ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 259/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη και Κωνσταντίνα Λέκκου Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………, για να δικάσει τις κάτωθι αναφερόμενες υποθέσεις μεταξύ:
(Α) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………., ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αναστασία Τσατραφύλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στις ………… και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μαρκόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και 2) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..»
[ΑΦΜ ……………], η οποία εδρεύει στο ……….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία «……………..», την οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρήστος Πλέγκας, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
(Β) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» [ΑΦΜ …………….], η οποία εδρεύει στο …………. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία «……………», την οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρήστος Πλέγκας, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………, ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αναστασία Τσατραφύλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ήδη εφεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία με την με την επωνυμία «…………..», ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 23.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/23.12.2022) αγωγή, σε βάρος του ήδη εκκαλούντος …………….. με την οποία, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος της αγωγής αυτής να της καταβάλει, ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της επικαλούμενης υπ’ αυτής αδικοπραξίας, το ποσό των ευρώ 305.000, νομιμοτόκως, κατά τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Επιπλέον, η ίδια [ήδη εφεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία με την με την επωνυμία «………….»], ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 29.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………./2022) [πλαγιαστική] αγωγή, σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………………….», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «…………….», οιονεί καθολικός διάδοχο, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, τυγχάνει η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………………», με την οποία, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, ζητούσε να υποχρεωθεί η πλαγιαστικώς εναγομένη ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ασφαλισμένο της και κυρίως ενάγοντα ……….., ό,τι ποσό υποχρεωθεί αυτός (…………….) να καταβάλει σε αυτήν (πλαγιαστικώς ενάγουσα) και έως του ποσού των ευρώ 150.000, πλέον τόκων και εξόδων, ενόψει της ανωτέρω κύριας αγωγής. Τέλος, ο κυρίως εναγόμενος της πρώτης ανωτέρω αγωγής, …………, ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 20.02.2023 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………../2023) ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση μετά παρεμπίπτουσας αγωγής, σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «……………….», οιονεί καθολικός διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………..», με την οποία, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, αφού ανακοίνωσε σε αυτήν την ανωτέρω πρώτη κύρια αγωγή, κάλεσε αυτήν να παρέμβει υπέρ αυτού στην ανωτέρω, με την ως άνω κύρια αγωγή, ανοιγείσα δίκη και περαιτέρω, εζήτησε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, όπως του καταβάλει, οιοδήποτε ποσό αυτός τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, με την ανωτέρω κύρια αγωγή, νομιμοτόκως.
Τα ανωτέρω δικόγραφα, συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, την 23.01.2024 και επ’ αυτών εξεδόθη, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 3022/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και δη ελλείψει εννόμου συμφέροντος η ανωτέρω από 29.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./2022) [πλαγιαστική] αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η ανωτέρω από 23.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/23.12.2022) κύρια αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος αυτής ……….., να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «……………..», το ποσό των ευρώ ενενήντα επτά χιλιάδων (97.000), νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Επίσης, δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της έγινε και η από 20.02.2023 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/2023) παρεμπίπτουσα αγωγή, υποχρεώθηκε δε η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «………..», οιονεί καθολικός διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………..», να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα ……….., το ποσό των ευρώ ενενήντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (95.500), υπό τον όρο προηγούμενης καταβολής αυτού από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα στην κυρίως ενάγουσα, νομιμοτόκως από της καταβολής.
Την ανωτέρω με αριθμό 3022/2024 απόφαση προσέβαλαν αφενός μεν ο κυρίως ενάγων ………., με την από 28.11.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./29-11-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/11.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, αφ΄ετέρου δε η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………..», ως οιονεί καθολικός διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως της αρχικώς παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «……………», με την από 06.12.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/06-12-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………/23.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο των ανωτέρω δικογράφων, τα οποία συνεκφωνήθηκαν με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι ανωτέρω πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν, αλλά προκατέθεσαν τις προτάσεις τους και με σχετική δήλωσή τους, δήλωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθούν οι ένδικες εφέσεις, χωρίς να παρασταθούν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 28.11.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………/29-11-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………../11.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εναγομένου …………… [Α έφεση] και β) από 06.12.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………./06-12-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../23.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», ως οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, της αρχικώς παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «………………» [Β έφεση], που στέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 3022/10.09.2024 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία μεταξύ άλλων, μη ενδιαφερομένων εν προκειμένω δικογράφων (α) την από 23.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/23.12.2022) αγωγή της αλλοδαπής εταιρείας με την με την επωνυμία «…………..» κατά του ………….. και (β) την από 20.02.2023 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2023) ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση μετά παρεμπίπτουσας αγωγής, του ………… σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «……………», οιονεί καθολικός διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………….», με την οποία έγιναν δεκτές ως εν μέρει βάσιμες στην ουσία τους αμφότερες οι ως άνω αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα), έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον οι εφέσεις ασκήθηκαν μετά την 01.01.2016), συνοδευόμενες από το νόμιμο παράβολο (με αριθμό …… και ……/2024, αντίστοιχα ηλεκτρονικά παράβολα) [άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ], δεδομένου ότι, όσον αφορά στην υπό στοιχείο Α ένδικη έφεση, αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης επεδόθη από την ενάγουσα στον εναγόμενο την 10.2.2025 (σχετικά με αριθμό ……/10.2.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, …………), η ένδικη δε [υπό στοιχείο Α έφεση] κατετέθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 29-11-2024 (σχετικά με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../29-11-2024), όσον δε αφορά στην υπό στοιχείο Β ένδικη έφεση, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν παρήλθε διετία από τη δημοσίευση αυτής (άρθρο 518 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ενόψει του ότι το πρωτότυπο της εν λόγω εφέσεως [υπό στοιχείο Β] κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 6.12.2024, όπως προκύπτει από την, παρά πόδας του εφετηρίου δικογράφου, εκθέσεως κατάθεσης του Γραμματέα του άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η εκκαλουμένη απόφαση εξεδόθη την 10.9.2024, αφού η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης από την κυρίως ενάγουσα στην παρεμπιπτόντως εναγομένη την 2.10.2024, ως μη διαδίκου στη δίκη αυτή (άρθρο 123 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν εκκίνησε την κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία, αμφότερες [οι ένδικες εφέσεις] δε φέρονται αρμόδια προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει δε, αυτές [ένδικες εφέσεις], αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 524 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, να γίνουν αμφότερες τυπικά δεκτές, πλην της πρώτης υπό στοιχείο Α ένδικης έφεσης, καθό μέρος απευθύνεται κατά της δεύτερης των εφεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της εταιρείας με την επωνυμία «…………..», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «……………….», για την οποία θα γίνει λόγος ακολούθως και να εξεταστούν περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω τακτική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.
ΙΙ. Η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………….» με την από 23.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……./23.12.2022) αγωγή της, ισχυρίσθηκε ότι, τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Ολλανδίας, σκάφους αναψυχής «M», το οποίο κατεστράφη ολοσχερώς λόγω επέκτασης της πυρκαγιάς που προκλήθηκε από πρόθεση στο παρακείμενο αυτού ελλιμενισμένο, υπό Ολλανδική σημαία, σκάφος αναψυχής P, πλοιοκτησίας του εναγομένου, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, τελούσας σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης λόγω ψυχικής διαταραχής, κατάσταση η οποία περιόριζε, πλην όμως όχι αποφασιστικά την κρίση και βούληση της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη αλλοδαπής, υπηκόου Αυστρίας, ………….., διαμένουσας στο σκάφος του εναγομένου και τελούσας σε σχέση πρόστησης με αυτόν, καθόσον αυτή εργάζονταν στο εν λόγω σκάφος, παρέχοντας υπηρεσίες καθαρισμού και φύλαξης αυτού. Ότι συνεπεία τούτου, αυτή (ενάγουσα) υπέστη ζημία εκ ποσού ευρώ 295.000, αφού αφήρεσε από την εκ ποσού 350.000, προ του ενδίκου συμβάντος, αξία του σκάφους της, το ποσό των ευρώ 35.000, ως εύλογη υπαξία του λόγω φθοράς του από τη συνήθη χρήση του από την ημέρα του ενδίκου συμβάντος έως της εγέρσεως της ένδικης αγωγής και το ποσό των ευρώ 20.000, που αντιστοιχεί στην αξία των υπολειμμάτων του σκάφους αυτού, όπως ως προς το σημείο τούτο, ήτοι την περιγραφή των υπολειμμάτων, παραδεκτώς διευκρίνισε με τις έγγραφες προτάσεις της. Επιπλέον, ισχυρίσθηκε ότι, συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της ανωτέρω μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, προστηθείσας του εναγομένου, υπέστη και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των ευρώ 10.000. Επικαλούμενη περαιτέρω, κυρίως την αντικειμενική ευθύνη του εναγομένου, ως προστήσαντος στις υπηρεσίες του την ανωτέρω δράστη του εμπρησμού …………………, επικουρικώς δε ατομική αυτού παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αφού, ως ισχυρίσθηκε με την αγωγή της, αυτός (εναγόμενος) κατά παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης αυτού λήψεως μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και την αρχή της καλής πίστης, αυτός (εναγόμενος) χορήγησε στέγη στην ανωτέρω δράστιδα της πράξης του εμπρησμού και επέτρεψε σε αυτή να διαμείνει στο ανωτέρω σκάφος του, το οποίο ήταν ελλιμενισμένο στην τέταρτη Μαρίνα Γλυφάδας, πλάι στο σκάφος της, άνευ επιτήρησης, ενώ δεν γνώριζε αυτή προηγούμενα της υπ’ αυτού τυχαίας ανευρέσεώς της επί του σκάφους του (εναγομένου) αναζητώντας κατάλυμα, ούτε ηδύνατο να ελέγξει το παρελθόν της, αντίθετα ευχερώς ηδύνατο να αντιληφθεί ότι αυτή βρέθηκε στην Ελλάδα σε μια προσπάθεια φυγής της από την οικογένειά της, το παρελθόν της και τα προβλήματά της, χωρίς πρόβλεψη και προγραμματισμό για την επιβίωσή της, δημιουργώντας τοιουτοτρόπως αυτός (εναγόμενος), από αμέλειά του, μια επικίνδυνη κατάσταση, εκ της οποίας μπορούσε να προκληθεί ζημία σε τρίτους, όπως και προκλήθηκε, ζήτησε, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό των τριακοσίων πέντε χιλιάδων (305.000) ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της εκ ποσού ευρώ εννέα χιλιάδων εκατόν πενήντα [9.150,00] δικαστική της δαπάνης, πλέον του γραμματίου προείσπραξης του πληρεξουσίου της δικηγόρου. Με τις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ενάγουσα της ανωτέρω αγωγής, επικουρικά και δη για την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι η ανωτέρω αλλοδαπή υπήκοος δεν διέθετε κατά το χρόνο του εμπρησμού του σκάφους του εναγομένου, την απαιτούμενη ικανότητα προς καταλογισμό, εκ του λόγου ότι κατά το χρόνο της υπ’ αυτής θέσης της φωτιάς, από την επέκταση της οποίας κατεστράφη ολοσχερώς το σκάφος της (ενάγουσας), αυτή τελούσε σε κατάσταση διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησής της, εζήτησε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 915, 918 και 922 ΑΚ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην καταβολή του ανωτέρω ποσού των 305.000 ευρώ ως εύλογη αποζημίωση (σχετικά σελ. 10 έως 12 εγγράφων προτάσεων). Επιπλέον, δια της προσθήκης επί των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για πρώτη φορά (σχετικά σελ. 19 επόμενα), αυτή (ενάγουσα) ισχυρίσθηκε ότι, ο εναγόμενος (α) κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.6 της ΥΑ 515316/1981 «περί κανονισμού λειτουργίας των μαρίνων» σύμφωνα με τις οποίες, όλα τα ελλιμενισμένα σκάφη πρέπει να ευρίσκονται πάντοτε σε άριστη κατάσταση πλοϊμότητας, είχε θέσει σε ακινησία το ανωτέρω σκάφος του λόγω μηχανικής βλάβης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα αυτό (σκάφος του εναγομένου) να μη διαθέτει ικανότητα να μετακινηθεί, ικανότητα που ενδεχομένως να εμπόδιζε την επέκταση της φωτιάς από το σκάφος του στο σκάφος αυτής, αν και προηγούμενα το γεγονός τούτο η ενάγουσα είχε επισημάνει στον εναγόμενο, όπως επίσης είχε καλέσει αυτόν (εναγόμενο) να απομακρύνει το σκάφος του από τη μαρίνα και (β) το σκάφος του εναγομένου δεν διέθετε ρεμέντζο και για το λόγο τούτο ήταν δεμένο επί του σκάφους της ενάγουσας, γεγονός που ομοίως είχε επισημάνει η ενάγουσα στον εναγόμενο, ζητώντας του επανειλημμένως, προ του ενδίκου συμβάντος, να πάψει να δένει το σκάφος του επί του ιδικού της σκάφους. Ακολούθως, η ίδια ως άνω αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «……………» με την από 29.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/2022) [πλαγιαστική] αγωγή της, την οποία ήγειρε σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «……………….», οιονεί καθολικός διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, τυγχάνει η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………………», εζήτησε για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, να υποχρεωθεί η πλαγιαστικώς εναγομένη, ως άνω, ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλει στον ασφαλισμένο της κυρίως εναγόμενο … ….., με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της παρεμπίπτουσας αγωγής, άλλως από της καταβολής του ποσού που θα επιδικασθεί με την κύρια αγωγή, κάθε ποσό, μετά τόκων και εξόδων που αυτός (κυρίως εναγόμενος) υποχρεωθεί να της καταβάλει και έως του ποσού των ευρώ 150.000, εξαιτίας της πυρκαγιάς που έλαβε χώρα την 15.12.2018, συνεπεία της οποίας κατεστράφη το ανωτέρω σκάφος της και να καταδικασθεί αυτή στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Τέλος, ο κυρίως εναγόμενος, …………, με την από 20.02.2023 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2023) ανακοίνωση δίκης, μετά της σωρρευομένης σε αυτή προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής του, την οποία ήγειρε σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «……………..», οιονεί καθολικός διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………….», αφού παρέθεσε το πλήρες περιεχόμενο της ανωτέρω κύριας αγωγής, ανακοίνωσε αυτήν στην καθής η ανακοίνωση, ιστορώντας ότι υφίστατο μεταξύ τους ενεργής σύμβαση ασφάλισης δυνάμει της οποίας η τελευταία είχε αναλάβει την κάλυψη της αστικής ευθύνης του έναντι τρίτων από τη λειτουργία του ανωτέρω σκάφους του, ζήτησε να παρέμβει αυτή προσθέτως στην ανοιγείσα με την κύρια αγωγή δίκη προς υποστήριξή της και προς απόκρουση της κύριας αγωγής και σε περίπτωση που η τελευταία γίνει δεκτή, ζήτησε, να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να του καταβάλει κάθε ποσό που τυχόν υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα της ανωτέρω κύριας αγωγής, νομιμοτόκως, καθώς επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τη δικαστική του δαπάνη. Οι ανωτέρω αγωγές, συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επ’ αυτών εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία [α] όσον αφορά στην πρώτη (κύρια) των ανωτέρω αγωγών, αφού απορρίφθηκε ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα του εναγομένου της αγωγής αυτής όπως υποχρεωθεί η ενάγουσα της αγωγής αυτής σε εγγυοδοσία για τα δικαστικά του έξοδα κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 ΚΠολΔ, κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ετύγχανε καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση της εισαχθείσας ενώπιόν του με αυτήν (πρώτη – κύρια αγωγή) διαφοράς, ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα της, απορρίπτοντας ως αβάσιμο στην ουσία του σχετικό περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου της αγωγής αυτής, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ετύγχανε αναρμόδιο κατά τόπο, αφού αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, καθώς επίσης ότι η ως άνω πρώτη (κύρια) αγωγή, τυγχάνει ορισμένη, απορριφθείσας της περί αοριστίας αυτής ένστασης του εναγομένου και νόμιμη, με βάση το ελληνικό δίκαιο το οποίο κρίθηκε εφαρμοστέο, κατ΄ άρθρο 26 ΑΚ, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 346, 914, 922 και 932 ΑΚ και 907, 908 και 176 ΚΠολΔ και αφού ερεύνησε αυτήν στην ουσία της, δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των ευρώ ενενήντα επτά χιλιάδων [97.000], ως αποζημίωσή του, λόγω της ολικής καταστροφής του σκάφους της, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, απορρίπτοντας το αίτημα του εναγομένου περί μη επιδίκασης τόκων επιδικίας, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, η ………….., προστηθείσα από τον εναγόμενο, παράνομα και υπαίτια, στα πλαίσια της παροχής υπηρεσιών φύλαξης του σκάφους του εναγομένου και κατά κατάχρηση αυτών, γεγονός που η ενάγουσα δεν εγνώριζε όπως επίσης δεν όφειλε να γνωρίζει, προκάλεσε την ολική καταστροφή του σκάφους της εναγομένης, συνεπεία πυρκαγιάς που έθεσε με πρόθεση, επί του σκάφους του εναγομένου, η οποία επεκτάθηκε και στο σκάφος της ενάγουσας και επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου, το ύψος των οποίων καθόρισε στο ποσό των ευρώ 2.950,00, [β] επί της ανακοίνωσης δίκης, προσεπίκλησης και επί της παρεμπίπτουσας αγωγής την οποία ήγειρε ο κυρίως εναγόμενος κατά της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ετύγχανε καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση της, καθώς επίσης ότι η ανακοίνωση δίκης ήταν νόμιμη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 88 και 89 ΚΠολΔ, η δε σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή παραδεκτώς ηγέρθη κατά τις διατάξεις του άρθρου 69 παρ.1 στοιχ. δ και ε και 2 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας σιωπηρώς τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης ότι αυτή τυγχάνει απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, άλλως αόριστη εκ του λόγου ότι, η αξίωση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος δεν είχε εισέτι γεννηθεί, αφού αυτός δεν είχε ήδη καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα την αιτούμενη αυτή αποζημίωση, προϋπόθεση εγέρσεως της παρεμπίπτουσας αγωγής τόσο κατά την αρχή του αγγλικού δικαίου «pay to be paid», σύμφωνα με την οποία ο ασφαλισμένος δικαιούται το ασφάλισμα εάν και εφόσον προηγούμενα καταβάλει την προς τρίτους οφειλομένη αποζημίωση, αρχή που περιελήφθη στη σύμβαση ασφαλίσεως και ως συμβατικός όρος και ήταν νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 346 και 361 ΑΚ, 69 παρ.1 στοιχ. δ και ε και 2 , 176, 191 παρ.2, 283 και 285 ΚΠολΔ, καθώς επίσης και στις διατάξεις του αγγλικού δικαίου, το οποίο κρίθηκε εφαρμοστέο, λόγω