ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 372/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο ΝΣΚ Γεώργιο Καμπισιούλη.
Των εφεσίβλητων: 1) ……., 2) …….., 3) ……….., 4) …………. και 5) ………, απάντων κατοίκων Σπετσών, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγοντες με την από την από 24/10/2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2019) αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησαν τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 119/2021 μη οριστική απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής και κατόπιν επαναφοράς της υπόθεσης, με κλήση προς συζήτηση, η υπ’ αριθμ. 361/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Τις αποφάσεις αυτές προσέβαλε το εκκαλούν με την υπό κρίση από 15/5/2023 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………/2023 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. …………/2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο δικαστικός πληρεξούσιος ΝΣΚ, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις του, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων, κατόπιν δήλωσής του, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 15/5/2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2023 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ’ αριθμ. 361/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της συνεκκαλουμένης, μη οριστικής, υπ’ αριθμ. 119/2021 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 15/5/2023 και εμπρόθεσμα, εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ από την επίδοση στο εκκαλούν της εκκαλουμένης απόφασης, στις 19/4/2023 (όπως προκύπτει από τη σημείωση του δικαστικού επιμελητή ………….. επί του επιδοθέντος αντιγράφου της εκκαλουμένης), χωρίς να απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους του Δημοσίου του παραβόλου, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 κ.δ. από 26-6/10-7-1944 «Περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου» και την αναλογικά εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 ν.δ. 22-4/16-5-1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης». Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι με την από 24/10/2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2019) αγωγή τους, εκθέτουν ότι τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η πρώτη από αυτούς και κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου καθένας από τους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων, του αναλυτικώς περιγραφόμενου σε αυτή κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδου, μετά της επ’ αυτού οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο και πρώτο όροφο, που βρίσκεται στο ……….., το οποίο απέκτησαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ……….., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, δυνάμει της υπ’ αριθ. ………../17-3-1988 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών . ……………, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών. Ότι το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους με δωρεά από τη μητέρα του, ……………, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. ………/31-12-1970 δωρητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σπετσών ……….. Ότι κατά το χρόνο που ο δικαιοπάροχός τους απέκτησε την κυριότητα του παραπάνω οικοπέδου υπήρχε σε αυτό πεπαλαιωμένη κατοικία, η οποία είχε ανεγερθεί προ του έτους 1931, για την αποπεράτωση της οποίας χορηγήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων, …………….., η υπ’ αριθ. …../21-3-1931 άδεια από το Υπουργείο Συγκοινωνιών. Ότι ακολούθως χορηγήθηκε στον ίδιο ως άνω δικαιοπάροχο τους η υπ’ αριθ. …/1978 οικοδομική άδεια της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιώς, για την ανέγερση ορόφου, η οποία αναθεωρήθηκε με την υπ’ αριθ. …./1980 άδεια της Πολεοδομίας Πειραιώς περί συνέχισης των εργασιών και την υπ’ αριθ. …./30-3-1990 άδεια της ίδιας υπηρεσίας για την κατασκευή πέργκολας. Ότι το έτος 1986 καθορίστηκαν για πρώτη φορά στην περιοχή τα όρια αιγιαλού και παραλίας και ότι σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 700717/9-6-1986 απόφαση του Νομάρχη του Διαμερίσματος Πειραιώς η οριογραμμή του αιγιαλού έτεμνε το κτίριο τους, διότι τμήμα του ενέπιπτε εντός του αιγιαλού. Ότι με την υπ’ αριθ. 46472/43299/22-12-2011 απόφαση του Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής επανακαθορίστηκε μόνο η οριογραμμή της παραλίας, ενώ η οριογραμμή του αιγιαλού τοποθετήθηκε στην ίδια θέση που είχε καθοριστεί το έτος 1986. Ότι μετά τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διενεργήθηκε στις 2/11/2012 αυτοψία από υπάλληλο της τότε Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς και διαπιστώθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν καταλάβει παράνομα και διακατείχαν χώρο κοινόχρηστου αιγιαλού, κατόπιν δε τούτου εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ως άνω υπηρεσίας το υπ’ αριθ. ../Φ……/8-11-2012 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, με το οποίο διατάχθηκε η αποβολή από χώρο του κοινόχρηστου αιγιαλού, συνολικού εμβαδού 130 τ.μ. και δη από τμήμα 56 τ.μ. του ισογείου κτίσματος και από τμήμα 74 τ.μ. του πρώτου ορόφου. Ότι κατά του ανωτέρω πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής άσκησαν ανακοπή, η οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή δυνάμει της υπ’ αριθ. 275/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, δια της οποίας ακυρώθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, καθότι κρίθηκε ότι τα παραπάνω εδαφικά τμήματα, για τα οποία αυτό εκδόθηκε, συμπεριλήφθηκαν στα όρια του αιγιαλού, χωρίς να είναι πράγματι αιγιαλός, ότι δεν τελούσαν υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, καθώς και ότι δεν είχαν καταληφθεί αυτογνωμόνως από τους ενάγοντες ή τους δικαιοπαρόχους αυτόν. Ότι η αξία του μεριδίου της πρώτης ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 240.004,92 ευρώ, ενώ η αξία του μεριδίου καθενός από τους υπόλοιπους ενάγοντες στο ποσό των 180.001,69 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι δια του ανωτέρω τελεσιδίκως ακυρωθέντος πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής αμφισβητείται το δικαίωμα κυριότητας τους επί του επιδίκου, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστούν κύριοι, νομείς και κάτοχοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η πρώτη από αυτούς και κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου καθένας από τους υπόλοιπους ενάγοντες, καθώς και να καταδικασθεί το εναγόμενο στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη, αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 119/2021 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής και κατόπιν επαναφοράς της υπόθεσης, με κλήση προς συζήτηση, εξεδόθη η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 361/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Το εκκαλούν με την ένδικη έφεσή του προσβάλλει τις ως άνω αποφάσεις και παραπονείται για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση ώστε να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στα δικαστικά του έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7-39), ν.9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. πανδ. (41-4) ν. 6 πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ., (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ` άρθρο 51 ΕισαγΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως «καλή πίστη» νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ` αυτού. Οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύονται από εκείνον, ο οποίος επικαλείται βούληση περί εξουσιάσεως του πράγματος, ενώ τη συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσεως της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα αποδεικτικά περιστατικά. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. δ/τος της 21.6/10.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11/9/1915. