Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 369/2026

Αριθμός   369/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών,  Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Χρυσή Φυντριλάκη, Εφέτη-Εισηγήτρια   και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του δικηγόρο Ειρήνη -Δέσποινα Γιαννοπούλου [ΔΕ ΚΑΡΔΑΣΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ] (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ:   Ομορρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο  Σοφία Μυλωνοπούλου (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2020 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄αριθμ 2462/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από  9.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………/2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  …………/2024) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίες παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η  με  αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του  Εφετείου Πειραιώς   …………./2024  έφεση κατά της υπ΄αριθμόν 2462/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  που εκδόθηκε   κατά την  τακτική   διαδικασία,  αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα  καθώς η εκκαλουμένη απόφαση  δημοσιεύτηκε στις 25-6-2024 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του  Πρωτοδικείου Πειραιά  στις  9-10-2024,  δίχως να προηγηθεί επίδοση της εκκαλουμένης  (άρθρα  495,  511,  513,  516  παρ 1, 517 εδαφ  α,  518  παρ 1  και 147 ΚΠολΔ).  Συνεπώς, πρέπει να  γίνει  τυπικά δεκτή  και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής  κατά την  αυτή  διαδικασία  δοθέντος ότι έχει κατατεθεί και το προβλεπόμενο από την  διάταξη του άρθρου 495 παρ 3 ΚΠολΔ παραβόλο άσκησης έφεσης (βλ υπ΄αριθμόν …………../2024  e-παράβολο).

Με την αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση η ενάγουσα εταιρεία  ιστορούσε ότι δυνάμει δύο συμβάσεων έργου που συνήψε με τον εναγόμενο ανέλαβε την παροχή και τοποθέτηση υαλοπινάκων ασφαλείας, κουφωμάτων, καθώς και μεταλλικών κατασκευών στον υποδειχθέντα απ’ αυτόν χώρο αντί  της αναφερόμενης στα συμφωνητικά αυτά αμοιβής και σε   εκτέλεση των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα  προέβη στις  αναφερόμενες  στην αγωγή  εργασίες  και παρέδωσε το έργο μετά την συμφωνηθείσα ημερομηνία λόγω των συνεχών τροποποιήσεων από μέρους  του εναγόμενου του τρόπου εκτέλεσης του  συμφωνηθέντος  έργου. Ωστόσο, ο εναγόμενος κατήγγειλε εγγράφως  τις συναφθείσες συμβάσεις έργου επικαλούμενος καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου  και αρνήθηκε την καταβολή της συμφωνηθείσας  αμοιβής. Ζήτησε δε, ν΄αναγνωριστεί η ακυρότητα της  καταγγελίας των συμβάσεων έργου  καθώς, επίσης και  να υποχρεωθεί   ο εναγόμενος  να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 29500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της οχλήσεως αυτής, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και με το νόμιμο τόκο επιδικίας, καθώς και το ποσό των 13.800 ευρώ που αντιστοιχεί στο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)  για την συνολική  εργολαβική αμοιβή  με το νόμιμο τόκο από της οχλήσεως,  άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και με το νόμιμο τόκο επιδικίας και  υπό τον όρο ταυτόχρονης έκδοσης  και παράδοση του σχετικού φορολογικού παραστατικού. Επί της ανωτέρω αγωγής εξεδόθη η εκκαλουμένη με την οποία αφενός μεν αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων έργου και αφετέρου δε, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 29.500 ευρώ  με το νόμιμο τόκο από την επομένη της οχλήσεως και β) το ποσό των 13.800 ευρώ  ως φόρο προστιθέμενης αξίας  επί της συνολικής  εργολαβικής αμοιβής με το νόμιμο τόκο από της επομένης της οχλήσεως  και υπό τον όρο της  ταυτόχρονης έκδοσης  και παράδοσης του σχετικού φορολογικού παραστατικού.

Κατά της ανωτέρω απόφασης αυτής βάλλει ο εναγόμενος παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης λόγω κατά τόπο αναρμοδιότητας του δικάσαντος Δικαστηρίου επικουρικά δε την απόρριψη  της αγωγής της αντιδίκου του εταιρείας ως αβάσιμης κατ΄ουσίαν.