συμφωνίας των διαδίκων. Ακολούθως, αφού ερεύνησε στην ουσία της την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε αυτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της και υποχρέωσε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλει στον ενάγοντα ασφαλισμένο της, το ποσό των ευρώ ενενήντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων [95.500], ως ασφάλισμα, για την έναντι της κυρίως ενάγουσας ευθύνης του εκ της προξενηθείσας ζημίας από την ολοσχερή καταστροφή του σκάφους της, συνεπεία της ανωτέρω πυρκαγιάς, ήτοι για μέρος της εν λόγω αποζημίωσης, υπό τον όρο προηγούμενης καταβολής του ποσού αυτού από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα – κυρίως εναγόμενο στην κυρίως ενάγουσα, νομιμοτόκως από της καταβολής, αφού δέχθηκε ως βάσιμο στην ουσία του τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι είχε συμφωνηθεί απαλλαγή αυτής για το ποσό των ευρώ 1.500 για τυχόν ζημία έναντι τρίτων, απορρίπτοντας ως αβασίμους στην ουσία τους σειρά καταλυτικών της αγωγής ενστάσεων της εναγομένης, επέβαλε δε το σύνολο εκ ποσού ευρώ δύο χιλιάδων εννιακοσίων [2.900] των δικαστικών εξόδων του παρεμπιπτόντως ενάγοντος σε βάρος της παρεμπιπτόντως εναγομένης λόγω της ήττας της και [γ] επί της πλαγιαστικής αγωγής της κυρίας ενάγουσας σε βάρος της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ετύγχανε καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση της, πλην όμως απέρριψε αυτή κατά την κύρια αιτιολογία της ως αβάσιμη στην ουσία της [σχετικά ΕΠ 88/2020 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ], αφού κρίθηκε ότι δεν πληρούται το στοιχείο της αδράνειας εκ μέρους του ασφαλισμένου – κυρίως εναγομένου, αφού αυτός ήγειρε την ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά της ασφαλίζουσας το πλοίο εταιρείας και με επάλληλη αιτιολογία, διότι ελλείπει στο πρόσωπο της παρεμπιπτόντως ενάγουσας το έννομο συμφέρον προς έγερσή της, συμψηφίζοντας τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη. Την εκκαλουμένη απόφαση πλήττει ο εναγόμενος της κύριας ως άνω αγωγής ……………., με την ένδικη ανωτέρω υπό στοιχείο Α έφεσή του, ως έχων έναντι της πρώτης εφεσιβλήτου – κυρίως ενάγουσας έννομο συμφέρον, λόγω της εν μέρει ήττας του με την εκκαλουμένη απόφαση, την οποία (ένδικη υπό στοιχείο Α έφεση) απηύθυνε τόσο κατά της κυρίως εναγούσης όσο και κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με τους πέντε λόγους έφεσης, οι οποίοι εκτιμώμενοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και κακή εκτίμηση αποδείξεων, αναφορικά με την κρίση του ότι (α) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ετύγχανε κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση της ανωτέρω κύριας αγωγής, ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα της ένδικης διαφοράς, απορρίπτοντας ισχυρισμό του εναγομένου περί κατά τόπο αναρμοδιότητος αυτού αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, αρμόδιο κατά τόπο προς εκδίκαση της εν λόγω αγωγής τυγχάνει το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως εκ τόπου κατοικίας αυτού (εναγομένου) η οποία ευρίσκεται στην περιοχή της Βούλας Αττικής, αλλά και του τόπου επέλευσης του ενδίκου συμβάντος (Γλυφάδα Αττικής), κρίση την οποία πλήττει για εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 51 του Ν. 2172/1993 και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (πρώτος λόγος έφεσης), (β) ότι τυγχάνει αβάσιμη στην ουσία της η υποβληθείσα από τον εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναβλητική ένσταση του άρθρου 169 ΚΠολΔ, αφού αυτός (εναγόμενος) εζήτησε να επιβληθεί σε βάρος της κυρίως ενάγουσας εγγυοδοσία και προ της καταβολής του ποσού αυτής να μην υπεισέλθει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, κρίση την οποία πλήττει επικουρικά, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης του πρώτου λόγου έφεσης, για πλημμελή ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 169 ΚΠολΔ και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επαναφέροντας δε τον ίδιο ισχυρισμό αξιώνει παράλληλα όπως υποχρεωθεί η κυρίως ενάγουσα στην καταβολή εγγυοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο (δεύτερος λόγος έφεσης), (γ) ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει νόμιμη και ορισμένη, απορρίπτοντας ισχυρισμό του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, κρίση την οποία πλήττει για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 914 και 922 ΑΚ και κακή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής (τρίτος λόγος έφεσης) και (δ) ότι τυγχάνει εν μέρει βάσιμη στην ουσία της η κύρια αγωγή, πλήττοντας κατά τούτο την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (τέταρτος και πέμπτος λόγος έφεσης). Ζήτησε δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί η κύρια ως άνω αγωγή και να καταδικασθεί η πρώτη εφεσίβλητη στη δικαστική του δαπάνη. Την ίδια εκκαλουμένη απόφαση, ως έχουσα προς τούτο έννομο συμφέρον, όπως προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, έπληξε και η παρεμπιπτόντως εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία με δύο λόγους, οι οποίοι αμφότεροι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθό μέρος έγινε δεκτή η σε βάρος της παρεμπίπτουσα αγωγή και απερρίφθησαν οι προβληθείσες, ως κατωτέρω αναλύεται, καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις της, ζήτησε δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί στο σύνολό της η σε βάρος της παρεμπίπτουσα αγωγή και να καταδικασθεί ο εφεσίβλητος – παρεμπιπτόντως ενάγων στη δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 1 του ΚΠολΔ «Δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά η εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος, εκείνοι που άσκησαν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοί τους, οι ειδικοί διάδοχοί τους εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής και οι εισαγγελείς πρωτοδικών, αν ήταν διάδικοι», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 517 του ΚΠολΔ «Η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.». Διάδικοι είναι όσοι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι δικάσθηκαν από αυτήν ως αντίδικοι του εκκαλούντος. Σχετικά με το ζήτημα εάν η έφεση πρέπει να απευθύνεται ή όχι και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αντιδίκου του εκκαλούντος, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ απλής πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 80 του ΚΠολΔ), κατά την οποία ο παρεμβαίνων δεν καθίσταται διάδικος, δηλαδή υποκείμενο της δίκης, εφόσον δεν μπορεί να αξιώσει, με δικό του όνομα, έννομη προστασία και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 του ΚΠολΔ), στην οποία η ισχύς της απόφασης εκτείνεται στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος, προς τον αντίδικό του. Κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης του δικονομικού εγγυητή, ήτοι εκείνου από τον οποίο ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας (ΑΠ 1188/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 215/2013 ΕλλΔνη 2014. 1477, ΕφΑθ 6465/2009 ΕλλΔνη 2010. 256), εκουσίως ή μετά από προσεπίκληση (άρθρο 88 του ΚΠολΔ ), πρόκειται για απλή πρόσθετη παρέμβαση, δεδομένου ότι επί πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι του κυρίου διαδίκου, η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη δεν εκτείνεται και στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος, ως δικονομικού εγγυητή προς τον αντίδικό του, ως τέτοιου νοουμένου του αντιδίκου του, υπέρ ου η παρέμβαση, κυρίου διαδίκου και συνεπώς, πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, επί της οποίας και μόνο, λόγω της δημιουργουμένης σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, απαιτείται, κατά το άρθρο 517 εδ. β’ του ΚΠολΔ, να απευθύνεται η έφεση και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1741/2012, ΧΡΙΔ 2013. 367, ΕφΑθ 677/2011 ΕΦΑΔ 2011. 880, ΕφΔυτΜακ 17/2011 Αρμ. 2013. 1115, ΕφΑθ 6004/2006 ΕλλΔνη 2007. 569). Στην απλή πρόσθετη παρέμβαση η έφεση δεν απαιτείται να απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, που παρενέβη στην πρωτοβάθμια δίκη είτε εκουσίως είτε μετά από προσεπίκληση του κυρίως εναγόμενου, αφού δεν καθίσταται με την παρέμβαση διάδικος (ΕφΠειρ 53/2020 δημοσίευση στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΔωδ 63/2018 ΝΟΜΟΣ). Αν, παρά ταύτα, η έφεση απευθύνθηκε και κατά του ομοδίκου δικονομικού εγγυητή του αντιδίκου του εκκαλούντος, απορρίπτεται ως προς αυτόν ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία (οπότε η έφεση κατ’ άρθρο 517 εδ. β’ του ΚΠολΔ έπρεπε να στραφεί και κατ’ αυτού), η δε συμμετοχή στην έκκλητη δίκη του προσθέτως παρεμβαίνοντος, υπέρ του αντιδίκου του, δικονομικού εγγυητή, δεν επιδρά στα έννομα συμφέροντά του. Η απεύθυνση, όμως, του δικογράφου της έφεσης κατά του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος, επέχει θέση κλήτευσής του προς συζήτηση της έφεσης, η οποία κλήτευση είναι αναγκαία, κατά τα άρθρα 81 παρ. 3, 82 εδ. γ’, 502, 517, 558 και 271 του ΚΠολΔ , με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης. Τούτο, διότι αυτός πρέπει να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης και να ασκεί τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει ο νόμος, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Συνεπώς, αν αυτός δεν εμφανιστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και δεν έχει κληθεί, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους, το οποίο απαράδεκτο, ως αναγόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 18/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 426/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 401/2009 ΑΧΑΝΟΜ 2010. 340, ΕφΔωδ 161/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 26/2005 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005. 296). Περαιτέρω, εάν στο πρώτο βαθμό συζητήθηκε αφενός η κύρια αγωγή μεταξύ των αρχικών διαδίκων και αφετέρου προσεπίκληση του κυρίως εναγόμενου αρχικού διαδίκου με παρεμπίπτουσα αγωγή προς τον δικονομικό εγγυητή του, ο δε προσεπικληθείς ασκήσει παρέμβαση, τότε αν απορριφθεί η κύρια αγωγή, ο ενάγων στην κύρια δίκη, ασκώντας έφεση ή αντέφεση κατά των απορριπτικών διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου. Αντιθέτως μόνο ο κυρίως εναγόμενος προσεπικαλέσας και παρεμπιπτόντως ενάγων δικαιούται να ασκήσει την έφεση του και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου από αυτόν, ώστε να μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το οικείο κεφάλαιο της προσεπίκλησης και της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 485/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1961/1986 ΕλλΔνη 29. 282, ΕφΑθ 3074/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 261/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 94/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 462/2016 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, σε περίπτωση εναγωγής περισσοτέρων εις ολόκληρον ευθυνόμενων, κατ’ άρθρα 481 – 488 του ΑΚ, ιδρύεται σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 740/2000 ΕλλΔνη 2001. 101, ΕφΑθ 2060/2023 ΝΟΜΟΣ). Επί απλής ομοδικίας η έφεση ή αντέφεση ομοδίκου στρέφεται υποχρεωτικά κατά του αντιδίκου ή των ομοδικούντων αντιδίκων ως προς τους οποίους επιδιώκει ο εκκαλών την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του, εκτός αν η απόφαση περιέχει βλαπτική για τον εκκαλούντα και ευνοϊκή διάταξη για τους ομοδίκους του ή απέρριψε αίτηση που υπέβαλε ομόδικος κατά άλλου ομοδίκου. Αν δεν συντρέχει η άνω προϋπόθεση η έφεση που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος είναι απαράδεκτη. Το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, διότι αφορά τη νομιμοποίηση, κατ’ άρθρο 68 του ΚΠολΔ (ΕφΑθ 3865/2023 ΝΟΜΟΣ, Σαμουήλ, Η Έφεση, έκδ. 2009, παρ. 338, 342 σελ. 160, 162). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 KΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα, κατά τα άρθρα 118-120, στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 KΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Αν δε στο δικόγραφο της έφεσης δεν υπάρχει έστω και ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος, τότε το δικόγραφο αυτό είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη [ΑΠ 294/2025 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω υπό στοιχείο Α έφεση, όσον αφορά στη δεύτερη εφεσίβλητη ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……………………», οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της εταιρείας με την επωνυμία «…………………», της οποίας η προηγούμενη επωνυμία ήταν «……………», παρεμπιπτόντως εναγομένη, η οποία μάλιστα δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στην κύρια δίκη, δεν περιέχει κανέναν ειδικό λόγο έφεσης αναφορικά με τις παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως επί της ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής. Επίσης, η εκκαλουμένη απόφαση δεν περιέχει βλαπτική για τον εκκαλούντα αυτής [υπό στοιχείο Α έφεσης] και ευνοϊκή για την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία διάταξη. Επομένως, η ένδικη υπό στοιχείο [Α] έφεση πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να απορριφθεί καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία «……», ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της εταιρείας με την επωνυμία «……………..», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «……………», ως απαράδεκτη. Τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ του εκκαλούντος της υπό στοιχείο Α εφέσεως και της παρισταμένης δεύτερης των εφεσίβλητων εταιρείας με την επωνυμία «……………….», ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της εταιρείας με την επωνυμία «………………», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «…………….», πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος η υπό στοιχείο Α έφεση, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 179 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΙV. Κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ως αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων νοείται το ποσοστό της δικαιοδοσίας, δηλαδή της πολιτειακής εξουσίας να ασκήσει τη δικαστική της λειτουργία προς το σκοπό πραγμάτωσης της έννομης τάξης, που προσνέμεται σε ορισμένο είδος δικαστηρίων ή σε συγκεκριμένο δικαστήριο για την εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών. Υπό την έννοια της πρώτης διάκρισης γίνεται λόγος για υλική και υπό την έννοια της δεύτερης για τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων (Κ. Κεραμέας, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1986, αρ. 32, σελ. 15 επομ.). Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα κατανέμεται αποκλειστικά από το νομοθέτη με γνώμονα τη σπουδαιότητα του αντικειμένου της διαφοράς που εξαρτάται είτε από την αξία του ή τη φύση και το είδος της, σε συνδυασμό προς τη δυσχέρεια της διάγνωσής της (Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, Ι, 2003, § 14, αρ. 1, σελ. 128 – 129), είτε από συνδυασμό των παραγόντων αυτών (βλ. άρθρο 14 ΚΠολΔ). Η κατά τόπον αρμοδιότητα (ή δωσιδικία: η αυτή έννοια από την άποψη όχι πλέον του δικαστηρίου αλλά του διαδίκου ή της διαφοράς), όταν καθορίζεται νομίμως, όταν δηλαδή δεν παρεμβάλλεται συμφωνία των διαδίκων που την παρεκτείνει, κατανέμει τις αγωγές και γενικότερα τις υποθέσεις αστικής φύσεως σε ατομικά ορισμένο υλικά αρμόδιο δικαστήριο με κριτήριο την τοπική περιφέρειά του και τη σχέση προς αυτήν της υποθέσεως ή των διαδίκων (Γ. Ράμμος, Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, 1978, § 71, σελ. 156 επομ.) και, ανάλογα με το εύρος των διαφορών που αφορά, διακρίνεται σε γενική, στην οποία υπάγονται όλες καταρχήν οι διαφορές, πλην εκείνων για τις οποίες προβλέπεται ειδική αποκλειστική δωσιδικία και σε ειδικές δωσιδικίες, είτε αποκλειστικές έναντι της γενικής, είτε συντρέχουσες με αυτήν, κατά την επιλογή του ενάγοντος (Γ. Μητσόπουλος, Πολιτική Δικονομία, τεύχος Α, 1972, σελ. 215). Για τον προσδιορισμό της νόμιμης γενικής δωσιδικίας ο αποφασιστικός σύνδεσμος της υπόθεσης προς το δικαστήριο είναι καθαρά υποκειμενικός και θεμελιώνεται στην κατοικία του εναγομένου ή, αν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στην έδρα του, χωρίς να λαμβάνονται καθόλου υπόψη αντικειμενικά στοιχεία, ούτε οι ουσιαστικές ιδιαιτερότητες της υπόθεσης (Ε. Σαχπεκίδου, σε Ν. Νίκα/Ε. Σαχπεκίδου, Ευρωπαϊκή Πολιτική Δικονομία, 2016, σελ. 100). Η νομοθετική αυτή επιλογή θάλπει υπέρτερα αγαθά και αποβλέπει πρωτίστως στην προστασία του αμυνόμενου εναγομένου αντισταθμίζοντας την, καταρχήν απεριόριστη ως προς το χρόνο εκδήλωσής της και ως προς την ευχέρεια καθορισμού του αντικειμένου της δίκης, δυνατότητα επίθεσης του ενάγοντος, στους ώμους του οποίου επιρρίπτεται το βάρος διεξαγωγής του δικαστικού αγώνα στην περιφέρεια της κατοικίας ή της έδρας του αντιδίκου του, επειδή αυτός είναι που επιδιώκει τη μεταβολή της υφιστάμενης κατάστασης (Κ. Κεραμέας, ο.π., αρ. 40, σελ. 50, Κ. Μπέης, σε Κ. Μπέη/Κ. Καλαβρού/Σ. Σταματόπουλου, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, Ι, Γενικό Μέρος, 1999, 16.3.1.1, σελ. 262, Ν. Κατηφόρης, Τελολογικοί στόχοι και αξιολογικές σταθμίσεις στη ρύθμιση των αποκλειστικών δωσιδικιών κατά τον ΚΠολΔ, 2005, σελ. 29). Αντιθέτως, οι ειδικές δωσιδικίες διευκολύνουν τη θέση του ενάγοντος και προσδιορίζουν το τοπικά αρμόδιο δικαστήριο με βάση τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της διαφοράς (Ν. Νίκας, ο.π., § 16, αρ. 6, σελ. 170), δηλαδή με κριτήρια όμοια με αυτά που προσδιορίζουν την υλική αρμοδιότητα. Διάκριση της αρμοδιότητας αποτελεί και η λειτουργική τοιαύτη, η οποία εκφράζει την εξουσία κάθε επιμέρους δικαστηρίου ή δικαστικού υπαλλήλου στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς (Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, 2016, σελ. 303) και κύρια νομοθετική έκφανσή της αποτελεί ο δημοσίας τάξης κανόνας «των δύο βαθμών δικαιοδοσίας», που καθιερώνεται στο άρθρο 12 του ΚΠολΔ, υπό την έννοια της δυνατότητας διπλής κρίσης της αυτής διαφοράς από πρωτοβάθμιο και υπερκείμενο δικαστήριο. Κατά τη βούληση του νομοθέτη, που διατυπώνεται τότε σε ειδικό νομοθέτημα, η εξουσία αυτή μπορεί να αναφέρεται κάποτε και σε συγκεκριμένο τμήμα ορισμένου δικαστηρίου, οπότε η προσνομή (λειτουργικής) αρμοδιότητας στο τμήμα αυτό καθιστά (λειτουργικώς) αναρμόδια τα υπόλοιπα τμήματα του ιδίου, καταρχήν, δικαστηρίου (Αθ. Πανταζόπουλος, Η λειτουργική αρμοδιότητα – ειδικότερα η λειτουργική αρμοδιότητα του τμήματος ναυτικών διαφορών, του τμήματος πνευματικών διαφορών και του τμήματος κοινοτικών σημάτων, του κτηματολογικού δικαστή, καθώς και του τμήματος οικογενειακών υποθέσεων, σε ΕΠολΔ 2011/572 επομ. [573]), που άλλως θα είχαν υλική αρμοδιότητα κατά τις γενικές διατάξεις. Περίπτωση τέτοιας ειδικής νομοθεσίας αποτελεί το άρθρο 51 του Ν. 2172/1993 «Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν. 1756.1988 “Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών”, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 207/16.12.1993), με την § 1 του οποίου και προς το σκοπό εκδίκασης από αυτό ιδιωτικών διαφορών που χαρακτηρίζονται ως ναυτικές συνεστήθη στο Πρωτοδικείο Πειραιώς όχι οργανικά αυτοτελές [ειδικό] δικαστήριο, αλλά ειδικό τμήμα (Κ. Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, 2009, σελ. 58, Ν. Νίκας, ο.π., § 4, αρ. 1, σελ. 41, υποσ. 1) στους κόλπους του ήδη υπάρχοντος δικαστικού σχηματισμού. Με τη σύστασή του ο νομοθέτης απέβλεψε στην προοπτική βελτίωσης της απονομής της δικαιοσύνης στο πεδίο των ναυτικών διαφορών, που εμφανίζουν ιδιαίτερες νομικές και τεχνικές δυσχέρειες, αναφυόμενες κατά κανόνα στο πλαίσιο περισσοτέρων της μιας εννόμων τάξεων, μέσω της ταχύτερης και ορθότερης επίλυσής τους αλλά και στη δημιουργία σταθερής νομολογίας κατά την αντιμετώπιση των συναφών νομικών θεμάτων (Α. Αλαπάντας, Ζητήματα αρμοδιότητας των δικαστηρίων του Πειραιά σε ναυτικές υποθέσεις [αστικές και ποινικές] και συντηρητικής κατάσχεσης πλοίου, Δνη 2015/363 = ΠειρΝ 2015/101 επομ., Δ. Καμβύσης, σημείωση σε ΕΝαυτΔ 1994/47). Νομοθετικός σκοπός δηλαδή ήταν η ανάθεση της εκδίκασης των υποθέσεων αυτών σε ειδικευμένους δικαστές, που έχουν αντίληψη των ιδιαιτεροτήτων που συνδέονται με τις δραστηριότητες του θαλάσσιου εμπορίου και εμπειρία στην αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων (Α. Αντάπασης, Ζητήματα αρμοδιότητας του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, γνμδ σε ΕΕμπΔ 2015/233 επομ. [237 – 238]). Ενόψει του ότι για την οριοθέτηση της λειτουργικής αρμοδιότητας του ειδικού ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς ο νομοθέτης απέβλεψε στη φύση των υπαγόμενων σ’ αυτήν διαφορών, δηλαδή χρησιμοποίησε κριτήριο αντικειμενικό, γίνεται δεκτό ότι κατ’ ουσίαν καθιέρωσε ειδική υλική αρμοδιότητα του τμήματος αυτού (ΑΠ 1285/2006, ΔΕΕ 2007,978, ΑΠ 338/2003, ΧρΙΔ 2003/537, ΑΠ 832/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ. 