ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 356/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………., τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος του Μαρία Λειβιδιώτου – Σαξώνη.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………..» [ΑΦΜ ……….], η οποία εδρεύει στην ………… Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος τους Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου.
Ο εκκαλών – ενάγων, …………., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 20.12.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../23.12.2022 αγωγή, σε βάρος της ήδη εφεσιβλήτου εταιρείας με την επωνυμία «…………..», επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 19.10.2023, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 2320/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε.
Ο ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 23.9.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……………/24-9-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../24-9-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση του ανωτέρω δικογράφου στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 23.9.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../24-9-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./24-9-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 2320/8.7.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 20.12.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……./23.12.2022 αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 8.7.2024, αφού όπως αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ένδικη έφεση κατετέθη την 24.9.2025, ενώ για το παραδεκτό της, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε, αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ. α΄ του N.2172/1993), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.
ΙΙ. Ο ενάγων, ………, με την ένδικη αγωγή του, όπως παραδεκτώς διορθώθηκε δια δηλώσεως της πληρεξουσίας του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, κατόπιν συμβάσεων ναυτικής εργασίας που κατήρτισε στο Πέραμα και στον Πειραιά, με την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «………….», ναυτολογήθηκε τέσσερις (4) φορές και απασχολήθηκε (α) με την ειδικότητα του Ναύτη, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο (Ε/Γ – Υ/Γ) πλοίο «Φ1», πλοιοκτησίας της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2020 έως 18.1.2021 και από 20.1.2021 έως 19.7.2021, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής των προβλεπομένων αποδοχών (μηνιαίου μισθού και επιδομάτων) από τη Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) για τα μέλη των πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019, (β) με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο (Ε/Γ – Υ/Γ) πλοίο «Φ2», πλοιοκτησίας της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 19.7.2021 έως 29.7.2021, αντί συμφωνηθέντος κλειστού μισθού εκ ποσού ευρώ 2.920,39 κατά τα λοιπά εφαρμοζομένης της Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) για τα μέλη των πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019 και (γ) με την ειδικότητα του Ναύτη, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο (Ε/Γ – Υ/Γ) πλοίο «Φ1», πλοιοκτησίας της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2021 έως 31.3.2022, οπότε απολύθηκε λόγω αδείας έως την 30.4.2022, πλην όμως δεν επαναπροσλήφθηκε, αντί συμφωνηθέντος κλειστού μισθού αρχικά εκ ποσού ευρώ 2.665,31 και ακολούθως από 1.1.2022 εκ ποσού ευρώ 2.745,27 και κατά τα λοιπά εφαρμοζομένης της Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) για τα μέλη των πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019. Ότι κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεών του παρείχε τις υπηρεσίες του στα εν λόγω πλοία, εργαζόμενος επί δέκα επτά (17) ώρες καθ’ εκάστη. Με βάση τα περιστατικά αυτά και υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι, απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των συμφωνημένων αποδοχών του, που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών καθώς επίσης ότι, κατά την τελευταία αποναυτολόγησή του λόγω αδείας, δεν επαναπροσλήφθηκε από την εναγομένη κατά τη λήξη αυτής, ζήτησε κυρίως μεν λόγω των ενδίκων συμβάσεων εργασίας και επικουρικώς δια των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, να του επιδικαστεί, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, για την υπερωριακή του απασχόληση το ποσό των ευρώ 42,242,48 συνολικά και το ποσό των ευρώ 2.988,58 ως αποζημίωση απόλυσης και συνολικά το ποσό των ευρώ 46.231,06, νομιμότοκα από της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Ζήτησε, τέλος, να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 2320/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η ένδικη αγωγή, αφού έγινε δεκτή ως ορισμένη, απορριφθείσας σχετικής περί του αντιθέτου ενστάσεως της εναγομένης και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 652, 653, 655 του ΑΚ, 1, 2, 53, 54, 60, 72, 75, 82 και 84 του ΚΙΝΔ, 70, 176, 907, 908 παρ.1 περ. ε και 910 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Συλλογικής Συμβάσεως Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων του έτους 2019, που κυρώθηκε με τις υπ’ αριθμ. ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β 3170/12.08.2019), μη νόμιμη εν τούτοις κατά την επικουρική της βάση εκ του λόγου ότι, με την ένδικη αγωγή δεν προβάλλονται πρόσθετα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα με τα οποία ο ενάγων στηρίζει την κύρια βάση αυτής, ακολούθως αυτή (ένδικη αγωγή), απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της και επιδικάσθηκαν σε βάρος του ενάγοντος τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, το ύψος των οποίων ορίσθηκε στο ποσό των ευρώ 1.130. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ο ενάγων, ως ηττηθείς στον πρώτο βαθμό, έχοντας έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη του, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την ένδικη έφεσή του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ζήτησε δε με την έφεσή του, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτως ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό ης η ένδικη αγωγή, καθώς επίσης την καταδίκη της εναγομένης στη δικαστική του δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