Από την διάταξη του άρθρου 42 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι πρωτοβάθμιο τακτικό δικαστήριο που δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, μπορεί με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων να γίνει αρμόδιο, εκτός αν πρόκειται για διαφορές που δεν έχουν περιουσιακό αντικείμενο, ενώ από την διάταξη του άρθρου 43 του ιδίου ως άνω Κώδικα προκύπτει ότι η συμφωνία των διαδίκων με την οποία τακτικό Δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη, μόνο εάν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 44 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι συμφωνίες κατά τα άρθρα 42 και 43 ΚΠολΔ, δημιουργούν αποκλειστική αρμοδιότητα, εκτός αν από την ίδια την σύμβαση προκύπτει το αντίθετο. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η συμφωνία των διαδίκων με την οποία τακτικό Δικαστήριο γίνεται αποκλειστικά αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη, μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Η συμφωνία αυτή είναι δικονομικής φύσης σύμβαση, εφόσον οι ανωτέρω διατάξεις προβλέπουν  τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτή επιτρέπεται και καθορίζουν τους όρους με την τήρηση των οποίων είναι δυνατή η κατάρτισή της, με την οποία παρεκτείνεται η τοπική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων (ΕφΑθ 106/2018, ΕφΘεσ 1823/2014, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Η έγκυρη συμφωνία παρεκτάσεως ως έκφραση της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης (ΟλΑΠ 4/1992) παράγει  δικονομική δέσμευση και αν δεν περιέχει αντίθετη πρόβλεψη, δημιουργεί  αποκλειστική αρμοδιότητα, η οποία  υπερισχύει της νόμιμης γενικής δωσιδικίας  του εναγόμενου αλλά και των  συντρεχουσών ειδικών δωσιδικιών, με αποτέλεσμα ο ενάγων  να στερείται  του κατά το άρθρο 41ΚΠολΔ δικαιώματος επιλογής , σε περίπτωση δε, που εισαγάγει τη διαφορά προς εκδίκαση στο δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο αν δεν υπήρχε η συμφωνία παρεκτάσεως, αποκρούεται  με την επίκληση της σχετικής ρήτρας. Το δικαίωμα του εναγόμενου στην προβολή της αναρμοδιότητας  που θεμελιώνεται  σε έγκυρη δικονομική συμφωνία, είναι δικονομικής φύσεως και για τον λόγο αυτό δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ στον οποίο εμπίπτει η άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 948/2015, ΑΠ1542/2014, ΑΠ1697/2013), ούτε ελέγχεται με βάση τα παραγγέλματα του άρθρου 116 ΚΠολΔ το οποίο επιβάλλει μεν την καλόπιστη και σύμφωνα με τα χρηστά ήθη  διεξαγωγή της δίκης, χωρίς όμως να οδηγεί σε απαράδεκτό ή ακυρότητα της κατ΄αντίθεση προς αυτό επιχειρούμενης διαδικαστικής πράξεως αλλά ενδεχομένως σε επιβολή ποινής τάξεως στο διάδικο ή στον πληρεξούσιο του σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ., είτε ακόμη και σε επιδίκαση αποζημιώσεως. Ο δικονομικός όμως χαρακτήρας της ως άνω συμφωνίας δεν αποκλείει την εφαρμογή σε ορισμένη έκταση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην υπόσταση και την εγκυρότητα της ρήτρας παρεκτάσεως που συνήθως περιλαμβάνεται στο κείμενο της συμβάσεως  του ουσιαστικού δικαίου. Έτσι για ν΄απαλλαγεί ο ενάγων από την δικονομική  δέσμευσή του να απευθύνει την αγωγή στο επιλεγέν με τη ρήτρα παρεκτάσεως  δικαστήριο δύναται μόνο να προσβάλει είτε καθ΄υποφοράν με την αγωγή του είτε με  την προσθήκη στις προτάσεις του, αμυνόμενος κατά του περί αναρμοδιότητας του  δικάζοντος δικαστηρίου ισχυρισμού του εναγόμενου που επικαλείται την συμφωνία  παρεκτάσεως, το κύρος της ρήτρας αυτής επικαλούμενος  ακυρωσία ή ακυρότητα της  και ειδικότερα είτε ελάττωμα της βουλήσεως του κατά τα άρθρα 140 επομ, 146 και 150 ΑΚ, είτε εικονικότητα της κατά το άρθρο 139 ΑΚ, είτε αντίθεσή της στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ  (ΑΠ 1158/2000).

Με τον πρώτο λόγο έφεσης  ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την εκκαλουμένη την ένσταση  της  κατά τόπο αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου λόγω της συμφωνηθείσας  παρέκτασης αρμοδιότητας με έγγραφη συμφωνία   βάσει της οποίας ορίστηκαν για κάθε διαφορά από τις συναφθείσες συμβάσεις έργου  αρμόδια κατά τόπο  τα δικαστήρια των Αθηνών .

Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται μεταξύ των οποίων και τα με ημερομηνία 14-6-2019  δύο ιδιωτικά συμφωνητικά εργολαβίας, καθώς και την υπ΄αριθμόν πρωτοκόλλου ΔΣΑ_ΕΒ_……_2020 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της δικηγόρου ………….,  αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα  εταιρεία, η οποία έχει ως κύρια δραστηριότητα  την παραγωγή, προμήθεια, επεξεργασία και εγκατάσταση υαλοπινάκων, συστημάτων αλουμινίου και χαλύβδινων κουφωμάτων  συνήψε στις 14-6-2019  με τον εναγόμενο ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση στατικών μελετών, κατασκευών και ανακαινίσεων κτιρίων δύο συμβάσεις έργου δυνάμει των οποίων η ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε με την πρώτη σύμβαση  το  έργο της παροχής και τοποθέτησης υαλοπινάκων ασφαλείας, κουφωμάτων καθώς και μεταλλικών κατασκευών στον υποδειχθέντα από τον εναγόμενο χώρο του έργου που βρίσκεται επί της οδού ……….. στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο χώρο «Bar – Restaurant- Café» με την επωνυμία «………» συμφερόντων της εταιρείας  «…………» με έδρα την Αθήνα επί της οδού …………… και με την δεύτερη σύμβαση την παροχή και τοποθέτηση υαλοπινάκων ασφαλείας καθώς  και μεταλλικών και ανοξείδωτων κατασκευών στο αυτό ως άνω χώρο. Προς τούτο υπογράφηκαν αυθημερόν  δύο συμφωνητικά, τα οποία φέρουν  τον τίτλο «ΙΔΙΩΤΙΚΟ  ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ  ΕΡΓΟΛΑΒΙΑΣ».  Από την επισκόπηση των συμφωνητικών αυτών  προκύπτει ότι    στην παράγραφο 4 του άρθρου 6 εκάστου  αναγράφεται ότι « Για κάθε διαφορά εκ του παρόντος αποκλειστικά κατά τόπο αρμόδια τυγχάνουν τα δικαστήρια των Αθηνών » . Ως εκ τούτου ενόψει του ότι με την κρινόμενη αγωγή ζητείται η αμοιβή της ενάγουσας εταιρείας για τα ανωτέρω έργα  που παρέδωσε στον εναγόμενο και επομένως πρόκειται για διαφορά που απορρέει από τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά εργολαβίας καθιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση τοπική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων  των Αθηνών και συγκεκριμένα του  Πολυμελούς  Πρωτοδικείου  Αθηνών  στο οποίο υποχρεούται το παρόν Δικαστήριο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης καθόσον η συμφωνία αυτή των διαδίκων μερών, η οποία αποτελεί δικονομικής  φύσης  σύμβαση, είναι δεσμευτική για τα διάδικα μέρη και δημιουργεί αποκλειστική αρμοδιότητα, η οποία υπερισχύει της  νόμιμης γενικής δωσιδικίας  του εναγόμενου αλλά και των συντρεχουσών ειδικών δωσιδικιών κατά τα αναφερόμενα στην προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν προσβάλλεται από την ενάγουσα εταιρεία το κύρος του όρου αυτού με επίκληση ακυρωσία ή ακυρότητα αυτής, περίπτωσεις κατά τις οποίες  και μόνον  θα ήταν δυνατή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η απαλλαγή της ενάγουσας από την σχετική υποχρέωση, ενώ ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος δεν βλάπτεται καθώς τόσο η αστική όσο και η επαγγελματική κατοικία αυτού βρίσκονται στον Πειραιά προβάλλεται αλυσιτελώς ενόψει του δεσμευτικού, κατά τα ανωτέρω, χαρακτήρα της δικονομικής αυτής συμβάσεως περί παρεκτάσεως της αρμοδιότητας.  Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τ΄αντίθετα και έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς απορρίπτοντας την σχετική ένσταση του εναγόμενου ως αβάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της έφεσης ως βάσιμου και κατ΄ουσίαν. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γινει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ΄ουσίαν  και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο  Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς.  Τα δικαστικά έξοδα  αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος  της ενάγουσας λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 191 παρ 2,  183,176 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει  να διαταχθεί και  η επιστροφή του κατατεθέντος  παραβόλου άσκησης έφεσης στον εκκαλούντα λόγω της παραδοχής της εφέσεώς του (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ  ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδικων

ΔΕΧΕΤΑΙ  την έφεση

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ  την  υπ΄αριθμόν 2462/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ  την  με ΓΑΚ …/2020 και ΕΑΚ ……/2020 αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,  προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ  την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου άσκησης έφεσης  στον εκκαλούντα

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ  την ενάγουσα εταιρεία στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας του ενάγοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Μαρτίου 2026  και δημοσιεύθηκε στις 21 Μαΐου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.

    Ο   ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