Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 364/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

TAKTIKH ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός αποφάσεως  364/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2o Τμήμα)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) …………….., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2…………ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Γεωργόπουλου (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιά ………..).

Του εφεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «e-Ε.Φ.Κ.Α», με ΑΦΜ ………, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιφιγένεια Μάνθου (Α.Μ Δ.Σ.Α ……….).

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν σε βάρος του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 10/5/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2022 αγωγή, με την οποία ζητούσαν τα αναφερόμενα σε αυτή. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 22/3/2023, ερήμην των εναγόντων και με την υπ’ αριθ. 1548/2023 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 4/10/2023 έφεση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………/2023 και β) δικογράφου ………../2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με επ’ ακροατηρίω δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του δεύτερου εκκαλούντος, δηλώθηκε η διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου της πρώτης εκκαλούσας …….., το γένος ……….., κατοίκου εν ζωή Νίκαιας Αττικής, η οποία απεβίωσε στις 23/12/2023, στον Πειραιά (άρθρα 286 περ.α, 287 παρ.1 ΚΠολΔ) και η συνέχιση της δίκης (άρθρο 290 ΚΠολΔ) από τον δεύτερο εκκαλούντα κατά του εφεσίβλητου, υπό την ιδιότητα του πρώτου ως νόμιμου και μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ως άνω αποβιώσασας (βλ. σχετικά: α) απόσπασμα της υπ’ αριθ. ……/4/2023 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Πειραιώς και β) το υπ’ αριθ. …/12-4-2024 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της ως άνω αποβιώσασας.

Α. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 και ισχύει και για τις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 591 παρ.1, 7 ΚΠολΔ): «Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το ανωτέρω περιεχόμενο επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από τον, δικασθέντα ερήμην πρωτοδίκως, διάδικο επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 546/2014 ΝοΒ 2014/1899, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009/927, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005/1101), με αποτέλεσμα η υπόθεση να δικάζεται εξ αρχής από το Εφετείο, που μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017 ΝοΒ 2017/2039). Η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα, που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών, που αυτός προβάλλει ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση, σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 579/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ). Έτσι, αν ο εναγόμενος που δικάστηκε στην πρωτοβάθμια δίκη ερήμην (ή σαν να ήταν παρών), ισχυρίζεται ότι η αγωγή, που έγινε δεκτή, ήταν νομικά αβάσιμη ή αόριστη ή απαράδεκτη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά αν υφίστανται αυτές οι ελλείψεις, χωρίς να εξαφανίσει πρώτα την εκκαλουμένη απόφαση. Αν, όμως, ως λόγος έφεσης προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, παραπονείται δηλαδή ο εναγόμενος για την πρωτόδικη κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η εκκαλούμενη απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς όλες τις διατάξεις της (ΕφΑθ 5998/2007 ΕλλΔνη 2009/235), ο, δε, εκκαλών – εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να έχει προτείνει πρωτοδίκως, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008/2457, ΑΠ 1015/2005 ο.π., ΑΠ 331/2001 ΕλλΔνη 2001/1320).

Η κρινόμενη από 4/10/2023 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2023 και β) δικογράφου …………/2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1548/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 10/5/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2022 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, η οποία συζητήθηκε ερήμην των εναγόντων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 5/10/2023, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στους εκκαλούντες και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 12/5/2023 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση, με την οποία ο, μοναδικός πλέον, εκκαλών παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε λόγω της ερημοδικίας των εναγόντων ως ουσία αβάσιμη, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, ήτοι στο σύνολό της, αφού πλήττεται, ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, που οδήγησαν στην απόρριψη της αγωγής, δικαιούμενου του εκκαλούντος να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, κατά την ως άνω τακτική διαδικασία, ενώ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του νομίμου παραβόλου της έφεσης, στον εκκαλούντα (άρθρο 495 περ. 3 τελ.παρ. εδαφ.γ ΚΠολΔ).