ΙΙΙ. Από την εκτίμηση της περιεχομένης στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος του ενάγοντος, …….., υπηρετήσαντος με την ειδικότητα του Ναυκλήρου στα ένδικα πλοία και συνυπηρετήσαντος μετά του ενάγοντος από το έτος 2018 έως το έτος 2021 οπότε αποναυτολογήθηκε, την περιεχομένη στη ληφθείσα, με επιμέλεια της εναγομένης, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλητεύσεως του ενάγοντος (σχετικά με αριθμό ………./24.3.2023 έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, με αριθμό …./29.3.2023 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του ………….., συνυπηρετήσαντος μετά του ενάγοντος στο ένδικο πλοίο F1 κατά το χρονικό διάστημα από 11.2.2021 έως 14.12.2021, με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, η οποία μετά της ανωτέρω ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος τυγχάνει αντίδικος της εναγομένης, επειδή έχει ασκήσει εναντίον της έτερη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων του, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ, αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων …………………, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Έλληνας επαγγελματίας ναυτικός, απογεγραμμένος, κάτοχος του υπ’ αριθμ. …….. ναυτικού φυλλαδίου της ΑΑ ναυτικής περιφέρειας. Όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος, αυτός (ενάγων) την 1.12.2020 ναυτολογήθηκε στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο (Ε/Γ – Υ/Γ) πλοίο «Φ1», πλοιοκτησίας της εναγομένης, με την ειδικότητα του Ναύτη, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής των προβλεπομένων αποδοχών (μηνιαίου μισθού και επιδομάτων) από τη Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) για τα μέλη των πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων έτους 2019. Εργάσθηκε δε στο πλοίο αυτό έως την 18.1.2021 οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μεταθέσεως. Ακολούθως, ναυτολογήθηκε εκ νέου στο ίδιο ως άνω πλοίο την 20.1.2021 με την αυτή ειδικότητα και την ίδια συμφωνηθείσα αμοιβή και εργάσθηκε σε αυτό έως την 1.6.2021, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς εις νέο. Την ίδια ημέρα ναυτολογήθηκε εκ νέου στον ίδιο πλοίο, με την αυτή ειδικότητα και αντί των αυτών συμφωνημένων αποδοχών και εργάσθηκε σε αυτό έως την 19.7.2021, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μεταθέσεώς του. Αυθημερόν, ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του Ναυκλήρου στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο (Ε/Γ – Υ/Γ) πλοίο «Φ2», πλοιοκτησίας της εναγομένης. Στα πλαίσια της εν λόγω ναυτολογήσεως υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η από 20.7.2021 σύμβαση ναυτικής εργασίας με την οποία ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος συνομολογήθηκε «κλειστός», ανερχόμενος στο συνολικό [μικτό] χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (2.973,39 €). Στην ίδια σύμβαση περιελήφθησαν όροι κατά τους οποίους «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το Πλοίο», «…στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα άδειας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρίας καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας» και «Εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων». Στο ως άνω πλοίο εργάσθηκε έως την 29.7.2021 οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω μεταθέσεώς του. Ακολούθως, κατόπιν της από 30.7.2021 έγγραφης σύμβασης ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων ναυτολογήθηκε αυθημερόν εκ νέου στο ίδιο ως άνω πλοίο με την ειδικότητα του Ναύτη και αντί μηνιαίου «κλειστού» μισθού, ανερχομένου στο συνολικό [μικτό] χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (2.665,31 €). Στην ίδια σύμβαση περιελήφθησαν όροι κατά τους οποίους «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το Πλοίο», «…στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα άδειας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρίας καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας» και «Εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων». Στο ως άνω πλοίο εργάσθηκε έως την 1.12.2021, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς σε νέο. Αυθημερόν, ναυτολογήθηκε στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – υδροπτέρυγο (Ε/Γ – Υ/Γ) πλοίο «Φ1», πλοιοκτησίας της εναγομένης, με την αυτή ειδικότητα του ναύτη. Στα πλαίσια της εν λόγω ναυτολογήσεως καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η από 1.1.2022 έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας με την οποία συμφωνήθηκε η μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος στο συνολικό [μικτό] χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (2.745,27 €). Στην ίδια σύμβαση περιελήφθησαν όροι κατά τους οποίους «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το Πλοίο», «…στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα άδειας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρίας καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας» και «Εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων». Στο ως άνω πλοίο ο ενάγων εργάσθηκε έως την 31.3.2022, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω αδείας έως την 30.4.2022.
Κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα δεν ευρίσκονταν σε ισχύ ΣΣΝΕ, σύμφωνα εν τούτοις με το συμβατικό όρο που προαναφέρθηκε, κατά συμφωνία των διαδίκων, εφαρμοστέα στις επίδικες συμβάσεις ήταν η ήδη λήξασα την 31.12.2019 ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019. Αποτέλεσμα τούτου τυγχάνει ότι ο συνομολογηθείς με τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις για το χρονικό διάστημα από 19.7.2021 έως 29.7.2021 εκ ποσού ευρώ 2.973,39, από 30.7.2021 έως 1.12.2021 εκ ποσού ευρώ 2.665,31 και από 1.12.2021 έως 31.3.2022 εκ ποσού ευρώ 2.745,27 συνομολογηθείς μηνιαίος μισθός να μην τυγχάνει κατ’ ακριβολογία «κλειστός» μισθός, αφού η έννοια του «κλειστού» μισθού, προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου (ΜονΕφΠειρ. 516/2024 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΠειρ. 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 3170/ 12.8.2019) [άρθρα 1, 3, 6, 8 § 13, 10 § 4 και 15 §§ 1, 2], ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Ναυκλήρου ορίστηκε σε χίλια τριακόσια δέκα τρία ευρώ και δέκα τρία λεπτά (1.313,13 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια ογδόντα οκτώ ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτά (288,89 €), το αντίτιμο της τροφοδοσίας σε δεκαεννέα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτά (19,98 €) την ημέρα, δηλαδή σε πεντακόσια ενενήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτά (19,98 € Χ 30 ημέρες = 599,40 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε τριάντα έξι ευρώ και εξήντα τέσσερα λεπτά (36,64 €), οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια εξήντα τέσσερα ευρώ {[(1.313,13 € + 288,89 € : 22) + ημερήσιο επίδομα τροφοδοσίας εκ ποσού ευρώ 19,98] επί 5 ημέρες = 464,00 €}, το επίδομα ιματισμού στο ποσό των ευρώ πενήντα επτά ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (57,78 €) και το ειδικό επίδομα Ναυκλήρου σε είκοσι τέσσερα ευρώ και ενενήντα τρία λεπτά (24,93 €). Οι συνολικές αποδοχές του Ναυκλήρου, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των ευρώ 2.726,99. Επίσης ο μισθός ενεργείας του Ναύτη με την ίδια ως άνω ΣΣΝΕ ορίσθηκε στο ποσό των 1.204,77 ευρώ, το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας και δη το ποσό των 265,05 ευρώ, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας το ποσό των 36,64 ευρώ, το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας στο ποσό των 19,98 ευρώ την ημέρα και μηνιαίως το ποσό των 599,40 ευρώ (19,98 ευρώ Χ 30) και οι αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας στο ποσό των 433,95 ευρώ [(μισθός ενεργείας 1.204,77 ευρώ + επίδομα Κυριακών 265,05 ευρώ: 22) = 66,81 + 19,98 ευρώ =) 86,79 Χ 5 ημέρες (ενόψει του ότι ο ενάγων είχε τουλάχιστον διετή θαλάσσια προϋπηρεσία)= 433,95 ευρώ]. Οι συνολικές αποδοχές του Ναύτη, ορίσθηκαν στο ποσό των ευρώ 2.539,81. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 της κατά τη συμφωνία των διαδίκων εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ΣΣΝΕ των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων έτους 2019, η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 3170/ 12.8.2019), οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα ορίζονταν σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλονταν ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά την Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται δε με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής (ΜονΕφΠειρ 328/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 626/2014 ΕλλΔνη 2015.508, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νμλγ.), αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 630/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 735/2006 ΕΝαυτΔ 34.351, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝαυτΔ 33.345). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 11 και 13 § 5), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 18). Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β και γ των ιδίων ΣΣΝΕ υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 2), ενώ, κατά το άρθρο 18 § 2, για τον υπολογισμό των ωρών εργασίας κατά τις ημέρες αργίας ανά μήνα πολλαπλασιάζεται ο μέσος μηνιαίος όρος αργιών (16 αργίες ετησίως δια 12 μήνες = 1,33) με τον αριθμό των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης για κάθε αργία (1,33 Χ 8 ώρες = 10,67 ώρες μηνιαίως). Με την ίδια ως άνω ΣΣΝΕ το ωρομίσθιο του Ναυκλήρου καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (7,59 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε εννέα ευρώ και σαράντα λεπτά (9,49 €) και σε ένδεκα ευρώ και τριάντα εννέα λεπτά (11,39 €), αντίστοιχα και το ωρομίσθιο του Ναύτη καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των έξι ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (6,96 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε οκτώ ευρώ και εβδομήντα λεπτά (8,70 €) και σε δέκα ευρώ και σαράντα τέσσερα λεπτά (10,44 €) αντίστοιχα. Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του διατείνεται ότι κατά την απασχόλησή του στα ανωτέρω πλοία, είτε με την ειδικότητα του Ναύτη, είτε με την ειδικότητα του Ναυκλήρου, αλλά και καθόν χρόνο στο πρώτο των ανωτέρω πλοίων εκτελούνταν επισκευές, αυτός εργάζονταν καθ’ εκάστη επί δέκα επτά ώρες. Η εναγομένη, ήδη με τις προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι ο ενάγων εργάζονταν τις ώρες που αναφέρει στην αγωγή του, όπως επίσης ότι εργάζονταν υπερωριακά, λόγω των δρομολογίων των πλοίων και της μειωμένης επιβατικής κίνησης αυτών ενόψει της πανδημίας, ενώ καθόν χρόνο τα πλοία της εκτελούσαν και απογευματινά δρομολόγια, σε αυτά απασχολούσε δεύτερο πλήρωμα. Ειδικώς για την εργασία του ενάγοντος κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, ισχυρίσθηκε ότι του κατέβαλε αμοιβή απασχόλησης οκτώ ωρών για 4,33 ημέρες Σαββάτου εκάστου μηνός και συνολικά αμοιβή εργασίας για τριάντα πέντε ώρες, όπως επίσης του κατέβαλε και αμοιβή για απασχόλησή του για 10,67 ώρες κάθε μήνα, για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες αργίας, ανεξαρτήτως μάλιστα εάν έκαστο συγκεκριμένο μήνα απασχολήθηκε σε ημέρα αργίας. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, στο ως άνω πλοίο «Φ1», κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2020 έως 18.1.2021 διενεργούντο επισκευές, καθώς επίσης εργασίες καθαρισμού και βάψιμο. Κατά τα λοιπά επίδικα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία εργάσθηκε ο ενάγων, απεδείχθη ότι, τα ως άνω δύο πλοία της εναγομένης, ήταν δρομολογημένα στις γραμμές του Αργοσαρωνικού και συγκεκριμένα, πραγματοποιούσαν δρομολόγια είτε στη γραμμή Πειραιάς – Αίγινα – Αγκίστρι, με επιστροφή, είτε στη γραμμή Πειραιάς – Πόρος – Ύδρα – Ερμιόνη – Σπέτσες – Πόρτο Χέλι, με επιστροφή. Όσον αφορά στο χρόνο διάρκειας των εν λόγω δρομολογίων ο εξετασθείς, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρας, κατέθεσε ότι, καθόν χρόνο τα ως άνω πλοία εκτελούσαν το δρομολόγιο Πειραιάς – Αίγινα – Αγκίστρι, με επιστροφή, εκκινούσαν το δρομολόγιό τους το πρωί άλλοτε ώρα 07.30 και άλλοτε ώρα 08.00 και εκτελούσαν το εν λόγω δρομολόγιο πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας έως ώρα 17.00 οπότε κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά. Όταν τα ως άνω πλοία εκτελούσαν το δρομολόγιο Πειραιάς – Πόρος – Ύδρα – Ερμιόνη – Σπέτσες – Πόρτο Χέλι με επιστροφή, κατά κανόνα εκκινούσαν το δρομολόγιο το πρωί ώρα 08.00 και επέστρεφαν στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 14.00. Ορισμένες, εν τούτοις, ημέρες το εν λόγω δρομολόγιο εκτελούσαν και κατά τις βραδινές ώρες, οπότε διανυκτέρευαν στο Πόρτο Χέλι. Κατά τον ενόρκως βεβαιώσαντα με επιμέλεια της εναγομένης, ……………., όταν τα εν λόγω πλοία εκτελούσαν το δρομολόγιο Πειραιάς – Αίγινα – Αγκίστρι με επιστροφή, εκκινούσαν το δρομολόγιό τους ώρα 07.30 πρωινή και η τελευταία άφιξη αυτών στο λιμάνι του Πειραιά ελάμβανε χώρα ώρα 16.40. Το μεσημεριανό δρομολόγιο ήτοι το δρομολόγιο μετά την ώρα 16.40, κατά την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αναλάμβανε έτερο πλοίο ή το ίδιο πλοίο αλλά με έτερο πλήρωμα. Ενίοτε εν τούτοις τα εν λόγω πλοία εκτελούσαν και απογευματινά δρομολόγια. Όσον αφορά στο δρομολόγιο Πειραιάς – Πόρος – Ύδρα – Ερμιόνη – Σπέτσες – Πόρτο Χέλι με επιστροφή, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε σχετικά μόνον για τις ημέρες κατά τις οποίες τα πλοία αναχωρούσαν από το λιμάνι του Πειραιά το απόγευμα ώρα 18.30, οπότε κατά την εν λόγω κατάθεση το πλοίο διανυκτέρευε στο λιμάνι Πόρτο Χέλι. Επίσης, απεδείχθη ότι, σε αμφότερα τα εν λόγω πλοία ως πλήρωμα καταστρώματος υπηρετούσαν ένας ναύκληρος και ένας ναύτης. Ως προς τις συνθήκες και τα καθήκοντα εργασίας του ενάγοντος με την ειδικότητα του Ναύτη κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων, ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρας, υπηρετών ως Ναύκληρος στα εν λόγω πλοία έως της τελευταίας αποναυτολόγησής του το έτος 2021, κατέθεσε σχετικά ότι, ο ενάγων αναλάμβανε υπηρεσία δύο ώρες προ της ενάρξεως των δρομολογίων του πλοίου, καθόσον κατά την ακριβή κατάθεσή του «… έπρεπε να λύσει το βαπόρι, να το κλείσει για να μπορεί να γίνει επιβίβαση…». Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι, τα εν λόγω υδροπτέρυγα είναι ελαφριά σκάφη αφού είναι κατασκευασμένα από αλουμίνιο και δεν διαθέτουν ύφαλα (hull) αλλά φτερά «στις πάντες». Προκειμένου να μην ακουμπούν «χτυπούν» κατά την ακριβή κατάθεση, στον «ντόκο» έστω κι από τα απόνερα των άλλων πλοίων, με το πέρας του δρομολογίου, τα έδεναν με την πρύμνη τους ανοιχτά, ακουμπώντας μόνον στο κεντρικό φτερό τους, όπου τοποθετούσαν ένα μεγάλο λάστιχο φορτηγού (μπαλόνι). Ο ενάγων λοιπόν κάθε πρωί κατά την εν λόγω κατάθεση, προ της ενάρξεως του δρομολογίου, έπρεπε να λύσει τα πλωραία σκοινιά, αφού το εν λόγω σκάφος δένονταν με διπλά και ορισμένες φορές με τριπλά σχοινιά. Παράλληλα, ήλεγχε εάν υπήρχε διαθέσιμο νερό για τους επιβάτες, καθώς επίσης και εάν στο εσωτερικό του σκάφους ήταν όλα τακτοποιημένα και καθαρά. Ακολούθως, μισή ώρα προ του απόπλου του σκάφους, αφού τοποθετούσε τη σκάλα επιβίβασης, μαζί με τον Ναύκληρο μετείχε στις εργασίες επιβίβασης, μεταφέροντας και τις αποσκευές των επιβατών, τις οποίες αυτός τακτοποιούσε στο εσωτερικό του πλοίου. Όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Αίγινα – Αγκίστρι με επιστροφή, το τελευταίο δρομολόγιο από Αίγινα ξεκινούσε ώρα 15.00 και το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 17.00. Όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Πόρος – Ύδρα – Ερμιόνη – Σπέτσες – Πόρτο Χέλι, με επιστροφή, με τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, ώρα 14.00, πραγματοποιούσε επιπλέον ένα δρομολόγιο Πειραιάς – Αίγινα. Ένα τέταρτο προ της αφίξεως σε κάθε λιμάνι, ο ενάγων ευρίσκετο σε ετοιμότητα (stand by) με την άφιξη δε στο λιμάνι κατέβαζε τη σκάλα αποβίβασης και βοηθούσε τους επιβάτες κατά την αποβίβασή τους με τις αποσκευές τους. Ο ενάγων απασχολείτο σε όλα τα λιμάνια στις εργασίες επιβίβασης και αποβίβασης. Στο τέλος των δρομολογίων ο ίδιος (ενάγων) απασχολείτο επί δύο ώρες με τον καθαρισμό του εσωτερικού του πλοίου και δη καθάριζε τις δύο τουαλέτες των επιβατών, το δάπεδο του σκάφους με ηλεκτρική σκούπα, σφουγγάριζε, μάζευε τα σκουπίδια και έκλεινε τις κουρτίνες αυτού. Κατά τον εν λόγω μάρτυρα, ο ενάγων απασχολείτο επί δέκα τρεις ώρες καθ’ εκάστη. Καθόν χρόνο στο ανωτέρω πλοίο εκτελούντο εργασίες επισκευής, κατά τον εν λόγω μάρτυρα, ο ενάγων απασχολείτο από ώρα 07.00 – 07.30 πρωινή έως ώρα 17.00, με το τρίψιμο, ξύσιμο και βάψιμο του πλοίου. Ορισμένες φορές, εν τούτοις, του ανέθεταν και επιπλέον εργασίες, οπότε απασχολείτο επιπλέον ώρες. Κατά τον με επιμέλεια της εναγομένης ενόρκως βεβαιώσαντα . ……, τα ως άνω πλοία έχουν ικανότητα μεταφοράς 130 επιβάτες και καθίσματα αεροπορικού τύπου, διαθέτουν δε και δύο μικρές τουαλέτες επιβατών. Όταν τα ως άνω πλοία εκτελούσαν δρομολόγιο, το προσωπικό καταστρώματος απασχολείται με το δέσιμο και λύσιμο του πλοίου και με την καθαριότητα αυτού η οποία εκτελούνταν εντός ολίγων λεπτών. Η εργασία ήταν ιδιαίτερα εύκολη και μάλιστα αρκετές ημέρες, κατά την εν λόγω κατάθεση, το πλήρωμα καταστρώματος δεν εργάζονταν ούτε το νόμιμο ωράριο και πάντως ουδέποτε υπήρξε ανάγκη για υπερωριακή εργασία αυτών, αφού τα ως άνω δρομολόγια εκτελούσαν εκ περιτροπής τρία πλοία της εναγομένης. Τις ημέρες κατά τις οποίες το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Αίγινα, εάν είχε πρωινή βάρδια, το πλοίο αναχωρούσε ώρα 07.00 και τόσο ο Ναύκληρος όσο και ο Ναύτης ήταν στη θέση τους μισή ώρα προ του απόπλου για την τοποθέτηση της σκάλας επιβίβασης και το λύσιμο των σκοινιών. Αυτοί δεν ήλεγχαν εισιτήρια, αλλά μόνον ο Ναύκληρος παραλάμβανε και τακτοποιούσε τα ασυνόδευτα δέματα. Η βάρδια του πληρώματος καταστρώματος ολοκληρώνονταν είτε ώρα 13.00, είτε ώρα 15.00, ανάλογα με την ώρα ολοκλήρωσης του τελευταίου δρομολογίου. Όταν δηλαδή τα πλοία είχαν τελευταία άφιξη στον Πειραιά ώρα 16.40, οι ανωτέρω (Ναύκληρος και Ναύτης) εργάζονταν περίπου έως ώρα 13.00, καθώς το μεσημεριανό δρομολόγιο αναλάμβανε να εκτελέσει άλλο πλοίο ή άλλο πλήρωμα. Όταν το πλοίο είχε και απογευματινά δρομολόγια το πλήρωμα καταστρώματος εργάζονταν έως ώρα 15.00, περίπου. Όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Πόρτο Χέλι, κάποιες ημέρες το πλοίο διανυκτέρευε στο Πόρτο Χέλι. Αυτές τις ημέρες το πλήρωμα καταστρώματος ξεκινούσε την εργασία του λίγο πριν την αναχώρηση του πλοίου από τον Πειραιά, ώρα 18.30 και εργάζονταν έως ώρα 22.00, με τον καθαρισμό του πλοίο στο Πόρτο Χέλι. Το πρωί, με τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 08.30, το πλήρωμα ήταν ελεύθερο υπηρεσίας έως το απόγευμα οπότε εκκινούσε εκ νέου η εργασία του. Οι εργασίες καθαριότητας διαρκούσαν περίπου μισή ώρα και το καθάρισμα εξωτερικά του πλοίου εκτελούσε ο Ναύκληρος, ενώ ο Ναύτης απασχολείτο με την καθαριότητα του σαλονιού αυτού και των δύο μικρών τουαλετών. Εργασίες καθαριότητας εκτελούσαν μόνον τις ημέρες που είχαν απογευματινή βάρδια, με το πέρας της βάρδιάς τους. Κατά τη διάρκεια του δρομολογίου αυτοί φρόντιζαν για την αποκομιδή των σκουπιδιών και την καθαριότητα των τουαλετών των επιβατών. Τέλος, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι, κατά τη διάρκεια των επισκευών του πρώτου των ανωτέρω πλοίων, ο ίδιος μεν δεν απασχολήθηκε στις εργασίες αυτές, πλην όμως από την πολύχρονη εμπειρία του στις επισκευές πλοίων του αυτού τύπου (δελφίνια), γνωρίζει ότι η εργασία του κατώτερου πληρώματος διαρκεί από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 08.00 έως ώρα 16.00 και μόνον προς το τέλος των επισκευών, ενδεχομένως να απαιτείται να εργασθεί το πλήρωμα του πλοίου και για ένα ή δύο Σάββατα, από ώρα 08.00 έως ώρα 12.00. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται ότι, καθόν χρόνο ο ενάγων υπηρέτησε ως Ναύτης στα ως άνω πλοία είχε αναλάβει ως εργασιακό καθήκον και καθημερινά προ της ενάρξεως του δρομολογίου αυτών, έλυνε τα σχοινιά αυτών, καθόσον τα εν λόγω πλοία ήταν δεμένα από την προηγούμενη ημέρα ανοιχτά, ακολούθως δε μισή ώρα προ του απόπλου του πλοίου τοποθετούσε τη σκάλα επιβίβασης των επιβατών. Σε κάθε λιμάνι (έναρξης του δρομολογίου, πέρας αυτού αλλά και στα ενδιάμεσα λιμάνια) εκτελούσε το λύσιμο και δέσιμο του πλοίου, καθώς επίσης τοποθετούσε τη σκάλα επιβίβασης και αποβίβασης και συμμετείχε στις εργασίες επιβίβασης και αποβίβασης των επιβατών, βοηθώντας τους επιβάτες με τις αποσκευές τους, ενώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όφειλε να ασχολείται με την περισυλλογή των απορριμμάτων και τον καθαρισμό των τουαλετών των επιβατών. Με το πέρας των δρομολογίων περί ώρα 17.00, απασχολείτο με το δέσιμο του πλοίου και με τον καθαρισμό αυτού εσωτερικά και δη σάρωνε και σφουγγάριζε το δάπεδο του σκάφους και καθάριζε τις δύο τουαλέτες επιβατών αυτού. Ειδικά όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Πόρτο Χέλι με επιστροφή, με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 14.00 ο ενάγων μετείχε και σε ένα δρομολόγιο Πειραιάς – Αίγινα – Αγκίστρι, με επιστροφή. Καθόν χρόνο ο ενάγων υπηρέτησε