Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 308/2026

EΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως  308 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη,  που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την ………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της    εκκαλούσας  :  Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία  ………..» και το διακριτικό τίτλο «………..» (πρώην «…………….»), που εδρεύει στην Αθήνα  και εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσας σύμφωνα με τον ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 326/2/17-9-2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 3533/20-9-2019), η οποία   δυνάμει της από 5-11-2021 συμβάσεως διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων,   ενεργεί  εν προκειμένω  ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια  των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικης εταιρείας  με την επωνυμία « …………..» που εδρεύει στην Αθήνα, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003,  δυνάμει της από 5-11-2021 σύμβασης  πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από τα άρθρα 10 και 14   του ν. 3156/2003,  η οποία  εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Κωνσταντίνο Στάθη, βάσει δηλώσεως.

Του   εφεσιβλήτου :  ………….., ο  οποίος  εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο  από  την πληρεξούσια δικηγόρο, Βασιλική Πλάκα, βάσει δηλώσεως.

Ο ανακόπτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  την από 10-5-2022 και με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης ………./2022 ανακοπή  κατά της καθ’ης,  και ζήτησε  να γίνει δεκτη.  Επί της ανωτέρω ανακοπής   εκδόθηκε    αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 774/2024  απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την  από 14-4-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2025 έφεσή της,  αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ………/2025 και  προσδιορίσθηκε  για την δικάσιμο  που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο,  οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων  δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις .

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 Η υπό κρίση έφεση του ανακοπτοντος κατά της υπ’ αριθ. 774/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε την  από από 10-5-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2022 ανακοπή κατά την  ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα   495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517,  518  ΚΠολΔ), αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου δεν έχει  παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της,  αρμοδίως δε φέρεται  προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της  έχει καταβληθει  και το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό πληρωμής  ……………/2025 παράβολο) σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδ.3 του άρθρου  495  του ΚΠολΔ. Είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της (533 παρ. 1 ΚΠολΔ ) κατά την αυτή ως άνω   διαδικασία.

Με την  από  10-5-2022 και με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης ………/2022  ανακοπή  ο ανακόπτων  και ήδη εφεσίβλητος  ζητούσε, για τους  λόγους που αναφέρει α) να ακυρωθεί   η υπ’ αριθμ. ……./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε για απαίτηση της καθ’ης η ανακοπή σε βάρος του, συνολικού ποσού 83.217,83 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που απορρέει από την   υπ’αριθ. ……./14.6.2004 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία συνήφθη μεταξυ της ………….  ως δανείστριας και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» ως  πιστουχου και με την οποία χορηγήθηκε πίστωση μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ, για την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν ως εγγυητές ο ………..  και ο ανακόπτων,  β)η από 21-4-2022 επιταγή προς πληρωμή που έχει τεθεί κατω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής καθώς επίσης και να καταδικασθεί η καθ’ ης στη δικαστική του δαπάνη.   Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των   διαδίκων κατά την ειδική   διαδικασία των περιουσιακών διαφορών   δέχθηκε τον τρίτο   λόγο  ανακοπής   και, χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους, για τους οποίους έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα, δέχθηκε την ανακοπή ως προς αμφότερες τις σωρευόμενες ανακοπές (632 και 933 ΚπολΔ)   ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε   την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής  η εκκαλούσα,  η οποία, όπως αναλυτικώς θα εκτεθεί κατωτέρω,   ενεργεί  εν προκειμένω  ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων συμπεριλαμβανομένης και της ένδικης  απαιτήσεως, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία ««………………»,   παραπονείται με την  υπό κρίση έφεση και για τους αναφερόμενους σε  αυτήν λόγους, αναγομένους σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της ανακοπής  καθώς και να καταδικασθεί ο εφεσίβλητος  στην εν γένει δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.   Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, που επιγράφεται “Τιτλοποίηση απαιτήσεων”, “…Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ “μεταβιβάζοντος” και “αποκτώντος” σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “ιδιωτική τοποθέτηση” είναι η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων xαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικά από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης (risk rating agency) σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού (investment grade)… (παρ. 1). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού “μεταβιβάζων” είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. “Αποκτών” είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιχειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν (“εταιρεία ειδικού σκοπού”), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις. Εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών (παρ. 2). Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923, εφόσoν δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του κ.ν, 2190/1920 δεν εφαρμόζεται (παρ 3)….Η ονομαστική αξία κάθε ομολογίας είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ (παρ.5). Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές πρoσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια, η πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων. Στους σκοπούς της τιτλοποίησης του προηγουμένου εδαφίου περιλαμβάνονται ενδεικτικώς η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λοιπών συμβάσεων και το πρόγραμμα του δανείου (παρ.7). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α`) και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσoν η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να oρίζoνται και οι απαιτήσεις, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/ 2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ.10). Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων, που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων, ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου (παρ.11). Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος. Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση απαρτίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υπoβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.08.1923 (παρ.12). Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτά πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις. Ειδικά προνόμια που ισχύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικό προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πόσης φύσεως που ίσχυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος (παρ.13). Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσoν ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή (παρ.14).Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο. Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του. (παρ.15). Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή (παρ.16). Τα ποσό που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεών που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παράγρ. 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά, κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ` αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος (παρ.17). Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1 σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικό στους όρους του δανείου…(παρ.18). Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ` αυτών. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης” (παρ.19).   Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 1688/2003) “Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003”, η οποία καταργήθηκε με την υπ` αρ. 20783/2020 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 4944/09.11.2020), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, “Οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα”. H νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ειδικότερα με το άρθρο αυτό προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων, που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή, καλύπτοντας κατ` αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μία άλλη εταιρεία, που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: α) Προκειμένου να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) μπορούν να προσφύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες ακολούθως τις “τιτλοποιούν” ενσωματώνοντάς τες σε ομολογίες που εκδίδουν, συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστης, που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων, που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από μόνη την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021), η δε καταχώρηση αυτή λογίζεται και ως αναγγελία. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με έγγραφη σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως και κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο(ΑΠ 909/2021). Από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή του Ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.”, και του άρθρου 10 του ανωτέρω Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπονται στον Ν. 4354/2015, έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του νόμου αυτού προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί και πάλι η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ 161388/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των ουσιωδών όρων της σύμβασης και του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, στη δεύτερη σελίδα του οφειλομένου κεφαλαίου ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο με τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις και τέλος στην τρίτη σελίδα των τυχόν μεταβολών των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν “αποτιτλοποίησης – αποχαρακτηρισμού των δανείων”, όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 (ΑΠ 909/2021). στ) Από την διάταξη της παρ. 6 εδ. τελευταίο του ανωτέρω άρθρου 10, που ορίζει ότι για την μεταβίβαση της τιτλοποιούμενης απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαιτήσεως, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι και στην περίπτωση της με εκχώρηση μεταβίβασης απαιτήσεων προς τιτλοποίηση, κατά το ανωτέρω άρθρο, η απαίτηση του μεταβιβάζοντος-εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στην εκδοχέα-εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό της όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενη μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή-δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποθήκη, που τυχόν ασφαλίζει την μεταβιβασθείσα απαίτηση) με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση του ανωτέρω άρθρου 10 Ν. 3156/2003 συντελείται με μόνη την καταχώρηση σε περίληψη, που περιέχει τα προαναφερθέντα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μεταβίβασης, στο ανωτέρω βιβλίο, η εκδοχέας γίνεται, κυρία της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο τελευταίος δε μπορεί να αντιτάξει κατά της εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (πρβλ επί εκχώρησης κατά τις κοινές διατάξεις ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 1109/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθ` ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου “δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση” είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ` ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (πρβλ επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006). Αντίστοιχα στην ανωτέρω περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 739/2024, ΑΠ 909/2021, ΕφΘεσ 177/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τους τρίτο και τέταρτο  λόγους ανακοπής   ο ανακόπτων   διώκει την ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων επικαλούμενος ότι η καθ’ης δεν απέδειξε την ενεργητικής της νομιμοποίηση κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Ειδικότερα  εκθέτει ότι στα έγγραφα που η καθ’ης προσκόμισε για την εκδοση της διαταγης πληρωμής και στα οποία στήριξε την νομιμοποίησή της, ήτοι    στα παραρτήματα της  σύμβασης μεταβίβασης της ένδικης απαίτησης από την αρχική πιστούχο ………. στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικου σκοπού  «………………», της σύμβασης  επανεκχώρησης της απαίτησης από την «…………. και κυρίως της τελευταίας σύμβασης μεταβίβασης της ένδικης απαίτησης από την …………… στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικου σκοπού  «………………..», για την οποια η καθ’ης ενεργεί ως διαχειρίστρια, δεν αναφέρονται στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ταυτότητα της απαίτησης, αλλά διαφορετικά στοιχεία ως προς τον αριθμό της σύμβασης και το  ύψος απαίτησης και ότι  δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της καθ’ης και ότι  σε κάθε περίπτωση δεν μεταβιβάσθηκε ολόκληρη η απαίτηση και   δεν νομιμοποιειται ενεργητικώς για ποσό πέραν του  μεταβιβασθέντος  με την  τελευταία από 5-11-2021 σύμβαση,  ποσού 58.739,63 ευρώ, το οποίο αποτελείται από κεφάλαιο, τοκους και έξοδα.  Περαιτέρω με τον όγδοο λόγο ανακοπής ισχυρίζεται ότι η καθ’ης  κατά την αίτησή της για της έκδοση της  διαταγής πληρωμής και κατά την επίδοση αυτής  και της παρα πόδας αυτής από 21.4.2022 επιταγής προσκόμισε  αποσπάσματα μονον των δημοσιεύσεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών των συμβασεων πώλησης και διαχείρισης της επίδικης απαίτησης  καθώς και αποσπάσματα του παραρτήματος από τα οποία δεν προκύπτει το ποσό  του τιμήματος της μεταβίβασης, οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης και το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά συνολο και δεν προσκόμισε  ολοκληρα τα κείμενα των συμβάσεων. Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται  και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά  περιστατικα: Δυνάμει της υπ’ αριθ. …../14-6-2004 σύμβασης πιστώσεως  με ανοικτό (αλληλόχρεο ) λογαριασμό, η οποια συνήφθη  μεταξύ της   τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» (δανείστριας)  και  της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………» ως  πιστουχου χορηγήθηκε πίστωση μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ, για την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν ως εγγυητές ο …………..  και ο ανακόπτων. Το επιτόκιο της πίστωσης συμφωνήθηκε κυμαινόμενο αποτελούμενο από το κάθε φορά βασικό επιτόκιο βραχυπρόσθεσμων χρηγήσεων της τράπεζας ανερχομένου κατά την υπογραφή της σύμβασης σε 6,90% ή από το προνομιακό επιτόκιο βραχυπρόθεσμων χορηγήσεων της τράπεζας, ανερχόμενου κατά τη συναψη της σύμβασης σε ποσοστό 6,15% πλέον περιθωρίου 2,00% πλέον της εισφοράς του ν. 128/75 0,60%, το δε επιτόκιο υπερημερίας ορίσθηκε σε 2,5% πλέον του συμβατικού  και συμφωνήθηκε, επίσης, ο εξάμηνος ανατοκισμός τόκων.   Σε εκτέλεση της  ως άνω σύμβασης τηρήθηκε ο υπ’ αριθμ. …………. λογαριασμός  από τις 16.6.2004 έως τις 16.1.2017. Λόγω  μη καταβολής των ληξιπρόθεσμων δόσεων  η ως άνω Τράπεζα προέβη σε καταγγελια της σύμβασης πίστωσης και εκλεισε οριστικά  στις 16.1.2017 τον ως άνω υπ’ αριθμ. ………….. λογαριασμό που την εξυπηρετούσε, το χρεωστικό υπολοιπο του οποιου, υψους 87.077,13 ευρώ, μεταφέρθηκε αυθημερόν  στον υπ’ αριθ. …………… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Με την από 26.1.2017 εξώδικη καταγγελία η ………. γνωστοποιησε  στην πρωτοφειλέτρια και τους εγγυητές  (υπ’ αριθ. …………../3-2-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή  . ………)  την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης λόγω υπερημερίας και το οριστικό κλείσιμο των τηρηθέντων λογαριασμών και κάλεσε αυτους προς καταβολή του τότε χρεωστικού υπολοιπου, ποσού 87.077,13 ευρώ εντόκως από 17.1.2017.   Εν συνεχεία μεταξύ της ………  και του ανακόπτοντος υπεγράφη αρχικώς το  από  30.6.2017 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης & Ρύθμισης Οφειλών» με  το οποίο ο τελευταίος   αναγνώρισε  ότι η συνολική οφειλή του στις 30.6.2017 εκ της ανωτέρω συμβάσεως πιστώσεως  ανερχόταν στο ποσό των 92.671,76 ευρώ και συμφώνησαν να  ρυθμισθεί  το ποσό των 85.343,73 ευρώ (κατόπιν εφάπαξ προκαταβολής 2.000 ευρώ) και προς τούτο τηρήθηκε  ο υπ’ αριθ…………. λογαριασμος, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 5.328,03 ευρώ  να διαγραφεί  εφόσον τηρηθούν οι όροι της ρύθμισης και προς τούτο  τηρήθηκε ο ο υπ’ αριθμ…………..λογαριασμός.  Με το ανωτέρω συμφωνητικό  συμφωνήθηκε   ότι σε περίπτωση μη τηρήσεως έστω και  ενός εκ των όρων του συμφωνητικού η ανωτερω συμφωνία παύει να ισχύει. Οι ανωτέρω λογαριασμοι τηρήθηκαν από τις 3.6.2017 έως τις 20.12.2018, οπότε τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των δύο αυτών λογαριασμών, ήτοι  ποσό 86.105,61 ευρώ από τον υπ’ αριθ. ……………. λογαριασμό  και ποσό 5.652,71 ευρω από τον υπ’ αριθ. ………. λογαριασμό μεταφέρθηκαν στον υπ’ αριθ. …….. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης.    Περαιτέρω,    μεταξύ της …………  και του ανακόπτοντος υπεγράφη  το  από  28.3.2019 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης & Ρύθμισης Οφειλών» με  το οποίο ο τελευταίος  αναγνώρισε  ότι η συνολική οφειλή του στις 28.3.2019 εκ της ανωτέρω συμβάσεως πιστώσεως  ανερχόταν στο ποσό των 95.155,99 ευρώ και συμφώνησαν να  ρυθμισθεί η εξόφληση  μέρους της οφειλής αυτής  ύψους 92.155,99  (κατόπιν εφ’ άπαξ προκαταβολής 3.000 ευρώ) ως εξής: Ως διάρκεια της ρύθμισης  σύμφωνήθηκε από 28-3-2019 έως 28-3-2020 και ως τροπος αποπληρωμής 12 μηνιαίες καταβολές ποσού 630 ευρώ  προς κάλυψη κεφαλαίου,αρχής γενομένης από 28-4-2019 έως 28-3-2020, ενώ ρητώς ορίσθηκε ότι  σε εξασφάλιση της οφειλής που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……/14-6-2004 σύμβαση πίστωσης ο ανακόπτων  θα έπρεπε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εγγραφή προσημειωσης υποθήκης ποσού 110.587,19 ευρώ  σε ακίνητό του υπέρ της ………….. Για την ως άνω απο 28-3-2019 σύμβαση  τηρήθηκαν δύο λογαρισμοί ήτοι ο υπ’ αριθ. ….-..  λογαριασμός  με χρεωστικό υπόλοιπο στις 28-3-2019, ποσό  78.160,49,  στον οποίον πιστωνόταν μηνιαίως το ποσό των 630 ευρώ και ο υπ’ αριθ. ……….. λογαριασμός με χρεωστικό υπολοιπο, ποσό 13.995,50,  που παρέμενε σε εκκρεμότητα.  Με το ανωτέρω συμφωνητικό  συμφωνήθηκε  ότι σε περίπτωση μη τηρήσεως έστω και  ενός εκ των όρων του συμφωνητικού η ανωτερω συμφωνία παύει να ισχύει. O ανακόπτων δεν τήρησε το όρο της σύμπραξης για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, κατα τα συμφωνηθέντα, οπότε η ως άνω ρύθμιση  έπαυσε να ισχύει. Οι ανωτέρω λογαριασμοι τηρήθηκαν από τις 28.3.2019 έως τις 25.1.2022, οπότε τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των δύο αυτών λογαριασμών, ήτοι  ποσό 67.182,51 ευρώ από τον υπ’ αριθ. …………… λογαριασμό  και ποσό 16.035,32 ευρω από τον υπ’ αριθ. …………….. λογαριασμό μεταφέρθηκαν στον υπ’ αριθ. ……………. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης,  για το συνολικο δε ποσό των 83.217,73 ευρώ (πλέον τοκων) εξεδόθη η ανακοπτομενη διαταγή πληρωμής.   Περαιτέρω  δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης  πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας  με την επωνυμία «………..» και της εταιρείας  ειδικού σκοπού   με την επωνυμία «……………..»,  με έδρα το ………….. Ιρλανδίας μεταβιβάσθηκε  από την πρώτη στην δεύτερη λόγω πώλησης με τιτλοποίηση  απαιτήσεων, σύμφωνα με τις  διατάξεις  του άρθρου 10 του ν. 3156/2003,  χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η εν λόγω μεταβίβαση καταχωρισθηκε  την 16.9.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του  Ενεχυροφυλακείου Αθηνών   με αριθμό  πρωτοκόλλου …./16.9.2019 στον τόμο ……. και με αριθμό  …., η οποία επέχει θέση  αναγγελίας κατ’ άρθρο  10 του Ν 3156/2003. Στις απαιτήσεις που μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση   από την επίδικη  σύμβαση δανείου,  για την οποια (απαίτηση) εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ……./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελους Πρωτοδικειου Αθηνών.   Έτσι, η εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία «……….», κατέστη  δικαιούχος της ως άνω απαιτήσεως ως ειδικός διάδοχος της  μεταβιβάσασας  Τράπεζας. Αρχικά  η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού δυνάμει της  από 12.9.2019 σύμβασης διαχείρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων  σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, η οποία καταχωρισθηκε στα ίδια ως άνω δημόσια βιβλία,   την 16.9.2019  με αριθμό πρωτοκόλλου …../16.9.2019, στον Τόμο …. και αριθμό …., ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων που της μεταβιβάστηκαν στην μεταβιβάσασα Τράπεζα. Εν συνεχεία την 16.9.2019 δυνάμει της υπ’ αριθμ. …./16.9.2019 πράξης σύστασης ανωνύμου εταιρείας  της συμβολαιογράφου Πειραιώς  …………..  συστάθηκε η εταιρεία με την επωνυμία  «……….» με τον διακριτικό τίτλο “……………»,  δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 η οποία και αδειοδοτήθηκε  νόμιμως από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ δυνάμει της υπ’ αριθμ. 326/17.9.2019 απόφασης  της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 3533, 20-9-2019). Στην ως άνω εταιρεια σύμφωνα με την υπ’ αριθ. …./16.9.2019 πράξη συστασης εισφέρθηκε σε είδος από την …………. ο κλάδος διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανειων συμπεριλαμβανομένης και της από 12.9.2019 συμφωνιας διαχείρισης. Ακολούθησε η τροποποίηση της προαναφερόμενης  από 12.9.2019  σύμβασης διαχείρισης, που καταχωρισθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./23.9.2019, στον τόμο … και αριθμό ……., με την οποία διορίσθηκε νέα  διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η εταιρεία  με την επωνυμία «……….» και διακριτικό τίτλο «…………….», ήδη μετονομασθείσα σε «……….»,  παράλληλα δε  χορηγήθηκε  στην τελευταία από την εταιρεία ειδικού σκοπού  ««………….» το από 16.9.2019 πληρεξούσιο σύμφωνα με τον ν. 3156/2003. Ακολούθησε η διάσπαση διά απόσχισης   κλάδου της «……….» (διασπώμενη) με σύσταση νέας εταιρείας με την επωνυμία   «……….» (επωφελούμενη) (εγκριτική απόφαση υπ’ αριθ. 139241/30.12.2020 του τμηματος Ασφαλιστικών ΑΕ και Χρηματοδοτικων Ιδρυμάτων της Γενικης Διεύθυνησης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτη του Υπουργειου Αναπτυξης και Επενδυσεων) και συνεπεία της εν λόγω διάσπασης διά απόσχισης κλάδου η επωφελούμενη υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής στο σύνολο των  δικαιωματων και τις υποχρεώσεων της διασπώμενης.   Περαιτέρω,    στις  26-10-2021 η εταιρεία ειδικού σκοπού  “«……….»  προέβη σε επανεκχώρηση προς την …………, μερους των μεταβιβασθεισών  προς αυτήν, αρχικά, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, απαιτήσεων,  στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η απαιτηση από την επίδικη σύμβαση, δημοσιευθείσης της  σχετικής μεταβολής (επαναγοράς) της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ. πρωτ. …./26.10.2021  σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 και 8 του ν 3156/2003. O ανακόπτων εκθέτει    ότι στην τελευταία αυτή συμβαση επανεκχώρησης  συνεβλήθη η ……….. ( επωφελούμενη) σε χρόνο κατά το οποίο δεν υπήρχε, αφού, η διάσπαση  έγινε στις 30-12-2020.  Ο λογος αυτός είναι  απορριπτέος ως αβάσιμος,  καθόσον  απο την ανωτερω δικαστική ομολογία ότι η διασπαση έγινε  στις 30-12-2020 συνάγεται  ότι  η επανεκχωρηση (26-10-2021) έλαβε χωρα μετα την διασπαση   και την σύσταση   της νέας εταιρείας με την επωνυμία   «………….» (επωφελούμενη) και κατα την τυπική λογική το χρονικώς  ύστερον  επεται του χρονικώς προτέρου. Σε  καθε δε περιπτωση  ο νόμος γνωρίζει επι ανωνύμων εταιριων τον θεσμό της υπό συσταση ανώνυμης εταιρείας  κατα τον οποίον οι ιδρυτες ευθυνονται για τις πράξεις  της μελούσης να ιδρυθεί εταιρείας  και δίνεται προθεσμία τριων μηνων στη εταιρεία  να εγκρίνει  τις αναληφθείσες  υποχρεώσεις [(αρθρο 10 Ν. 4548/019 «Πράξεις κατά το ιδρυτικό στάδιο – Ευθύνη ιδρυτών «1. Πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρείας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και εις ολόκληρον. Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρεία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο αν, μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη σύστασή της, ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις», το οποιο αντικατέστησε το με όμοιο περιεχόμενο άρθρο 7δ του ν. 2190/1920,   (επί αναλόγου θέματος ΑΠ 725/2015, ΑΠ 1278/2017  Νόμος)]. Σε καθε δε,  ομως,  περιπτωση με την επανεκχωρηση της  επιδικου αξιώσεως  στην  ……… δεν αναλαμβανονται από αυτήν υποχρεώσεις, οποτε δεν απαιτείται η εντος τριμήνου  εγκριση και  αρκει η απλη εγκριση,  η οποία έλαβε χώρα εν προεκειμενω με το να εκχωρήσει η …………….. την αξίωση  αυτή στην  ««……………….»,  ως θα εκτεθεί αμέσως κατωτέρω.    Δυνάμει της από 5/11/2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ  της …………… και της εταιρείας με την επωνυμία  ««……………..», με έδρα το …… Ιρλανδίας, η πρώτη μεταβίβασε στην δεύτερη χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 τουν. 3156/2003. Στις απαιτήσεις που μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνεται και η απορρέουσα από την επίδικη σύμβαση δανείου. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων δημοσιεύθηκε την 8/11/2021 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000  που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτ.  ……./8.11.2021,  σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ν. 3156/2003. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης,  η δε καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη.    Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στη δικαιούχο μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως κάθε παρεπόμενο, διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτών, με αποτέλεσμα η δικαιούχος να είναι πλέον αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν  από την  επίδικη σύμβαση  δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής.  Έτσι, η εταιρεία ειδικού σκοπού  με την επωνυμία ««…….»,», κατέστη  δικαιούχος της ως άνω απαιτήσεως ως ειδικός διάδοχος της   ……..   Περαιτέρω, δυνάμει της από 5-11-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ  της ως άνω δικαιούχου και της διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «………….», που καταχωρίσθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου    ……/8.11.2021, η τελευταία διορίσθηκε ως διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, ενώ παράλληλα χορηγήθηκε στην τελευταία από την ειδική διάδοχο ««…………….»  το από 5-11-2021 πληρεξούσιο σύμφωνα με τον νόμο 3156/2003.  Ενόψει των ανωτέρω, η  εταιρεία «………………», στην οποία δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης διαχείρισης ανατέθηκε από την εταιρεία απόκτησης, ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος  και διαχειρίστρια των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης, της  αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ««………………» η οποία  έχει καταστεί  ειδική διάδοχος της     τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμια    ……………, στην οποία αναμεταβιβάσθηκε η απαίτηση από την  …………………..»     δικαιούται     να ασκήσει,  κατ` εξαίρεση νομιμοποιούμενη ως μη δικαιούχος διάδικος, κάθε ένδικο βοήθημα, που κατατείνει στην είσπραξη της ένδικης υπό διαχείριση απαίτησης.  Ακολούθως η ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία ενεργώντας   ως μη δικαιούχος διάδικος  αιτήθηκε  την έκδοση διαταγής πληρωμής και    εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν η πρωτοφειλέτρια και οι εγγυητές  να καταβάλουν εις ολόκληρον  το ποσό των 83.217,73 ευρώ   πλέον νομίμως τόκων και εξόδων. Ακριβές επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της εν λόγω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε από την  καθ’ης η ανακοπή  στον ανακόπτοντα  εγγυητή στις 27-4-2022 με την από 21-4-2022 επιταγή προς πληρωμή.  Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα   αποδεικνύεται ότι η καθ’ης κατά την  υποβολή της από 10-12-2012 αίτησής της  προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, προσκόμισε όλα τα ανωτέρω αναφερομενα έγγραφα, που αποδεικνύουν την μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού « ……….»,» και την ανάθεση της διαχείρισης αυτής στην καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα. Ειδικότερα προσκομίσθηκαν, μεταξύ των λοιπών νομιμοποιητικών εγγράφων, 1. Αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος με αριθ. πρωτ. …../26.9.2019 της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών  απαιτήσεων  που εχει εγγραφεί στα βιβλία του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (στον τόμο …. με αριθμό ……) από την ………..  