251/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Καλαβρός, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2017, άρθρο 559, αρ. 345, σελ. 288, Κ. Μπέης, παρατηρήσεις κάτω από την ΑΠ 51/2004, σε Δ 2004/965 επομ.) και μάλιστα αποκλειστική (Γ. Ρήγος, σημείωση κάτω από την ΕφΠειρ. 38/1995, σε Δνη 1995/1313 επομ. [1319]), μη δυνάμενη να μεταβληθεί με συμφωνία των διαδίκων (Αθ. Πανταζόπουλος, ο.π., σελ. 574), αφού η υπαγωγή των ναυτικών υποθέσεων στο ομώνυμο τμήμα είναι υποχρεωτική (ΤριμΕφΠειρ. 413/2015, ΜονΕφΠειρ. 442/2014, ΜονΕφΠειρ. 228/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ανάγκη επίτευξης ενότητας στη νομολογία επί των ναυτικών διαφορών στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα υπαγόρευσε και τη νομοθετική επέκταση της χωρικής – γεωγραφικής αρμοδιότητας του ειδικού ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς τις διαφορές αυτές (Α. Αντάπασης, Η ίδρυση ειδικού τμήματος ναυτικών διαφορών στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Πειραιά, σε Ενθύμημα Άλκη Αργυριάδη, Τόμος Ι, 1996, σελ. 45 επομ. [57]). Έτσι, στην § 2 του ως άνω άρθρου 51 του Ν. 2172/1993, το οποίο άρχισε να ισχύει από την 16η.3.1994 κατά την § 9 εδαφ. δ αυτού (ΕφΠειρ. 145/2006, ΠειρΝ 2006/359), ορίστηκε ότι για την εκδίκαση των ναυτικών διαφορών η δικαιοδοσία του Πρωτοδικείου Πειραιά εκτείνεται σε ολόκληρο το νομό Αττικής. Επομένως, από της ισχύος της διάταξης αυτής καταργήθηκε εφεξής η αντίστοιχη υλική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΑΠ 1602/2012, ΕΝαυτΔ 2013/17), ενώ μεταγενέστερα με το άρθρο ένατο § 17 του Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4334/2015» (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015), προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην § 2 του ως άνω άρθρου 51, κατά το οποίο «Για τις λοιπές εκτός Αττικής ναυτικές διαφορές, το Πρωτοδικείο Πειραιά έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα». Κατ’ ουσίαν, με τις ρυθμίσεις αυτές, εκτός της υλικής, καθιερώθηκε και τοπική αρμοδιότητα του ειδικού ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς (ΤριμΕφΠειρ. 112/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 2768/2004, ΠειρΝ 2006/354, Α. Αντάπασης, ο.α.π., σελ. 64, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 389), στο οποίο δωσιδικούν έκτοτε οι ναυτικές διαφορές, αποκλειστικώς μεν όσον αφορά το νομό Αττικής (ΕφΑθ. 9139/2000, αδημ., επικυρωθείσα με την ΑΠ 832/2002, ο.π.) και συντρεχόντως όσον αφορά τις λοιπές περιφέρειες της Επικράτειας, ειδικώς, πάντως, σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα αυτή οριοθετήθηκε με βάση το αντικειμενικό κριτήριο της φύσης των υπαγόμενων διαφορών. Είναι προφανές ότι το (λειτουργικώς αρμόδιο ναυτικό τμήμα στο) Πρωτοδικείο Πειραιώς έχει αποκλειστική εντός της περιφέρειας του νομού Αττικής τοπική αρμοδιότητα, εφόσον καταφαθεί η υλική του αρμοδιότητα, και η σχετική κρίση προϋποθέτει την παραδοχή του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, κατόπιν αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου και ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς των διαδίκων, όπως συμβαίνει με κάθε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης κατ’ άρθρο 73 του ΚΠολΔ, με βάση το εισαγωγικό δικόγραφο και το αποδεικτικό υλικό που τίθεται υπόψη του (Ν. Νίκας, ο.π., § 20, αρ. 1, 2, σελ. 280). Για να διευκολύνει την κρίση ο νομοθέτης, αφενός, εισάγει μια γενική ρήτρα (§ 3Α του άρθρου 51), στην οποία χαρακτηρίζονται ως ναυτικές οι ιδιωτικές διαφορές που πηγάζουν από (δηλαδή αιτία έχουν) πράξεις του θαλάσσιου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοΐα του πλοίου και την παροχή εργασίας σ’ αυτό και, αφετέρου, προβαίνει σε περιπτωσιολογική απαρίθμησή τους, συμπεριλαμβάνοντας στις, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά (ΤριμΕφΠειρ. 368/2023 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, ΤριμΕφΠειρ. 253/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αναφερόμενες στην § 3Β του ως άνω άρθρου και Νόμου ναυτικές διαφορές, μεταξύ άλλων, και εκείνες που αιτία έχουν αδικοπραξίες που διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο πλοίαρχος, μέλος του πληρώματος, ο πλοηγός ή άλλο πρόσωπο ευρισκόμενο στην υπηρεσία του πλοίου, οι ζημίες από ναυάγιο πλοίου ή φορτίου (περ. δ), καθώς επίσης περιουσιακές ζημίες που προκλήθηκαν από πλοίο με σύγκρουση, πρόσκρουση, ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος ή άλλο τρόπο (περ. ιστ). Επισημαίνεται ότι ο νόμος για να διευκολύνει την κρίση υπαγωγής ή μη μιας διαφοράς στη λειτουργική αρμοδιότητα του τμήματος ναυτικών διαφορών, απαριθμεί ενδεικτικά τις αιτίες από τις οποίες μπορεί να προκύψουν ναυτικές διαφορές (51 παρ. 3 εδαφ. Β περ. α – ιζ του Ν. 2172/1993), ενώ στον κατάλογο αυτόν καθορίζονται ενδεικτικά ναυτικές διαφορές που έχουν αιτία συγκεκριμένο νομικό γεγονός που συνδέεται κατά πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επίδικη ναυτική διαφορά. Με το πρώτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχείο Α έφεσής του ο εκκαλών – κυρίως εναγόμενος επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του περί τοπικής αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου να εκδικάσει τη σε βάρος του ασκηθείσα ως άνω κύρια αγωγή, διότι, όπως διατείνεται, πρόκειται προφανώς περί μη ναυτικής διαφοράς, απορρέουσας από κοινή αδικοπραξία, με αποτέλεσμα κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί σχετικώς, να είναι αυτό της κατοικίας του ως εναγομένου (Βούλα Αττικής), άλλως του τόπου τέλεσης της εκτιθέμενης στην αγωγή αδικοπραξίας (Γλυφάδα Αττικής) με βάση το αιτούμενο να του επιδικασθεί συνολικό ποσό, και δη το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο και θα πρέπει να εισαχθεί η αγωγή για να εκδικασθεί. Με την εκκαλουμένη απόφαση, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε, δια της παραπομπής στις περιπτώσεις δ και ιστ της παραγράφου 3Β του άρθρου 51 του Ν. 212/1993, επειδή κρίθηκε ότι, το ιστορικό της υπόθεσης, επέτρεπε την υπαγωγή της στην έννοια της ναυτικής διαφοράς, αφού, αυτή αφορά αδικοπραξία που διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του η ……, πρόσωπο ευρισκόμενο στην υπηρεσία του πλοίου (περ. δ), καθώς επίσης περιουσιακές ζημίες της κυρίας ενάγουσας που προκλήθηκαν από πλοίο (περ. ιστ). Η αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης είναι μεν συνοπτική, αποδίδει όμως επαρκώς την ουσία του πράγματος, καθόσον με βάση το αγωγικό δικόγραφο και τους εκατέρωθεν μη αμφισβητούμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η με την αγωγή επικαλούμενη περιουσιακή ζημία της ενάγουσας εταιρείας, προήλθε από την επέκταση της πυρκαγιάς του σκάφους του εναγομένου και στο ιδικό της σκάφος, ήτοι προκλήθηκε από το πλοίο του εναγομένου με άλλο τρόπο, πλην της σύγκρουσης, πρόσκρουσης και ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος (περ. ιστ παρ.3 άρθρου 51 ανωτέρω Νόμου), η οποία (πυρκαγιά) αποδίδεται από αμφότερους τους διαδίκους στην μη διάδικο στην παρούσα δίκη ……………, πρόσωπο το οποίο κατά την κύρια βάση της αγωγής ευρίσκονταν στην υπηρεσία του πλοίου, αφού κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς είχε αναλάβει τον καθαρισμό και τη φύλαξή του, δυνάμει σχέσης πρόστησης με τον ήδη κυρίως εναγόμενο – πλοιοκτήτη του εν λόγω σκάφους (περ. δ) και κατά την επικουρική της βάση στον ίδιο τον εναγόμενο, λόγω προσωπικού πταίσματος αυτού [όμοια ΕΠ 664/2015 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ με την οποία καταφάσκεται ο ναυτικός χαρακτήρας διαφοράς για ζημίες σε τρίτους επί πυρκαγιάς σκάφους]. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επίσης έκρινε ότι με την αγωγή φέρεται προς κρίση ναυτική διαφορά, εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 51 παρ.3 του ν.2172/1993, για την εκδίκαση της οποίας λειτουργικά, καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο είναι το Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, ορθά τις οικείες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, απορρίπτοντας τον προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο [Α] έφεσης, περί κατά τόπον αναρμοδιότητος του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και πρέπει, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) να απορριφθεί ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α έφεσης ως αβάσιμος.
V. Σύμφωνα με το άρθρο 169 ΚΠολΔ το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει, ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του. Η διάταξη αυτή τέθηκε για την εξασφάλιση του εναγομένου, του καθού η κύρια παρέμβαση ή του καθού ασκήθηκε ένδικο μέσο ως προς την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του οικείου δικαστηρίου και, παρά τις θεωρητικές επιφυλάξεις. Από δε το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 162, 171 και 172 ΚΠολΔ, που κατ’ άρθρο 524 § 1 του ιδίου Κώδικα εφαρμόζονται όλες και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι η αίτηση για την παροχή εγγυοδοσίας αποτελεί διακωλυτική (αναβλητική) της δίκης ένσταση, η οποία, προκειμένου για τη συζήτηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, προβάλλεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 περ. γ ΚΠολΔ (ΑΠ 167/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και εξετάζεται πριν από οποιαδήποτε έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας, νομικής και ουσιαστικής, του ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, δεδομένου ότι, αν το δικαστήριο διατάξει εγγυοδοσία, δεν προχωρεί στη συζήτηση του σχετικού ενδίκου μέσου ώσπου να κατατεθεί το ποσό αυτής, αν δε η προθεσμία που ορίστηκε για την εγγυοδοσία παρέλθει άπρακτη, το ίδιο δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, αποφασίζει ότι ανακλήθηκε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1709/2013, ΤριμΕφΠειρ. 163/2013, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών η υπό στοιχείο Α έφεση, με το δεύτερο λόγο της εφέσεως του, τον οποίο, δια της χρήσης της λέξεως «Επικουρικώς» στη σελίδα 11 της ένδικης έφεσής του, εκτιμάται ότι ασκεί επικουρικά, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης του πρώτου λόγου έφεσης, παραπονείται κατά πρώτον για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ισχυρισμό του περί παροχής εγγυοδοσίας, λόγω της επικαλούμενης από μέρους του αδυναμίας της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης εταιρείας για την καταβολή των δικαστικών εξόδων που θα επιδικάζονταν σε βάρος της, λόγω της αφερεγγυότητάς της, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Εν τούτοις, ο λόγος αυτός έφεσης, κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος του, ακόμη και αν πράγματι υφίστατο σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση που αφορά την κατ’ ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού αυτού περί εγγυοδοσίας για τη δικαστική δαπάνη του, δεν δύναται να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αφού η προβολή αυτού του διαδικαστικού κωλύματος, οδηγεί σε αναστολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 171 του ΚΠολΔ, μέχρι να παρασχεθεί η εγγυοδοσία που έχει οριστεί από το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα στα πλαίσια εκδίκασης του οποίου προβλήθηκε η ένσταση του άρθρου 169 ΚΠολΔ, αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνονται στο ίδιο δικαστήριο [όμοια ΕΠ 133/2025 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς], πέραν του γεγονότος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη την ανωτέρω ένδικη αγωγή και δεν επιδικάσθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος της κυρίως ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης. Με τον ίδιο λόγο έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο εκκαλών της υπό στοιχείο Α έφεσης, επαναφέροντας τον ανωτέρω ισχυρισμό του, αφού υπό του τίτλου του δευτέρου λόγου εφέσεως του αναγράφει «Επαναφορά ένστασης εγγυοδοσίας για το ποσό των δικαστικών εξόδων (άρθρο 169 ΚΠολΔ)», αιτείται την αποδοχή της εν λόγω ένστασής του ώστε, προκειμένου το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της αγωγής της πρώτης εφεσίβλητης προφανώς μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, να υποχρεωθεί αυτή (ήδη πρώτη εφεσίβλητη – κυρίως ενάγουσα) στην αιτηθείσα εγγυοδοσία. Εν τούτοις, το αίτημα αυτό τυγχάνει απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο, αφού δικαίωμα προς υποβολής αίτησης εγγυοδοσίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 ΚΠολΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου που δικάζει ένδικο μέσο έχει ο διάδικος εναντίον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, ήτοι εν προκειμένω η εφεσίβλητη και όχι ο εκκαλών.
VΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α] παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β] υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ] επέλευση ζημίας άλλου προσώπου [παθόντος] και δ] αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος. Για την κατάφαση της παρανομίας, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων [ΑΠ 481/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Η παράλειψη είναι παράνομη, όταν υπάρχει υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, η οποία μπορεί να πηγάζει από το νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, γεγονός που συμβαίνει, ιδίως, όταν με ενέργειες του υπαιτίου δημιουργείται πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων προσώπων. Παράνομη συμπεριφορά, ως αντικειμενικό στοιχείο θεμελίωσης δικαιοπρακτικής ευθύνης, συνιστά και κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το αντικειμενικό μέτρο της επιμέλειας, που τηρεί ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου συναλλακτικού κύκλου με τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει και αυτός να δείξει τον ίδιο με εκείνον βαθμό επιμέλειας, ώστε να μπορεί να προβλέπει και να αποφεύγει την προσβολή των αγαθών και των έννομων συμφερόντων τρίτων προσώπων [ΑΠ 964/2023 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Επιπλέον, αυτός, που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα, κατά τις περιστάσεις, προστατευτικά μέτρα, που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών που μπορεί να προέλθουν από αυτές τις καταστάσεις σε τρίτους, εξαιτίας προσβολής απόλυτων δικαιωμάτων τους, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου. Αρκεί δε προς θεμελίωση της ευθύνης η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς το οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλο όροι αμέσως ή εμμέσως (Ολ.Α.Π. 23/1988, ΑΠ 964/2023, ο.π.). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας. Εφόσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής [της υπαιτιότητας] προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας [άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ], η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης [άρθρο 298 ΑΚ], ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο πλαίσιο αυτό ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια την ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 του ΑΚ, θεμελιώνουν την ζητούμενη έννομη συνέπεια. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην κατά την κρίση του εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας [δικαιώματος ή υποχρέωσης] (ΑΠ 481/2025 ο.π.). Για την κατάφαση της υπαιτιότητας και περαιτέρω της αδικοπρακτικής ευθύνης, είναι απαραίτητη η ικανότητα προς καταλογισμό. Απαιτείται δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί προσωπικά στο δράστη (ΑΠ 1284/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, 914 αριθ. 34-35, 39). Περαιτέρω, με βάση τα άρθρα 224 και 236 του ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης. Επιπλέον, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 του ιδίου Κώδικα, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλο, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων [οψιγενών ή μη], τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας [όπως η αμέλεια, ο δόλος κ.λπ.] από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του και η παραδοχή από το δικαστήριο γεγονότων, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής [ΑΠ 481/2025 ο.π.]. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθ. 918 του ΑΚ ορίζεται ότι αυτός που προξένησε τη ζημία, εφόσον δεν έχει ευθύνη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 915 έως 917 του ΑΚ (λόγω έλλειψης ικανότητας προς καταλογισμό) καταδικάζεται από το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση της κατάστασης των μερών, σε εύλογη αποζημίωση, αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο. Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται. πλην των άλλων και στην περίπτωση του άρθρου 915 του ιδίου Κώδικα που ορίζει ότι, δεν ευθύνεται όποιος ζημίωσε άλλον χωρίς να έχει συνείδηση των πράξεων του ή ενώ βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησης του, προϋποθέτει για την εφαρμογή της 1) ότι για τη θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, εκτός από την ικανότητα για καταλογισμό και 2) ότι η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 918 του ΑΚ, το δικαστήριο, εκτιμώντας την κατάσταση των μερών, μπορεί να καταδικάσει αυτόν που προξένησε τη ζημία σε εύλογη αποζημίωση του ζημιωθέντος αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού [ΑΠ 1446/2009 Τ.ΝΠ. ΝΟΜΟΣ]. Πρόκειται δηλαδή για επιβοηθητική ευθύνη, αφού έχει ως προϋπόθεση την αδυναμία κάλυψης της ζημίας από άλλη πηγή, όπως του εποπτεύοντος τον ακαταλόγιστο, διότι ο τελευταίος ευθύνεται μόνον εάν για λόγους νομικούς ή πραγματικούς είναι αδύνατη η αποζημίωση από τον εποπτεύοντα (ΑΠ 1146/2009, ΧρΙΔ 2010/342, ΕφΑθ 8261/2007, ΕλλΔ/νη 2008/821, Βαθρακοκοίλη ΕρΝομΑΚ υπό άρθρο 918 αριθ. 4, Απ. Γεωργιάδη ό.π. σελ. 634 αρ. 53). Κατά τη διάταξη του άρθρου 923 παρ. 1 του ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 2447/1996, “όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία, που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει, ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση”. Εποπτεία, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως με τις περιστάσεις. Εάν ο ενάγων ζημιωθείς έχει αμφιβολίες ως προς την ικανότητα του εναγομένου για καταλογισμό, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και επικουρικά κατά τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρο 918 ΑΚ (άρθρο 219 ΚΠολΔ). Εάν εγείρει δε την αγωγή του με βάση τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ και κατά τη διάρκεια της δίκης διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος είναι ακαταλόγιστος κατά τις διατάξεις των άρθρων 915 έως 917 ΑΚ, αυτός (ενάγων) δικαιούται να μεταβάλει το αίτημα με τις προτάσεις του μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, ζητώντας εύλογη αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 918 του ιδίου Κώδικα (άρθρο 223 αρ. 2 του ΚΠολΔ), πλην όμως πρέπει να επικαλεσθεί την αδυναμία κάλυψης της ζημίας από άλλη πηγή [Γ. Γεωργιάδης ΣΕΑΚ υπό το άρθρο 918 σελ. 1852 – 1853, παρ.22, με παραπομπή στην ΕΘ 570/2006, Αρμ 2008.600]. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της ζημίας και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Προστηθείς δε είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ’ αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία. Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος. Είναι δε αδιάφορο, αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη ή αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι. Αδιάφορο, επίσης, είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, δηλαδή πρέπει η υπηρεσία του να αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψή του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει. Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων, ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια, διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν. Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ’ αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009). Με τις προϋποθέσεις αυτές, θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε σε τρίτους ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Η παραπάνω ευθύνη, κατ’ άρθρο 922 ΑΚ, του προστήσαντος, δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε υφιστάμενη ενοχική σχέση ανάμεσα σ’ αυτόν και στους τρίτους, που ζημιώθηκαν από την παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος. Εξάλλου, ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Κατά πάγια δε νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχονται στην αγωγή τα βασικά περιστατικά που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης. Περαιτέρω, η απαγόρευση, κατά τα άρθρα 224 και 526 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος, η πρόστηση κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1087/2014). Εντεύθεν, έπεται ότι, εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά η αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτή τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με τις προτάσεις του ενάγοντος, αλλά και βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν τα έχει επικαλεσθεί ο ενάγων, χωρίς στην περίπτωση αυτή να θεωρείται ότι επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής. [ΑΠ 472/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αντικείμενο της πολιτικής δίκης και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, αποτελεί μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή του σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση [ΑΠ ΑΠ 481/2025 ο.