ως Ναύκληρος στο ανωτέρω πλοίο F19, μετείχε στις εργασίες επιβίβασης κατά την έναρξη των δρομολογίων αναλαμβάνοντας υπηρεσία μισή ώρα προ της ενάρξεως των δρομολογίων, καθώς επίσης μετείχε σε όλες τις εργασίες επιβίβασης και αποβίβασης σε κάθε λιμάνι οπότε εκτελούσε το λύσιμο και δέσιμο του πλοίου ομού μετά του Ναύτη, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού απασχολείτο με την περισυλλογή των απορριμμάτων και τον καθαρισμό των τουαλετών των επιβατών, ενώ με το πέρας των δρομολογίων, απασχολείτο με το δέσιμο του πλοίου και τον καθαρισμό του εξωτερικά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη αν και ισχυρίσθηκε ότι στα πλοία της, όταν αυτά εκτελούσαν απογευματινά δρομολόγια, απασχολούσε έτερο πλήρωμα (σχετικά σελ. 8 προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ο ισχυρισμός της αυτός δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, δοθέντος ο ανωτέρω με επιμέλειά της ενόρκως βεβαιώσας ….. …., στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε σχετικά ότι τα μεσημεριανά δρομολόγια εκτελούσε έτερο πλήρωμα αφού κατέθεσε σχετικά «… Η βάρδιά μας τελείωνε είτε στη μία το μεσημέρι είτε στις τρεις, ανάλογα με την ώρα που ολοκληρώνονταν το τελευταίο δρομολόγιο. Όταν δηλαδή το πλοίο είχε τελευταία άφιξη στον Πειραιά 16.40 εργαζόμασταν περίπου έως τις 13.00, καθώς το μεσημεριανό δρομολόγιο αναλάμβανε άλλο πλοίο ή άλλο πλήρωμα ανέβαινε στο δικό μας πλοίο μας, ενώ τις ημέρες που το πλοίο είχε απογευματινά δρομολόγια εργαζόμασταν έως τις 15.00 περίπου….». Σε κάθε περίπτωση προς ενίσχυση του ισχυρισμού της αυτού, καμία έγγραφη απόδειξη η εναγομένη δεν προσεκόμισε, όπως αντίγραφα του ημερολογίου του πλοίου από τα οποία θα προέκυπτε η αλλαγή πληρώματος. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, ως προς τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος και το ωράριο αυτής κατά τις ένδικες περιόδου, απεδείχθη ότι, αυτός (ενάγων), όταν στο ως άνω πλοίο Φ1, διενεργούντο επισκευές, εργαζόταν καθημερινά επί δέκα ώρες, ήτοι από ώρα 07.00 έως ώρα 17.00, όπως περί τούτου σαφώς κατέθεσε ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας …………, ο οποίος έχει ιδία αντίληψη περί τούτου, αφού κατέθεσε σχετικά «… Ημερησίως, αν ήταν νορμάλ η κατάσταση στην επισκευή δούλευες από τις ξέρω εγώ επτάμισι ώρα πηγαίναμε εφτά και φεύγαμε στις πέντε…». Κατά τα υπόλοιπα επίδικα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία τα ως άνω πλοία εκτελούσαν τα ως άνω δρομολόγια και ο ενάγων απασχολείτο ως Ναύτης, απεδείχθη ότι αυτός (ενάγων) αναλάμβανε υπηρεσία μία ώρα προ του απόπλου του πλοίου, απασχολούμενος αρχικά στο λύσιμο των σχοινιών, αφού τα πλοίο από το προηγούμενο βράδυ είχαν δεθεί ανοιχτά με δύο και τρία σχοινιά, προς αποφυγή βλάβης του από τη μετακίνησή του από τα απόνερα των λοιπών σκαφών, ακολούθως δε τοποθετούσε τη σκάλα επιβίβασης και μετείχε στις εργασίες επιβίβασης του πλοίου, βοηθώντας τους επιβάτες με τις αποσκευές τους και τοποθετώντας αυτές εντός του πλοίου. Ακολούθως, μετείχε στις εργασίες απόδεσης του πλοίου, με την έναρξη δε του δρομολογίου και κατά τη διάρκεια αυτού απασχολείτο με τον καθαρισμό των δύο τουαλετών του πλοίου και την αποκομιδή των απορριμμάτων. Με την άφιξη του πλοίου είτε στα ενδιάμεσα λιμάνια είτε στο λιμάνι προορισμού, τοποθετούσε τη σκάλα επιβίβασης/αποβίβασης, μετείχε στο δέσιμο και ακολούθως στο λύσιμο του πλοίου, αλλά και στην επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών παριστάμενος προς βοήθειά τους. Με το πέρας των δρομολογίων του πλοίου, απασχολείτο επί μία ώρα με τον καθαρισμό αυτού εσωτερικά και δη με τη σάρωση και το σφουγγάρισμα του δαπέδου αυτού, τον καθαρισμό των δύο τουαλετών των επιβατών και τη συλλογή απορριμμάτων. Ειδικώς όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Πόρτο Χέλι, με επιστροφή, οπότε το πλοίο έφθανε στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 14.00 μετείχε επιπλέον σε ένα ταξίδι Πειραιάς – Αίγινα – Αγκίστρι με επιστροφή. Περί της απασχόλησης του ενάγοντος στις εργασίες καθαρισμού εσωτερικά των ως άνω πλοίων, αν και πράγματι σε αυτά, ως ισχυρίσθηκε η εναγομένη, υπηρετούσε Επίκουρος, σαφής τυγχάνει και η κατάθεση του ως άνω ενόρκως βεβαιώσαντα με επιμέλεια της εναγομένης, ο οποίος κατέθεσε σαφώς ότι τις εν λόγω εργασίες [καθαρισμού εσωτερικά των πλοίων της εναγομένης] εκτελούσε ο ενάγων καθόν χρόνο υπηρετούσε ως Ναύτης σε αυτά. Καθόν χρόνο ο ενάγων υπηρέτησε ως Ναύκληρος στο ανωτέρω πλοίο, ξεκινούσε την υπηρεσία του μισή ώρα προ του απόπλου του πλοίου απασχολούμενος στην επιβίβαση των επιβατών, την παραλαβή των ασυνόδευτων δεμάτων και το λύσιμο του πλοίου. Κατά τη διάρκεια των δρομολογίων, ομού μετά του Ναύτη, απασχολείτο με τη συλλογή των απορριμμάτων, ενώ στα ενδιάμεσα λιμάνια απασχολείτο με το δέσιμο και ακολούθως με το λύσιμο του πλοίου, καθώς επίσης με την αποβίβαση των επιβατών προς βοήθεια αυτών. Με τον κατάπλου του πλοίου στο τελικό λιμάνι προορισμού απασχολείτο επί μισή ώρα στο δέσιμο του πλοίου και στον καθαρισμό αυτού εξωτερικά. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές συνάγεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το συμπέρασμα ότι ο ενάγων, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στα ως άνω πλοία της εναγομένης κατά τη διάρκεια των ανωτέρω δρομολογίων τους, απαιτήθηκε να εργασθεί και πράγματι εργαζόταν καθημερινά, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και αργιών, πέραν του νομίμου ωραρίου που προβλέπεται από την, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, ισχύσασα και εν προκειμένω εφαρμοστέα, κατά τα χρονικά διαστήματα των ενδίκων ναυτολογήσεών του, ως άνω Σ.Σ.Ν.Ε. ήτοι πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως κατά τις καθημερινές και Κυριακές, αφού αυτή δεν επαρκούσε, ενόψει της συνάρτησης των καθηκόντων αυτού (ενάγοντος) με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεομένων με τη διαρκή εξυπηρέτηση των ως άνω συγκεκριμένων γραμμών και της διάρκειας των αλλεπάλληλων δρομολογίων, που εκτελούσαν τα εν λόγω πλοία. Η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο πλοίο απασχολείτο προσωπικό καταστρώματος σύμφωνα με τις προβλέψεις της οργανικής συνθέσεως του πληρώματός του, δοθέντος ότι η πληρότητα της οργανικής του συνθέσεως αποσκοπεί στην ασφάλεια του πλοίου κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν καταδεικνύει την ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία. Σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν και λαμβανομένων επίσης υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί των εν λόγω πλοίων, τα οποία ήταν δρομολογημένο στις ως άνω γραμμές και εκτελούσαν τα συγκεκριμένα δρομολόγια που απεδείχθησαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω, της αυξομείωσης της επιβατικής κίνησης αναλόγως των περιόδων του έτους (μειωμένη τη χειμερινή, σημαντικά μεγαλύτερη κατά τη θερινή), της συνολικής διάρκειας εκάστου δρομολογίου, των χαρακτηριστικών του εν λόγω πλοίου, αφού είχαν ικανότητα μεταφοράς 130 επιβατών, του πληρώματος που απασχολούνταν ως κατώτατο πλήρωμα, της φύσεως και του αντικειμένου της απασχόλησής του και των καθηκόντων της ειδικότητάς του, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιεγράφηκαν ανωτέρω και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, ενόψει του ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς του στο πλοίο δε θα μπορούσαν εξ ορισμού να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (βλ. ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340), με αποτέλεσμα ο χρόνος παραμονής αυτού στο πλοίο κατά τον ημερήσιο πλου, να μην ταυτίζεται αναγκαίως με χρόνο πραγματικής απασχόλησής του σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι, κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα αυτός (ενάγων) εργάσθηκε επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2021 έως 18.1.2021, οπότε στο πλοίο F29 διενεργούντο εργασίες επισκευής, εκ των οποίων, οι δύο (2) ώρες ήταν υπερωριακή εργασία τις καθημερινές ημέρες και τις ημέρες Κυριακής, ενώ το σύνολό αυτών είναι υπερωριακή εργασία τις ημέρες Σαββάτου και αργιών, επί εννέα ώρες κατά το χρονικό διάστημα από 19.7.2021 έως 29.7.2021 οπότε ο ενάγων εργάσθηκε ως Ναύκληρος στο ίδιο ως άνω πλοίο εκ των οποίων, η μία (1) ώρα ήταν υπερωριακή εργασία τις καθημερινές ημέρες και τις ημέρες Κυριακής, ενώ το σύνολό αυτών είναι υπερωριακή εργασία τις ημέρες Σαββάτου και αργιών και κατά το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα, οπότε ο ενάγων εργάσθηκε με την ειδικότητα του Ναύτη στα ως άνω πλοία επί δέκα ώρες καθημερινά εκ των οποίων, οι δύο (2) ώρες ήταν υπερωριακή εργασία τις καθημερινές ημέρες και τις ημέρες Κυριακής, ενώ το σύνολό αυτών είναι υπερωριακή εργασία τις ημέρες Σαββάτου και αργιών. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή του ενάγοντος, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεών του, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την εν μέρει βάσιμη στην ουσία της ένδικη έφεση του ενάγοντος. Ως εκ τούτου, για την ανωτέρω αποδειχθείσα υπερωριακή του εργασία ο ενάγων εδικαιούτο: [Α] Για την απασχόλησή του κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2021 έως 18.1.2021, οπότε εργάσθηκε δέκα (10) καθημερινές ημέρες και τρεις (3) ημέρες Κυριακής καθώς επίσης τρεις (3) ημέρες Σαββάτου και δύο (2) ημέρες αργίας: (i) για δέκα [10] καθημερινές ημέρες και τρεις [3] ημέρες Κυριακής και συνολικά για δέκα τρεις ημέρες, το ποσό των ευρώ [13 επί 2 ώρες= 26 επί 8,70 =] 226,20 και (ii) για τρεις (3) ημέρες Σαββάτου και δύο (2) ημέρες αργίας και συνολικά για πέντε ημέρες, το ποσό των ευρώ [5 επί 10 = 50 επί 10,44=] 522,00. [Β] Για την απασχόλησή του κατά το χρονικό διάστημα από 20.1.2021 έως 19.7.2021, οπότε εργάσθηκε εκατόν είκοσι έξι (126) καθημερινές ημέρες και είκοσι έξι (26) ημέρες Κυριακής καθώς επίσης είκοσι πέντε (25) ημέρες Σαββάτου και πέντε (5) ημέρες αργίας: (i) για εκατόν είκοσι έξι (126) καθημερινές ημέρες και είκοσι έξι (26) ημέρες Κυριακής και συνολικά για εκατόν πενήντα δύο ημέρες, το ποσό των ευρώ [152 επί 2 ώρες= 304 επί 8,70 =] 2.644,80 και (ii) για είκοσι πέντε (25) ημέρες Σαββάτου και πέντε (5) ημέρες αργίας και συνολικά για τριάντα ημέρες, το ποσό των ευρώ [30 επί 10 = 300 επί 10,44=] 3.132,00. [Γ] Για την απασχόλησή του κατά το χρονικό διάστημα από 19.7.2021 έως 29.7.2021, οπότε εργάσθηκε εννέα (9) καθημερινές ημέρες και μία (1) ημέρα Κυριακής, καθώς επίσης μία (1) ημέρα Σαββάτου: (i) για εννέα (9) καθημερινές ημέρες και μία (1) ημέρα Κυριακής και συνολικά για δέκα ημέρες, το ποσό των ευρώ [10 επί 1 ώρα= 10 επί 8,70, όπως ο ενάγων αξιώνει με την ένδικη αγωγή του =] 87,00 και (ii) για μία (1) ημέρα Σαββάτου, το ποσό των ευρώ [10 επί 1 = 10 επί 10,44, όπως ο ενάγων αξιώνει με την ένδικη αγωγή του =] 104,40 και [Δ] Για την απασχόλησή του κατά το χρονικό διάστημα από 30.7.2021 έως 31.3.2022, οπότε εργάσθηκε εκατόν εβδομήντα δύο (172) καθημερινές ημέρες και τριάντα τρεις (33) ημέρες Κυριακής, καθώς επίσης τριάντα τρεις (33) ημέρες Σαββάτου και επτά (7) ημέρες αργίας: (i) για εκατόν εβδομήντα δύο (172) καθημερινές ημέρες και τριάντα τρεις (33) ημέρες Κυριακής και συνολικά για διακόσιες πέντε ημέρες, το ποσό των ευρώ [205 επί 2 ώρες= 410 επί 8,70 =] 3.567,00 και (ii) για τριάντα τρεις (33) ημέρες Σαββάτου και επτά (7) ημέρες αργίας και συνολικά για σαράντα ημέρες, το ποσό των ευρώ [40 επί 10 = 400 επί 10,44=] 4.176,00. Συνολικά, για τη υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος κατά τις ανωτέρω καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής αυτός εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [226,20 + 2.644,80 + 87,00 + 3.567,00 =] 6.525,00, έναντι του οποίου, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, η εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε σε αυτόν (ενάγοντα). Επιπλέον, συνολικά για την υπερωριακή απασχόληση του κατά τις ανωτέρω ημέρες Σαββάτου και αργίας, ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [522,00 + 3.132,00 + 104,40 + 4.176,00 =] 7.934,40. Έναντι του ποσού αυτού, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της και όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας του μετά των παραστατικών κατάθεσης της μισθοδοσίας του στον τραπεζικό του λογαριασμό, αυτή (εναγομένη) κατέβαλε στον ενάγοντα τον μήνα Ιανουάριο 2021 το ποσό των ευρώ 270,28 και 174,89 και συνολικά το ποσό των ευρώ 445,17, έκαστο των μηνών Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2021 το ποσό των ευρώ 476,96, τον μήνα Ιούλιο το ποσό των ευρώ [302,08 + 173,29 + 15,90=] 491,27, τον μήνα Δεκέμβριο 2021 το ποσό των ευρώ 413,37 και έκαστο των μηνών Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 2022 το ποσό των ευρώ 491,27 και συνολικά το ποσό των ευρώ 7.116,26 και επομένως, για την εν λόγω αιτία, συνεχίζει να του οφείλει το ποσό των ευρώ [7.934,40 μείον 7.116,26=] 818,14. Συνολικά, επομένως, για την υπερωριακή του απασχόληση κατά την διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων, η εναγομένη συνεχίζει να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ [6.525,00 + 818,14=] 7.343,14. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, τα ποσά που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα κάθε μήνα για την ως άνω εργασία του, κατά τις αποδείξεις μισθοδοσίας του που προσκομίζονται, αυτή (εναγομένη) κατελόγιζε κάθε φορά σε συγκεκριμένη αιτία καταβολής τους, πέραν δε των ανωτέρω, ειδικώς μνημονευομένων, ποσών που απεδείχθη ότι κατέβαλε στον ενάγοντα για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, κανένα ποσό αυτή (εναγομένη) δεν κατελόγισε κατά την καταβολή τους, όπως άλλωστε και η ίδια συνομολογεί με τις έγγραφες προτάσεις της, για την υπερωριακή απασχόληση αυτού (ενάγοντος) κατά τις καθημερινές και ημέρες Κυριακής. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της ιδίας (εναγομένης) ότι κατέβαλε στον ενάγοντα, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, πέραν του ποσού των ευρώ 7.116,26 ως μεικτές αποδοχές για την απασχόλησή αυτού κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας, επιπλέον το καθαρό ποσό των ευρώ 39.100, τυγχάνει αβάσιμος ως ένσταση καταβολής, αφού τα καθαρά αυτά ποσά κατέβαλε στον ενάγοντα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας του για έτερες αιτίες και δη ως μισθό ενεργείας, επίδομα Κυριακών Λοιπά Επιδόματα ΣΣΕ, τροφοδοσία, αποδοχές αδείας μετά τροφοδοσίας και αποδοχές Δώρων εορτών. Περαιτέρω, το ανωτέρω ποσό των ευρώ 7.343,14 η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως από της επομένης ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, όπως αυτός (ενάγων) αξιώνει με την ένδικη αγωγή του, αφού δεν απεδείχθη ότι συνέτρεξε λόγος άρσης της υπερημερίας της εναγομένης αφού αυτή (εναγομένη), ως εργοδότρια αυτού, εγνώριζε την ανωτέρω αποδειχθείσα παρασχεθείσα υπό του ενάγοντος, πέραν του νομίμου ωραρίου, εργασία του και των αποδοχών επί των οποίων η εν λόγω εργασία υπολογίζεται. Εξάλλου, το αίτημα της εναγομένης περί μη επιδίκασης τόκων επιδικίας εκ του λόγου ότι ο ενάγων ουδέποτε εξέφρασε αντίρρηση ή επιφύλαξη για τις καταβαλλόμενες αποδοχές του και ότι κατ’ επανάληψη είχε προσληφθεί σε πλοία της με αποτέλεσμα να της έχει δημιουργηθεί αμφιβολία περί της ύπαρξης της ένδικης απαίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού κατ’ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη όπως αποτυπώνεται στις διατάξεις του άρθρου 346 ΑΚ, συντρέχει μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας. Το πότε υφίσταται εύλογη αντιδικία θα κριθεί in concreto από το δικάζον δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, λ.χ. αν το αντικείμενο της δίκης είναι ερμηνεία νέας νομικής διατάξεως ή αν υφίστανται εν γένει κατά τη δικαστική διάγνωση της υποθέσεως σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες (ΑΠ 1207/2017, ΕφΑιγ 79/2020, ΕφΑθ 303/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο ειδικές περιστάσεις (εύλογη αντιδικία), καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής κάποιας νέας και δυσχερούς ερμηνευτικά νομικής διάταξης. Εξάλλου, η εναγομένη ως εργοδότρια του ενάγοντος εγνώριζε τις ώρες απασχόλησής του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σε διαφορετική κρίση ως προς την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος όπως αυτή ανωτέρω απεδείχθη, το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί από το γεγονός ότι ο ενάγων ουδέποτε, κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεών του, εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο στην εναγομένη, καθώς επίσης ότι κάθε μήνα ελάμβανε τις μηνιαίες αποδοχές του χωρίς επιφύλαξη, αφού η άνευ επιφυλάξεως υπογραφή επ’ αυτών από τον ενάγοντα, δεν μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών του –περί υπερωριακής εργασίας. Εξάλλου, η μη έκφραση παραπόνων για τις αμοιβές που του κατέβαλε η εναγομένη για την εν λόγω αιτία, ακόμη κι αν ενέχει παραίτηση του ενάγοντος από τις επίδικες αξιώσεις του από την προσφορά της εργασίας του, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) δεν έχει έννομη επιρροή, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα νόμιμα δικαιώματά του, που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, ΝΟΜΟΣ, EΠ 698/2014, Δνη 2015/504, ΕΠ 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208).
ΙV. Στις διατάξεις των άρθρων 68 – 81 του Ν. 3816/1958 «Περί Κυρώσεως Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α΄ 32/28.2.1958, ΚΙΝΔ), που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, καταστρώνονται οι προβλεπόμενοι από αυτόν λόγοι λύσης της σύμβασης ναυτικής εργασίας, εφαρμοζομένων παραλλήλως των ρυθμίσεων του κοινού δικαίου επί των μη ρυθμιζόμενων περιπτώσεων. Οι λόγοι αυτοί διαρθρώνονται σε δύο [2] κατηγορίες και, συγκεκριμένα, αφενός μεν σ’ εκείνους που επιφέρουν αυτόματα τη λύση της σύμβασης με τη συνδρομή ορισμένων γεγονότων (άρθρα 68, 70, 71) και, αφετέρου, σ’ εκείνους που ανάγονται στη βούληση των συμβαλλομένων (άρθρα 69 και 72 -74), οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από ενέργεια ενός μόνον από αυτούς (Ι. Ρόκας – Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2015, αρ. 148, σελ. 80, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 1989, σελ. 155 επομ.). Πέραν, όμως, αυτών είναι δυνατή η λύση της σύμβασης ναυτολόγησης με τη θέληση αμφοτέρων των συμβαλλομένων (Α. Κιάντου – Παμπούκη, οπ., Γ. Μικρούδης, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, σε ΕΕΔ 66/449 επομ. [454, υποσ. 49]), στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας και της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης που σε νομοθετικό επίπεδο θεμελιώνονται στην διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ. Η λύση αυτή της σύμβασης ναυτικής εργασίας με κοινή συναίνεση δεν προβλέπεται στον ΚΙΝΔ, ο οποίος προνοεί μόνον για τη λύση της με τη θέληση του ενός συμβαλλομένου, προς την οποία και συνάπτει έννομες συνέπειες. Τέτοια συνέπεια προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 76, κατά την οποία ο απολυόμενος ναυτικός δικαιούται αποζημίωσης, εκτός άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία, χωρίς τούτο να δικαιολογείται εξαιτίας παραπτώματός του, ο Πλοίαρχος καταγγέλλει τη σύμβαση της ναυτολόγησής του. Περίπτωση λύσεως της συμβάσεως με κοινή συναίνεση ανακύπτει και όταν, κατ’ εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΝΕ, ο ναυτικός λαμβάνει την προβλεπόμενη από αυτήν άδεια ανάπαυσης, οπότε η σύμβασή του λύνεται με την αποδοχή εκ μέρους του πλοιάρχου σχετικής αίτησής του, δηλαδή με τη σύμπτωση των δηλώσεων βούλησής τους κατ’ άρθρα 185, 189 και 192 του ΑΚ (πρβλ ΟλΑΠ 25/1998, Δνη 1998/798, ΟλΑΠ 32/1997, Δνη 1997/1528). Πράγματι, όπως [και] από τις διατάξεις του άρθρου 15 των ως άνω ΣΣΝΕ προκύπτει, η άδεια του ναυτικού, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει στη χερσαία εργασία, παρέχεται κατ’ αίτησή του μόνο αν, κατά την κρίση του Πλοιάρχου, οι ανάγκες του πλοίου επιτρέπουν την χορήγησή της και σε περίπτωση μη χορήγησής της ο ναυτικός δικαιούται της αποζημίωσης που ορίζεται νόμιμα (ΜονΕφΠειρ. 83/2014, ο.π., Δ. Καμβύσης, Ιδιωτικόν Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, άρθρο 60, σελ. 192). Στην ίδια αυτή περίπτωση της με κοινή συναίνεση λύσης της σύμβασης ναυτολόγησης δεν οφείλεται στον απολυόμενο λόγω λήψης αδείας ναυτικό η αποζημίωση του άρθρου 76 ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ. 111/2007, ΕΝαυτΔ 2007/406, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Ι, 2004, άρθρο 75, σελ. 385), αφού για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποτίθεται μονομερής λύση της σύμβασης επερχόμενη με καταγγελία της εκ μέρους του Πλοιάρχου (ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ο.π, ΕφΠειρ. 