την πατρογονική οικογένεια της πρώην συζύγου του, η εναγόμενη και ο σύζυγός της θα είχαν υποβάλει έγκληση εναντίον του ή έστω θα είχαν διαμαρτυρηθεί με εξώδικη δήλωση για την προσβλητική προς το πρόσωπό τους συμπεριφορά του. Η  εναγόμενη κατέθεσε τα ανωτέρω εν γνώσει του ψεύδους τους ενώπιον τρίτων, ήτοι του δικαστικού λειτουργού της έδρας, του γραμματέα της έδρας, των δικηγόρων και του κοινού που παρευρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου, γνώριζε δε ότι ήταν αντικειμενικώς πρόσφορα να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, την οποία και πράγματι έβλαψαν, αφού τον παρουσίαζαν ως βίαιο και επικίνδυνο χαρακτήρα, περιείχαν δε έντονη αμφισβήτηση της ηθικής του αξίας ως ανθρώπου και πατέρα. Συνεπώς, η εναγόμενη τέλεσε τις άδικες πράξεις της ψευδούς κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης  και ως εκ τούτου εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ, απορριπτόμενης ως νομικά αβάσιμης της ένστασης του ως άνω άρθρου περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που υπέβαλε η εναγόμενη-εφεσίβλητη πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ότι η εναγόμενη δεν τέλεσε τα ανωτέρω αδικήματα αλλά ότι οι αξιολογικές κρίσεις της (κακές πράξεις, πολύ μίσος, μίσος και βία) ήταν πρόσφορες να βλάψουν την τιμή του ενάγοντος και αφού απέρριψε την ένσταση της εναγόμενης ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον έκανε δεκτή την αντέσταση του ενάγοντος του άρθρου 367 παρ.2 περ.β’ του ΠΚ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γενόμενου δεκτού του έβδομου λόγου της από 20-11-2024 εφέσεως ως βάσιμου, κατά το μέρος του που υποστηρίζει τα ίδια και απορριπτόμενου του ισχυρισμού του εκκαλούντος, που αναφέρεται στον ίδιο ως άνω λόγο εφέσεως, ότι με τις ανωτέρω αναφορές της επλήγη το τεκμήριο αθωότητάς του, αφού, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, ο ενάγων ουδέποτε  απέκτησε την ιδιότητα του κατηγορουμένου  εφόσον δεν κατατέθηκε έγκληση κατ’αυτού για τις ανωτέρω άδικες πράξεις που η εναγόμενη ανέφερε ψευδώς εν γνώσει του ψεύδους  τους στην ως άνω κατάθεσή της, ούτε βεβαίως ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για τις πράξεις αυτές, ακολούθως δε, πρέπει να απορριφθούν οι τέταρτος, ως προς το σκέλος του αυτό και πέμπτος λόγοι της από 18-12-2024 εφέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι  στις 17-08-2019 στα ……… Πέλλας έλαβε χώρα στην οικία της εναγόμενης, μεταξύ του ενάγοντος και της θυγατέρας της-τότε εν διαστάσει συζύγου του ενάγοντος, ………….., κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας αυτού (ενάγοντος) με το ανήλικο τέκνο τους, περιστατικό για τα οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου για της πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, δηλαδή ότι προξένησε σε μέλος της οικογένειάς του, ήτοι στην τότε εν διαστάσει σύζυγό του, σωματική βλάβη και συγκεκριμένα ότι, ενώ βρισκόταν στην ανωτέρω οικία, έβγαλε την πόρτα από τους μεντεσέδες της και την χτύπησε στο σώμα προκαλώντας της αμυχές στο αριστερό χέρι. Η υπόθεση εκδικάστηκε σε χρόνο μεταγενέστερο από τον επίδικο, στις 16-02-2022 και με την υπ’ αριθμόν 68/16-2-2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών κατά πλειοψηφία, μειοψηφούντος του εξ αριστερών συνέδρου, ο οποίος είχε την άποψη ότι έπρεπε να παύσει υφ’ όρον κατ’ άρθρο 63 Ν. 4689/2020 η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη, την οποία δέχθηκε ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος και ήδη ενάγων. Η ………….., με την από 24-02-2022 αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών, ζήτησε την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω απαλλακτικής απόφασης πλην όμως η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε. Από τα ίδια ως άνω  προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την προαναφερόμενη ημερομηνία, δημιουργήθηκε έντονο επεισόδιο μεταξύ των ως άνω εν διαστάσει τότε συζύγων, με αφορμή το τηλεχειριστήριο του κλιματιστικού, καθώς κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του ενάγοντος με το τέκνο του στην οικία της …………. και δη στο παιδικό δωμάτιο, λόγω της ζέστης που επικρατούσε ζήτησε  από   την προαναφερόμενη  το