π.]. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το Εφετείο, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που έχει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, συνεπώς, μπορεί και πριν την εξέταση της βασιμότητας της έφεσης και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα το ορισμένο, τη νομιμότητα και το παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει αν είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας ή δεν στηρίζεται στο νόμο, αρκεί από το αποτέλεσμα αυτό να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος, χωρίς να συντρέξει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 536 ΚΠολΔ [ΑΠ 10/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Εν προκειμένω, με το τρίτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχείο Α έφεσής του, ο εκκαλών – κυρίως εναγόμενος, επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, περί αοριστίας της ένδικης αγωγής της πρώτης των εφεσιβλήτων εταιρείας, ισχυρισμός που απορρίφθηκε σιωπηρά με την εκκαλουμένη απόφαση, ως αβάσιμος στην ουσία του, καθώς επίσης αρνείται το νόμιμο αυτής. Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω αναλύονται, στην ένδικη κύρια αγωγή, πραγματικά περιστατικά και κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτών, η ενάγουσα εταιρεία, την αξίωσή της προς αποζημίωση για την περιουσιακή της ζημία από την καταστροφή του ανωτέρω σκάφους της [ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης αυτής, η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της και δεν προσεβλήθη από τη μόνη έχουσα έννομο συμφέρον ενάγουσα] θεμελιώνει [α] κυρίως στην αντικειμενική ευθύνη του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος η υπό στοιχεία Α έφεση, λόγω της σχέσης πρόστησης αυτού (εναγομένου κύριας αγωγής) και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ……. …….. Ως προς την κύρια βάση της, η αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, καθόσον η ενάγουσα, αναφέρει ότι η ……. ……., ενήργησε παράνομα και υπαίτια, αφού αν και τελούσα υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης λόγω διανοητικής διαταραχής, η κατάσταση αυτή περιόριζε, πλην όμως όχι αποφασιστικά την κρίση και βούληση της, όπως επίσης ότι υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής και του εναγομένου πλοιοκτήτη του σκάφους, αφού αυτός της είχε αναθέσει την καθαριότητα και φύλαξη του σκάφους του και ότι η παράνομη και υπαίτια ενέργεια της ανωτέρω προστηθείσας έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί από τον εναγόμενο. Ειδικώς όσον αφορά το στοιχείο της πρόστησης, αναφέρεται σαφώς στην ένδικη αγωγή ότι, η ……. ……. τελούσε σε σχέση πρόστησης με τον εναγόμενο (σχετικά σελ. 8) και δη ότι, ο τελευταίος της είχε αναθέσει, εν τοις πράγμασι, τον καθαρισμό και τη φύλαξη του σκάφους του. Επομένως, κατά την κύρια βάση της, η ένδικη αγωγή, τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 922 σε συνδυασμό με 914, 345, 346 ΑΚ και επαρκώς ορισμένη. Όμοια, κρίνοντας η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως νόμιμη και ορισμένη κατά την ως άνω κύρια βάση της την ένδικη κύρια αγωγή, ορθά εφάρμοσε το νόμο, εκτιμώντας ορθά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά και έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη και ορισμένη, απορριπτομένου, του τρίτου λόγου έφεσης και [β] επικουρικά, σε ατομική παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ιδίου του εναγομένου. Ως προς την επικουρική βάση της ένδικης κύριας αγωγής, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, η ενάγουσα, αναφέρει ότι, ο εναγόμενος πλοιοκτήτης του ανωτέρω σκάφους του, παράνομα και υπαίτια, συνετέλεσε στην ολική καταστροφή του σκάφους της, συνισταμένης της παρανομίας του, στην κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή στην παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, αφού αναφέρει ότι αυτός (εναγόμενος) ως πλοιοκτήτης του ανωτέρω σκάφους, το οποίο ευρίσκονταν ελλιμενισμένο στην ανωτέρω μαρίνα, πλάι στο σκάφος της ιδίας (ενάγουσας), κατά παράβαση της συναλλακτικής καλής πίστης, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων προσώπων και δη για το σκάφος της ιδίας (ενάγουσας), αφού αυτός (εναγόμενος) επέτρεψε, να διαμείνει στο ανωτέρω σκάφος του, η ……. ……., πάσχουσα από διανοητική διαταραχή συνεπεία της οποίας είχε τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση, εάν και δεν την εγνώριζε προηγούμενα, αφού αυτή τυχαία βρέθηκε στο σκάφος του, ούτε μπορούσε να ελέγξει το παρελθόν της, παραλείποντας, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα, που ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών που μπορεί να προέλθουν από τη δημιουργηθείσα υπ’ αυτού επικίνδυνη κατάσταση σε τρίτους, εξαιτίας προσβολής απόλυτων δικαιωμάτων τους, η συμπεριφορά του δε αυτή απετέλεσε έναν από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος και δη, της καταστροφής του σκάφους της, γεγονός το οποίο δεν θα επερχόταν χωρίς την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένης και κατά την επικουρική ως άνω βάση της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού που επαναφέρεται από τον εναγόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [σχετικά σελ. 8 προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου] δια παραπομπής σε σχετικό ισχυρισμό που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου [σχετικά σελίδα 14 επ.], αφού εκτίθεται με πληρότητα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που προσάπτεται ατομικά στον κυρίως εναγόμενο. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή τυγχάνει νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 345, 346 ΑΚ. Η κυρίως ενάγουσα, δια της προσθήκης επί των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για πρώτη φορά (σχετικά σελ. 19 επόμενα) ισχυρίσθηκε ότι, ο εναγόμενος, επιπλέον των ανωτέρω (α) κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.6 της ΥΑ 515316/1981 «περί κανονισμού λειτουργίας των μαρίνων» σύμφωνα με τις οποίες, όλα τα ελλιμενισμένα σκάφη πρέπει να ευρίσκονται πάντοτε σε άριστη κατάσταση πλοϊμότητας, είχε θέσει σε ακινησία το ανωτέρω σκάφος του λόγω μηχανικής βλάβης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα αυτό (σκάφος του εναγομένου) να μη διαθέτει ικανότητα να μετακινηθεί, ικανότητα που ενδεχομένως να εμπόδιζε την επέκταση της φωτιάς από το σκάφος του στο σκάφος αυτής, αν και προηγούμενα το γεγονός τούτο η ενάγουσα είχε επισημάνει στον εναγόμενο, όπως επίσης είχε καλέσει αυτόν (εναγόμενο) να απομακρύνει το σκάφος του από τη μαρίνα, καθώς επίσης (β) ότι το σκάφος του εναγομένου δεν διέθετε ρεμέντζο και για το λόγο τούτο ήταν δεμένο επί του σκάφους της, γεγονός που ομοίως είχε επισημάνει αυτή (ενάγουσα) στον εναγόμενο, ζητώντας του επανειλημμένως, προ του ενδίκου συμβάντος, να άρει την εν λόγω κατάσταση. Οι ισχυρισμοί εν τούτοις αυτοί, συνιστούν απαράδεκτη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 224 ΚΠολΔ, μεταβολή από την ενάγουσα της ιστορικής βάσης της αγωγής της, διά της επίκλησης με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το πρώτον, αφού αποτελούν νέα γεγονότα/πραγματικά περιστατικά, παραγωγικά του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος αποζημίωσης, και, άρα, θεμελιωτικών κατά νόμο του αγωγικού αιτήματος, ουσιωδώς διαφορετικών όμως κατά περιεχόμενο από εκείνα, που εκτίθενται στην αγωγή για την παραγωγή της επικαλούμενης έννομης συνέπειας, τα οποία κατέστησαν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, ικανά να θεμελιώσουν αυτοτελώς νέα αγωγή.
VΙΙ. [Α] Βάσει του άρθρου 7 παρ. 2 εδ. α του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουνίου 2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I)», οι συμβάσεις ασφάλισης που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 στοιχείο δ΄ της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973 «περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφάλισης, εκτός της ασφάλισης ζωής, και την άσκηση αυτής», διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία επιλογής δικαίου στις συμβατικές ενοχές. Μάλιστα, η ελευθερία είναι πλήρης, δεν αποτελεί προϋπόθεση να πρόκειται για δίκαιο κράτους – μέλους, ούτε απαιτείται να συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τη σχέση. Προς την ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και η ρύθμιση του άρθρου 25 εδ. (α) ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι ενοχές που προέρχονται από σύμβαση ρυθμίζονται, κατ’ αρχήν, από το δίκαιο στο οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν υποβληθεί, ενώ η υποβολή των μερών σε ορισμένο δίκαιο μπορεί να γίνει με ρητή ή σιωπηρή δήλωση της βούλησης τους. Σύμφωνα δε με το προαναφερόμενο στοιχείο δ΄ του άρθρου 5 της ως άνω Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 5 της Δεύτερης Οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1988 «για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ», μεγάλοι κίνδυνοι είναι, μεταξύ άλλων, οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στον κλάδο 6 του σημείου Α του παραρτήματος της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (στον οποίο υπάγονται τα πλοία και συγκεκριμένα τα ποτάμια, λιμναία και θαλάσσια σκάφη) και αφορούν κάθε ζημία την οποία υφίστανται ποτάμια, λιμναία και θαλάσσια σκάφη.
[Β] Το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης περιέχεται κωδικοποιημένο στον αγγλικό νόμο περί θαλάσσιας ναυτικής ασφαλίσεως του 1906 (MIA 1906), οι δε διατάξεις του, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς από τη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων (case law) και τους Άγγλους συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου (authorities), ίσχυσαν αναλλοίωτες μέχρι την εισαγωγή του νεότερου (και γενικότερου) Insurance Act 2015, που τέθηκε σε ισχύ στις 12.8.2016, ο οποίος αναδιατύπωσε βασικές αρχές του δικαίου της ιδιωτικής ασφάλισης, που βρίσκουν εφαρμογή τόσο στο κοινό δίκαιο (common law), όσο και στις θαλάσσιες ασφαλίσεις, επιφέροντας ουσιώδεις μεν πλην περιορισμένες τροποποιήσεις στο νόμο ΜΙΑ 1906. Οι διατάξεις του Μ.Ι.Α. 1906 έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφάλισης πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλάσσιων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Η ασφάλιση, σχεδόν κατά κανόνα, παρέχεται με βάση ειδικούς όρους που περιλαμβάνονται στις «Ρήτρες του Ινστιτούτου της Ενώσεως των Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters) (Εφ.Πειρ. 143/2015, Εφ.Πειρ. 4/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), η εφαρμογή των οποίων είναι υποχρεωτική, εφόσον στη σύμβαση ασφαλίσεως γίνεται ρητή παραπομπή σ’ αυτούς, ακόμα και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως, οι όροι της οποίας είτε γενικοί είτε ειδικοί έχουν την ίδια νομική ισχύ και παράγουν την ίδια νομική δέσμευση (Α.Π. 1584/2011, Α.Π. 1650/2001, Εφ.Πειρ. 566/2007, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, βλ. και Χ. Στυλιανέα, Θαλάσσιοι κίνδυνοι και ζημία εν θαλάσση (Στη Ναυτική Ασφάλιση), σε ΕλλΔνη 1992, 725 επομ. (727)]. Στο άρθρο 1 του Μ.Ι.Α. 1906, ορίζεται ότι συμβόλαιο ναυτικής ασφαλίσεως είναι η γραπτή σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ασφαλιστής αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο κατά τρόπο και στην έκταση που με αυτή συμφωνούνται εναντίον κινδύνων θαλάσσης, δηλαδή των συναφών προς τη θαλάσσια περιπέτεια κινδύνων. Από το νομοθετικό αυτό ορισμό, προκύπτει ότι, προϋπόθεση της ασφαλιστικής καλύψεως είναι η ύπαρξη θαλάσσιων κινδύνων, στους οποίους εκτίθεται το ασφαλισμένο σκάφος και ότι κύριος σκοπός της ναυτασφαλιστικής συμβάσεως είναι η παροχή, εκ μέρους του αναλαμβάνοντος τον κίνδυνο ασφαλιστή αποζημιώσεως στον ασφαλισμένο για ζημίες που προκλήθηκαν εξαιτίας των κινδύνων αυτών υπό τους όρους και κατά την έκταση που έχουν συμφωνηθεί (Εφ.Πειρ. 204/2015, Εφ.Πειρ. 858/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Βέβαια, το περιεχόμενο κάθε σύμβασης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο, στο οποίο ενσωματώνεται η ασφαλιστική συμφωνία, καθώς και από τα παραρτήματά του [Φ. Χ. Χριστοδούλου, Αγγλικό δίκαιο της θαλασσίας ασφαλίσεως, σε Ε.Εμπ.Δ. 1988, 154 επομ. (156)], αφού το συμβόλαιο της θαλάσσιας ασφάλισης δια των ρητών όρων του ή δυνάμει του εθίμου του εμπορίου, δύναται να επεκταθεί ούτως ώστε να προστατεύει τον ασφαλισμένο κατά ζημιών ή απωλειών εις ενδότερα ύδατα ή επί οιουδήποτε κινδύνου ξηράς, ο οποίος έχει κάποια εξάρτηση από το θαλάσσιο ταξίδι (άρθρο 5 παρ.1 του ΜΙΑ 1906). Όμως, στον ως άνω ορισμό της έννοιας της ασφαλιστικής συμβάσεως του άρθρου 1 του εν λόγω νομοθετικού κειμένου, περιγράφονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της, από τα οποία προκύπτει η νομική της φύση κατά το αγγλικό δίκαιο. Πρόκειται λοιπόν για σύμβαση ενοχική και συναινετική, αφού δημιουργεί έννομη σχέση μεταξύ προσώπων, που με τη συμφωνία τους αναλαμβάνουν υποχρεώσεις υποσχετικού χαρακτήρα, αμφοτεροβαρή, μιας και οι υποχρεώσεις αυτές είναι αμφίπλευρες και διαρκείς, επειδή η μεν παροχή του ασφαλιστή (ανάληψη του κινδύνου) εκτείνεται χρονικώς σε όλη τη διάρκεια της ασφαλίσεως, η δε παροχή του ασφαλισμένου (καταβολή ασφαλίστρου) αφορά ολόκληρη τη διάρκεια της ασφαλίσεως, ακόμα και αν το ασφάλιστρο καταβάλλεται εφάπαξ. Ασφαλιστικό συμφέρον έχει κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον στη ναυτική περιπέτεια. Ένα πρόσωπο έχει συμφέρον στη ναυτική περιπέτεια, όταν τελεί σε οποιαδήποτε έννομη ή πραγματική σχέση με την περιπέτεια ή με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, που εκτίθεται σε κίνδυνο κατ’ αυτήν, και εκ του γεγονότος αυτού, αυτός δύναται να ωφεληθεί από την ασφάλεια ή προσήκουσα άφιξη του ασφαλισμένου περιουσιακού στοιχείου ή δύναται να ζημιωθεί από την απώλεια, ζημία ή δέσμευση του ή δύναται να γεννηθεί στο πρόσωπο του ευθύνη σε σχέση με αυτό (ορισμός ασφαλιστικού συμφέροντος – άρθρο 5 §§ 1, 2 του Μ.Ι.Α. 1906). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Μ.Ι.Α. 1906 προσδιορίζεται η ασφαλίσιμη αξία, υπό την αίρεση οιαδήποτε προβλέψεως ρητής ή αποτιμήσεως στο ασφαλιστήριο. Περαιτέρω, το ασφαλιστήριο δύναται να είναι αποτιμημένο ή μη αποτιμημένο. Αποτιμημένο είναι το ασφαλιστήριο, το οποίο προσδιορίζει τη συμφωνημένη αξία του ασφαλισμένου πράγματος, ενώ με την επιφύλαξη των διατάξεων του ανωτέρω νόμου και εν απουσία απάτης η προσδιορισμένη με το ασφαλιστήριο αξία αποτελεί πλήρη απόδειξη μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου της ασφαλιστέας αξίας του πράγματος, για το οποίο σκοπείται η ασφάλιση, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί ολικής ή μερικής απώλειας (αποτιμημένο ασφαλιστήριο – άρθρο 27 του Μ.Ι.Α. 1906). Επιπλέον, το ασφαλιστήριο πρέπει να προσδιορίζει: α) το όνομα του ασφαλιζομένου ή κάποιου προσώπου, το οποίο πραγματοποιεί την ασφάλιση για λογαριασμό του, β) το αντικείμενο της ασφαλίσεως και τον καλυπτόμενο κίνδυνο, γ) το ταξίδι ή τη χρονική περίοδο ή και αμφότερα, αναλόγως της περιπτώσεως, που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δ) το ασφαλιζόμενο ή τα ασφαλιζόμενα ποσά και ε) το όνομα ή τα ονόματα των ασφαλιστών (τι πρέπει να προσδιορίζει το ασφαλιστήριο – άρθρο 23 του Μ.Ι.Α. 1906). Κατά το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης, εφόσον η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει καθ’ ον χρόνο είναι ενεργή η ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής ευθύνεται να αποκαταστήσει οποιαδήποτε ζημία συνδέεται αιτιωδώς με τον ασφαλισμένο κίνδυνο (άρθρο 55 ΜΙΑ 1906: … the insurer is liable for any loss proximately caused by a peril insured against…). Προκειμένου να γεννηθεί αξίωση αποζημιώσεως εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως πρέπει να αποδειχθεί ότι η ζημία προκλήθηκε, ως έγγιστα, από κάποιον ασφαλισθέντα κίνδυνο. Η αρχή αυτή εκφράζεται στο γνωστό νομικό απόφθεγμα “causa proxima non remota spectatur” (πρέπει να αναζητείται η εγγύτερη αιτία και όχι η απώτερη τοιαύτη) και αποτυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 55 (1) ΜΙΑ 1906, φέροντος τον τίτλο “Καλυπτόμεναι και Εξαιρούμεναι Ζημίαι” σύμφωνα με την οποία, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του Νόμου και εκτός εάν το ασφαλιστήριο ορίζει άλλως, ο ασφαλιστής ευθύνεται δι` απώλεια ή ζημία, η οποία έχει ως έγγιστα προκληθεί (proximately caused) εκ τινός ασφαλισθέντος κινδύνου. Συνεπώς, για την θεμελίωση της ευθύνης του ασφαλιστή σε περίπτωση απώλειας ή ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος, πρέπει να υφίσταται μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή του επελθόντος κινδύνου – ο οποίος πρέπει να αποτελεί ασφαλισμένο δια του ασφαλιστηρίου κίνδυνο – και της επελθούσης απώλειας ή προξενηθείσης ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος, αιτιώδης σύνδεσμος, ήτοι η ζημία να είναι άμεσο αποτέλεσμα της εγγύτερης προς αυτήν αιτίας. Ως εγγύτερη δε αιτία θεωρείται όχι η χρονικώς τελευταία, αλλά εκείνη που είναι πρόσφορη και επικρατέστερη για την επέλευση του αποτελέσματος (Predominant in efficiency). Γενικώς, όπου ο κίνδυνος περιγράφει μία αιτία, ως επί θαλασσίων κινδύνων (Perils of the sea), εναπόκειται στον ασφαλισμένο να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία, η αξιούμενη βάσει ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οφείλετο σε ένα ασφαλισμένο κίνδυνο. Εάν ο ασφαλισμένος προβάλλει επαρκή αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία πιθανόν προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο, αλλά ο ασφαλιστής διατυπώνει μια εναλλακτική θεωρία ως προς την αιτία, το ζήτημα θα αποφασισθεί βάσει των πιθανοτήτων και για να επιτύχει ο διάδικος, ο οποίος φέρει το βάρος της αποδείξεως, πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει μία υπερέχουσα πιθανότητα (Preponderance of propability), η οποία στηρίζει την υπόθεση του. Αυτός δεν οφείλει να αποκλείσει όλες τις πιθανότητες των ισχυρισμών της άλλης πλευράς, απλώς πρέπει να αποδείξει ότι η δική του περίπτωση στηρίζεται σε μία υπερέχουσα πιθανότητα (ΕφΠειρ 350/2018, ΕφΠειρ 358/2007 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου και παραπομπές σε αγγλική νομολογία και βιβλιογραφία). Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται κατά το άρθρο 55 (2) ΜΙΑ, όταν η ζημία προήλθε από ηθελημένη κακή συμπεριφορά του ασφαλισμένου (“wilful misconduct”), αλλά, πλην αντίθετης πρόβλεψης στην ασφαλιστική σύμβαση, ευθύνεται αν η ζημία προκλήθηκε ως έγγιστα από ασφαλισμένο κίνδυνο, ακόμη και αν η ζημία δεν θα είχε συμβεί εάν δεν είχε λάβει χώρα η ηθελημένη κακή συμπεριφορά. Ο ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει τον δόλο του ασφαλισμένου ως εγγύτατη αιτία της προκληθείσας ζημίας, προκειμένου να απαλλαχθεί από την ευθύνη του. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει ότι, οποιαδήποτε μορφή αμέλειας του ασφαλισμένου στην επέλευση ζημίας ή απώλειας (καλυπτόμενης από την ασφαλιστική σύμβαση) δεν μπορεί κατ’ αρχήν να τύχει επίκλησης από τον ασφαλιστή προς τον σκοπό της απαλλαγής του από την ευθύνη, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά στη σύμβαση. Η ηθελημένη κακή διαχείριση, περιλαμβάνει εκτός από τον άμεσο και ενδεχόμενο δόλο και τη συμπεριφορά εκείνη του ασφαλισμένου, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη ή παράλειψη του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς κατ’ ανάγκη και να το αποδέχεται. Διαφοροποιείται δε η μορφή αυτή πταίσματος από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, διότι από μεγάλη αδιαφορία ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του, καθόσον στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμελείας που απαιτείται κρίνεται αντικειμενικώς. Αντίθετα, στην ηθελημένη κακή διαχείριση απαιτείται αναγκαία και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, ήτοι της ψυχικής εκείνης στάσης που γνωρίζει ότι η ενέργεια του ή η παράλειψη επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος. Έτσι, όταν ο ασφαλισμένος – κύριος του σκάφους επιδεικνύει αδιαφορία ως προς την επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται κατά τα προαναφερθέντα δυνάμει της Section 55 (2) MIA 1906. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 του Μ.Ι.Α. 1906, όταν ο ασφαλισμένος διενήργησε ασφάλιση υπό ρητούς όρους έναντι πάσης αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, το μέτρο της αποζημίωσης, υπό την αίρεση ρητής προβλέψεως στο ασφαλιστήριο, είναι το καταβληθέν ή καταβλητέο ποσό αυτού στον τρίτο σε σχέση με την ευθύνη του αυτή.