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ`/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ` αυτά (βλ. ΑΠ 102/2010 ΤΝΠ Nomos). Από τα παραπάνω δεν εξάγεται και συμπέρασμα ότι για το ορισμένο κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας, που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος και εφόσον ο ενάγων αρνείται την ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως ανήκοντος οποτεδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο, απαιτούνται τα ανωτέρω πρόσθετα στοιχεία, δηλαδή η επίκληση ότι ο ενάγων είχε αποκτήσει κυριότητα με νόμιμο τρόπο μέχρι τις 11/9/1915, αφού και χωρίς την επίκληση αυτή μπορεί να γίνει δεκτή η αγωγή με μόνη την απόδειξη ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, εάν αποδειχθεί ότι το επίδικο ακίνητο δεν υπήρξε ποτέ δημόσιο κτήμα (ΑΠ 1788/2005 Δ/νη 2006.425, ΤΝΠ Nomos). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν περιείχε τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία ως προς την απόκτηση από τους ενάγοντες της κυριότητας του επιδίκου, του οποίου ο τρόπος αποκτήσεως της κυριότητας, μολονότι αμφισβητήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις, δεν προσδιορίστηκε για την πριν τις 11/9/1915 τριακονταετία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, σε αυτό εκτίθεται ο παράγωγος τρόπος της αποκτήσεως από τους ενάγοντες της κυριότητας του επιδίκου και καθ’ υποφοράν ο τρόπος αποκτήσεως της κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους, τόσο παραγώγως από αγορά, όσο και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11/9/1915, που δεν προκύπτει ότι έγινε με τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγόντων-εφεσίβλητων, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το Δημόσιο (ΑΠ 643/2017 ΤΝΠ Nomos).
Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. του α. ν. 2344/1940 «περί αιγιαλού και παραλίας», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση «ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχόμενη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ` αυτού». Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής αιγιαλό αποτελεί η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα. Η ζώνη αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας, όχι δε και από τις έκτακτες πλημμύρες. Ο αιγιαλός, ως κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει στο Δημόσιο, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ`, ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων» της 10.7.1837), όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α. ν. 2344/1940, που προπαρατέθηκε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Η κυριότητα στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν, δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή τεχνητά αίτια (π.ρ.β.λ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιος, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Εξάλλου, μόνος ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 20 του ν. 719/1977, από την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του α.ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή, με απόφαση της τελευταίας, με τη σύνταξη του σ` αυτή αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια κύματα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος του εδάφους που περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, χωρίς το τελευταίο να είναι κατά τα φυσικά όρια του αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισμού του άρθρου 17 του Συντάγματος, ενόψει ακριβώς του οποίου και θεσπίστηκαν τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 του α. ν. 2344/1940, σύμφωνα με τα οποία, τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, θεωρούνται ότι κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου, συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της έκθεσης και του διαγράμματος της εν λόγω επιτροπής, εφαρμοζόμενης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση των ιδιοκτητών, της διαδικασίας του α. ν. 1731/1939. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προπαρατέθηκαν, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε κτήματα, έστω και αν αυτά χαρακτηρίστηκαν από την παραπάνω Επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό και ότι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, ο σε κάθε δε τοπική περίπτωση καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης (ΑΠ 33/2008 Nomos). Τέλος ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ως εναγομένου σε αγωγή διεκδικητική ή αναγνωριστική Κυριότητας ότι το επίδικο ακίνητο είναι αιγιαλός ή Παλαιός αιγιαλός αποτελεί ένσταση (ΑΠ 88/2007 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 931/2000 Ελλνη 42. 78). Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, περί ιδίας κυριότητας αυτού επί του επιδίκου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1747/2022). Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 1636/2024 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 419/2020).
Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που το πρώτον παραδεκτά προσκομίζονται στο Εφετείο κατ’ άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 και 457 § 4 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, …………., που απεβίωσε στις 24/5/1987, απέκτησαν την κυριότητα, μεταξύ άλλων, και του ευρισκόμενου στις Σπέτσες, εντός του εγκεκριμένου οικοδομικού σχεδίου της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Σπετσών και στη θέση «….» (περιοχή «………») οικοπέδου, εμβαδού 590 τ.μ., την δε κληρονομία αυτή αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../17-3-1988 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών . ….., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό ….. Κατά το χρόνο αυτό στο οικόπεδο είχε αναγερθεί οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο όροφο και πρώτο όροφο, το δε οικόπεδο, εφ’ ου η ως άνω οικοδομή, εμφαίνεται και απεικονίζεται στο από 28/1/1988 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …………. με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Φ.Α, το οποίο έχει προσαρτηθεί στην ανωτέρω πράξη αποδοχής κληρονομίας. Το οικόπεδο αυτό ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων είχε αποκτήσει λόγω δωρεάς από τη μητέρα του, ……………, δυνάμει του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από τους εφεσίβλητους υπ’ αριθμ. …../31-12-1970 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σπετσών ….. … που έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών στον τόμο … και με αριθμό …. Στην δε ………. το εν λόγω ακίνητο περιήλθε με αγορά από τον …………., δυνάμει του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από τους εφεσίβλητους υπ’ αριθμ. …./27-2-1941 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρανιδίου ……….., που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών στο τόμο … και με αριθμό ….. Ακολούθως, στον ……. το ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τον ……. δυνάμει του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από τους εφεσίβλητους υπ’ αριθμ. …./25-11-1931 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σπετσών ……….., που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο … και με αριθμό …. Τέλος, στον ………. είχε περιέλθει με αγορά από την ………, δυνάμει του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από τους εφεσίβλητους υπ’ αριθμ. …./23-11-1920 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σπετσών ….., που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο … και με αριθμό ….. Όταν ο άμεσος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω οικοπέδου υπήρχε σε αυτό πεπαλαιωμένη κατοικία, η οποία είχε αναγερθεί προ του έτους 1931, επάνω στα παλαιά θεμέλια του κτίσματος τριών σιταποθηκών ιδιοκτησίας ……., τα μέλη της οικογένειας του οποίου συμμετείχαν στον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1821 ενώ η εν λόγω ιδιοκτησία αποτυπώνεται στο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής «…….» του έτους 1867, βορειοδυτικά της οποίας εμφαίνεται προβλήτα για την εξυπηρέτηση των εμπορικών σκαφών. Για την αποπεράτωση της παλαιάς κατοικίας χορηγήθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων, ………., από το Υπουργείο Συγκοινωνιών/Γραφείο Μηχανικού Ερμιονίδος η υπ’ αριθμ. …./21-3-1931 άδεια, προκειμένου να προβεί στην αποπεράτωση του δεύτερου ορόφου και την περιτοίχιση του οικοπέδου, ενώ κατόπιν της από 10/6/1978 αίτησης του ιδίου δικαιοπάροχου χορηγήθηκε η υπ’ αριθμ. 