στην “«…….»,    2.  Ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της σελίδας 5779 εκ του παραρτήματος  με αρ. Πρωτοκόλλου …../16.9.2019 από το καταχωρηθέν  στα βιβλία ν. 2844/2000 (στον τόμο …. με αριθμό ….).  3. Αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος με  αριθμο πρωτ. …../16.9.2019 της απο 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που εχει εγγραφεί στα βιβλία του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (στον τόμο …. με αριθμό …),  4. Το με αριθ. Πρωτ. …../23.9.2018 έντυπο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνων περι δημοσιεύσεως συμβάσεων (αρθρο 10 του ν. 3156/2003, με το οποίο δημοσιεύθηκε η τροποποίηση της παραγράφου 1(β)  του με αρ. Πρωτ. …../16.9.2019 εντύπου δημοσίευσης  σύμβασης διαχείρισης  επιχειρηματικών απαιτήσεων όπου διαχειριστής απαιτήσεων ορίσθηκε η εταιρεία «με την επωνυμία «……….» και διακριτικό τίτλο «…………….», ήδη μετονομασθείσα σε «……………».   5.  Την με αρ. πρωτ.  …../26-10-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης  της από 26-10-2021 σύμβασης πώλησης  και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων  ήτοι της επαναγοράς και μεταβίβασης από την αποκτήσασα ………… προς την ………. 6. Ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της σελίδας 483 εκ του παραρτήματος  με αρ. πρωτοκόλλου …../26.10.2021 από το καταχωρηθέν  στα βιβλία ν. 2844/2000 (στον τόμο …. με αριθμό ….….   7. Την   με αρ. πρωτ.  ……/8-11-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών περίληψης  της από 5-11-2021 σύμβασης πώλησης  και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων  από   την ………. προς την εταιρεία ειδικού σκοπού « ………….»).     8.  Την με αρ. πρωτ.  ……/8.11.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών  περίληψης της από 5.11.2021 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων από την εταιρεία ειδικού σκοπού « …………..» προς την «…………..».   9. Ακριβές φωτοτυπικο αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως παράρτημα στην υπ’ αρ. πρωτ. …/8.11.2021 περίληψη από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000.    10. Την υπ’ αριθ.  …../2004  σύμβαση πιστώσεως αλληλοχρέου λογαριασμού  και τα από 30.6.2017 και 28.3.2019 ιδιωτικά συμφωνητικα αναγνώρισης και ρύθμισης  οφειλών.   11. Ακριβή αποσπάσματα της κίνησης των  μηχανογραφικώς τηρηθέντων λογαριασμών για την ένδικη σύμβαση ήτοι   α)του  υπ’ αριθ. …….. ενήμερου λογαριασμού που τηρήθηκε για την  υπ’ αριθ.  ……/2004  σύμβαση πιστώσεως, και του  υπ’ αριθ. ….. λογαριασμου οριστικής καθυστέρησης, β)των   υπ’ αριθ αριθ…….. και ……….. λογαριασμων ρύθμισης που τηρήθηκαν για την από 30.6.2017 συμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης  οφειλών  και  του υπ’ αριθ. ………….. λογαριασμου οριστικής καθυστέρησης,  ε)των υπ’ αριθ…….. και  υπ’ αριθμ. ………… λογαριασμων ρύθμισης  που τηρήθηκαν για την απο  28.3.2019  συμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης  οφειλών και  του  υπ’ αριθ. ……… λογαριασμου οριστικής καθυστέρησης .Τα ανωτέρω  αναφερόμενα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής (και κοινοποιήθηκαν και  για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης) από την  εκκαλούσα  εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία είχε νομίμως ανατεθεί από την  εταιρεία ειδικού σκοπού « ……………….»η είσπραξη και διαχείριση της ένδικής απαίτησης, ήταν αρκετά για να αποδείξουν, κατά τα άρθρα 919 και 925 ΚΠολΔ, αφενός ότι η « ………» κατέστη ειδικός διάδοχος της απαίτησης της  «……….» στην οποια είχε αναμεταβιβασθεί η απαίτηση από την  ……………., αφού η ………….» είχε μεταβιβάσει με εκχώρηση λόγω πωλήσεως, κατά το άρθρο 10 του Ν.3156/2003, την ένδικη απαίτησή της και η μεταβίβαση αυτή είχε καταχωρισθεί νόμιμα κατά τα αναγκαία και ουσιώδη στοιχεία της σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000,  η οποία  καταχώριση   επέχει θέση αναγγελίας της εκχώρησης,   αφετέρου δε ότι η εκκαλούσα  ήταν νομίμως αδειοδοτηθείσα κατά τον Ν. 4354/2015 εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία η «  …………..»», εκδοχέας της απαίτησης,  ανεθεσε, με σύμβαση που επίσης καταχωρήθηκε στο ανωτέρω βιβλίο, την είσπραξη και διαχείριση της απαίτησης, με συνέπεια να νομιμοποιείται αυτή (καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα) να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής και να αρχίσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να κοινοποιήσει και το συνολικό κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης, και της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης.    Στην  περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην υπ` αρ. 161338/2003 ΥΑ του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι, αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον Ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης και η σύμβαση αναθεσης της  διαχείρισης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ` εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση.  Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς,  την εταιρεία που ανέλαβε την διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το αρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 161/338/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό  αποσπασμα των μεταβιβαζομενων απαιτήσεων απ’ οπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση.  Υπό  την συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων 10 παρ. 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 συνάγεται  ότι για την επελευση των εννόμων αποτελεσμάτων τοσο της μεταβιβασης, όσο και της ανάθεσης διαχείρισης αρκεί η ολοκλήρωση της καταχώρισης περίληψης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, χωρίς να απαιτείται κάποια επιπλεον διατύπωση. Εν προκειμένω η εκκαλούσα  προσκομισε κατά την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής άπαντα τα απολύτως αναγκαία για την συγκεκριμενη μεταβίβαση και αναθεση διαχείρισης  έγγραφα,  που αποδεικνύουν την διαχειριστική της εξουσία, ως αυτά μνημονεύθηκαν ανωτέρω και ειδικότερα τις δημοσιεύσεις σε περίληψη των συμβασεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, με το σχετικό αποσπασμα των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων στο οποιο φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ου η εκτέλεση. Εφόσον οι περιλήψεις των προαναφερομένων συμβάσεων μεταβίβασης της απαίτησης και ανάθεσης της διαχείρισης  έχουν καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, και δεδομένου ότι με την ως άνω καταχώριση  έχουν νομίμως συντελεσθεί η μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης και η εν συνεχεία ανάθεση της διαχείρισής της στην εφεσίβλητη, κατά τα προεκτεθέντα, δεν απαιτείται να προσκομισθούν κατά την υποβολή της αίτησης της διαταγής πληρωμης και να συγκοινοποιηθούν με την επιταγή  ολόκληρα τα κειμενα  των ως άνω συμβάσεων. Επομένως, ο όγδοος λόγος ανακοπής  πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.  Από τα αποσπάσματα δε των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων  αποδεικνύεται η ταυτοτητα της ενδίκου απαιτήσεως. Το γεγονός  ότι,  στα προαναφερόμενα αποσπάσματα από το Ενεχυροφυλακειο Αθηνών  των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως παραρτήματα στις προαναφερόμενες συμβάσεις μεταβίβασης, ως αριθμός σύμβασης αναγράφεται ο αριθμός «……….» οφειλεται  σε συστημικούς  λόγους, όπως ρητώς μάλιστα  αναγράφεται στο  αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως παράρτημα στην υπ’ αρ. πρωτ. ……./8.11.2021 δημοσίευση  περίληψης  της από 5-11-2021 σύμβασης πώλησης  και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων  από   την ………… προς την εταιρεία ειδικού σκοπού « ……..»), όπου στην σελίδα 551  εκ του ως άνω παραρτήματος ρητώς αναγράφεται «Συστημικός αριθμός ταυτιζόμενος με τον αριθμό της δανειακής σύμβασης. Τυχον διαφορά ανάμεσα στους δύο αριθμούς οφείλεται σε συστημικούς λογους». Εξάλλου ο αριθμός μόνος του δεν αποτελεί στοιχείο της ταυτότητας της απαιτήσεως, αλλά συνεκτιμαται με τα υπόλοιπα  αποδεικτικά μέσα. Δεν είναι ουσιώδες στοιχείο της απαιτήσεως, αλλά συνεκτιμάται και μπορεί η ταυτοτητα της απαιτήσεως  να αποδειχθεί από τα λοιπά αποδεικτικα μέσα.  Εν προκειμένω η ταυτοποίηση αποδεικνύεται  από την εγγραφή στο απόσπασμα κίνησης του προσκομισθέντος κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμης υπ’ αριθ.  …………. λογαριασμου οριστικής καθυστέρησης    της  υπ’ αριθ.  …../2004  σύμβασης πίστωσης, όπου αναγράφεται  για πρώτη φορά  στην επικεφαλίδα ως νέος αριθμός σύμβασης ο «…………….»  κατα την ημερομηνια μεταφοράς του υπολοίπου του δανείου σε οριστική καθυστέρηση στις 16.1.2017, με την ρητή διευκρίνηση, όπως αναγράφεται στην  πρωτη εγγραφή,  ότι πρόκεται για μεταφορά  σε οριστική καθυστέρηση του υπολοίπου της απαίτησης που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……../14.1.2004 σύμβαση και που ανήρχετο σε 87.077,13 ευρώ. Ο αριθμός «…….» ως αριθμός σύμβασης αναγράφεται σε όλους τους μετέπειτα τηρηθέντες  για τα ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνωρισης οφειλής λογαριασμούς ρύθμισης και τους λογαριασμούς οριστικής καθυστερησης. Η ταυτότητα της απαιτήσεως   αποδεικνύεται επίσης και από τα αναγραφόμενα στα παραρτήματα του Ενεχυροφυλακείου στοιχεία των οφειλετων, ήτοι την επωνυμια της πρωτοφειλετριας εταιρείας « ……………» και τα ονόματα των εγγυητών «……………..» και «………….» με τις αντίστοιχες αναγραφόμενες διευθύνσεις τους και τους αριθμούς φορολογικού μητρώου. Μάλιστα στο επισυναφθεν ως παράρτημα στην υπ’ αρ. πρωτ. ……/8.11.2021 δημοσίευση  περίληψης  της τελευταίας από 5-11-2021 σύμβασης πώλησης  και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων  από   την ……..