[Γ] Σύμφωνα με γενικώς αποδεκτή (άγραφη) αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, συναγόμενη, στο ελληνικό δίκαιο, εμμέσως και από τις διατάξεις των άρθρων 5 § 2 και 6 § 2 ΚΠολΔ (περί της οποίας βλ. Σπ. Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2008, σελ. 72, Χ. Μεϊδάνη, σε Ε. Βασιλακάκη, Δικονομικό Διεθνές Δίκαιο, 2008, σελ. 366, Τ. Παπαδοπούλου, Ο ρόλος του δικάζοντος δικαστή στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 2000, σελ. 52, σημ. 140, Χ. Τσούκα, Ρήτρες διεθνούς δικαιοδοσίας – Ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, 1990, σελ. 25, Χ. Παμπούκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2020, αρ. 1052, σελ. 828, πρβλ και Φ. Δωρή, Περιορισμοί της συμβατικής ελευθερίας στις ρήτρες αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, 1988, σελ. 224), επικρατούσα δε και στο αγγλικό δίκαιο (βλ. σχετ. Fawcett J.J./Carruthers J.M., Private International Law, 2008, ch. 30, σελ. 1235), οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, επί διαφορών που εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας είτε εξ υποκειμένου, λόγω της προσωπικής κατάστασης των αντιδίκων είτε εξ αντικειμένου, λόγω των χαρακτηριστικών της κρινόμενης βιοτικής σχέσης ή εξαιτίας του εφαρμοστέου στην επίδικη έννομη σχέση ουσιαστικού δικαίου, κρίνονται πάντοτε κατά την lex fori, δηλαδή κατά το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 1584/2011, ΕΝαυτΔ 2012/45), ενώ το ίδιο ισχύει και για τα δικονομικά ζητήματα που ανακύπτουν στη δευτεροβάθμια δίκη, όπως είναι το παραδεκτό του ενδίκου μέσου της έφεσης και καθενός από τους λόγους της. Έτσι, επί ιδιωτικών διαφορών υπαγόμενων στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, οι όροι έγκυρης έναρξης και διεξαγωγής της δίκης, μεταξύ των οποίων και το παραδεκτό του εισαγωγικού δικογράφου από την άποψη της πληρότητας του περιεχομένου του, κρίνονται κατά το ημεδαπό αστικό δικονομικό δίκαιο, η δε εξέτασή τους προηγείται της έρευνας της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής. Κατά δε το σύστημα του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού του αντικειμένου της πολιτικής δίκης, υπό τη σύγχρονη εκδοχή του της λειτουργίας του κανόνα δικαίου (περί του οποίου βλ. αναλυτικά σε Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, ΙΙ, 2005, § 60, σελ. 142 επομ. και Κ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 2006, σελ. 24 επομ.), που υιοθετεί ο ΚΠολΔ (άρθρο 216 § 1), για το ορισμένο της αγωγής απαιτείται (αλλά και αρκεί) η παράθεση με σαφήνεια και επάρκεια όσων πραγματικών περιστατικών είναι νομικώς ικανά για τη θεμελίωση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η προστασία (ΑΠ 6/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή, με άλλη διατύπωση, των στοιχείων του πραγματικού του κανόνα δικαίου, των οποίων η συνδρομή επισύρει την έννομη συνέπεια που αντιστοιχεί στο αίτημα του ενάγοντος. Επειδή δε το ορισμένο της αγωγής συναρτάται στενά με το ουσιαστικό δίκαιο που προβλέπει τις προϋποθέσεις παραγωγής του επίδικου δικαιώματος, είναι αυτονόητο ότι, αν με την αγωγή που εισάγεται σε ελληνικό δικαστήριο ασκούνται ουσιαστικά δικαιώματα, που κρίνονται κατ’ αλλοδαπό δίκαιο, το οποίο με συμφωνία τους οι διάδικοι κατέστησαν εφαρμοστέο στην επίδικη σχέση, τα αναγκαία για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου στοιχεία θα υποδείξει ο αλλοδαπός κανόνας δικαίου που καλείται σε εφαρμογή. Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης έκθεση των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η αγωγική αξίωση είναι αναγκαία προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα τόσο στον εναγόμενο να αντιτάξει αποτελεσματική άμυνα όσο και στο δικαστήριο να οριοθετήσει τα θέματα αποδείξεως και να κατανείμει το αντίστοιχο βάρος. Παρόμοια ισχύουν και στο αγγλικό δικονομικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή της αρχής της prima facie case, στα πλαίσια της οποίας ο ενάγων, συστοίχως προς τις επιταγές του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, έχει το βάρος σαφούς επικλήσεως των ισχυρισμών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής του με τέτοια πληρότητα, ώστε να είναι αυτή επιδεκτική αφενός μεν απαντήσεως από τον αντίδικό του και αφετέρου δικαστικής εκτιμήσεως, οπότε ακολουθεί η διεξαγωγή αποδείξεων. Άλλως, γίνεται δεκτό ότι δεν υπάρχει υπόθεση προς εκδίκαση και η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη (Φ. Χριστοδούλου, Βάρος ισχυρισμού και αποδείξεως επί ασφαλιστικής απαιτήσεως λόγω εξαφανίσεως του ασφαλισμένου πλοίου κατά το αγγλικό δίκαιο, σε Μελέτες προς τιμήν Νικολάου Α. Δελούκα, τόμος ΙΙ, 1989, σελ. 1031 επομ. [1035]). Συνεπώς, επί θαλάσσιας ασφάλισης, η οποία αποτελεί ασφάλιση κατά ζημιών, τόσο κατά το ελληνικό (Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 2020, αρ. 291, σελ. 165), όσο και κατά το αγγλικό δίκαιο (Kyriaki Noussia, The Principle of Indemnity in Marine Insurance Contracts, 2007, σελ. 27, Χ. Στυλιανέας, Περί του δικαίου των ρητρών της ναυτικής ασφαλίσεως, σε Δνη 1982/281 επομ.), για το ορισμένο της αγωγής με την οποία, επιδιώκεται κατά το ελληνικό δίκαιο η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω επελεύσεως του ασφαλισμένου κινδύνου, αρκεί, σύμφωνα με τα άρθρα 1, 7 § 7, 11 §§ 1, 3 του Ν. 2496/1997 και 269 § 1 του ΚΙΝΔ, η επίκληση α] της αναλήψεως εκ μέρους του ασφαλιστή συμβατικά και έναντι ασφαλίστρου της υποχρέωσης καταβολής ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (ΑΠ 568/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 978/1996, Δνη 1998/823 = ΕΕμπΔ 1997/77 = ΕΕΝ 1998/170 = ΕΤρΑξΧρΔ 1997/167), β] της επελεύσεως της περίπτωσης αυτής, καθώς και γ] της ζημίας που προκλήθηκε στην ασφαλισμένη περιουσία με την αναφορά, επί αποκατασταθείσας ζημίας, των πραγμάτων που απωλέσθηκαν ή εβλάβησαν και εκείνων με τα οποία αντικαταστάθηκαν, ως και της αξίας (κόστους αγοράς) τους (ΕφΘεσ. 28/2006, ΕπισκΕΔ 2006/496, ΕφΑθ. 6347/1990, ΕΕμπΔ 1992/285 = ΕΝαυτΔ 1991/182). Λόγω δε της καταρχήν ισχύος στο ελληνικό δίκαιο της θαλάσσιας ασφάλισης της αρχής της καθολικότητας των ασφαλιζόμενων κινδύνων (βλ. σχετ. ΕφΠειρ. 815/2000, ΕΝαυτΔ 2001/157, με παρατηρήσεις Α. Μαρκάκη, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Η αρχή της καθολικότητας των καλυπτομένων κινδύνων στη θαλάσσια ασφάλιση, σε ΕπισκΕΔ 2006/609 επομ., Α. Σινανιώτου – Μαρούδη, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 2017, σελ. 253), που εκφραζόμενη νομοθετικά στη διάταξη του άρθρου 269 § 1 ΚΙΝΔ, αποσκοπεί στην κατά το δυνατόν καθολική κάλυψη του λήπτη της ασφαλίσεως έναντι όλων των κινδύνων που απειλούν το ασφαλισμένο συμφέρον και κατά την οποία καλύπτονται ασφαλιστικά όλοι οι κίνδυνοι της θαλασσοπλοΐας που μπορεί να συμβούν κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού και, ειδικότερα, τόσο οι κίνδυνοι της θάλασσας (perils of the sea), δηλαδή εκείνοι που η επέλευσή τους οφείλεται στην επενέργεια των στοιχείων της θάλασσας, όσο και οι κίνδυνοι στη θάλασσα (perils on the sea), δηλαδή εκείνοι που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια του πλου χωρίς να οφείλονται στην επιζήμια επενέργεια των θαλάσσιων δυνάμεων επί του ασφαλισμένου αντικειμένου (λ.χ. κλοπή εν πλω), ο ζημιωθείς ενάγων δεν χρειάζεται να επικαλεστεί ότι η ζημία προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο, καθώς για να αποζημιωθεί αρκεί να επικαλεστεί (και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει) ότι υπέστη ζημία, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του πλου και ενόσω η ασφαλιστική σύμβαση ήταν σε ισχύ (Γ. Δανιήλ, Στοιχεία του Δικαίου της Θαλάσσιας Ασφάλισης, 2022, σελ. 67). Τα ίδια κατά βάση ισχύουν και όταν πρόκειται για αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω επέλευσης ασφαλιζόμενου θαλάσσιου κινδύνου με βάση σύμβαση ασφάλισης, που είχε συμφωνηθεί να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Ενόψει, όμως, της ισχύος εκεί της (αντίθετης) αρχής της ειδικότητας των ασφαλιζόμενων κινδύνων, που έχει την έννοια ότι καλύπτονται μόνον οι κίνδυνοι της θάλασσας που αναφέρονται στην ασφαλιστική σύμβαση [s. 55 (1) MIA 1906], αναγκαίο στοιχείο της ιστορικής της βάσης είναι, εκτός των άλλων και η επέλευση συγκεκριμένου ασφαλισμένου κινδύνου εξαιτίας της θάλασσας, που επέφερε την ασφαλιστική περίπτωση (ΜονΕφΠειρ. 343/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, συνήθης στις συμβάσεις θαλάσσιας ασφάλισης που συνάπτουν τα P.&I. club και διέπονται από το αγγλικό δίκαιο είναι η ρήτρα «pay to be paid», δηλαδή «κατέβαλε για να σου καταβάλλουν». Μάλιστα, η περίληψη στο ασφαλιστήριο αυτής της αρχής διακρίνει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια αποζημίωσης από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια αστικής ευθύνης [Jerome C. Scowcroft, journal of Maritime Law and Commerce, Vol. 20, No. 2, April, 1989 (περιοδικό Ναυτικού Δικαίου και Εμπορίου, Τόμος 20, Τεύχος 2, Απρίλιος 1989). Κατά την εν λόγω αρχή, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη με την καταβολή της αποζημίωσης από τον ασφαλισμένο στον ζημιωθέντα [Λία Αθανασίου, Η υποχρεωτική θαλάσσια ασφάλιση Ιδίως ο ρόλος και η λειτουργία της ασφάλισης στη θαλάσσια ρύπανση, ΕπισκΕμΔικ 2006.309 επ.]. Αποτελεί δηλαδή η καταβολή αναβλητική αίρεση για την ενεργοποίηση της ευθύνης του ασφαλιστή (Ν. Νίκας, Όψεις της Ευρωπαϊκής έννοιας της εκκρεμοδικίας και του δεδικασμένου κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΔΕΕ) και η υποδοχή τους στην ημεδαπή έννομη τάξη, ΕπΠολΔ 1, σελ 24 επ. υποσημ. 66]. Εξάλλου, κατά το ελληνικό δίκαιο, ενόσω εκκρεμεί η (αναβλητική) αίρεση, δεν θεμελιώνεται ήδη κατά το ουσιαστικό δίκαιο η (σύμφυτη προς την έννοια της αξιώσεως) εξουσία του δικαιούχου να εκβιάζει την εκπλήρωση της παροχής, μεταχειριζόμενος τα νόμιμα μέσα καταναγκασμού. Εν τούτοις, κατά τις διατάξεις του άρθρου 69 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται να ασκείται αγωγή κατά του οφειλέτη και να χωρεί προκαταβολική καταδίκη του στην εκπλήρωση της παροχής, υπό τους ειδικότερους όρους του άρθρου 69 § 2 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να επιτυγχάνεται, αζημίως για τον οφειλέτη, η σύντμηση του απαιτούμενου για την έκδοση του εκτελεστού τίτλου διαστήματος και, συνεπώς, η αποτελεσματικότερη έννομη προστασία του δανειστή [Αναγκαστική εκτέλεση αξιώσεων υπό αίρεση, σε: Ε. Ποδηματά, Μελέτες Ιστορίας, Μεθοδολογίας και Δογματικής του Δικονομικού Δικαίου, 2019, σ. 733 = sakkoulas-online].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους διαδίκους της παρεμπίπτουσας αγωγής ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, υπάρχει ρητή συμβατική υπαγωγή της, μεταξύ των διαδίκων της αγωγής αυτής, ασφαλιστικής σύμβασης στις διατάξεις και ρυθμίσεις του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου, όπως άλλωστε κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση (σχετικά σελ. 26) έστω κι αν για τη νομική βασιμότητα της αγωγής περιέλαβε και τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ (σχετικά σελίδα 14). Ως εκ τούτου, η ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή, τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις αναφερόμενες, στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, διατάξεις του Αγγλικού Δικαίου, καθώς επίσης των διατάξεων του άρθρου 176 ΚΠολΔ, οι οποίες ως διατάξεις δικονομικού περιεχομένου εφαρμόζονται, ως lex fori. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η εν λόγω αγωγή, παραδεκτώς ηγέρθη από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα, προ της υπ’ αυτού καταβολής της αιτούμενης με την κύρια αγωγή αποζημιώσεως στην ενάγουσα της αγωγής αυτής (κύριας), έστω κι αν η καταβολή του ασφαλίσματος, τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της προηγούμενης, υπό του παρεμπιπτόντως ενάγοντος καταβολής της αποζημίωσης στην τρίτη – κυρίως ενάγουσας, λόγω της ρήτρας «pay to be paid», όπως η παρεμπιπτόντως εναγομένη ισχυρίσθηκε και έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς κατά τούτο να πλήττεται από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα, ρήτρα η οποία περιελήφθη στο ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, ενόσω εκκρεμεί η (αναβλητική) αίρεση, κατά το ελληνικό δίκαιο το οποίο ως lex fori τυγχάνει εφαρμοστέο σε όλα τα δικονομικά ζητήματα, επιτρέπεται και δη με τις διατάξεις του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ, να ασκείται αγωγή κατά του οφειλέτη και να χωρεί προκαταβολική καταδίκη του στην εκπλήρωση της παροχής, υπό τους ειδικότερους όρους του άρθρου 69 § 2 εδ. τελ. του ιδίου Κώδικα, αφού ο παρεμπιπτόντως ενάγων έχει έννομο συμφέρον προκειμένου να επιτύχει, αζημίως για την παρεμπιπτόντως εναγομένη ως οφειλέτριας, τη σύντμηση του απαιτούμενου για την έκδοση του εκτελεστού τίτλου διαστήματος και, συνεπώς, αποτελεσματικότερη έννομη προστασία του [όμοια ΕΑ 6026/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την παρεμπιπτόντως εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επαναφέροντας αντίστοιχους ισχυρισμούς της που είχε προβάλλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίοι σιωπηρώς απερρίφθησαν με την εκκαλουμένη απόφαση, ισχυρισμοί που ερευνώνται και αυτεπαγγέλτως, έστω κι αν δεν προσεβλήθη κατά τούτο η εκκαλουμένη απόφαση με λόγο έφεσης από την μόνη έχουσα προς τούτο έννομο συμφέρον παρεμπιπτόντως εναγομένη, αφού κατατείνουν στην απόρριψη της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα στην ουσία τους. Τέλος, ειδικώς όσον αφορά στο περί επιδίκασης τόκων υποβληθέν με την ένδικη αγωγή τόκων, παραδεκτώς και δη ορισμένως υπεβλήθη τούτο υπό του ενάγοντος με την ένδικη αγωγή του, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης που επαναφέρεται με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί αοριστίας του αιτήματος αυτού εκ του λόγου ότι, δεν αναφέρεται ο χρόνος έναρξης της αιτούμενης τοκοφορίας, αφού αν και πράγματι δεν γίνεται ρητή μνεία στην ένδικη αγωγή του χρόνου ενάρξεως της αιτούμενης τοκοφορίας, δια της αναφοράς στο άνω αίτημα των λέξεων «εντόκως νομίμως» εμπεριέχεται και ο χρόνος έναρξης των αιτούμενων τόκων, ήτοι από της επιδόσεως της αγωγής, αφού νόμιμοι τόκοι τυγχάνουν οι οριζόμενοι στο άρθρο 346 ΑΚ, που αυτή ως δικονομική διάταξη εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατά τις διατάξεις της οποίας, οι νόμιμοι τόκοι οφείλονται από της επιδόσεως της αγωγής.