7488/1978 οικοδομική άδεια της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά, για την ανέγερση ορόφου, η οποία αναθεωρήθηκε με την υπ’ αριθμ. …../80 άδεια της Πολεοδομίας Πειραιά περί συνέχισης των εργασιών και την υπ’ αριθμ. …../30-3-1990 άδεια της ίδιας Υπηρεσίας για την κατασκευή πέργκολας. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών η ανωτέρω Υπηρεσία, όπως και το Λιμεναρχείο Σπετσών δέχθηκαν καταγγελίες περίοικων για επιχωμάτωση του θαλάσσιου χώρου, πλην όμως οι εργασίες συνεχίστηκαν τόσο με βάση το υπ’ αριθμ. πρωτ. …../29-1-1979 έγγραφο της Πολεοδομίας Πειραιά προς το AT Σπετσών, σύμφωνα με το οποίο η υπ’ αριθμ. …./1978 οικοδομική άδεια επ’ ονόματι …….. ήταν σύννομη και δεν απαιτείτο έλεγχος αποστάσεως από τη θάλασσα καθ’ ότι τούτα εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Σπετσών, όσο και με βάση το υπ’ αριθμ. …………/2-1979 σήμα του Λιμεναρχείου Σπετσών, με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι οι εν λόγω εργασίες ήταν εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης Σπετσών, τελούσαν υπό την εποπτεία του AT Σπετσών και δεν είχε διαπιστωθεί καμία σχετική παράβαση.
Ακολούθως, με την έκδοση του π.δ./τος της 24/10/1980 (ΦΕΚ Δ’ 1/8-1-1981) η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων αποτέλεσε Οικοδομικό Τετράγωνο με αριθμό 391 β, ενώ το έτος 1986 καθορίσθηκαν στην περιοχή πρώτη φορά αιγιαλός και παραλία, τα όρια των οποίων ορίστηκαν με την υπ’ αριθμ. 700717/9-6-1986 απόφαση του Νομάρχη του Διαμερίσματος Πειραιά (ΦΕΚ Δ’ 561/30-6-1986), σύμφωνα με την οποία η οριογραμμή του αιγιαλού έτεμνε το κτίριο των ανακοπτόντων διότι τμήμα του ενέπιπτε εντός του αιγιαλού. Η πιο πάνω απόφαση του Νομάρχη Πειραιά ανακλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 702233/23-12-1986 απόφαση του ίδιου Νομάρχη (ΦΕΚ Δ’ 74/17.2.1987) με το αιτιολογικό «Την δημιουργία κοινωνικού προβλήματος από το γεγονός ότι στα όρια των καθοριζόμενων ορίων αιγιαλού-παραλίας υπάρχουν κτίρια που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα ή άλλα παραδοσιακού χαρακτήρα, των οποίων η διατήρηση θεωρείται απαραίτητη για την προστασία της Εθνικής μας Κληρονομιάς», ενώ με την υπ’ αριθμ. 96410/6389/1-11-1991 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο των Σπετσών, σύμφωνα με την οποία ολόκληρη η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων βρίσκεται εντός του ΟΤ ….. β του ρυμοτομικού σχεδίου Σπετσών, στο δε τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την απόφαση αυτή αποτυπώνεται η ιδιοκτησία αυτών να βρίσκεται σε απόσταση 6,80 μ. από τη θάλασσα. Όμως, με την υπ’ αριθμ. 3900/19-11-1996 απόφαση του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πειραιά ανακλήθηκε η ανάκληση του καθορισμού αιγιαλού και παραλίας και επανήλθαν σε ισχύ οι από 9/6/1986 καθορισμένες ζώνες αιγιαλού και παραλίας, με το αιτιολογικό ότι ανάκληση ήδη καθορισμένου αιγιαλού επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση τεχνικού σφάλματος ή όταν υπάρχει πλάνη για τα πραγματικά περιστατικά στον αρχικό καθορισμό. Τέλος με την υπ’ αριθμ. 46472/43299/22-12-2011 απόφαση του Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (ΦΕΚ Δ΄ 571/30-12-2011) επανακαθορίστηκε μόνο η οριογραμμή της παραλίας, η δε οριογραμμή του αιγιαλού τοποθετήθηκε με ερυθρή συνεχή πολυγωνική γραμμή με στοιχεία …………. στην ίδια θέση που είχε καθοριστεί το έτος 1986. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι στην παρ. 19 της εν λόγω απόφασης αναφέρεται ρητά ότι «… το κτίριο που βρίσκεται στην περιοχή όπου γίνεται ο επανακαθορισμός της παραλίας, είναι ιδιοκτησία της …….. και είναι νομίμως υφιστάμενο, ενώ για την προβλήτα που βρίσκεται έμπροσθεν αυτού δεν προκύπτει νομιμότητα», ενώ σύμφωνα με την από 23/12/2010 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας (δημοσιευμένη επίσης στο ως άνω ΦΕΚ) αναφέρεται ότι α) η περιοχή επηρεάζεται από βόρειους – βορειανατολικούς ανέμους, αλλά λόγω του ότι βρίσκεται μέσα σε απάνεμο κόλπο δεν προσβάλλεται σημαντικά από αυτούς, β) η μορφολογία του πυθμένα χαρακτηρίζεται από ήπιες κλίσεις με μικρά βάθη κοντά στην ακτή με αποτέλεσμα η θραύση του κύματος και η εκτόνωση της ενέργειάς του να γίνεται σε μεγάλη απόσταση από την ακτογραμμή και ότι η επίδραση του κύματος στην ακτή είναι μικρή και γ) η ισοβαθής των 20 μέτρων αναπτύσσεται σε απόσταση 600 μέτρων από την οριογραμμή και δ) η επιτροπή απεφάνθη δεν υφίσταται παλαιός αιγιαλός. Με βάση τον καθορισμό αυτό ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά εξέδωσε το υπ’ αριθμ. ………../8-11-2012 πρωτόκολλο διοικητής αποβολής, που συνοδεύεται από την από 2/11/2012 έκθεση ελέγχου – αυτοψία της υπαλλήλου της ίδιας Υπηρεσίας …………, το από 27/3/2012 απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος και την από 27/3/2012 τεχνική έκθεση των αρμόδιων υπαλλήλων της Υπηρεσίας, με το οποίο οι εφεσίβλητοι αποβλήθηκαν από τμήμα της ιδιοκτησίας τους συνολικού εμβαδού 130 τ.μ. (τμήμα 56 τ.μ. του ισογείου κτίσματος και τμήμα 74 τ.μ. του πρώτου ορόφου), ως εμπίπτον εντός του αιγιαλού. Οι εφεσίβλητοι άσκησαν ανακοπή αιτούμενοι την ακύρωση του εν λόγω πρωτοκόλλου, η οποία έγινε δεκτή πρωτοδίκως με τη με την υπ’ αριθμ. 470/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 275/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με το αιτιολογικό ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα (συνολικής έκτασης 130 τμ) είναι πράγματι αιγιαλός, αλλά ούτε και ότι τελούσαν υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου και ότι αντίθετα αυτή ανήκε πάντοτε σε ιδιώτες και ουδέποτε στο εκκαλούν. Επιπλέον, σε βάρος των εφεσίβλητων εξεδόθησαν και τα υπ’ αριθμ. ………/8-11-2012 και ………../8-11-2012 Πρωτόκολλα Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, με τα οποία επιβλήθηκαν σε βάρος τους αποζημιώσεις υπέρ του εκκαλούντος, ποσού 35.097,83 ευρώ και 43.142,40 ευρώ, εναντίον των οποίων αυτοί άσκησαν τις υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …/2013 και ……/2013 ανακοπές, οι οποίες έγιναν δεκτές με τις υπ’ αριθμ. 471/2014 και 469/2014, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, οι οποίες ακύρωσαν τα ανωτέρω Πρωτόκολλα, δεχόμενες ότι τα αναφερόμενα σε αυτά εδαφικά τμήματα που περιλαμβάνονται στην ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, δεν ήταν αιγιαλός, κατά δε των αποφάσεων αυτών δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου έφεσης ή αναίρεσης (ΑΠ 1662/24, ΑΠ 1142/2023, ΑΠ 231/2023, ΑΠ 92/2023, ΑΠ 1817/2022, ΑΠ 1229/2021, ΑΠ 484/2021, ΑΠ 476/2020, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 198/2020, ΑΠ 823/2019, ΑΠ 1061/2019, ΕφΑθ 2921/2025, ΕφΑνΚρητ 9/2024, ΕφΑνΚρ 15/2022, ΕφΠατρ 410/2020, ΕφΑιγ 95/2021 ΤΝΠ Nomos). Όσον δε αφορά το υπ’ αριθμ. ../Φ……../8-11-2012 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, το οποίο ακυρώθηκε κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, λόγω μη άσκησης αγωγής εκ μέρους των εφεσίβλητων εντός 90 ημερών, η ορισθείσα με αυτό αποζημίωση βεβαιώθηκε δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……./2016 χρηματικού καταλόγου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής. Επίσης, με την υπ’ αριθμ. 956/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς η πρώτη εφεσίβλητη κηρύχθηκε αθώα, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της, για την αξιόποινη πράξη της μεταβολής αιγιαλού, που φερόταν να τελέσθηκε στις 20/9/2011 και αφορούσε την τοποθέτηση δύο μεταλλικών κολώνων με αντιρίδες και σιδερένιο κάγκελο μήκους 6,30 μ στο επίδικο (η δε συζήτηση της έφεσης, κατά το μέρος που αφορούσε την πράξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 1539/1938, κηρύχθηκε απαράδεκτη και διαβιβάσθηκε η υπόθεση στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να προβεί στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης ως προς την πράξη αυτή).