τηλεχειριστήριο,  πλην όμως  η τελευταία  δεν ήθελε να του το δώσει και του έδειξε ότι το είχε ρυθμίσει η ίδια στους 27ο C. Ο ενάγων τότε της πήρε το τηλεχειριστήριο από τα χέρια και έκλεισε την πόρτα του παιδικού δωματίου, ενώ η ανωτέρω προσπάθησε να την ανοίξει, σπρώχνοντάς την από έξω, με τον αριστερό της ώμο και κρατώντας το πόμολο με το αριστερό της χέρι, πλην όμως ο ενάγων ασκούσε αντίθετη πίεση από μέσα προς τα έξω, ώστε να μην ανοίξει η πόρτα. Σε κάποια στιγμή, λόγω και της πίεσης που ασκούσαν αμφότεροι στην πόρτα, αυτή βγήκε από τους μεντεσέδες, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με πρόθεση αφαίρεσε την πόρτα από τους μεντεσέδες και εν συνεχεία με πρόθεση χτύπησε την τότε εν διαστάσει σύζυγό του με αυτή, ούτε όμως ότι η πόρτα έπεσε πάνω της. Ακολούθως, η τελευταία κάλεσε την αστυνομία, ενώ οι αστυνομικοί προσήγαγαν τον ενάγοντα στο αστυνομικό τμήμα και προέβησαν, μετά την υποβολή σχετικής εγκλήσεως στη σύλληψή του, ενώ αυτός στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος με προφορική εντολή του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών. Η ……… μετέβη την ίδια ημέρα στα εξωτερικά ιατρεία επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πέλλας, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε μικρές εκδορές αριστερού βραχιονίου και αντιβραχίου, καθώς ανέφερε και άλγος ωμικής ζώνης, κακώσεις συμβατικές με την ανωτέρω περιγραφή των γεγονότων.  Επομένως, τα γεγονότα που κατέθεσε η  εναγόμενη, η οποία ισχυρίζεται στην ένδικη έφεσή της ότι της τα μετέφερε ως ανωτέρω η θυγατέρα της, ότι δηλαδή ο ενάγων την χτύπησε, ξήλωσε την πόρτα, ότι είχε έρθει η αστυνομία και αυτός δεν πήγαινε και ήρθε η Ομάδα Δίας, εφτά άτομα και τον πήραν και τον πήγαν μέσα, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ψευδή και η εναγόμενη τα κατέθεσε εν γνώσει του ψεύδους τους ενώπιον τρίτων, ήτοι του δικαστικού λειτουργού της έδρας, του γραμματέα της έδρας, των δικηγόρων και του κοινού που παρευρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου, γνώριζε δε ότι ήταν αντικειμενικώς πρόσφορα να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, την οποία και πράγματι έβλαψαν, αφού τον παρουσίαζαν ως βίαιο χαρακτήρα και περιείχαν έντονη αμφισβήτηση της ηθικής του αξίας ως ανθρώπου και πατέρα, επιπλέον, έπληξε με την κατάθεσή της αυτή το τεκμήριο της αθωότητάς του (ενάγοντος), προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά του, δοθέντος ότι είχε ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του, είχε λάβει αυτός την ιδιότητα του κατηγορούμενου και εκκρεμούσε η εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Συνεπώς, η εναγόμενη τέλεσε τις άδικες πράξεις της ψευδούς  κατάθεσης, της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρ. 6 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), και της συκοφαντικής δυσφήμισης, απορριπτόμενου του τρίτου λόγου της από 18-12-2024 εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει την έλλειψη δόλου της, ως αβάσιμου, περαιτέρω, εν προκειμένω, εφόσον η τελευταία τέλεσε την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ, απορριπτόμενης ως νομικά αβάσιμης της ένστασης του ως άνω άρθρου περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που υπέβαλε η εναγόμενη-εφεσίβλητη πρωτοδίκως και επανέφερε με τον τέταρτο λόγο, ως προς αυτό το σκέλος του, της από 18-12-2024 εφέσεώς της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω με ελλιπείς αιτιολογίες,  οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν και  με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ως προς  την τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης εκ μέρους της εναγόμενης, ενώ εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η εναγόμενη τέλεσε και τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα στους τρίτο και τέταρτο, ως προς το σκέλος του αυτό, λόγους της από  18-12-2024 εφέσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα, γενόμενων δεκτών των πρώτου και δεύτερου λόγων της από 20-11-2024 εφέσεως, κατά το μέρος τους που υποστηρίζουν τα ίδια, ως βάσιμων. Σημειωτέον δε ότι οι παράνομες και υπαίτιες ως άνω πράξεις της εναγόμενης  τελέσθηκαν το έτος 2019 κατά το οποίο ίσχυαν οι διατάξεις των άρθρων 361,362,363,367 του ΠΚ, πριν την τροποποίηση του άρθρου 363 του ΠΚ και την κατάργηση των άρθρων 362,367 του ΠΚ με το Ν. 5090/2024, ο οποίος ενόψει του ότι άρχισε να ισχύει από 01-05-2024  δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη σχέση. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, πρέπει δε να επιδικασθεί υπέρ αυτού  εύλογη  χρηματική ικανοποίηση σύμφωνα με τα άρθρα 298, 299 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο εκτιμώντας όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ιδίως τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες  έλαβε χώρα η αδικοπραξία,  τα αγαθά τα οποία προσβλήθηκαν,  την  υπαιτιότητα της εναγόμενης, το είδος και την έκταση της βλάβης που υπέστη ο ενάγων, την στενοχώρια και την ταλαιπωρία που δοκίμασε, καθώς και την οικονομική και κοινωνική θέση της εναγόμενης, για την οποία δεν αποδείχθηκε ότι  λαμβάνει σύνταξη ή οποιοδήποτε μισθό εκτός  από μισθώματα συνολικού ποσού 1.482,55 ευρώ ετησίως, αλλά και του ενάγοντος, χωρίς πάντως να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση εκάστου στοιχείου [Α.Π. 142/2019, Α.Π. 1430/2018, Α.Π. 600/2018, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 322/2014, Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 285/2012],   κρίνει ότι βάσει και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, για την αποκατάσταση της ηθικής του  βλάβης πρέπει να του επιδικασθεί  το  ποσό των 3.000 ευρώ. Το ανωτέρω ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και  σύμφωνο  με  την αρχή της  αναλογικότητας (άρθρο  25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9παρ.2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης  (βλ. ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 664/2020, ΑΠ 870/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γενόμενου δεκτού του όγδοου λόγου, ως προς το πρώτο σκέλος του ως βάσιμου, της από 20-11-2024 εφέσεως ως βάσιμου και απορριπτόμενου του έβδομου λόγου της από 18-12-2024 εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα, ως αβάσιμου. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, η οποία έχει καταθέσει ως μάρτυρας της θυγατέρας της σε πολλές   μεταξύ της τελευταίας και του ενάγοντος δίκες, τόσο πολιτικές όσο και ποινικές, είναι σφόδρα πιθανό να το πράξει και στο μέλλον, καθώς ο ενάγων έχει ασκήσει και άλλα ένδικα βοηθήματα που αφορούν κυρίως τη ρύθμιση του δικαίωματός του επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και έκανε δεκτό το αίτημα που πρόβαλε ο ενάγων περί παραλείψεως της προσβολής στο μέλλον και υποχρέωσε την  εναγόμενη να παραλείπει στο μέλλον τις πάσης φύσεως προσβολές της προσωπικότητάς του με την απειλή για κάθε παράβαση της ανωτέρω διατάξεως χρηματικής ποινής [300] ευρώ και προσωπικής κράτησης [1] μηνός σε βάρος της εναγόμενης, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου τόσο του έκτου λόγου της από 18-12-2024 εφέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, ως αβάσιμου, όσο και του όγδοου λόγου, ως προς το δεύτερο σκέλος του, της από 20-11-2024 εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι το ποσό των [300] ευρώ που ορίστηκε από την εκκαλουμένη, για κάθε παράβαση της ανωτέρω διατάξεως είναι αναιτιολόγητα μικρό, επίσης ως αβάσιμου. Περαιτέρω, όσον αφορά την επίκληση  εκ μέρους του εκκαλούντος, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, περί συνδρομής των προϋποθέσεων για επιβολή χρηματικής ποινής κατά το άρθρο 205 του ΚΠολΔ σε βάρος της εφεσίβλητης-εκκαλούσας, πρέπει  να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για δικονομικό αίτημα αλλά έχει τη μορφή προτροπής ή ευχής προς το Δικαστήριο (βλ. Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα άρθρο 205 σημ.3 σελ.444), και ακολούθως, πρέπει δε να απορριφθεί καθώς δεν συντρέχουν εν προκειμένου οι προϋποθέσεις του άρθρου 205 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, αφού ούτε προφανώς αβάσιμη έφεση άσκησε, ούτε διεξήγαγε τη δίκη παρελκυστικά, κατά παράβαση των κανόνων των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή του καθήκοντος αλήθειας. Επίσης, ο  εκκαλών  με  την προσθήκη-αντίκρουση  των προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου,   υποστήριξε   ότι  οι   ισχυρισμοί    και   τα  σχετικά   έγγραφα   που επικαλέστηκε η εφεσίβλητη στην πρωτοβάθμια δίκη δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, στο μέτρο που δεν γίνεται ρητή αναφορά σε αυτούς στις προτάσεις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αφενός είναι αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς της εναγόμενης τους οποίους επανέφερε στο δεύτερο βαθμό χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, με τη σημείωση ότι ως πραγματικοί ισχυρισμοί νοούνται όσοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης παρόμοιας αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας και άρα, όχι εκείνοι που αποτελούν άρνηση σε τέτοια ένσταση (ΑΠ 81/2014 ΝοΒ 2014.1425), αφετέρου είναι αβάσιμος, εφόσον ως προς τα αποδεικτικά μέσα,  η εφεσίβλητη-εκκαλούσα δεν αρκέστηκε σε γενική αναφορά στις προτάσεις του δεύτερου βαθμού, αλλά έγινε σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, με αναφορά τους σε μορφή καταλόγου στις προτάσεις της.  Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει Α] να απορριφθεί η από 18-12-2024 έφεση ως αβάσιμη κατ’ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα κατά  την άσκηση της έφεσης ηλεκτρονικού παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας,  και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στην εκκαλούσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183  και  191 παρ.2   του ΚΠολΔ),   όπως  επίσης  ορίζεται  στο  διατακτικό  της παρούσας, Β] να γίνει δεκτή η από 20-11-2024 έφεση ως και κατ’ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τα αναφερόμενα ανωτέρω εκκληθέντα κεφάλαια και αφού κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο η ένδικη υπόθεση, να δικαστεί κατ’ουσίαν η από 28-09-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. …………/29-09-2022) αγωγή κατά το ίδιο μέρος, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν και να υποχρεωθεί η  εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των [3.000] ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Περαιτέρω, αφού η κρινόμενη από 20-11-2024 έφεση έγινε  δεκτή και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει, κατ’άρθρο 495 παρ.3  του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα, του κατατεθέντος με την έφεσή του παράβολου του Δημοσίου. Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας του εκκαλούντος, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), βαρύνουν την εφεσίβλητη (εναγόμενη), θα επιβληθούν όμως σ’αυτήν μειωμένα, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά τα επίσης ειδικότερα αναφερόμενα  στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ    ΤΟΥΣ    ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 20-11-2024 (αριθ.εκθ.καταθ…………/26-11-2024) και από 18-12-2024 (αριθ.εκθ.καταθ. ……../ 19-12-2024) εφέσεις  κατά της   3543/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς   Πρωτοδικείου   Πειραιά..

Δέχεται τυπικά την από 18-12-2024 έφεση και την απορρίπτει κατ’ουσίαν.

Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό …………./ 2024 ηλεκτρονικού παραβόλου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την από 20-11-2024 έφεση.

Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος με την έφεσή του ηλεκτρονικού παράβολου του Δημοσίου με αριθμό ………/ 2024.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη  3543/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,  κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας εκκληθέντα αυτής  κεφάλαια.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ’ουσίαν την από 28-09-2022 (αριθμ.εκθ καταθ. …………/29-09-2022) αγωγή κατά το ίδιο μέρος.

Δέχεται εν μέρει την   αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Καταδικάζει την εφεσίβλητη (εναγόμενη) στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος (ενάγοντος) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων [1.200] ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε, στον Πειραιά στις 19 Μαρτίου 2026 και  δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία και της γραμματέως  στις   6 Απριλίου 2026.

      Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