Β. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1711 εδ. β΄, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη είτε εξ’ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα όμως αυτό, της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς, είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρο 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί κατά βούληση την κληρονομιά, που του έχει επαχθεί από διαθήκη ή εξ’ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ. Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει – δεν δέχεται – την κληρονομία, που του έχει επαχθεί από διαθήκη ή εξ’ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο, και είναι ανεπίδεκτη οιασδήποτε αίρεσης, ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ. β΄ ΑΚ). Η δε σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, με την διαφοροποίηση του άρθρου 1847 ΑΚ, που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής (ΑΠ 725/2014 ΝΟΜΟΣ). Κατά, δε, τα άρθρα 1847 παρ. 1 εδ. α΄ και 1850 εδ. β΄ ΑΚ, ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή. Γνώση της επαγωγής, ως γεγονός της έναρξης της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομουμένου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η εκ διαθήκης, ή κατά την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομιά. Εξάλλου, όταν πρόκειται για εξ’ αδιαθέτου διαδοχή, στην οποία η συγγενική σχέση μεταξύ κληρονόμου και κληρονομουμένου είναι από την αρχή δεδομένη, και γνωστός στον κληρονόμο ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου, η τετράμηνη προς αποποίηση προθεσμία αρχίζει κατά κανόνα (εκτός συνδρομής μεταγενέστερων της επαγωγής γεγονότων, όπως έκπτωση του προηγουμένου, αποποίηση κλπ), από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου συγγενούς του. Από, δε, τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α΄, 1850, 1857, 140 και 141 ΑΚ, προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας, που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης της, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο, λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή, που συνάγεται με τον τρόπο αυτό, κατά πλάσμα του νόμου, δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, από άγνοια δηλαδή, ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης, που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης. Η εσφαλμένη δε αυτή γνώση, ή άγνοια, η οποία δημιουργεί τη διάσταση μεταξύ βούλησης και δήλωσης, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, που μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια, ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας (AΠ 189/2017, ΑΠ 173/2014, ΑΠ 496/2013, ΕφΑθ 442/2017, ΝΟΜΟΣ). Τέλος, η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομιάς δεν θεωρείται ουσιώδης (ΑΚ 1857 παρ. 3). Περαιτέρω, η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας και η αντίστοιχη ένσταση στρέφεται, σύμφωνα με τη διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 155 ΑΚ, και κατά του αμέσως έλκοντος έννομο κληρονομικό συμφέρον από την έκπτωση αυτού, που ακυρωσίμως – συνεπεία δηλαδή πλάνης – αποδέχθηκε, και ο οποίος εν συνεχεία θα αποποιηθεί, δηλαδή κατ’ εκείνου, στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομία, μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση του ενάγοντος, στην περί ακυρώσεως δίκη, καθώς επίσης και κατά του δανειστή της κληρονομίας (ΑΠ 572/2016, ΑΠ 951/2013, ΑΠ 1087/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1211/2010 ΧρΙΔ 9/229, ΑΠ 338/2004 ΕλλΔνη 46/1451, Κ.Παπαδόπουλου, «Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου» τ. Ι, εκδ. 1994, σελ. 172). Εξάλλου, εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς λόγω της προαναφερθείσας πλάνης η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η εν συνεχεία αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μη ανατρέπουσα από μόνη της τις συνέπειες της πλασματικής αποδοχής η ακύρωση της οποίας μόνο με αγωγή ή αντίστοιχη ένσταση της ΑΚ 1857 παρ. 2 μπορεί να γίνει (ΑΠ 572/2016 ό.π.). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1857 §2 ΑΚ η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο. Με βάση τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου, κατ’ απόκλιση από τις γενικές διατάξεις, κατά τις οποίες το δικαίωμα ακυρώσεως ακυρώσιμης δικαιοπραξίας αποσβέννυται μετά την πάροδο διετίας από της δικαιοπραξίας ή από της παρέλευσης της πλάνης, απάτης ή απειλής, και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο εικοσαετίας από της δικαιοπραξίας (ΑΚ 157), το δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομιάς, καίτοι κατά τη φύση του διαπλαστικό, υποβάλλεται σε εξάμηνη παραγραφή. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα της αποδοχής, επί δε πλασματικής αποδοχής από της παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης. Αν όμως η πλάνη, η απάτη ή απειλή εξακολουθήσουν και μετά την αποδοχή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 157 εδ. β’ και γ`, το εξάμηνο αρχίζει από τότε που παρήλθε η κατάσταση αυτή και σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από την αποδοχή (ΑΠ 858/1990 ΕλλΔνη 1991/983, ΕφΘεσ 2226/2013, ΕλλΔνη 2014.90, ΕφΛαρ 549/2011, ΝΟΜΟΣ και σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, ΑΚ 1857, αριθ. 3, σελ. 559, Απ. Γεωργιάδη, ΚληρΔ, εκδ. 2010, §38, αριθ. 36, σελ. 652).

Με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι στις 7 Απριλίου 2017 στον Πειραιά, απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο ……………. ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του δεύτερου ενάγοντος, καταλείποντας αυτούς κατά τον χρόνο θανάτου του ως πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Ότι περί τα μέσα Απριλίου 2022 πληροφορήθηκαν από το λογιστή τους ότι στα πρόσωπό τους υφίσταται οφειλή ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ προς το εναγόμενο, η οποία αφορούσε χρέη του ανωτέρω αποβιώσαντος, για την ανωτέρω, δε, οφειλή ευθύνονται πλέον οι ίδιοι ως κληρονόμοι αυτού λόγω μη αποποίησης της κληρονομίας του. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι στο πρόσωπο τους συντρέχει πλάνη περί της υποχρέωσης τους αποποίησης της εν λόγω κληρονομίας, η πλάνη τους δε αυτή είναι ουσιώδης και αφορά τόσο τον λόγο της επαγωγής της κληρονομίας του αποβιώσαντος σε αυτούς, όσο και τις διατάξεις του νόμου περί αποποίησης της κληρονομίας και τις συνέπειες που θα επέρχονταν σε περίπτωση παραμέλησης της προθεσμίας προς αποποίηση, ζητούν να ακυρωθεί η πλασματική αποδοχή τους της κληρονομίας του ………………