288/2011, ΠειρΝομ. 2012/173). Άλλως έχει το ζήτημα και η αποζημίωση του άρθρου 76 του ΚΙΝΔ εξακολουθεί οφειλόμενη, όταν η λήψη της άδειας ανάπαυσης του ναυτικού εμφανίζεται ως προσχηματικός (τυπικός) λόγος της απόλυσής του, ο οποίος υποκρύπτει σιωπηρή μονομερή καταγγελία της σύμβασής του. Στην περίπτωση αυτή, τον προσχηματικό χαρακτήρα του εμφανιζόμενου λόγου απόλυσης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ναυτικός που ενάγει για τη λήψη της αποζημίωσής του, το δε γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μη επαναυτολόγησή του μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος διάρκειας της άδειάς του, παρά τις οχλήσεις του ναυτικού για την επαναπρόσληψή του (ΜονΕφΠειρ. 443/2015, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 741/2005, ΕΝαυτΔ 2005/444). Τέλος, σε περίπτωση απόλυσης ναυτικού που λαμβάνει χώρα σε λιμένα του εσωτερικού συνεπεία καταγγελίας της σύμβασής του από τον Πλοίαρχο η αποζημίωσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 75 εδαφ. τελευταίο και 76 εδαφ. α΄ του ΚΙΝΔ ισούται με τις πάσης φύσεως πάγιες και σταθερές αποδοχές του δεκαπέντε (15) ημερών κατά το χρόνο της απόλυσής του και για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη ο καταβαλλόμενος μισθός κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (μισθός ενέργειας), το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή του, η αποζημίωση αδείας, τα επιδόματα εορτών (ΑΠ 1224/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και κάθε άλλη παροχή καταβαλλομένη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του τακτικώς καθ’ έκαστο μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικώς καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα (ΜονΕφΠειρ. 351/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΕφΠειρ. 172/2008, ΕΝαυτΔ 36/100, ΕφΠειρ. 719/2006, ΕΝαυτΔ 34/355, βλ. και Δ. Καμβύση, ο.π., άρθρο 76, σελ. 265), το άθροισμα των οποίων διαιρείται δια δύο [2] (ΜονΕφΠειρ. 71/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 231/2013, ο.π.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η τελευταία των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος λύθηκε στις 31.3.2022 στο λιμένα του Πειραιώς λόγω λήψεως άδειας έως 30.4.2022, όπως αναγράφηκε στο ναυτικό του φυλλάδιο, δηλαδή κατόπιν αποδοχής από τον Πλοίαρχο σχετικού αιτήματός του. Με την αγωγή του ο ενάγων υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα η λύση της συμβάσεώς του τότε, επήλθε κατόπιν καταγγελίας της από τον Πλοίαρχο, χωρίς δική του υπαιτιότητα, επειδή η εναγόμενη αρνήθηκε να τον επαναπροσλάβει μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος της άδειας που έλαβε. Εν τούτοις, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται με ασφάλεια ότι ο ενάγων όχλησε την εργοδότριά του με τη λήξη της άδειάς του, αιτούμενος την επαναπρόσληψή του, ως διατείνεται με την ένδικη αγωγή του, γεγονός που αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό της εναγομένης. Τούτο δεν απεδείχθη ούτε από τον, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εξετασθέντα με επιμέλειά του μάρτυρα αφού αυτός δεν κατέθεσε με σαφήνεια ότι ο ενάγων όχλησε την εναγομένη προκειμένου και για την επαναπρόσληψή του αφού κατέθεσε σχετικά «… Όταν απολύθηκε του έδωσαν άδεια ενός μηνός, τον πήραν πάλι μετά τη δουλειά πίσω; Όχι απ’ ότι ξέρω όχι. Ήθελε αυτός να πάει να δουλέψει αλλά δεν … Μα κανονικά εφόσον σε βγάζει λόγω αδείας η ημερομηνία που σου ορίζει πρέπει να σε ξαναπάρει στη δουλειά….». Επομένως, η απόλυσή του (ενάγοντος) στις 31.3.2022, δεν υπέκρυπτε μονομερή καταγγελία της σύμβασής του, με αποτέλεσμα, αφού δεν είχε προσχηματικό χαρακτήρα, να μην υπάρχει εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής των διατάξεων του ΚΙΝΔ που προαναφέρθηκαν. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω, αναφερόμενες στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, διατάξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου με την ένδικη έφεση ισχυρισμού του ενάγοντος.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση. Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει και να δικάσει στην ουσία της κατά τούτο την ένδικη υπόθεση (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Ακολούθως, η ένδικη αγωγή, καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει αμοιβή για την επικαλούμενη υπ’ αυτού υπερωριακή απασχόληση, η οποία τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 652, 653, 655 του ΑΚ, 1, 2, 53, 54 του ΚΙΝΔ και 176 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Συλλογικής Συμβάσεως Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων του έτους 2019, που κυρώθηκε με τις υπ’ αριθμ. ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 (ΦΕΚ Β 3170/12.08.2019) και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης, αφού ο ενάγων εκθέτει ειδικότερα ότι ναυτολογήθηκε στα ως άνω πλοία της εναγομένης κατόπιν σχετικής συμφωνίας (άρθρο 53 ΚΙΝΔ), το χρονικό διάστημα στο οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του και οι συμφωνηθείσες αποδοχές του και ζητά να του καταβληθούν διαφορές για την υπερωριακή εργασία του (δέκα ωρών πέραν από το οκτάωρο κατά τις καθημερινές ημέρες και τις Κυριακές και δέκα επτά ωρών κατά τα Σάββατα και τις αργίες), όπως επίσης αναφέρεται σαφώς ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2020 έως 18.1.2021 διενεργούντο επισκευές στο πλοίο f1 (σχετικά σελ. 2), ενώ από την εκτίμηση της αγωγής προκύπτει ότι κατά τα λοιπά χρονικά διαστήματα τα πλοία στα οποία εργάσθηκε βρίσκονταν σε υπηρεσία εκτέλεσης δρομολογίων, χωρίς για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, αφού δεν αξιώνεται αμοιβή για κυκλικά δρομολόγια, να απαιτείται η αναφορά των δρομολογίων του πλοίου (ΜονΕφΠειρ 317/2018 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ. 1312/1997, ΕΝαυτΔ 1998/11) και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων σαράντα τριών ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (7.343,14 ευρώ), νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησης του ενάγοντος. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αριθμ. 1, 183 και 191 § 2 του ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την ένδικη έφεση, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2320/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει εξαρχής την υπόθεση επί της από 20.12.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……/23.12.2022 αγωγής, καθό μέρος εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ένδικη αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων σαράντα τριών ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (7.343,14 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 1.4.2022, μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασής του στον Πειραιά, δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, την 19.5.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