VΙΙΙ. Από τις περιεχόμενες στις με αριθμό …./9.5.2023 και …../9.5.2023 ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν με επιμέλεια της κυρίως ενάγουσας των …………… και …………….., κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου της κύριας αγωγής (σχετικά ……./4.5.2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……………), την εξέταση των οποίων η κυρίως ενάγουσα, ως πλαγιαστικώς ενάγουσα, κοινοποίησε και προς την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία (σχετικά ………./4.5.2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………), την περιεχομένη στη με αριθμό …./24.4.2023 ένορκη βεβαίωση του ………… η οποία ελήφθη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς με επιμέλεια του κυρίως εναγομένου και παρεμπιπτόντως ενάγοντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων του (κυρίως ενάγουσας και παρεμπιπτόντως εναγομένης) [σχετικά με αριθμό …../19.4.2023 και ………./19.4.2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς …………], τις περιεχόμενες στις με αριθμό …../24.4.2023 και ……../24.4.2023 ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν με επιμέλεια της παρεμπιπτόντως εναγομένης …………………. και του …………………, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του παρεμπιπτόντως ενάγοντος (σχετικά με αριθμό ….. από 19.4.2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς …………..) και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως, μεταξύ των οποίων, τα ξενόγλωσσα έγγραφα που είναι συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα, την οποία το Δικαστήριο κατανοεί και προσκομίζονται χωρίς να συνοδεύονται από την κατ’ άρθρο 454 ΚΠολΔ επίσημη μετάφραση, θα ληφθούν δε υπόψη για την διαμόρφωση τού αποδεικτικού πορίσματος συμπληρωματικά, ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εκτιμώμενα ελεύθερα [ΑΠ 124/2023 Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου], πλην τα επισυναπτόμενα χωρίς μετάφραση στο προσκομιζόμενο ως σχετικό 24 από την ενάγουσα συνταχθέντα στην ιταλική γλώσσα αφού το Δικαστήριο αγνοεί την Ιταλική Γλώσσα, οι με αριθμό …………./2020 και ………/2020 ένορκες βεβαιώσεις των ……………….. και ………….., οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια έτερης δίκης με επιμέλεια του ήδη κυρίως εναγομένου [σχετικά προσκομιζόμενη με αριθμό 607/1922 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με βεβαίωση σε αυτή περί του νομοτύπου και εμπροθέσμου της κλητεύσεως των αντιδίκων του], καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως για πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον δεν κρίνεται ότι προσκομίσθηκαν από πρόθεση στρεψοδικίας, απεδείχθησαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία «………………», κατά τον επίδικο χρόνο και δη κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2018, ετύγχανε πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Ολλανδίας και με αριθμό Νηολογίου Άμστερνταμ ……………. σκάφους αναψυχής (θαλαμηγού) «M». Το εν λόγω σκάφος, ήταν ελλιμενισμένο στην …… μαρίνα της Γλυφάδας και ασφαλώς πρυμνοδετημένο στον προβλήτα, στη θέση …… Στη δεξιά πλευρά του ήταν ελλιμενισμένο, κατόπιν συμβάσεως ελλιμενισμού με την ανωτέρω Μαρίνα, το υπό σημαία Ολλανδίας σκάφος αναψυχής (θαλαμηγός) «P», πλοιοκτησίας του εναγομένου …………………, ενώ στην αριστερή του πλευρά ήταν ελλιμενισμένο το σκάφος αναψυχής B. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 15.12.2018 και περί ώρα 01.30, η υπήκοος Αυστρίας ………., διαμένουσα, ως απεδείχθη και αναλύεται κατωτέρω, στο ανωτέρω σκάφος αναψυχής του εναγομένου, αφού περιέλουσε ολόκληρη την επιφάνεια του καταστρώματος του σκάφους του εναγομένου με εύφλεκτο υλικό και δη με πετρέλαιο, αγνώστου προελεύσεως και ποσότητας, προκάλεσε σε αυτό φωτιά με τη χρήση γυμνής φλόγας σπίρτου, η οποία με ταχύτητα, λόγω της υψηλής θερμογόνου δυνάμεως του υλικού κατασκευής του σκάφους αυτού (πλαστικό) καθώς και των χώρων ενδιαιτήσεώς του (πλαστικό, ξύλο, λάστιχο, χρώματα) [σχετικά σελ. 10 της προσκομιζόμενης από μηνός Φεβρουαρίου 2019 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Διπλωματούχου Ναυπηγού – Μηχανολόγου Μηχανικού ……….., η οποία διενεργήθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης για το ένδικο συμβάν] επεκτάθηκε γρήγορα σχεδόν σε όλους τους χώρους του σκάφους, καίγοντας καθετί εύφλεκτο (σελ. 28 ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης). Αν και λόγω του πυκνού καπνού, η φωτιά έγινε αμέσως αντιληπτή από τον υπάλληλο του Λιμεναρχείου Σαρωνικού ………………….., ο οποίος ειδοποίησε άμεσα την Πυροσβεστική Υπηρεσία και παρά τη συνδρομή πέντε οχημάτων της εν λόγω Υπηρεσίας και ενός πυροσβεστικού σκάφους, η κατάσβεση της εν λόγω πυρκαγιάς ολοκληρώθηκε περί ώρα 04.00 της ίδιας ημέρας, αφού κατέστρεψε ολοσχερώς το ανωτέρω σκάφος του εναγομένου το οποίο εν τέλει βυθίστηκε. Επιπλέον, λόγω των επικρατουσών καιρικών συνθηκών, αφού έπνεαν άνεμοι ενστάσεως τεσσάρων μποφόρ από τη δεξιά πλευρά του σκάφους του εναγομένου, η πυρκαγιά επεκτάθηκε και στο ανωτέρω σκάφος της ενάγουσας εταιρείας, καταστρέφοντάς το ολοσχερώς, ως αναλύεται κατωτέρω, αλλά και στο παραπλεύρως αυτού ελλιμενισμένο σκάφος B.. Η προκαλέσασα την ανωτέρω πυρκαγιά, μη διάδικος στην παρούσα δίκη ……., αμέσως μετά την πρόκληση αυτής, ενημέρωσε τηλεφωνικά τη σύζυγο του εναγομένου, ……., για την ύπαρξη φωτιάς στο ανωτέρω σκάφος αυτού (εναγομένου), ακολούθως δε αυτοβούλως μετέβη στο ΑΤ Γλυφάδας (σχετικά προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτ. ………./2018 από 15.12.2018 υποβλητική αναφορά προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά του Λιμεναρχείου Σαρωνικού) και ομολόγησε την πράξη της. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, η ……., γεννηθείσα την 26.7.1980, μόνιμη κάτοικος Αυστρίας, πάσχουσα τουλάχιστον από μηνός Νοεμβρίου 2017 από παρανοειδή σχιζοφρένεια και έχοντας, εκ του λόγου τούτου, τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, δυνάμει αποφάσεως του Τμήματος εικοστού τετάρτου (24) του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Μπάντες της Αυστρίας, όπως αναφέρει σχετικά η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της (σελ. 8) και δεν αμφισβητείται ειδικά από τον εναγόμενο, αναχώρησε κρυφά από τους οικείους της από την Αυστρία όπου κατοικούσε μόνιμα, κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2018, ούσα ηλικίας 38 ετών, με προορισμό αρχικά το Ντουμπάι και ακολούθως την Ελλάδα, διαθέτουσα για τη συντήρησή της σε μετρητά το ποσό των ευρώ τριών χιλιάδων. Αρχικά, με την άφιξή της στην Αθήνα, διέμεινε σε ξενοδοχείο στο κέντρο των Αθηνών, έως ότου ανάλωσε το σύνολο των μετρητών που διέθετε. Τότε, απεχώρησε από το ανωτέρω ξενοδοχείο και αφού διέμεινε για διάστημα τουλάχιστον δύο ημερών στην ύπαιθρο, προκειμένου να καλύψει τις στεγαστικές της ανάγκες, εισήλθε λάθρα, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου, στο ανωτέρω σκάφος του, το οποίο, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, ήταν νόμιμα ελλιμενισμένο στην ανωτέρω μαρίνα. Τη διαμονή της στο σκάφος ο εναγόμενος αντελήφθη την 1.8.2018, όπως ο ίδιος κατέθεσε στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε, οπότε επισκεπτόμενος το σκάφος του ανηύρε αυτήν (……. …….) να διαμένει εντός αυτού [«να κοιμάται», όπως χαρακτηριστικά περί τούτου κατέθεσε η …….., Αντιδήμαρχος του Δήμου Γλυφάδας σε θέματα παιδείας, κοινωνικής μέριμνας και αλληλεγγύης, στην οποία ο εναγόμενος απευθύνθηκε ακολούθως προκειμένου να ανεύρει εργασία και διαμονή στην ……. …….]. Ο εναγόμενος, αρχικά εζήτησε από αυτήν (……. …….) να αποχωρήσει από το σκάφος του, πλην όμως η απόφασή του αυτή εκάμφη και επέτρεψε εν τέλει σε αυτήν να διαμείνει εντός του σκάφους αυτού προσωρινά, ήτοι έως ότου αυτή ανεύρει εργασία ικανή για τη συντήρησή της, όταν πληροφορήθηκε από αυτή (……. …….) ότι δεν διαθέτει την αναγκαία για τη διαβίωσή της στέγη. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την από 15.12.2018 ένορκη προανακριτική κατάθεση αυτού (εναγομένου), η οποία εδόθη στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης για την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση, η ……. ……., του εξέθεσε την κατάσταση στην οποία ευρίσκετο και δη ότι ήταν άστεγη και προηγούμενα διέμενε στην ύπαιθρο [«κοιμόταν έξω στο παγκάκι»], ήταν άνεργη και εστερείτο χρημάτων. Ο εναγόμενος, όπως αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του, την 4.8.2018, αφού έλαβε από αυτήν το διαβατήριό της, απευθύνθηκε στη Διεύθυνση Αστυνομίας Ν/Α Αττικής και στο ΤΑ Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, προκειμένου να διερευνήσει εάν εκκρεμούσαν σε βάρος της (……. …….) διωκτικά έγγραφα. Τούτο αποδεικνύεται από το υπ’ αυτού προσκομιζόμενο από 6.12.2018 έγγραφο του Τμήματος της SIRENE της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Κλάδου Ασφαλείας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο περιέχει μήνυμα των Αρχών της Αυστρίας αναζήτησης της ……. ……. από την οικογένειά της, στο τέλος του οποίου (εγγράφου) παρατίθεται αναφορά ότι πράγματι την 4.8.2018, άτομο με τα ανωτέρω στοιχεία (……. …….) αναζητήθηκε από τις εν λόγω υπηρεσίες στην εφαρμογή «Αφιξαναχωρήσεις» του Police on line. Εν τούτοις, σε βάρος της καμία ποινική εκκρεμότητα δεν διεπίστωσε, όπως επίσης δεν έλαβε γνώση της αναζήτησης αυτής από την οικογένειά της, αφού το σχετικό έγγραφο αναζήτησης αυτής παρελήφθη από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές την 6.12.2018. Ο εναγόμενος, απεδείχθη επίσης ότι, ήρθε σε επικοινωνία με την …………, Αντιδήμαρχο του Δήμου Γλυφάδας σε θέματα παιδείας, κοινωνικής μέριμνας και αλληλεγγύης, αναζητώντας τρόπους προκειμένου αυτή (……. …….) να ανεύρει εργασία και στέγη χωρίς αποτέλεσμα (σχετικά από 15.12.2018 ένορκη προανακριτική κατάθεση της …………). Απεδείχθη περαιτέρω ότι, εντός του ιδίου μηνός Αυγούστου του έτους 2018, όταν ο εναγόμενος και η οικογένειά του ταξίδεψαν στη νήσο Κεφαλλονιά όπου η σύζυγός αυτού (εναγομένου) διαθέτει ενοικιαζόμενα δωμάτια, εζήτησε από την ……. ……. και αυτή δέχθηκε να συνοδεύσει αυτόν (εναγόμενο) και την οικογένειά του στην ως άνω νήσο, οπότε η σύζυγος του εναγομένου της προσέφερε εργασία σε ενοικιαζόμενα δωμάτια [σχετικά από 15.12.2018 απολογία της ……. …….]. Μάλιστα, στα πλαίσια της προανακριτικής της απολογίας, αυτή (……. …….), ως προς τη διαμονή της στην ανωτέρω νήσο κατέθεσε σχετικά «… με πήγαν στην Κεφαλλονιά, όπου η …….. μου πρόσφερε εργασία σε ενοικιαζόμενα δωμάτια που κατείχε αλλά δεν ήθελα να μείνω εκεί…». Με την επιστροφή του εναγομένου μετά της οικογενείας του και της ……. ……. από την ανωτέρω νήσο στην Αθήνα, τον μήνα Σεπτέμβριο 2018, η ……. ……. συνέχισε να διαμένει μόνη αυτή στο ανωτέρω σκάφος του εναγομένου με τη συναίνεση του τελευταίου, ο οποίος μάλιστα μαζί με τη σύζυγό του, ….., ανέλαβαν και τη διατροφή της, αφού όπως ο ίδιος ο εναγόμενος κατέθεσε στην από 15.12,2018 ένορκη προανακριτική του κατάθεση, κάθε δύο ή τρεις ημέρες της πήγαιναν τρόφιμα, της παρέδωσαν την παλιά τηλεφωνική συσκευή της μητέρας του εναγομένου προκειμένου να τη χρησιμοποιεί για να επικοινωνεί με τρίτους, επιπλέον δε της κατέβαλαν και κάποιο μικρό χρηματικό ποσό για τις αναγκαίες δαπάνες διαβιώσεώς της [σχετικά από 15.12.2018 ένορκη προανακριτική κατάθεση της …….., συζύγου του εναγομένου, από 15.12.2018 ένορκη προανακριτική κατάθεση του εναγομένου και από 15.12.2018 προανακριτική απολογία της ……. …….]. Όπως κατέθεσε ο με επιμελεία της ενάγουσας εξετασθείς ………., ο οποίος ανέπτυξε φιλία με την ……. ……., η κατάθεση του οποίου περιέχεται στην προμνημονευθείσα με αριθμό ……/9.5.2023 ένορκη βεβαίωση και δεν αντικρούεται επαρκώς από τον εναγόμενο, αφού ουδέν περί τούτου αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του, αυτή (……. …….) του κατέστησε γνωστό ότι, σε ανταπόδοση της υπό του εναγομένου φιλοξενίας της επί του ανωτέρω σκάφους του, ο εναγόμενος της εζήτησε και αυτή δέχθηκε και ανέλαβε τον καθαρισμό και τη φύλαξη του σκάφους αυτού στο οποίο διέμενε, κατά τη διάρκεια της σε αυτό διαμονής της. Μάλιστα, η εξετασθείσα με επιμέλεια της ενάγουσας μάρτυρας ……….., η κατάθεση της οποίας περιέχεται στη με αριθμό ………/2023 ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε ότι, αρχές του μηνός Αυγούστου του έτους 2018, όταν αυτή επισκέφθηκε το σκάφος της ενάγουσας, διατηρώντας φιλικές σχέσεις με την ……….., εταίρο της ενάγουσας και τον ……….., σύζυγο της τελευταίας και θείο του εναγομένου, κατόπιν πρόσκλησης αυτού (εναγομένου), επισκέφθηκε το ανωτέρω σκάφος του εναγομένου, ομού μετά των …………… και ……….., επί του οποίου ευρίσκονταν και η ……. ……. και ήταν αυτή (……. …….) η οποία τους εξυπηρέτησε σερβίροντάς τους ποτά, ενώ παράλληλα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσασας στο ανωτέρω σκάφος, αυτή (……. …….) εκτελούσε εργασίες καθαρισμού του σκάφους. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, η ……. ……. συνέχιζε να διαμένει στο ανωτέρω σκάφος με τη συναίνεση του εναγομένου, χωρίς εν τούτοις να αποδεικνύεται ότι αυτή κατέβαλε προσπάθειες ανεύρεσης μόνιμης στέγης και εργασίας ικανής για την αυτοσυντήρησή της. Ενόψει του γεγονότος ότι η κατάσταση αυτή επιβάρυνε οικονομικά τον εναγόμενο, επιπλέον δε το ανωτέρω σκάφος αυτού (εναγομένου) έχρηζε επισκευών, όπως η σύζυγος του εναγομένου …….. κατέθεσε στην από 15.12.2018 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, αυτοί (εναγόμενος και η σύζυγός του) σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο κατά την εν λόγω κατάθεση, πήραν την απόφαση να ζητήσουν από την ……. ……., όπως αυτή (……. …….) αποχωρήσει από το ανωτέρω σκάφος του εναγομένου. Κατά την ίδια ένορκη προανακριτική κατάθεση, αυτοί (εναγόμενος και η σύζυγός του) απεφάσισαν ότι τούτο θα ανακοίνωνε ο εναγόμενος στην ……. ……., περί τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου 2018. Την 6.11.2018 ο εναγόμενος δήλωσε προς τη Λιμενική Αρχή Σαρωνικού, τη θέση σε ακινησία του ανωτέρω σκάφους του, το οποίο, όπως ο ίδιος κατέθεσε στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, δεν διέθετε λειτουργική ικανότητα, αφού αυτός (εναγόμενος) είχε απομακρύνει τον έναν από τους δύο (τον δεξιό) κινητήρες του και τον είχε μεταφέρει προς επισκευή του σε συνεργείο. Την έλλειψη του δεξιού κινητήρα του σκάφους διεπίστωσε και ο ανωτέρω πραγματογνώμονας. Επίσης, ο ίδιος (εναγόμενος), την 8.12.2018, ημέρα Σάββατο και όχι τον μήνα Νοέμβριο 2018 όπως αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και στην παρεμπίπτουσα αγωγή του, παρουσία του φίλου του και συνεργάτη του …….., γνωστοποίησε στην ……. ……. την επιθυμία του να αποχωρήσει από το σκάφος του. Εν τούτοις, δεν απεδείχθη, όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όπως σχετικά κατέθεσε και ο εξετασθείς με επιμέλειά του μάρτυρας ……….., η κατάθεση του οποίου περιέχεται στην προμνημονευθείσα ένορκη βεβαίωση ότι, αυτή (……. …….) απεχώρησε από το ανωτέρω σκάφος του εναγομένου την 10.12.2018, ημέρα Δευτέρα. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο άγεται (α) από την προανακριτική απολογία της ίδιας της ……. ……., η οποία σαφώς κατέθεσε ότι απεχώρησε από το σκάφος αυτό, παίρνοντας τα πράγματά της ξημερώματα της 15.12.2018 αφού, όπως απεδείχθη και αναλύεται κατωτέρω, έβαλε φωτιά στο σκάφος του εναγομένου, καταθέτοντας χαρακτηριστικά «… Έριξα κρασί στο πάτωμα, άναψα σπίρτα και έβαλα φωτιά στο πάτωμα με αποτέλεσμα να αρπάξει φωτιά το ξύλινο πάτωμα του σκάφους και εν συνεχεία ολόκληρο το σκάφος. Αφού είχα μαζέψει τα πράγματά μου βγήκα από το σκάφος…», (β) από την προανακριτική κατάθεση της συζύγου του εναγομένου ….. η οποία αν και κατέθεσε σαφώς ότι είχε συμφωνήσει με τον σύζυγό της και ήδη κυρίως εναγόμενο να γνωστοποιήσουν στην ……. ……. ότι επιθυμούσαν να αποχωρήσει από το ανωτέρω σκάφος, η ίδια δεν κατέθεσε σαφώς ότι την 15.12.2018, οπότε η ……. ……. έθεσε τη φωτιά επί του σκάφους του εναγομένου, αυτή είχε ήδη απομακρυνθεί από αυτό, (γ) από το γεγονός ότι η ……. ……. συνέχιζε να κατέχει την τηλεφωνική συσκευή της μητέρας του εναγομένου, κατά το χρόνο του εμπρησμού, αφού από το εν λόγω κινητό τηλέφωνο ενημέρωσε τη σύζυγο του εναγομένου ότι το σκάφος αυτού καίγεται και (δ) από την από 15.12.2018 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ιδίου του εναγομένου, ο οποίος κατέθεσε ότι, όταν μετέβη στο σκάφος του, αφού η ……. ……. ενημέρωσε τη σύζυγό του ότι το σκάφος του καίγεται, θεωρούσε ότι αυτή (……. …….) ήταν εντός του σκάφους του και επεχείρησε να εισέλθει σε αυτό για τη διάσωσή της, καταθέτοντας σχετικά «… Εν συνεχεία ήρθα με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου όπου διαπίστωσα έντρομος ότι το σκάφος μου είχε καεί ολοσχερώς. Νόμιζα ότι η κοπέλα βρισκόταν εντός του σκάφους και δοκίμασα να μπω να δω μήπως είναι μέσα …». Εάν πράγματι η ……. ……. είχε ήδη αποχωρήσει από το ανωτέρω σκάφος του την 10.12.2018 ο εναγόμενος δεν είχε λόγο να σκεφθεί ότι αυτή (……. …….) υπήρχε πιθανότητα να ευρίσκεται εντός του σκάφους του, δεδομένου μάλιστα ότι αυτή (……. …….) είχε μεν γνωστοποιήσει στη σύζυγο του εναγομένου τηλεφωνικά ότι το σκάφος αυτού είχε πάρει φωτιά, δίχως εν τούτοις να της αναφέρει ότι αυτή είχε θέσει τη φωτιά. Ενόψει των αμέσως ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο, δεν δύναται να αχθεί σε διαφορετική κρίση και δη ότι η ……. ……. απεχώρησε αφού έλαβε τα πράγματά της από το ανωτέρω σκάφος την 10.12.2018, από την περιεχομένη στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση κατάθεση του φίλου και συνεργάτη του εναγομένου …………, κατά την κατάθεση του οποίου η ……. ……. απεχώρησε αφού έλαβε τα πράγματά της από το ανωτέρω σκάφος την 10.12.2018, αφού μάλιστα αυτός δεν κατέθεσε ότι ήταν παρόν στην αποχώρηση αυτής από το σκάφος την 10.12.2018. Όμοια, σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από την ένορκη κατάθεση που περιέχεται στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του ………………, κατά την οποία κατά τις επισκέψεις του στο σκάφος του εναγομένου μετά την 10.12.2018, μία εκ των οποίων τοποθετείται χρονικά την 11.12.2018, η ……. ……. δεν βρίσκονταν επί του σκάφους. Απεδείχθη, επομένως, ότι και μετά την 8.12.2018 η ……. ……. συνέχιζε να διαμένει στο ανωτέρω σκάφος του εναγομένου. Κατά τις πρώτες ώρες της 15.12.2018 και ακριβέστερα περί ώρα 01.30, η ……. ……., αφού περιέλουσε την επιφάνεια του καταστρώματος του ανωτέρω σκάφους του εναγομένου με εύφλεκτο υλικό και δη με πετρέλαιο, αγνώστου προελεύσεως και ποσότητας, προκάλεσε στο εν λόγω σκάφος φωτιά με τη χρήση γυμνής φλόγας σπίρτου, η οποία με ταχύτητα, ως αναλύεται και ανωτέρω, επεκτάθηκε με πλήρη ένταση σε όλο το μήκος και πλάτος αυτού. Επιπλέον, συνεπεία των ανέμων που επικρατούσαν κατ’ εκείνο το χρόνο στην περιοχή, η φωτιά επεκτάθηκε και στο ανωτέρω σκάφος της ενάγουσας εταιρείας το οποίο κατεστράφη ολοσχερώς, ως αναλύεται κατωτέρω. Η προκαλέσασα την ανωτέρω πυρκαγιά, μη διάδικος στην παρούσα δίκη ……. ……., αμέσως μετά την πρόκληση αυτής, ενημέρωσε τηλεφωνικά τη σύζυγο του εναγομένου, ………………., για την ύπαρξη φωτιάς στο ανωτέρω σκάφος του εναγομένου, ακολούθως δε αυτοβούλως μετέβη στο ΑΤ Γλυφάδας και ομολόγησε την πράξη της. Στα πλαίσια της διενεργηθείσας από το Λιμεναρχείο Σαρωνικού προανάκρισης, η ανωτέρω δράστης του εμπρησμού του σκάφους του εναγομένου, απολογούμενη, κατέθεσε μεταξύ άλλων, σε απάντηση επί της ερωτήσεως περί του λόγου που την οδήγησε στην πρόκληση της πυρκαγιάς, ότι «… Τα βράδια έβλεπα διάφορες εικόνες στο κεφάλι μου οι οποίες δεν μου φεύγαν και μου έβγαινε άγρια και επιθετική συμπεριφορά. Δεν έλεγχα τον εαυτό μου, ούτε αυτό που κάνω, νευρίαζα με τον εαυτό μου που δεν μπορούσα να το ελέγξω αλλά δεν μετανιώνω. Ήταν το καλύτερο πράγμα που έχω κάνει για τον εαυτό μου…». Περαιτέρω, σε απάντηση επί της ερωτήσεως περί του τρόπου προκλήσεως του εμπρησμού κατέθεσε «Έριξα κρασί στο πάτωμα, άναψα σπίρτα και έβαλα φωτιά στο πάτωμα με αποτέλεσμα να αρπάξει φωτιά το ξύλινο πάτωμα του σκάφους και εν συνεχεία ολόκληρο το σκάφος. Αφού είχα μαζέψει τα πράγματά μου βγήκα από το σκάφος, ενημέρωσα τηλεφωνικά την ……….. για την πράξη μου και κατευθύνθηκα στο Α.Τ. Γλυφάδας όπου και ομολόγησα την πράξη μου». Τέλος σε ερώτηση εάν έχει μετανιώσει για την πράξη της αυτή, κατέθεσε ότι «Όχι, δεν έχω μετανιώσει για τις πράξεις μου. Δεν ήθελα να προξενήσω κακό σε κάποιον άνθρωπο αλλά το σκάφος ήταν ο χώρος που ζούσα, με έπνιγε και εκεί ήθελα να ξεσπάσω.». Κατ’ αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα του εμπρησμού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει και προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα και αυτή παραπέμφθηκε ως κατηγορουμένη για την εν λόγω πράξη ενώπιον του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, το ανωτέρω Δικαστήριο, την 19.12.2018, με τη με αριθμό ΑΤ 6189/19.12.2018 απόφασή του, αφενός μεν ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη από ιατρό ψυχίατρο στην ανωτέρω κατηγορουμένη για την διαπίστωση της ψυχιατρικής της κατάστασης, αφ’ ετέρου δε διαβίβασε τη σχηματισθείσα για το ένδικο συμβάν ποινική δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα, προκειμένου να διερευνηθεί η περίπτωση θέσης αυτής (εν λόγω κατηγορουμένης) υπό καθεστώς ακούσιας νοσηλείας. Αυθημερόν (19.12.2018), η ανωτέρω κατηγορουμένη, εξετάσθηκε από τους ιατρούς …… και ………………….., υπηρετούντες στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής. Κατά τη σχετικώς από 19.12.2018 συνταχθείσα υπό των ανωτέρω ιατρών ιατρική γνωμάτευση, η ……………. διεγνώσθη ότι έπασχε από σχιζοφρένεια, σχιζοτυπικές και παραληρηματικές διαταραχές, πιθανώς από διετίας, κατά το χρόνο δε εξέτασής της από τους ανωτέρω ιατρούς εμφάνιζε αποκρυπτικότητα, πιθανές ιδέες παρακολούθησης [«Πιστεύω ότι το Αυστριακό κράτος μπορεί να με παρακολουθεί», όταν ρωτήθηκε από τους ανωτέρω ιατρούς για κάποιον κύριο που ευρίσκετο πέριξ του σκάφους όπου διέμενε ανέφερε «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτό»], ιδέες συσχέτισης [«έβλεπα πέριξ του σκάφους που μίλαγαν γερμανικά επομένως το πιθανότερο ήταν Αυστριακοί»] και συναίσθημα απρόσφορο και περιεσφιγμένο, ότι υπολείπετο σε αυτή ο βαθμός επίγνωσης του νοσηρού της κατάστασής της, ενώ είχε μειωμένο έλεγχο της πραγματικότητας. Κατά τους εν λόγω ιατρούς, η διάρκεια του ανωτέρω επεισοδίου, εμφάνισε επιδείνωση τους τελευταίους 1-2 μήνες προ της συντάξεως της εν λόγω ιατρικής γνωμάτευσης, συνεστήθη δε η ακούσια νοσηλεία της, διότι άλλως θα αποκλείονταν η θεραπεία της και θα επιδεινώνονταν η κατάσταση της υγείας της, ενώ η νοσηλεία της κρίθηκε απαραίτητη προκειμένου να αποτραπούν πράξεις βίας της ιδίας ή τρίτων. Κατόπιν των ανωτέρω, διατάχθηκε η ακούσια νοσηλεία της στο Ψ.Ν.Α. ΔΑΦΝΙ όπου και νοσηλεύθηκε. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 11.2.2019 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Ειδικού Ψυχιάτρου, ……………, ο οποίος μετέβη στο ανωτέρω Νοσοκομείο όπου νοσηλεύονταν ακουσίως η ………….. και εξέτασε αυτήν, παρουσία του θεράποντος ιατρού της, η ανωτέρω αρνήθηκε να του απαντήσει αναφορικά με το ατομικό ιστορικό της,. Ο ίδιος όμως ως άνω ιατρός ………………, από τον ιατρικό της φάκελο, διεπίστωσε ότι αυτή, γεννήθηκε την 26.7.1980 στο Baden της Αυστρίας, είχε ήδη νοσηλευθεί προγενέστερα στην ίδια πόλη δύο φορές και είχε διαγνωσθεί με παρανοϊκού τύπου σχιζοφρένεια. Κατά την κλινική εξέταση αυτής από τον ίδιο ιατρό, διεπιστώθη ότι, αυτή, ούσα ήρεμη ψυχοκινητικά και διατηρούσα βλεμματική επαφή με αυτόν, εμφάνιζε ενεργό συμπτωματολογία, με έντονη καχυποψία, παραληρητικές ιδέες δίωξης, παραληρητικές ιδέες επίδρασης, διαταραχές της σκέψης και της αντίληψης, ενώ χαρακτηριστικό της ήταν το αμβλύ και περιεσφυγμένο συναίσθημα. Μάλιστα, κατά την ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η ανωτέρω ασθενής, αν και ελάμβανε την κατάλληλη για την κατάσταση της υγείας της φαρμακευτική αγωγή (Zyprexa, tavor, drops) για επαρκές χρονικό διάστημα, δεν ανταποκρίνονταν ικανοποιητικά στη θεραπεία, εκ της απουσίας επίγνωσης του νοσηρού. Ο ανωτέρω ιατρός κατέληξε ότι, από την αξιολόγηση του ιστορικού, τη φυσική και κλινική εξέταση της ανωτέρω ασθενούς και τη μελέτη και αξιολόγηση των προσκομισθέντων σε αυτόν ιατρικών εγγράφων, η εν λόγω ασθενής έπασχε από παρανοειδή σχιζοφρένεια και έχρηζε νοσηλείας σε ψυχιατρική δομή για όσο χρονικό διάστημα θα έκριναν τούτο απαραίτητο οι θεράποντες ιατροί της ψυχιατρικής δομής εγκλεισμού της, έως της υφέσεως της ψυχωτικής συμπτωματολογίας. Με το πέρας της ακούσιας νοσηλείας της, η ……….. απελάθηκε στην Αυστρία. Όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό 37 Ην 112/19f απόφαση του Πρωτοδικείου Νόιστατ της Αυστρίας της 18.2.2020, στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση αίτηση της Εισαγγελίας …………… κατά της ανωτέρω …………………… για εγκλεισμό της σε ένα ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς παραβάτες, κατά το άρθρο 429 παρ.1 του Αυστριακού ΚΠΔ, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας που διεξήχθη την 18.2.2020, διατάχθηκε ο εγκλεισμός αυτής για μία δοκιμαστική περίοδο πέντε ετών, σε ψυχιατρικό κατάστημα. Ειδικότερα, από το ανωτέρω Δικαστήριο, διεπιστώθη κατ’ αρχήν ότι η ανωτέρω ασθενής τέλεσε την πράξη του εμπρησμού των ανωτέρω σκαφών, αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 169 παρ.1 του Αυστριακού ΠΚ, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση. Ειδικώς ως προς την υποκειμενική υπόσταση, αναφέρεται στην, προσκομιζόμενη σε μετάφραση, εν λόγω δικαστική απόφαση (σχετικά σελ. 7) «… Οι διαπιστώσεις αναφορικά με την υποκειμενική πλευρά της πράξης μπορούν να συναχθούν από το εξωτερικό γεγονός. Η κατηγορουμένη ανέφερε ότι στόχος της ήταν το σκάφος Πάθος, ωστόσο ομολόγησε μετά από ερώτηση ότι είχε αντιληφθεί και τα γειτονικά σκάφη τα οποία ήταν δεμένα κοντά μεταξύ τους, και ότι μπορούσε να αντιληφθεί τη δυνατότητα να εξαπλωθεί η φωτιά και σε αυτά. Σε συνδυασμό με την διαπιστωμένη πράξη, δηλαδή με την πρόκληση μιας πυρκαγιάς μετά από περιλούσιμο μιας μεγάλης επιφάνειας με εύφλεκτο υλικό σε έναν χώρο με πολλά εύφλεκτα αντικείμενα, το Δικαστήριο μπόρεσε να συναγάγει τον ενδεχόμενο δόλο προς μια εκτεταμένη φωτιά ή πυρκαγιά χωρίς αμφιβολία. Δεν υπήρξαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενδείξεις ότι η κατηγορουμένη δεν ήταν σε θέση να σχηματίσει μια τέτοια απλή πρόθεση…». Κατά την ίδια απόφαση (σχετικά σελ. 8), εξαιτίας της ασθένειάς της και της εξ αυτής ανικανότητά της να κρίνει και να αποφασίσει, κατάσταση που κατά την ίδια απόφαση ίσχυε και κατά το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξης του εμπρησμού, η ……… κρίθηκε ότι δεν μπορεί να τιμωρηθεί. Ειδικότερα, στα πλαίσια της εν λόγω ποινικής διαδικασίας, κρίθηκε ότι, αυτή (………………………) περιέλουσε το σκάφος του εναγομένου με πετρέλαιο, ευρισκόμενη σε φάση μιας οξείας ψύχωσης, στα πλαίσια της υπάρχουσας σχιζοφρενούς ασθένειάς της και συνεπώς, μιας διαταραγμένης αντίληψης και επεξεργασίας της πραγματικότητας, σε κατάσταση παθολογικώς αλλοιωμένων πνευματικών διεργασιών και ψυχικού αναβρασμού (σχετικά σελ. 4 ανωτέρω απόφασης). Διεπιστώθη δε, με την ίδια απόφαση, ότι η …………., έπασχε κατά τον χρόνο εκδίκασης της ανωτέρω αίτησης, αλλά και κατά το χρόνο του εμπρησμού του σκάφους του εναγομένου από μία, χρήζουσα παρακολούθησης και θεραπείας, ψυχική διαταραχή με τη μορφή της παρανοϊκής σχιζοφρένειας, η οποία αποτελεί υψηλού βαθμού διανοητική και ψυχική διαταραχή και η οποία κατέστησε αυτήν, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης του εμπρησμού, ανίκανη να αντιληφθεί το άδικο της πράξης της και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη αυτή. Επιπλέον, διαπιστώθη, η ύπαρξη φόβου τελέσεως υπ’ αυτής, μετά μεγάλης πιθανότητος, αξιόποινης πράξης με σοβαρές συνέπειες, ήτοι περαιτέρω εμπρησμούς, με επακόλουθους πιθανούς κινδύνους για τη ζωή άλλων και ως εκ τούτου, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εισαγωγή της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του Αυστριακού ΠΚ, για δοκιμαστική περίοδο πέντε ετών, σε ψυχιατρικό κατάστημα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ποινική απόφαση Ελληνικού ποινικού Δικαστηρίου δεν προσκομίζεται, παρά ταύτα προσκομίζεται η από 26.2.2025 Διάταξη του ογδόου τμήματος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία, κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος από το Α Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, στα πλαίσια της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας, το ως άνω Δικαστήριο, απεφάνθη ότι αντιτίθεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σέγκεν της 14.6.1985, στην εκ μέρους κράτους μέλους άσκηση ποινικής δίωξης προσώπου υπόπτου για την τέλεση αξιόποινης πράξης, η περίπτωση κατά την οποία αφενός μεν δικαστήριο του κράτους μέλους με απόφαση που έχει αμετάκλητο χαρακτήρα έχει διαπιστώσει ότι το πρόσωπο τέλεσε τις ίδιες πράξεις με εκείνες για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη, πλην όμως έχει κρίνει το εν λόγω πρόσωπο ανίκανο προς καταλογισμό λόγω ψυχικής διαταραχής και έχει επιβάλει την εισαγωγή του σε ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς παραβάτες, διατάσσοντας ταυτόχρονα την υπό όρους αναστολή του επιβληθέντος μέτρου εισαγωγής σε ίδρυμα με τον ορισμό χρόνου δοκιμασίας πέντε ετών, αφ’ ετέρου δε οι όροι αυτοί, ήτοι η επιβολή σε θεραπευτική αγωγή, τηρούνται. Στη συνέχεια η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, υποστήριξε ότι μεταξύ του εναγομένου και της ………… υπήρχε σχέση πρόστησης, αφού ο εναγόμενος της είχε αναθέσει εν τοις πράγμασι τη φροντίδα, τον καθαρισμό, τη φύλαξη και την επιτήρηση του σκάφους του (σελ. 2, 10 και 11 ένδικης αγωγής). Ο εναγόμενος αρνήθηκε την ένδικη αγωγή και ιδίως ότι υπήρχε μεταξύ αυτού και της … ….. σχέση πρόστησης. Προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της η ενάγουσα προσεκόμισε τη με επιμέλειά της ληφθείσα με αριθμό …../2023 προμνημονευθείσα ένορκη βεβαίωση της …………………., κατά την κατάθεση της οποίας, αρχές του μηνός Αυγούστου του έτους 2018, όταν αυτή επισκέφθηκε το σκάφος της ενάγουσας, διατηρώντας φιλικές σχέσεις με την ………………, εταίρο της ενάγουσας και τον ……………, σύζυγο της τελευταίας και θείο του εναγομένου, κατόπιν πρόσκλησης του εναγομένου, επισκέφθηκε το ανωτέρω σκάφος του (εναγομένου) ομού με τους …….. και τον ……………….., επί του οποίου ευρίσκονταν και η …………….. και ήταν αυτή (……………….) η οποία τους εξυπηρέτησε σερβίροντάς τους ποτά ενώ παράλληλα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της (ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσασας) στο ανωτέρω σκάφος του εναγομένου, αυτή (…………………..) εκτελούσε εργασίες καθαρισμού του σκάφους. Επιπλέον, η ενάγουσα προσεκόμισε την προμνημονευθείσα, με επιμέλειά της ληφθείσα με αριθμό ………/2023 ένορκη βεβαίωση του ……………., κατά την κατάθεση του οποίου αυτός διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την ………………. από τα μέσα του μηνός Σεπτεμβρίου 2018 και επιπλέον ότι σύμφωνα με όσα του είχε εκμυστηρευθεί η ……….. «… Μόλις γύρισαν από το νησί στις αρχές Σεπτεμβρίου 2018 και εις ανταπόδοση στον ….., ο ίδιος της ζήτησε να καθαρίζει και να προσέχει το σκάφος μιας και διαμένει πλέον εκεί…». Από τις εν λόγω ένορκες καταθέσεις οι οποίες δεν αντικρούονται πειστικά από τον εναγόμενο αφού αυτός για διάστημα 4,5 μηνών περίπου είχε αναλάβει τη διατροφή της ……………….. στην οποία κατέβαλε και χρήματα για τη διαβίωσή της, κρίνεται ότι πράγματι η εναγομένη, σε ανταπόδοση της παροχής στέγης και τροφής από τον εναγόμενο, παρείχε σε αυτόν υπηρεσίες καθαρισμού, φύλαξης και επιτήρησης του σκάφους του, υπό τις οδηγίες και εντολές του (εναγομένου). Περαιτέρω δε, απεδείχθη ότι, εξ αφορμής των εν λόγω υπηρεσιών, που της είχαν ανατεθεί από τον εναγόμενο, πλην όμως κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών του (εναγομένου), αυτή (……. …….) τέλεσε την ανωτέρω πράξη του εμπρησμού. Μεταξύ δε της ζημιογόνου ενέργειας της ανωτέρω προστηθείσας και της υπηρεσίας της, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί από την ……. ……. χωρίς την πρόστηση, αφού η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της και δη η εκτέλεση της πράξης του εμπρησμού κατέστη δυνατή στην ……. ……., λόγω ακριβώς της θέσης της, αφού η ανωτέρω υπηρεσία της απετέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της εν λόγω ζημιογόνου πράξης της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου της κύριας αγωγής. Το γεγονός ότι οιοσδήποτε θα μπορούσε να θέσει φωτιά επί του εν λόγω σκάφους, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου και αληθής υποτιθέμενος, δεν αναιρεί την εσωτερική, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας της ανωτέρω προστηθείσας και της υπηρεσίας της επί του εν λόγω σκάφους, συνάφεια. Παράλληλα, ωστόσο, όπως η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στα πλαίσια της ένδικης αγωγής της, η ……. ……. κατά τον ανωτέρω χρόνο τέλεσης της πράξης του εμπρησμού του σκάφους του εναγομένου, τελούσε υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, με αποτέλεσμα, κατά την ορθότερη άποψη (σχετικά Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδ. 2008, σελ. 45 παρ. 36 με παραπομπές σε θεωρία) την οποία και το παρόν Δικαστήριο ακολουθεί, αυτή να στερείται ικανότητας προς καταλογισμό. Από τη συνεκτίμηση δε του συνόλου των αποδείξεων, δεν απεδείχθη από τη, φέρουσα το σχετικό βάρος απόδειξης (σχετικά Αθ. Κρητικός, ο.