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 ΚΠολΔ), για να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης περί αοριστίας της και νόμιμη (άρθρα 140, 141, 155, 180, 184, 279, 280, 1710, 1711 εδ. γ’, 1813, 1820, 1846, 1847, 1851, 1856, 1857 ΑΚ, 68, 71 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αγωγή, η οποία δεν υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των εγγράφων, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 7.4.2016 απεβίωσε στον Πειραιά ο πατέρας του εκκαλούντος, ……….., κάτοικος εν ζωή Νίκαιας Αττικής, συνταχθείσας της με στοιχεία …../5/2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Νίκαιας. Ο αποβιώσας δεν κατέλειπε κατά το χρόνο θανάτου του διαθήκη, ενώ δεν έχει δημοσιευθεί τέτοια ούτε και έχει περιέλθει τέτοια στο Πρωτοδικείο Αθηνών ή το Ειρηνοδικείο Νίκαιας, καταρχάς έως το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αγωγής, αλλά και έως τον χρόνο συζήτησης αυτής (βλ. το υπ’ αριθ. ……/2023 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Νίκαιας),  με αποτέλεσμα η κληρονομική διαδοχή του να ρυθμίζεται από τις διατάξεις της περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής. Κατά το χρόνο θανάτου του, ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλειπε ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, την αρχικώς εκκαλούσα σύζυγό του ……………. και τον εκκαλούντα γιό του. Και οι δύο προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος, οι οποίοι κλήθηκαν στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, δεν προέβησαν εγκαίρως, ήτοι εντός τετραμήνου από την ημέρα της επαγωγής της κληρονομίας (άρθρο 1847 ΑΚ), στην αποποίηση αυτής, αφού ως άμεσοι συγγενείς του αποβιώσαντος γνώριζαν ότι κατέστησαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του από την ημέρα του θανάτου του. Επομένως καμία πλάνη των εναγόντων δεν προέκυψε που να αφορά την επαγωγή της κληρονομίας σε αυτούς και το λόγο αυτής. Εν συνεχεία, οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι το πρώτον τον Απρίλιο του 2022, πληροφορήθηκαν από τον λογιστή τους, ότι ο αποβιώσας είχε οφειλές προ το εναγόμενο άνω του ποσού των 50.000 ευρώ, οπότε πληροφορηθέντες αυτές, προέβησαν στις 14/4/2022 στην αποποίηση της κληρονομίας του αποβιώσαντος (βλ. την υπ’ αριθ. 523/2022 δήλωση αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Νίκαιας). Πλην όμως κατ’ άρθρο 1857 εδ.3 ΑΚ, η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή παθητικό της κληρονομίας, δεν θεωρείται ουσιώδης και εφόσον η πλάνη των εναγόντων αφορούσε ακριβώς αυτό, η ως άνω αποποίηση της επίδικης κληρονομίας από αυτούς, είναι άκυρη ως εκπρόθεσμη και η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή από αυτούς (άρθρο 1850 ΑΚ). Οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι είχαν πλάνη ως προς την υποχρέωση αποποίησης καθώς και τις συνέπειες από την απώλεια της προθεσμίας αυτής, πλην όμως η πλάνη αυτή ουδέποτε προέκυψε. Ειδικότερα οι ενάγοντες συνομολογούν ότι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες λογιστή, ο οποίος είναι δεδομένο ότι τους συμβούλεψε για την προθεσμία αποποίησης, καθώς και για τα χρέη του αποβιώσαντος. Σε κάθε περίπτωση ο δεύτερος ενάγων διατηρεί αρτοποιείο, είναι δηλαδή επιχειρηματίας ενταγμένος στην οικονομική ζωή και είναι σίγουρο ότι γνώριζε τόσο την υποχρέωση αποποίησης όσο και τις συνέπειες από την απώλειας αυτής και ενημέρωσε την μητέρα του και πρώτη ενάγουσα. Επομένως καμία ουσιώδη πλάνη των εναγόντων δεν προέκυψε η οποία να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας του αποβιώσαντος και επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, ενώ τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης – εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος – εκκαλούντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 1548/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση επί της από 10/5/2022 αγωγής.

Απορρίπτει την αγωγή.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα τούτο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 19/3/2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ                                           Ε.Δ

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 21 Μαΐου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ                                               Ε.Δ