προς την εταιρεία ειδικού σκοπού « ……..»),  στην σελίδα 551 αναγράφονται εκτός από τα ως άνω στοιχεία και οι δύο λογαριασμοί  που τηρήθηκαν για την απο  28.3.2019  συμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης  οφειλών, ήτοι  ο υπ’ αριθ ……… λογαριασμός με χεωστικο υπόλοιπο, ποσό  78.160,40 κατά την 28/3/2019, στον οποιο κατατίθεντο οι ρυθμισμένες με το 28-3-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό μηνιαιες  δόσεις     και ο υπ’ αριθμ. ………………. λογαριασμος με χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 28-3-2019, ποσό  13.995,50 ευρώ.   Το γεγονός, εξάλλου,  ότι   στα προαναφερόμενα αποσπάσματα από το Ενεχυροφυλακειο Αθηνών  των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως παραρτήματα στις προαναφερόμενες συμβάσεις μεταβίβασης απαιτήσεων, τα ποσα δεν ταυτίζονται  δεν αναιρει την ταυτότητα της μεταβιβαζομένης απαιτήσεως, καθώς τα αναγραφόμενα στα παραρτήματα του Ενεχυροφυλακείου ποσά αποτελούν  το «τρέχον υπόλοιπο» κατά την χρονική στιγμή της μεταβίβασης της απαίτησης, πρόκειται δηλαδή για  άληκτα ποσά. Απο το  επισυναφθεν ως παράρτημα στην υπ’ αρ. πρωτ. …../8.11.2021 δημοσίευση  περίληψης  της από 5-11-2021 σύμβασης πώλησης  και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων  από   την ….. προς την εταιρεία ειδικού σκοπού « …………………» (σελίδα 551)  σε συνδυασμό με  το υπ’ αριθ. ………… αποσπασμα λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης και τα  υπ’ αριθ.  …………….. και   ……….. αποσπάσματα  των λογαριασμων   που τηρήθηκαν για την απο  28.3.2019  συμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης  οφειλών,  απεδείχθη ότι μεταβιβάσθηκε ολόκληρη η απαίτηση και δη και η απαίτηση από τον υπ’ αριθμ. ……………. λογαριασμό αλλά και η απαίτηση από τον  υπ’ αριθμ. …………. λογαριασμο και  η μεν πρώτη ανεφέρθη στο εν λόγω παράρτημα  και με τον αριθμό του λογαριασμού (………. )  και με το οφειλόμενο   κατά κεφάλαιο ποσό (58.739,63ευρω) κατά την χρονική στιγμή της μεταβίβασης, ενώ για την δεύτερη απαίτηση ανεγραφη μόνον ο αριθμός του λογαριασμού (………..), αυτό όμως αρκεί για την μεταβίβαση της απαιτήσεως, διότι με τον αριθμο αυτόν ταυτοποιείται πλήρως  η ταυτοτητα της οφειλής.   Ως προεκτέθη  τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των δύο αυτών λογαριασμών, ήτοι  ποσό 67.182,51 ευρώ ( 57.439,63 ως  κεφάλαιο +  2.564,05 ευρώ για τόκους/εισφορά  + 7.178,83 ευρώ για τόκους υπερημερίας κατά το κλείσιμο του λογαριασμού στις 25-1-2022)   από τον υπ’ αριθ. ………….. λογαριασμό  και ποσό 16.035,32 ευρω (13.995,50 ευρώ ως κεφάλαιο + 480,88 για τόκους /εισφορα + 1.558,94 κατά το κλείσιμο του λογαριασμού στις 25-1-2022) από τον υπ’ αριθ. ……….. λογαριασμό μεταφέρθηκαν στις 25-1-2022 στον υπ’ αριθ………….. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης  και για το συνολικο δε ποσό των 83.217,73 ευρώ (πλέον τοκων) εξεδόθη η ανακοπτομενη διαταγή πληρωμής.  Σημειούται ότι   το ποσό  των 74.910 ευρώ που αναγράφεται στο αντίγραφο της σελίδας 5779 εκ του  παραρτήματος του Ενεχυροφυλακείου  με αρ. πρωτ. ……/16.9.2019 αναφορικά με  την μεταβίβαση της απαίτησης από την ……στην ………………………” ταυτίζεται με την αντίστοιχη εγγραφή στις 28.9.2019 στον υπ υπ’ αριθ.  …….. λογαριασμο   που τηρήθηκε για την απο  28.3.2019  συμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης  οφειλών και αποτελει το «τρέχον υπόλοιπο» ήτοι το αληκτο ποσό  κατα την χρονική στιγμή της μεταβίβασης. Ενώ το αυτο ισχυει και για το ποσό  των 59.389 ευρώ που αναγράφεται στη σελ. 483 εκ του παραρτήματος  με αρ. πρωτοκόλλου ……/26.10.2021 από το καταχωρηθέν  στα βιβλία ν. 2844/2000 αναφορικά με την σύμβαση   επαναγοράς και μεταβίβασης από την αποκτήσασα ……. προς την …………., το οποίο αντιστοιχεί στο άληκτο ποσό κατά την χρονική στιγμή της μεταβίβασης.   Από  τις προαναφερόμενες συμβάσεις μεταβίβασης λόγω τιτλοποίησης της απαιτήσεως , ήτοι το αποσπασμα της  με  αριθ. πρωτ. ……/26.9.2019  της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών  απαιτήσεων  που εχει εγγραφεί στα βιβλία του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών  από την …………  στην “«…………..»,   το αποσπασμα με αρ. πρωτ.  …./26-10-2021   της από 26-10-2021 σύμβασης πώλησης  και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων  ήτοι της επαναγοράς και μεταβίβασης από την αποκτήσασα ………. προς την ….. και κυρίως από  την   υπ’ αρ. πρωτ. …../8.11.2021 δημοσίευση  περίληψης  της  τελευταίας από 5-11-2021 σύμβασης πώλησης  και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων  από   την ….. προς την εταιρεία ειδικού σκοπού « ……………..»  αποδεικνύεται ότι η Τραπεζα  μεταβίβασε το σύνολο των απαιτήσεών της κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως τούτο ρητώς προβλέπεται στον όρο 3 των ως άνω συμβάσεων μεταβίβασης, όπου  στις δύο πρώτες αναγράφεται ρητώς ότι η απαίτηση μεταβιβάζεται κατά κεφάλαιο και τόκους (ανά επιχειρηματική απαίτηση, κεφάλαιο, δεδουλευμένοι τόκοι και απαιτήσεις από έξοδα), ενω στην τρίτη σύμβαση αναγράφεται ότι  μεταβιβάζεται  καθε απαίτηση, δηλαδη κατά την σαφή εννοια του όρου   κεφαλαιο και τόκοι αδιαστίκτως. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, μεταβιβάστηκε στην τελευταία  εταιρεία ειδικού σκοπού « ………… ολόκληρη η απαίτηση της Τράπεζας  σε βάρος του ανακόπτοντος    ανεξαρτήτως του ότι στο επισυναφθέν στην ως άνω σύμβαση παράρτημα αναγράφεται το άληκτο ποσό «τρέχον υπόλοιπο» κατα την χρονική στιγμή της μεταβίβασης,   το οποίο  δεν αποτελεί το ανώτατο όριο της μεταβιβασθείσας απαίτησης, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο ανακόπτων  και συνεπώς ουδεμία απαίτηση κεφαλαίου ή τόκων απεμεινε στην  τράπεζα.   Αυτό, δε, άλλωστε προκύπτει και από την τελολογική ερμηνεία της σύμβασης πώλησης και τούτο διότι οι τόκοι αποτελούν παρεπόμενη, σε σχέση με την κύρια οφειλή, απαίτηση ενώ οι δαπάνες συνακόλουθη συμβατική υποχρέωση της απαίτησης.  Επομένως η  διαφοροποίηση,, μεταξύ του επιδικασθέντος  ποσού (83.217,73) και του ποσού που αναγράφεται στο παράρτημα του Ενεχυροφυλακείου (€ 58.739,63) αναφορικά με  την τελευταία συμβαση μεταβίβασης, οφείλεται στο ότι το αναγραφόμενο ποσό στο Ενεχυροφυλακείο αντιστοιχεί στο άληκτο κεφάλαιο του δανείου « τρεχον υπόλοιπο»  από τον …….. λογαριασμό,  ως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο της μεταβίβασης της απαίτησης, ενώ στο επιδικασθέν ποσό εχουν υπολογισθεί και οι τόκοι   από τον άνω λογαριασμό, και επιπλέον στο επιδικασθέν ποσό περιελήφθη και το ποσό  από τον υπ’ αριθ. υπ’ αριθ. …………. λογαριασμό, που επίσης είχε μεταβιβασθεί κατά κεφάλαιο και τόκους, ως προεκτέθη.  Tο αναγραφόμενο δηλαδή στο παράρτημα του Ενεχυροφυλακείου ποσο αφορά  το «τρέχον» κατά τον χρόνο της εκχώρησης  άληκτο κεφάλαιο  της οφειλής και δεν αποτελεί  το ανώτατο όριο της μεταβιβασθείσας απαίτησης (574/2020 ΕφΠειραιά). Σε κάθε  δε περίπτωση ο ανακόπτων δεν ισχυριζεται  ούτε και αποδεικνυεται ότι  υπήρχε άλλη ενοχή, ώστε να υπάρχει αμφιβολία ποιά ενοχή μεταβιβάζεται. Επομένως, ο τρίτος λόγος  και ο  τέταρτος  λόγος  πρέπει να απορριφθουν ως αβάσιμοι.

Mε τον πρώτο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων  διώκει την  ακύρωση των ανακοπτόμενων πράξεων επικαλούμενος α) ότι  η καθ’ης η ανακοπή έπρεπε να έχει προσκομίσει το καταστατικό της  πρωτοφειλέτου εταιρείας  με τις τροποποιήσεις του ως ίσχυε κατά τον  χρόνο υπογραφής  της αρχικής συμβάσεως και των μεταγενέστερων τροποποιήσεων, ωστε να αποδεικνύεται  ότι  οι υπογράφοντες για λογαριασμό της πρωτοφειλέτριας  ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής κατά τον χρόνο υπογραφής  της αρχικής σύμβασης και  των ιδιωτικών συμφωνητικών  τροποποιήσεων  και είχαν αρμοδιότητα να υπογράψουν για λογαριασμό της, β) θα έπρεπε να είχε προσκομίσει η καθ’ης σχετικά έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι κατά   κατά την υπογραφή των από 30-6-2017 και 28-3-2019 ιδιωτικών συμφωνητικων  ο υπογράφων τις συμβάσεις αυτές ανακόπτων  είχε την σχετική νομιμοποίηση προς τούτο, καθώς η πρωτοφειλέτρια εταιρεία ετύγχανε σε εκκαθάριση, γ) ότι η καθ’ης θα έπρεπε να είχε προσκομίσει για την έκδοση της διαταγής πληρωμής  όλα εκείνα τα έγγραφα εκ των οποίων  προκύπτει ότι η καθ’ης  βρίσκεται σε στάδιο εκκαθάρισης, από πότε και ποιός είναι ο εκκαθαριστής προς τον οποίον όφειλε να επιδώσει την  ανακοπτόμενη επιταγή.  Ο ανωτέρω λόγος ως προς το  στοιχείο (α)  θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι  ο ανακόπτων δεν ενέχεται εκ της αρχικής συμβάσεως μεταξύ της τράπεζας και της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, αλλά εκ της συμβάσεως εγγυήσεως με βαση την οποια εγγυήθηκε για την αρχική σύμβαση.Ενέχεται ως εγγυητής της συμβάσεως και μάλιστα ως εγγυητής ο οποίος  αναγνώρισε ο ίδιος το χρέος. Εκ του λογου ότι προέβη σε αναγνωριση χρεους αυτό δημιουργεί ιδιάν ενοχη και συνεπώς ενέχεται εκ μόνης της αναγνωρίσεως η οποία θεμελιώνει  επαρκως την εκδοση διαταγης. Συνεπως δεν απαιτείτο να προσκομίσει  τα νομιμοποιητικα έγγραφα των νομίμων εκπροσωπων της πρωτοφειλέτριας εταιρείας.  Επισης απορριπτέος ως αβάσιμος ειναι ο ανωτέρω λόγος και ως προς το στοιχείο (β) διότι ο ανακόπτων εξ ιδιου δικαιου εγγυηθηκε και ανεγνώρισε ο ίδιος την οφειλή  με τα από 30-6-2017 και 28-3-2019  ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης οφειλής και δεν απαιτείτο να προσκομίσει τα σχετικά εγγραφα  εκ των οποίων προέκυπτε ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία ευρίσκετο στο στάδιο της εκκαθάρισης, διότι  η ιδιότητα της εταιρείας ως υπο εκκαθάριση εταιρείας δεν αίρει την  υποχρέωσή του να καταβάλει την οφειλή, λόγω της αναγνωρίσεως εκ μέρους του του χρεους, ως εγγυητή. Ο ανακόπτων  εγγυήθηκε ο ιδιος για την ένδικη απαίτηση  και ο ίδιος ως εγγυητής αναγνώρισε την οφειλή. Τέλος  και ο ισχυρισμός υπο στοιχείο (γ) του ανωτέρω λόγου είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η θέση της πρωτοφειλέτριας υπό εκκαθαριση  δεν επηρεάζει την ιδιότητά  του ως εγγυητή,  ακομη περισσότερο  αφου αναγνώρισε ο ίδιος  το χρέος  παρεκτος του ότι έχει αναγνωρίσει υπό την ιδιότητα του εγγυητή την οφειλή.

Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής και τον πεμπτο λόγο ανακοπής  ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι  το χρέος έχει εξοφληθεί, καθόσον  με το από 28-3-2019   ιδιωτικο συμφωνητικό ρύθμισης οφειλής, συνήφθη νέα σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, με την οποία είχε  συμφωνηθεί ως τρόπος αποπληρωμής  του υπολοιπομένου ποσού  92.155,99 ευρώ  η καταβολή  12 μηνιαίων  δόσεων  ποσού 630 ευρώ εκάστη  από 28.3.2019 έως 28.3.2020, χωρίς να  περιλαμβάνει  κανένα σχετικό όρο αναφορικά με το ποσό που ήθελε απομείνει μετά την αποπληρωμή των 12 μηνιαίων δόσεων των 630 ευρώ  και ότι με την καταβολή  των 12 δόσεων ποσού 630 ευρώ, έχει επέλθει η πλήρης και ολοσχερής εξοφληση της απαιτήσεως της τραπέζης,  με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται παθητικά στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.  Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθη ότι    μεταξύ της …………….  και του ανακόπτοντος υπεγράφη αρχικώς το  από  30.6.2017 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης & Ρύθμισης Οφειλών» με  το οποίο  αναγνώρισε  ότι η συνολική οφειλή του στις 30.6.2017 εκ της ανωτέρω υπ’αριθ. …../2004 συμβάσεως πιστώσεως  ανερχόταν στο ποσό των 92.671,76 ευρώ και  ρυθμισθηκε η εξόφληση  μέρους της οφειλής,  ποσoυ 85.343,73 ευρώ (κατόπιν εφ’ άπαξ προκαταβολής 2.000 ευρώ) σε 12 μηνιαίες  δόσεις, τηρήθηκε δε προς τούτο  ο υπ’ αριθ………. λογαριασμος, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 5.328,03 ευρώ συμφωνήθηκε   να διαγραφεί,  εφόσον τηρηθούν οι όροι της ρύθμισης και  τηρηθηκε προς τούτο  ο υπ’ αριθμ. ………… λογαριασμός. Ως διάρκεια της ρύθμισης  σύμφωνήθηκε από 30-6-2017 έως 1-7-2017 και ως τροπος αποπληρωμής 12 μηνιαίες καταβολές ποσού 360 ευρώ εκάστη  προς κάλυψη κεφαλαίου,αρχής γενομένης από 30-7-2007 έως 30-6-2018,  και συμφώνησαν  επαναδιαπραγμάτευση των όρων της ρύθμισης της εναπομείνασας οφειλής κατόπιν υποβολής αιτήματος του πελάτη μέχρι την 20-6-2018, διαφορετικά εξόφληση του εναπομείναντος υπολοίπου έως 1-7-2018. Ρητώς δε  ορίσθηκε ότι  σε εξασφάλιση της οφειλής που απορρέει από την υπ’ αριθ. …../14-6-2004 σύμβαση πίστωσης ο ανακόπτων  θα έπρεπε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εγγραφή προσημειωσης υποθήκης σε ακίνητό του υπέρ της ……………. ποσού 85.000,00 εντός δύο μηνών από την υπογραφή του συμφωνητικού, διαφορετικά δεν θα ίσχυε η σύμβαση. Με το ανωτέρω συμφωνητικό  ορίσθηκε επίσης   ότι σε περίπτωση μη τηρήσεως έστω και  ενός εκ των όρων του συμφωνητικού η ανωτερω συμφωνία παύει να ισχύει.    Όπως προκύπτει  από το κείμενο  του ως άνω συμφωνητικού η αρχική ενοχή δεν  αντικαταστάθηκε με νέα, δεν αποσβέσθηκε δηλαδή  η απορρέουσα από την αρχικη σύμβαση πίστωσης οφειλή  του ανακόπτοντος με ανανέωση ενοχής. Η άφεση δε χρέους, ήτοι η διαγραφή ποσού 5.328,03 ευρώ  εκ μερους της πιστοδότριας  τελούσε υπό την αίρεση  τήρησης των όρων του ως άνω συμφωνητικού, οι οποίοι, όμως, δεν τηρήθηκαν, αφού ο ανακόπτων δεν συνέπραξε, ως είχε, συμφωνηθεί, για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινητου του εντός της ορισθείσας προθεσμίας, και επομενως, δεν επληρώθη η αίρεση υπό την οποία τελούσε και, η ρύθμιση έπαυσε να ισχύει. Οι ανωτέρω λογαριασμοι για το από 30-6-2017 ιδιωτικο συμφωνητικο  τηρήθηκαν από τις 3.6.2017 έως τις 20.12.2018, οπότε τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των δύο αυτών λογαριασμών (ποσό 86.105,61 ευρώ από τον υπ’ αριθ. …….. λογαριασμό  και ποσό 5.652,71 ευρω από τον υπ’ αριθ. ……… λογαριασμό) μεταφέρθηκαν στον υπ’ αριθ. ……… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης.   Ακολούθως  μεταξύ της ………….  και του ανακόπτοντος υπεγράφη το  από  28.3.2019 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Αναγνώρισης & Ρύθμισης Οφειλών» με  το οποίο ο τελευταίος  αναγνώρισε  ότι η συνολική οφειλή του στις 28.3.2019 εκ της ανωτέρω συμβάσεως πιστώσεως  ανερχόταν στο ποσό των 95.155,99 ευρώ και συμφώνησαν να  ρυθμισθεί η εξόφληση  μέρους της οφειλής αυτής   (κατόπιν εφ’ άπαξ προκαταβολής 3.000 ευρώ) ποσού 92.155,99 ευρώ ως εξής: Ως διάρκεια της ρύθμισης  σύμφωνήθηκε από 28-3-2019 έως 28-3-2020 και ως τροπος αποπληρωμής 12 μηνιαίες καταβολές ποσού 630 ευρώ  προς κάλυψη κεφαλαίου,αρχής γενομένης από 28-4-2019 έως 28-3-2020, ενώ ρητώς ορίσθηκε ότι  σε εξασφάλιση της οφειλής που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……./14-6-2004 σύμβασης πίστωσης ο ανακόπτων  θα έπρεπε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εγγραφή προσημειωσης υποθήκης ποσού 110.587,19 ευρώ  σε ακίνητό του υπέρ της ……… . εντός τριών μηνών από την υπογραφή του συμφωνητικού,  διαφορετικά δεν θα ίσχυε η σύμβαση. Με το ανωτέρω συμφωνητικό  ορίσθηκε επίσης   ότι σε περίπτωση μη τηρήσεως έστω και  ενός εκ των όρων του συμφωνητικού η ανωτερω συμφωνία παύει να ισχύει.   Για την ως άνω από 28-3-2019 σύμβαση τηρήθηκαν δύο λογαρισμοί ήτοι ο αριθ. ………… με χρεωστικό υπόλοιπο στις 28-3-2019,ποσου  78.160,49,  στον οποίον πιστωνόταν μηνιαίως το ποσό των 630 ευρώ των ως άνω συμφωνηθεισών δόσεων  και ο υπ’ αριθ. …… λογαριασμός με χρεωστικό υπολοιπο στις 28-3-2019 ποσού   13.995,50 που παρέμενε σε εκκρεμότητα.  Στις 26-7-2019 η …….. επέδωσε στον ανακόπτοντα την από 26-7-2019 εξώδικη δήλωσή της  με την οποία   τον καλούσε να προβεί έως την 31-7-2019 σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής  προσημείωσης υποθήκης δηλώνοντας ότι άλλως θα προβεί στην δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, ο δε ανακόπτων δεν ανταποκρίθηκε στην τελευταία αυτή πρόσκληση.    Όπως  προκύπτει από το κείμενο του ως άνω συμφωνητικού δεν καταρτίσθηκε  σύμβαση ανανέωσης ενοχής και άρα δεν αποσβέσθηκε  η εκ της σύμβασης πίστωσης οφειλή του ανακοπτοντος. Η δε  παραλειψη  πρόβλεψης όρων  για την εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής  δεν ισοδυναμεί  με άφεση χρέους, ως ο ανακόπτων ισχυρίζεται. Αντιθέτως, από το γεγονός ότι στο εν λόγω συμφωνητικό  περιελήφθη όρος  περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου του ανακόπτοντος υπέρ της πιστοδότριας , για το ποσό των 110.587,19 ευρώ προς εξασφάλιση της εκ της σύμβασης πίστωσης απαίτησης της τελευταίας, συνάγεται ότι αυτή δεν παραιτήθηκε από την αντίστοιχη ενοχική αξίωσή της  κατά του ανακόπτοντος. Λόγω μη τήρησης του όρου της σύμπραξης για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, εκ μέρους του ανακόπτονος, η ρύθμιση έπαυσε να ισχύει και η οφειλή  διαμορφώθηκε στις 25-1-2022, οποτε έκλεισαν οι ως άνω λογαριασμοί και μεταφέρθηκαν σε οριστική καθυστέρηση, στο  ποσό των  67.182,51 ευρώ από τον υπ’ αριθ. ……… λογαριασμό  και στο  ποσό των 16.035,32 ευρω από τον υπ’ αριθ. ……….. λογαριασμό, ως ανωτέρω αναφέρεται ήτοι στο συνολικώς επιδικασθέν ποσό των 83.217,83 ευρώ. Eπομένως ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων  924, 904, 916, 918 και 919  του ΚΠολΔ  προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρεπει να περιέχει  σύντομη μνεία του ποσου που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη  να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει  από την επιταγή η αιτία της απαιτήσεως, η οποία κατ’ αρχήν  θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κατω από τον οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς  και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τοκους και έξοδα.  Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή το εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Οι καταβολές του οφειλέτη δεν αποτελούν στοιχείο του περιεχομένου  της επιταγής, αναγκαίο για το κύρος της, αλλά βάση ενστάσεως του οφειλέτη. Επίσης, ούτε το ποσό  του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται στην επιταγή, αφού το μεν ποσοστό  του τόκου ορίζεται από το νόμο, το δε ποσό των τόκων  που θα καταβληθεί  μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήματος  που θα έχει παρέλθει μέχρι της ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής.  (ΑΠ 194/1995 ΕΛΛΔνη 1996. 101). Έτσι η παράλειψη  καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλομένων τόκων δεν δημιουργεί ακυρότητα  της επιταγής, αφού ο υπολογισμός αυτός μπορει να γίνει με ακρίβεια από τα γνωστά δεδομένα, όπως το κεφάλαιο, η έναρξη των  τόκων, η διάρκεια του χρέους, το επιτόκιο που καθορίζεται από τον νόμο (ΑΠ 474/1999). Τα παραπάνω ισχύουν  και σε περίπτωση που το συνολικό κεφάλαιο αποτελείται από επί μέρους κονδύλια, η τοκοφορία των οποίων αρχίζει  από διαφορετικό χρονικο σημείο, διότι και σε αυτήν την περίπτωση ο υπολογισμός των τόκων μπορεί να γίνει με ακρίβεια, δεδομένου ότι και τα στοιχεία αυτά  (επί μέρους κονδύλια, έναρξη τοκοφορίας καθενός) είναι γνωστά και  προκύπτουν από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή.