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο επίδικος χώρος ουδέποτε αποτέλεσε αιγιαλό πριν από την οριοθέτησή του το έτος 1986, διότι ουδέποτε βρεχόταν από το σύνηθες μέγιστο χειμέριο θαλάσσιο κύμα, από δε το έτος 1867 ήταν τμήμα του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Σπετσών και ήδη από τότε υπήρχε έμπροσθεν της ιδιοκτησίας των εναγόντων προβλήτα πλάτους τουλάχιστον 6,80 μ. Το συγκεκριμένο οικόπεδο ανήκε πάντα σε ιδιώτες και ουδέποτε στο Ελληνικό Δημόσιο, οι δε ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους, με διαδοχικά νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια από το έτος 1931, το κατείχαν και το νέμονταν, συνεχώς αδιαλείπτως και αδιαταράκτως, καλή τη πίστη για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, όπως ενδεικτικά καθαρισμό, επίβλεψη, συντήρηση, έκδοση οικοδομικών αδειών, εκμίσθωση κλπ, ήτοι ασκούσαν συνεχώς, τόσο αυτοί, όσο και οι δικαιοπαρόχοι τους, σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στην φύση και τον προορισμό του. Αλλά και πριν από την οικογένεια των εναγόντων στο ίδιο οικόπεδο και στην ίδια θέση είχαν ανεγερθεί σιταποθήκες ιδιοκτησίας του …….., γεγονός που καταδεικνύει ότι αν το μέγιστο σύνηθες θαλάσσιο κύμα έφτανε έως εκεί, δεν θα ήταν δυνατή η εκμετάλλευση του οικοπέδου και δεν θα περιλαμβανόταν στο ρυμοτομικό σχέδιο Σπετσών. Σε κάθε περίπτωση η είσοδος του συνήθους μέγιστου κύματος στο ακίνητο των εναγόντων ήταν αδύνατη και πάντως όχι η συνήθης, διότι η ένταση του θαλάσσιου κύματος εκτονώνεται σε μεγάλη απόσταση από την ακτή, λόγω του απάνεμου του κόλπου, των ομαλών κλίσεων του πυθμένα και της απόστασης των 600 μέτρων της ισοβαθούς των 20 μέτρων από την οριογραμμή, όπως αναφέρεται στην προαναφερόμενη από 23/12/2010 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας.
Ακολούθως, ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας. Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο, ισχυρίζεται ότι τμήμα του επίδικου ακινήτου (εκτάσεως 130τμ) του ανήκει κατά κυριότητα και περιήλθε σε αυτό δυνάμει των ρυθμίσεων που περιέχονται στην από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και ειδικότερα: ί. διότι αποτελούσε δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ϋ. διότι ανήκε σε Οθωμανούς από τους οποίους την κατέλαβε κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας και την δήμευσε, iii. επειδή κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων του Λονδίνου είχε εγκαταλειφθεί από αυτούς και δεν είχε καταληφθεί από άλλους, β) άλλως, διότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκοτόπι στις 3/15-12-1833, γ) άλλως, διότι αποτελούσε αδέσποτο στις 21- 6/10-7-1837, χωρίς να απαιτείτο η κατάληψή του και δ) άλλως, λόγω τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει το ενιστάμενο ελληνικό δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο δημόσιο και όχι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες. Πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητα της ως άνω υποβληθείσας ένστασης περί ιδίας κυριότητάς του εκκαλούντος – εναγομένου, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο, που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης ως ενιστάμενο, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο γεωτεμάχιο ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι το επίδικο δημεύτηκε από το Ελληνικό Δημόσιο ή ότι ήταν λιβάδι ή αδέσποτο, ούτε απέκτησε ποτέ κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο με το δικαίωμα του πολέμου, ούτε ότι το νεμήθηκε με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας. Κατόπιν δε όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο των εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των προαναφερόμενων εδαφικών τμημάτων, τα οποία συμπεριλήφθηκαν στα όρια του αιγιαλού χωρίς να είναι πράγματι αιγιαλός, ανήκουν στην κυριότητα και βρίσκονται υπό τη νομή και κατοχή των εναγόντων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.1 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν. 3693/1957, όπως ισχύει μετά τη με αριθμό 134423/8.12.1992/20.1.1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 22.5.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