Με τον  έκτο λόγο ανακοπής που βάλλει κατά της επιταγής προς εκτέλεση  ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι  η καθ’ης με την από 21.4.2022 επιταγή προς πληρωμή   δεν προβαίνει στον προσδιορισμό  των κεφαλαιοποιημένων τόκων,  και ότι  δεν γίνεται  μνεία του εφαρμοζόμενου επιτοκίου.Ο λόγος αυτός είναι  απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι  η ακριβής αναγραφή του ποσού των τόκων δεν είναι αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσα,  αφού  αφενός ο υπολογισμός αυτός  μπορεί να γίνει με ακρίβεια  από τα γνωστά δεδομένα, που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη επιταγή, ήτοι το κεφάλαιο, η έναρξη τοκοφορίας και το επιτόκιο, αφετέρου δε το ποσό των τόκων είναι μεταβλητό (προσαυξανόμενο) έως την εξόφληση της οφειλής. Η επιταγή προς εκτέλεση πρεπει να περιέχει  σύντομη μνεία του ποσου που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη  να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει  από την επιταγή η αιτία της απαιτήσεως  καθώς  και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τοκους και έξοδα.  Η παράλειψη των κονδυλίων των τόκων και του καθορισμού του τρόπου υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων  δεν δημιουργεί ακυρότητα  της επιταγής, αφού ο υπολογισμός αυτός μπορεί να γίνει με βαση τα γνωστα δεδομένα, όπως το κεφάλαιο, η έναρξη των τόκων και η διάρκεια του χρέους.  Εν προκειμένω με την απο 21-4-2022 επιταγή προς πληρωμή ο ανακόπτων επιτάσσετο να καταβάλει αλλληλλεγύως και εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνοφειλέτες του 1)  ποσό  80.567,83 ευρώ για το εναπομείναν από το κεφάλαιο των 83.217,83 ευρώ που επιδικάσθηκε με την διαταγή πληρωμής, αφαιρουμένων των καταβολών ποσού 700,00 ευρώ   (στις 21.2.2022), 650,00 ευρώ  ( στις 28.2.2022), 650,00 ευρώ  (στις 21.3.2022) και 650,00 ευρώ (στις 11.4.2022), 2) ποσό 2.771,27  ευρώ για νόμιμους  τόκους υπερημερίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου από τις 26.1.2022 (επομένη της μεταφοράς σε  σε οριστική καθυστέρηση των ποσών που ρυθμισθηκαν δυνάμει του από 28.3.2019 ιδιωτικού συμφωνητικού  αναγνωρισης και ρύθμισης  οφειλών) μέχρι σήμερα, υπολογισθέντες με το εκάστοτε νόμιμο επιτρεπόμενο  ποσοστό τόκου υπερημερίας, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο κατα την σύμβαση και τον νόμο, 3) ποσό 1.700,00 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη  4) ποσό 30,00 ευρώ για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή, λήψη απογράφου, έξοδα αντιγράφων προς επιδοση και αντιγραφικά, 5) ποσό 150,00 ευρώ για δαπανη επίδοσης της διαταγής πληρωμής, ήτοι συνολικώς 85.219,10 ευρώ πλέον νομίμων τόκων. Η προσβαλλόμενη επιταγή περιέχει όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία, αφού αναφέρει την αιτία της απαίτησης και έχει γίνει ο διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, τόκους κι έξοδα,  αναφέρεται δε τόσο το είδος του επιτοκιου  όσο και η ημερομηνία  ενάρξεως της τοκοφορίας  και το επιδικασθέν ποσό. Επομένως ο ανωτέρω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 “επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών”. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης “βαρύνουσα” στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων – δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 1073/2023,ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον εβδομο  λόγο ανακοπής υπό στοιχείο (α), ο ανακόπτων      ισχυρίζεται ότι η πιστώτρια τράπεζα παράνομα και καταχρηστικά, με    προδιατυπωμένους  στην επίδικη πιστωτική σύμβαση όρους, απαλλάχθηκε από την εισφορά του Ν. 128/1975, μετακυλώντας το βάρος αυτής προς την δανειολήπτρια και τους εγγυητές, χωρίς να αναφέρει ειδική αιτία για την εν λόγω επιβάρυνση, το δε ποσοστό αυτής καίτοι φόρος, παρανόμως αθροιζόταν στο συμβατικό επιτόκιο προσαυξάνοντάς το, ώστε  οι ως άνω όροι  να πάσχουν ακυρότητας κατ’ άρθρο  174 ΑΚ και περαιτέρω βάσει επίσης   προδιατυπωμένου  συμβατικού  όρου  καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης,  χρέωνε αυτούς παράνομα με ποσά για την εν λόγω εισφορά, τα οποία στη συνέχεια κεφαλαιοποιούσε, εκτόκιζε και  ανατόκιζε ομοίως παράνομα, αφού είχε ενσωματώσει την εισφορά στο επιτόκιο,   όπως προκύπτει και από τους υπ’ αριθ. ……….. λογαριασμους και ………… λογαριασμούς  που κινήθηκαν στα πλαίσια του από 28.3.2019 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, με συνέπεια η ένδικη απαίτηση να είναι μη εκκαθαρισμένη, λόγω των παρανόμως χρεωθέντων ποσών εξαιτίας  του παράνομου ανατοκισμού  της εισφοράς του ν. 128/75.  Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι   από το απόσπασμα των λογαριασμών που προσκομίσθηκαν είναι ανέφικτο να προκύψει έστω και με απλούς  μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο  ποσό ανέρχονται οι παράνομες χρεώσεις του λογαριασμού, ήτοι τα ποσά που χρεώθηκαν λόγω του παράνομου εκτοκισμού και ανατοκισμού της εισφοράς  του Ν. 128/75, με τις οποίες  χρεώσεις επιβαρύνθηκε η ένδικη απαίτηση και ότι η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμενο του συνόλου της απαιτήσεως, αφού  στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίσθηκαν από την  καθ’ης δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός  των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στο λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων.  Ο ερευνώμενος αυτός  λόγος ανακοπής, είναι απορριπτέος  προεχόντως ως αόριστος, καθόσον ελλείπει οιαδήποτε σύνδεση αυτού  με συγκεκριμένο κονδύλιο   του οποίου ζητείται η ακύρωση.  Ο ανακόπτων δεν προσδιορίζει κατά ποιό ποσό επιβαρυνεται η επιτασσόμενη απαίτηση εξαιτίας των επικαλούμενων ως καταχρηστικών όρων ούτε θίγει  επιμέρους κονδύλια  επαρκώς προσδιορισμένα. Ο ειδικότερος προσδιορισμός  των κονδυλίων που προσβάλλονται  είναι απαραίτητος  και για τον πρόσθετο λόγο  ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται  από περισσότερα  επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτή στο σύνολό της. Ειδικότερα δεν εκτίθεται  εάν με τους επικαλούμενους ως καταχρηστικούς όρους επηρεάζεται κάποιο συγκεκριμένο  κονδύλιο από τα αναγραφόμενα στο λογαριασμό  και κυρίως ποια έπρεπε να είναι η συνολική οφειλή τους, αν δεν υπήρχαν  οι επικαλούμενοι ως καταχρηστικοί  αυτοί όροι, ενώ παράλληλα δεν εκτίθεται ότι συνεπεία των ανωτέρω  όρων της συμβάσεως επιβαρύνθηκαν οι ίδιοι ουσιωδώς ή ότι η ύπαρξη των όρων συντέλεσε στη μη κανονική  εκπλήρωση των από την σύμβαση υποχρεώσεών τους, στην  καταγγελία εκ μέρους της Τράπεζας της σύμβασης και στην διαμόρφωση του οφειλόμενου ποσού.  Εξάλλου ο ανωτέρω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί και ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό των δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων (ΑΠ 330/2010, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 570/2010), ο δε έλεγχος του αντίστοιχου συμβατικού όρου περιορίζεται στην τήρηση των όρων της διαφάνειας.  Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, νόμιμα επιβλήθηκε  η εν λόγω εισφορά, αφού αυτή ήταν η συμφωνία των συμβαλλομένων μερών με σχετικό συμβατικό όρο, η οποία ήταν καθ’ όλα έγκυρη ως μη προσκρούουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, δεδομένου και ότι οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης ικανοποιήθηκαν, αφού για τη χρέωση αυτή πραγματοποιήθηκε ειδική αναφορά στη σύμβαση. Ο περαιτέρω, περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο της ενδίκου ανακοπής, ισχυρισμός του ανακοπτόντος  ότι παρανόμως τα ποσά αυτά προστίθεντο στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζοντο, είναι απορριπτέος ως   αόριστος, αφού   δεν αναφέρει επακριβώς τα επί πλέον ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε παράνομα και ποιο τελικά είναι το ποσό που από αυτά τα κονδύλια οφείλει, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, παρά μόνο προτείνεται από αυτον μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού που τηρείτο προς εξυπηρέτηση της επίδικης  συμβάσεως. Σε κάθε περίπτωση   πρέπει να  απορριφθεί  και ως νόμω αβάσιμος καθόσον το ποσό της εισφοράς του Ν. 128/1975 νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, άρθρο «Τα τραπεζικά επιτόκια» σε ΝοΒ 1995, σελ. 16-17). Εν προκειμένω, δοθέντος ότι η εν λόγω εισφορά αποτελούσε, με βάση τις προαναφερόμενες ρητές προβλέψεις της ένδικης δανειακής σύμβασης, μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, νόμιμα κεφαλαιοποιείται, εκτοκίζεται  και ανατοκίζεται, κατά τα προεκτεθέντα.   Η εισφορά του ν. 128/75, εφόσον συμφωνηθεί η μετακύλιση στον δανειολήπτη, όπως εν προκειμένω, λογίζεται σύμφωνα με τη διαταξη του άρθρου 293 παρ. 1 εδ.α ΑΚ ως τόκος και ως τόκος, νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπων καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελεί  μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ως εκ τούτου, εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/75 δεν είναι παράνομη και η εισφορά νόμιμα ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται,  δεν επηρεάζεται ούτε η αποδεικτικότητα της απαίτησης της καθ’ης με έγγραφα, ούτε το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης (ΑΠ 999/2019,  Εφ Λαμ 5/2022, ΕφΠατρ 58/2021  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου  υπήρξε ενημέρωση της δανειολήπτριας και των εγγυητών, αφού αποτέλεσε αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως και δεν συντρέχει άλλος λόγος για την απαγόρευση της σχετικής ρήτρας. Από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου  προκύπτει ότι σε αυτόν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ειδική εισφορά του ν. 128/1975 και συνεπώς οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν τηρηθεί.  Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 («Προστασία των καταναλωτών»), όπως αντικ. με το άρθρ. 2 παρ. 2 του ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός γ.ο.σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού [βλ. ΟλΑΠ15/2007, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ387/2020], οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε γ.ο.σ. ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Εκτός από την παραπάνω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γ.ο.σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικά και τριάντα δύο περιπτώσεις γενικών όρων (η τελευταία των οποίων προστ. με το άρθρ. 2 παρ. 3 ν. 3587/2007) που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα [βλ. ΟλΑΠ 12/2017, ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 368/2019]. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 4 περ. α΄ του ίδιου νόμου (όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρ. 100 παρ. 4 του ν. 4518/2018, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρ. 126 αυτού, δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του), ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής είναι το πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών. Τέτοιος δε, τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν άμεσα τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των γ.ο.σ. τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, oι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών [βλ. ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 368/2019, 1463/2017]. Περαιτέρω, με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.2.1998 «σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.  Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 255/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 1353/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ1 της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων.  Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23.4.2008 «για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, «η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών σπς συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου».  Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και «οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ», ενώ σύμφωνα με το άρθρ. 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως «καταναλωτής» θεωρείται «κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του». Με το άρθρ. 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β ). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η προαναφερόμενη (ΚΥΑ ΖΙ699/23.6.2010) αφορά μόνο καταναλωτικά δάνεια – με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής – και όχι επαγγελματικά δάνεια, όπως είναι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.  Ο γ.ο.σ. σε τραπεζικές συμβάσεις πίστωσης που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στην αρχή της διαφάνειας η οποία συνάγεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και η οποία επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.  Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με το συγκεκριμένο όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος) στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον, όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνεται για κάθε ημέρα με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, κατ` επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 2008/48/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών-Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας -Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β` 917/23.6.2010) και παλαιότερα κατ’ επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚπου ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο, με την ΚΥΑ Ζ1-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β` 255/8.3.2001), η οποία καταργήθηκε με την επόμενη πιο πάνω ΚΥΑ, γεγονός που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου. (ΑΠ 633/2023, ΑΠ 699/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ).    Εξαλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 παρ. 2, 632 παρ. 1 και 216 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν είτε στην τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή, ενστάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1180/2009, δημοσιευμένες στη Νόμος, ΑΠ 2073/2007 ΕλλΔνη 2008.424, ΕΑ 1731/2010, ΕφΘεσ 317/2009 ΔΕΕ 2009.819). Στο πλαίσιο αυτό, επί προβαλλόμενης με λόγο ανακοπής, καταχρηστικότητας των γενικών όρων συναλλαγών σε σύμβαση, πρέπει να εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενό τους, ώστε να ερευνηθεί, αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, καθώς και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της, όπως επίσης και το εάν οι όροι επιβλήθηκαν δίχως να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας και δίχως επαρκή ενημέρωση του ανακόπτοντος (ΑΠ 350/2016, ΑΠ 15/2007, δημοσιευμένες στη Νόμος). Ενόψει των ανωτέρω εύλογα απορρίπτεται λόγος ανακοπής κατά  διαταγής πληρωμής, όταν ο λόγος αυτός στηρίζεται στην καταχρηστικότητα συγκεκριμένων γενικών όρων, χωρίς, όμως, ο ανακόπτων να διευκρινίζει αν η έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής έγινε σε εκτέλεση οποιουδήποτε από αυτούς τους καταχρηστικούς όρους ή να ισχυρίζεται ότι συνεπεία των όρων αυτών επιβαρύνθηκε ο ίδιος ουσιωδώς σε συγκεκριμένη περίπτωση και δη με εξειδίκευση, ποσοτικοποίηση και προβολή κατ’ ορισμένο τρόπο της επιβάρυνσής του αυτής. Και τούτο καθόσον το κύρος της διαταγής πληρωμής δεν πλήττεται από το λόγο και μόνο ακυρότητας τυχόν επιμέρους όρων της σύμβασης, αλλά μόνο εφόσον η ύπαρξη των όρων αυτών συνετέλεσε κατά τρόπο ουσιώδη στην έκδοση της διαταγής πληρωμής, περιάγοντας τον μεν ανακόπτοντα σε δυσμενή θέση, τον δε καθ’ ου η ανακοπή σε προνομιακή, στην οποία δεν θα είχε περιέλθει, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί στη σύμβαση (ΑΠ 15/2007, όπ.π.). Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής για απαίτηση από κατάλοιπο λογαριασμού, μάλιστα, για να είναι ορισμένος ο τυχόν λόγος ανακοπής, που αναφέρεται στην απαίτηση, πρέπει να περιέχει ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και δεν αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας αυτού (ΑΠ 491/1994, ΕφΛαρ 317/2010,  ΕφΘεσ 794/2007 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Αόριστος, συνεπώς θα είναι ο λόγος ανακοπής περί καταχρηστικότητας συγκεκριμένων όρων σε δανειακή σύμβαση, εάν δεν αναφέρεται στο δικόγραφο κατά πόσο επηρεάζονται επιμέρους χρεώσεις, που αναγράφονται στον τηρηθέντα σχετικώς λογαριασμό και ποιο θα ήταν το οφειλόμενο ποσό, εάν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί (πρβλ. ΑΠ 1313/2007 ΕλλΔνη 2008. 1651, ΕφΑΘ 295/2001 ΔΕΕ 2002. 544).

Με τον έβδομο λόγο ανακοπής υπό στοιχείο (β) ο ανακόπτων ισχυρίζεται    ότι είναι καταχρηστικός ο όρος   της επίδικης  σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίον ο τόκος του δανείου υπολογίζεται με βάση το έτος 360 ημερών, διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και επιβαρύνει τον ανακόπτοντα  κατά 1,3889 % με περισσότερους τόκους,   δημιουργώντας μία πρόσθετη κατά έτος επιβάρυνση σε σχέση με  το αναμενόμενο από τον οφειλέτη ποσοστό επιτοκίου, χωρίς η επιβάρυνση αυτή να μπορεί να δικαιολογηθεί από την επίκληση κάποιου σύνθετου  χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους  εύλογους για τον οφειλέτη λόγους ή από κάποιο  δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι αόριστος  καθόσον ο ανακόπτων προβαίνει σε μία γενική αμφισβήτηση της ορθότητας της οφειλής του, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα κατά ποιο ποσό επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του τoυ επικαλούμενου ως καταχρηστικου όρου,  ούτε θίγει  επιμέρους κονδύλια  επαρκώς προσδιορισμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου ποσού της διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται  από περισσότερα  επιμέρους κονδύλια, και της επιταγής προς πληρωμή, χωρίς να πλήττονται αυτές στο σύνολό τους (ΕφΑθ 1159/2012,  ΕφΑθ 1778/2010 NOMOΣ). Δεν  προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν τα πληττόμενα δια του λόγου αυτού κονδύλια του λογαριασμού. Ειδικότερα δεν    εκτίθεται  εάν με τον επικαλούμενο ως καταχρηστικο όρο   επηρεάζεται   κάποιο συγκεκριμένο  κονδύλιο από τα αναγραφόμενα στο λογαριασμό  και κυρίως ποια έπρεπε να είναι η συνολική οφειλή του, αν δεν υπήρχε ο επικαλούμενος ως καταχρηστικος  αυτος όρος, ενώ παράλληλα δεν εκτίθεται   ότι συνεπεία των ανωτέρω  όρων της συμβάσεως επιβαρύνθηκε ο ίδιος ουσιωδώς ή ότι η ύπαρξη του όρου συντέλεσε στη μη κανονική  εκπλήρωση των από την σύμβαση υποχρεώσεών του, στην  καταγγελία εκ μέρους της Τράπεζας της σύμβασης και στην διαμόρφωση του οφειλόμενου ποσού.  Δεν γίνεται  προσδιορισμός των τόκων με βάση το έτος των 360 ημερών και των τόκων με βάση το έτος των 365 ημερών επι συγκεκριμένου κεφαλαίου, ώστε να προκύπτει η μεταξύ τους διαφορά, κατά την οποία και μόνο θα ήταν ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής. Ούτε επίσης  παρατίθενται  στοιχεία που θα καθιστούσαν δυνατή την εξαγωγή του αμφισβητούμενου ποσού έστω από το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς.

Με τον ένατο λόγο  ανακοπής ισχυρίζεται ο ανακόπτων  ότι στην διαταγή πληρωμής και  στην αίτηση για την έκδοσή της δεν αναφέρεται η πραγματική αιτία της πληρωμής, που είναι η από 28.3.2019 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, αλλά το σύνολο του αιτούμενου ποσού παρουσιάζεται εσφαλμένα ως το χρεωστικό  κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού. Ότι, ενώ η αρχική απαίτηση με την από 28.3.2019  σύμβαση ετράπη σε δάνειο τοκοχρεωλυτικό δια του οποιου εξοφλήθηκε η υπ’ αριθ. …../2004 σύμβαση πιστώσεως διά ανοιχτού αλληλοχρέου λογαριασμού και το οποίο νεο ποσό  όφειλε να πληρώσει  σε 12 μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, η καθ’ης  συνεχίζει να αναφέρεται σε αλληλόχρεο λογαριασμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με το από 28.3.2019 συμφωνητικό αναγνώρισης  οφειλής, ως προεκτεθηκε, η αρχική ενοχή δεν αντικαταστάθηκε με νέα, δεν αποσβέσθηκε δηλαδή η απορρέουσα από την αρχικη σύμβαση πίστωσης αλληλοχρέου λογαριασμού   οφειλή  του ανακόπτοντος με ανανέωση ενοχής,   αλλά ο ανακόπτων αναγνώρισε την οφειλή από την  υπ’ αριθ. ……./2004 σύμβαση πιστώσεως διά ανοιχτού αλληλοχρέου λογαριασμού ως  ήταν, η οποία  στις 28.3.2019   ανερχόταν στο ποσό των 95.155,99 ευρώ και  συμφώνησαν να  ρυθμισθεί η εξόφληση  μέρους της οφειλής αυτής, ποσού 92.155,99   με την καταβολή 12 μηνιαίων δόσεων ποσού 630 ευρώ εκάστη  έναντι της οφειλής αρχής γενομένης από 28-4-2019 έως 28-3-2020, ενώ ρητώς ορίσθηκε ότι  σε εξασφάλιση της οφειλής που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……../14-6-2004 σύμβαση πίστωσης ο ανακόπτων  θα έπρεπε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εγγραφή προσημειωσης υποθήκης ποσού 110.587,19 ευρώ  σε ακίνητό του υπέρ της Τραπεζης Πειραιώς. Με βάση το ως άνω συμφωνητικό ο ανακοπτων  ανεγνώρισε το χρέος που υπήρχε και προήρχετο από την αρχική συμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού. Εγγυήθηκε αρχικώς την  υπ’ αριθ. ……/14-6-2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό  και κατόπιν ανεγνώρισε αυτό το ίδιο το χρέος που είχε εγγυηθεί και προήρχετο από την σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού.  Συνεπώς ο  ανακόπτων οφείλει το επιδικασθέν ποσο  διότι εγγυήθηκε το χρέος από την αρχική σύμβαση (αλληλοχρέου λογαριασμού)  και διότι ανεγνώρισε  το χρέος ως  ήταν.  Κατόπιν τούτων, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της ανακοπής,    πρέπει η υπό κρίση ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της επιταγής  να απορριφθεί  στο σύνολό της,κατά τις ανωτέρω διακρίσεις  και να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (άρθρο 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Συνεπώς η εκκαλουμένη η οποία, έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο ανακοπής, δέχθηκε ακολούθως την ανακοπή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής,  έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή των συναφών λόγων εφέσεως ως και της υπό κρίση εφέσεως στο σύνολό της,  να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη,  να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί  η ανακοπή στο σύνολο της και να επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής.  Τέλος  πρέπει  να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας αμφοτέρων των βαθμων δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της,   σε βάρος του ανακοπτοντος -εφεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 182 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 65, 66, 68 παρ. 1,  και 63 αρ. 1 του Ν. 4194/2013 – Κώδικα Δικηγόρων), κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό,  ενώ πρέπει διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα (άρθρο 495 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τύποις και  κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 774/2024 απόφαση του     Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την    ανακοπή στο σύνολό της   κατά τις ανωτέρω διακρίσεις   και επικυρώνει την ανακοπτομένη με αριθμό ……/2022 διαταγή πληρωμής του  Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Επιβάλλει σε βάρος του εφεσιβλήτου την δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας  εξ αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποίαν ορίζει σε δύο χιλιάδες  (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  5.5.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