π.), ενάγουσα, ότι η ……. ……., κατά τον επίδικο χρόνο του εμπρησμού του σκάφους του εναγομένου, τελούσε σε φωτεινό διάλειμμα. Αντίθετα, απεδείχθη ότι, αυτή κατά τον εν λόγω χρόνο, ευρίσκονταν σε φάση οξείας ψυχώσεως, στα πλαίσια της υπάρχουσας σχιζοφρενούς ασθένειάς της, σε κατάσταση παθολογικώς αλλοιωμένων πνευματικών διεργασιών και ψυχικού αναβρασμού, η οποία επηρέαζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης της, αφού κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν ανίκανη να αντιληφθεί το δίκαιο ή το άδικο της πράξης της. Η διανοητική αυτή ανικανότητα της ……. ……., αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αμέσως μετά την τέλεση της ανωτέρω πράξης του εμπρησμού νοσηλεύθηκε ακουσίως σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, διεπιστώθη δε και με την ανωτέρω ποινική απόφαση του Πρωτοδικείου Νόιστατ της Αυστρίας, με την οποία δεν επεβλήθη μεν σε αυτή ποινή για την ανωτέρω πράξη του εμπρησμού, αλλά επεβλήθη το θεραπευτικό μέτρο του περιορισμού της σε ψυχιατρικό κατάστημα, αφού κρίθηκε ακαταλόγιστη και παράλληλα επικίνδυνη, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, αφού η ίδια η ενάγουσα εξέθετε με την αγωγή της ότι η δράστιδα της πράξης του εμπρησμού του σκάφους της τελούσε σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, με αποτέλεσμα αυτή (……. …….) να μην έχει ικανότητα προς καταλογισμό, χωρίς παράλληλα αυτή (ενάγουσα), ως έχουσα το βάρος απόδειξης, κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, να αποδείξει ότι η τελευταία (……. …….), τέλεσε την πράξη του εμπρησμού κατά τη διάρκεια φωτεινού διαλείμματος, ο εναγόμενος, προστήσας αυτήν σε υπηρεσία καθαρισμού, φύλαξης και επιτήρησης του σκάφους του, δεν ευθύνεται αντικειμενικά, κατά τις διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ για την, συνεπεία της παράνομης πράξης του εμπρησμού που τέλεσε η ……. ……., βλάβη του σκάφους της (ενάγουσας), αφού προϋπόθεση της ευθύνης του εναγομένου, ως προστήσαντος αυτήν, αποτελεί πταίσμα της προστηθείσας ……. ……., η ύπαρξη του οποίου (πταίσματος) προϋποθέτει ικανότητα αυτής προς καταλογισμό (Γ. Γεωργιάδης εις ΣΕΑΚ, υπό του άρθρου 922 σελ. 1871, παρ.40). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ο εναγόμενος της κύριας αγωγής, την ψυχική κατάσταση της ανωτέρω (……. …….) την επικαλέσθηκε ως προσωπικό λόγο (περίπτωση προσωπικού πταίσματος) της ……. ……., ο οποίος, σε περίπτωση που κριθεί ότι πράγματι υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ τους, τον κίνδυνο αυτού του λόγου δεν μπορεί να φέρει αυτός (εναγόμενος) ως προστήσας αυτήν. Εν τούτοις, η ανωτέρω ψυχική κατάσταση της προκαλέσασας τον εμπρησμό συνιστά, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, έλλειψη ικανότητας αυτής προς καταλογισμό και όχι προσωπικό πταίσμα αυτής, αφού η αναγνώριση προσωπικού της πταίσματος προϋποθέτει ικανότητα αυτής προς καταλογισμό. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι η ……. ……. ετέλεσε την παράνομη πράξη της πρόκλησης βλάβης στο σκάφος της ενάγουσας υπαιτίως, με τη σαφώς υπονονούμενη παραδοχή ότι, αυτή ήταν ικανή προς καταλογισμό κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης του εμπρησμού και ακολούθως, δέχθηκε την ένδικη αγωγή σε βάρος του εναγομένου ως προστήσαντος αυτήν στην υπηρεσία του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 922 σε συνδυασμό με το άρθρο 914 ΑΚ και πρέπει, κατά τον βάσιμο, κατά τούτο, τέταρτο λόγο έφεσης του εναγομένου της πρώτης κρινόμενης έφεσης να εξαφανισθεί και το παρόν Δικαστήριο, αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη υπόθεση (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Παράλληλα, θα πρέπει, κατ’ αποδοχή του πρώτου λόγου έφεσης της παρεμπιπτόντως εναγομένης, με την οποία πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί αυτή (εκκαλουμένη απόφαση) και καθό μέρος δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή του κυρίως εναγομένου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, αφού δέχθηκε αυτή ως βάσιμη στην ουσία της κατά παραδοχή της κύριας βάσης της κύριας αγωγής, ήτοι λόγω της αντικειμενικής ευθύνης του κυρίως εναγομένου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος έναντι της κυρίως ενάγουσας προς αποκατάσταση της ζημίας της κυρίως ενάγουσας, συνεπεία της ιδιότητός του ως προστήσαντος την ……. …….. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν απεδείχθη ότι η ……. ……., προστηθείσα στις υπηρεσίες του κυρίως εναγομένου, τέλεσε, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, την παράνομη και υπαίτια πράξη της προσβολής της ιδιοκτησίας και δη της φθοράς του σκάφους της κυρίως ενάγουσας, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αυτή (……. …….), κατά το χρόνο του εμπρησμού, δεν διέθετε ικανότητα προς καταλογισμό, πρέπει αμφότερες οι ένδικες αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα) να απορριφθεί το, κατά την κύρια βάση της κύριας αγωγής, αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης εκ του λόγου τούτου, ως αβάσιμο στην ουσία του. Η ενάγουσα της κύριας αγωγής, δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 223 [αρ.2] του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες «Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει: 1) τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε.», μεταβάλλοντας το αρχικό αίτημα της αγωγής της, εζήτησε, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης του αιτήματος της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής της, εκ του λόγου ότι, η προστηθείσα υπό του εναγομένου ……. ……. ετύγχανε ακαταλόγιστη κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην καταβολή του αιτουμένου με την αγωγή της ποσού αποζημίωσης για την ολική καταστροφή του σκάφους της, ως εύλογη αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 918 και 922 ΑΚ. Το αίτημα αυτό της κύριας αγωγής όπως παραδεκτώς κατ’ αρχήν κατά τις διατάξεις του άρθρου 223 ΚΠολΔ μεταβλήθηκε με τις προτάσεις, δεν ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτό το αρχικό αίτημα της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής. Κατόπιν των ανωτέρω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, μετά την παραδοχή της ένδικης έφεσης του κυρίως εναγομένου και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τα άνω, ως προς το αγωγικό αίτημα της κύριας βάσης της κύριας αγωγής και την απόρριψη αυτού, είναι υποχρεωμένο, να κρατήσει το ίδιο την υπόθεση και να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα του αιτήματος της αγωγής, όπως αυτό μεταβλήθηκε με τις προτάσεις, διότι το παρόν Δικαστήριο υποκαθίσταται, κατά το νόμο, στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος [ΑΠ 191/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Εν τούτοις, το ανωτέρω περιεχόμενο στις προτάσεις της ενάγουσας που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αίτημα, ήτοι καταδίκης του εναγομένου σύμφωνα με τις συνδυαστικές διατάξεις των άρθρων 918 και 922 ΑΚ στην καταβολή του αιτουμένου με την αγωγή ποσού αποζημίωσης ως εύλογη αποζημίωση εκ λόγων επιεικείας, τυγχάνει αόριστο και ως εκ τέτοιο απορριπτέο, αφού στο ελάχιστο περιεχόμενο της αγωγής αλλά και των προτάσεων της ενάγουσας που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν γίνεται αναφορά περί της αδυναμίας κάλυψης της ένδικης ζημίας της από έτερη πηγή, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, η ευθύνη κατά τις διατάξεις 918 ΑΚ είναι επικουρική, εφόσον δηλαδή για λόγους πραγματικούς ή νομικούς δεν δύναται να καλυφθεί από έτερη πηγή. Αντίθετα, ήδη με την ένδικη αγωγή της, η ενάγουσα ανέφερε σαφώς ότι η ……. ……. τελούσε, από το έτος 2017, σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης με δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί από Δικαστήριο της Αυστρίας, χωρίς παράλληλα να αναφέρει ότι, με την ίδια δικαστική απόφαση δεν είχε διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης ή έτερο πρόσωπο προκειμένου να εποπτεύει αυτή, αφού κατά το ελληνικό δίκαιο, την εποπτεία του υπό δικαστική συμπαράσταση τεθέντος φέρει ο δικαστικός συμπαραστάτης (άρθρο 1669 ΑΚ) ο οποίος εκ του νόμου τυγχάνει υπόχρεος προς εποπτεία και αυτός φέρει ευθύνη για τη ζημία που το εποπτευόμενο πρόσωπο προκάλεσε παράνομα σε τρίτον, κατά τις διατάξεις του άρθρου 923 ΑΚ. Παράλληλα, δεν επικαλείται αλλά ούτε προσκομίζει τόσο το αντίγραφο της δικαστικής απόφασης θέσης αυτής υπό δικαστική συμπαράσταση όσο και το Δίκαιο της Αυστρίας αναφορικά με τη δικαστική συμπαράσταση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στην αναφορά στη σελίδα 21 της ένδικης αγωγής ότι ο εναγόμενος αυτής δεν άσκησε την προσήκουσα εποπτεία της ……. ……., δεν εκτιμάται ότι γίνεται χρήση της λέξεως εποπτεία με τη νομική έννοια αυτής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 923 ΑΚ, αφού στην ίδια αγωγή αναφέρεται ότι, προ της επιβίβασης στο σκάφος του εναγομένου το καλοκαίρι του έτους 2018 (σχετικά σελ. 3), ο εναγόμενος δεν εγνώριζε αυτήν (σελ. 12), χωρίς παράλληλα να αναφέρει με ποία δικαστική απόφαση αυτός (εναγόμενος) έλαβε την ιδιότητα του εποπτεύοντος αυτήν. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο στις προτάσεις που η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αίτημα, όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος ως προστήσας την ακαταλόγιστη ……. ……., να της καταβάλει ως εύλογη αποζημίωση, για λόγους επιεικείας τη ζημία που υπέστη από την καταστροφή του σκάφους της, τυγχάνει αόριστο και ως τέτοιο απορριπτέο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της παρούσας απόφασης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, δεν αποκλείεται ευθύνη του προστήσαντος κατά τις διατάξεις του άρθρου 918 σε συνδυασμό με το άρθρο 922 ΑΚ, σε περίπτωση που ο προστηθείς τυγχάνει ακαταλόγιστος (σχετικά Γ. Γεωργιάδης, ΣΕΑΚ, υπό του άρθρου 922, σελ. 1871, παρ.40). Περαιτέρω, επειδή με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη κύρια αγωγή, όπως το αίτημα αυτής περιείχετο στο δικόγραφο της κύριας αγωγής και κατόπιν αποδοχής αυτής και η παρεμπίπτουσα ως άνω αγωγή, αμφότερες ως προς την κύρια βάση τους, ήτοι ως προς την ευθύνη του κυρίως εναγομένου και παρεμπιπτόντως ενάγοντος ως προστήσαντος της ……. ……. και δεν ερευνήθηκε η κύρια αγωγή και ακολούθως και η παρεμπίπτουσα αγωγή, ως προς την επικουρική βάση αυτών, ήτοι καθό μέρος με την κύρια αγωγή, ενσωματωμένη ολόκληρη στην παρεμπίπτουσα αγωγή, προσάπτεται στον εναγόμενο της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής, ατομικά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά από την οποία υπέστη ζημία η κυρίως ενάγουσα για την αποκατάσταση της οποίας προέβαλε αξιώσεις σε βάρος του κυρίως εναγομένου, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, μετά την παραδοχή της ένδικης έφεσης του κυρίως εναγομένου, αλλά και αυτής της παρεμπιπτόντως εναγομένης και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τα άνω, ως προς την κύρια βάση αμφοτέρων των ανωτέρω αγωγών και την απόρριψη αυτών ως προς την κύρια βάση τους, είναι υποχρεωμένο, να κρατήσει το ίδιο την υπόθεση και να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσης αμφοτέρων των ανωτέρω αγωγών, διότι όπως προελέχθη, το παρόν Δικαστήριο υποκαθίσταται, κατά το νόμο, στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος [ΑΠ 191/2022 ο.π.]. Ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, η υπήκοος Αυστρίας ……. ……., πάσχουσα από παρανοϊκή σχιζοφρένεια και έχουσα τεθεί εκ του λόγου τούτου, σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης ήδη από το έτος 2017, τον μήνα Ιούλιο 2018, κρυφά από την οικογένειά της, η οποία κατοικεί μόνιμα στην Αυστρία, απομακρύνθηκε από την μόνιμη κατοικία της στην Αυστρία και ήρθε στην Ελλάδα όπου, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, μετά την ανάλωση των χρημάτων της που διέθετε, άρχισε να διαμένει στην ύπαιθρο. Προκειμένου δε να καλύψει την ανάγκη της για στέγη, εισήλθε λάθρα, άνευ της προηγούμενης συναίνεσης του εναγομένου, στο ανωτέρω σκάφος αυτού (εναγομένου). Ο τελευταίος, όταν αντελήφθη την παρουσία αυτής στο σκάφος του, την 1.8.2018, ολίγες ημέρες μετά την είσοδό της σε αυτό, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, οπότε και αντελήφθη την άνευ δικαιώματός της είσοδο και παραμονή της στο σκάφος του, την ίδια ημέρα, όπως ο ίδιος κατέθεσε στην από 15.8.2018 προανακριτική του κατάθεση, πληροφορήθηκε από την ίδια (……. …….) ότι κατά τις ημέρες που προηγήθηκαν, αυτή διέμενε στην ύπαιθρο, αφού κατέθεσε χαρακτηριστικά «… ήδη κάποιες μέρες κοιμόταν έξω στο παγκάκι …». Επιπλέον, πληροφορήθηκε ότι, αυτή κατάγονταν από μια ευρωπαϊκή χώρα, αφού όπως ο ίδιος κατέθεσε έλαβε στην κατοχή του το διαβατήριό της προκειμένου να ελέγξει εάν αυτή απασχολεί τις αρχές, δεν διέθετε κατοικία στην Ελλάδα, αλλά ούτε εργασία προς εξασφάλιση των αναγκαίων για τη συντήρησή της και ότι είχε πρόβλημα επιβίωσης. Ο ίδιος επίσης πληροφορήθηκε από την ίδια την ……. ……., ότι δεν είχε φίλους και συγγενείς στην Ελλάδα, ότι δεν επιθυμούσε να επικοινωνήσει με την οικογένειά της η οποία ζούσε στην Αυστρία, όπως επίσης ότι διατηρούσε κακές σχέσεις με τους οικείους της, πλην ενός αδελφού της διαμένοντος στη Γερμανία. Αρχικά, ο εναγόμενος αφού πράγματι, ως ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του, διερεύνησε μέσω των ελληνικών αρχών (ΑΤ Βούλας και Τμήμα Διαβατηρίων του Ελληνικού) εάν εκκρεμεί σε βάρος της ……. ……. κάποια ποινική υπόθεση, για λόγους ανθρωπιστικούς δέχθηκε να της παραχωρήσει προσωρινά για τη στέγασή της το σκάφος του, χωρίς εν τούτοις να τον προβληματίσει, η εικόνα που παρουσίαζε η ……. ……., αφού αυτή στερούνταν εργασίας και στέγης, δεν είχε φίλους και συγγενείς στην Ελλάδα, προήρχετο από ευρωπαϊκή χώρα από την οποία είχε πρόσφατα απομακρυνθεί χωρίς, εν τούτοις, να έχει προγραμματίσει, ως ήταν αναμενόμενο λόγω τη ηλικίας της, τον τρόπο και τα μέσα στοιχειώδους διαβίωσής της, του ήταν παντελώς άγνωστη, ενώ παράλληλα αυτή (……. …….), αυθαιρέτως, ήτοι άνευ της προηγούμενης συναίνεσής του, είχε εισέλθει στο σκάφος του, για να καλύψει τις ανάγκες της προς στέγη, γεγονός το οποίο καταδείκνυε αντικοινωνική συμπεριφορά εκ μέρους της. Ακολούθως, απεδείχθη ότι, η ……. ……. συνέχισε να διαμένει στο εν λόγω σκάφος, χωρίς να αναζητά εργασία και στέγη, αν και ο εναγόμενος της είχε γνωστοποιήσει ότι η προσφορά της δυνατότητας να διαμένει στο σκάφος του ήταν μια προσωρινή λύση, έως ότου αυτή ανεύρει μόνιμη εργασία ικανή να καλύψει τις ανάγκες διαβίωσής της και στέγης. Αυτή {……. …….} μάλιστα συνόδευσε την οικογένεια του εναγομένου και στη νήσο Κεφαλλονιά κατά τον μήνα Αύγουστο 2018. Τον μήνα Σεπτέμβριο 2018, με την επιστροφή της στην Αθήνα, αυτή (……. …….) συνέχισε να μην ενδιαφέρεται προκειμένου να ανεύρει εργασία για τη συντήρησή της, όπως επίσης συνέχισε να παραμένει στο ανωτέρω σκάφος του εναγομένου, ο οποίος ομού μετά της συζύγου του ανέλαβαν πλήρως τη διατροφή της, καταβάλλοντάς της, πέραν των τροφίμων με τα οποία την προμήθευαν ανά δύο – τρεις ημέρες και ένα μικρό χρηματικό ποσό και σε αντάλλαγμα αυτών η ……. ……. παρείχε υπηρεσίες καθαριότητας και φύλαξης του εν λόγω σκάφους. Αυτή (……. …….) συνέχισε να παραμένει στο σκάφος αυτό, χωρίς να αναζητά εργασία έως και την 15.12.2018, οπότε με πρόθεση προκάλεσε φωτά στο σκάφος αυτό. Παράλληλα, απεδείχθη ότι, προ του ενδίκου συμβάντος, κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας της με τη σύζυγο του εναγομένου, ………………, όπως σαφώς περί τούτου κατέθεσε η τελευταία, αυτή (σύζυγος εναγομένου) ένιωθε επιφυλακτική μαζί της για απροσδιόριστο λόγο, καθώς επίσης ότι η ……. ……. της είχε αποκαλύψει ότι δεν διατηρούσε σχέσεις με τους γονείς της, εκ του λόγου ότι ήταν αυστηροί μαζί της, η ίδια δε (……. …….) θεωρούσε ότι οι γονείς της της είχαν καταστρέψει τη ζωή της. Η ……. ……., όπως ακολούθως προέκυψε από την προαναφερομένη από 19.12.2018 ιατρική γνωμάτευση των ιατρών ……….. και ……………., υπηρετούντων στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, κατά τον χρόνο εξέτασή της την 19.12.2018 εμφάνιζε οξύ ψυχωσικό επεισόδιο στα πλαίσια της ανωτέρω ψυχικής ασθένειά της. Κατά την ίδια ιατρική γνωμάτευση το επεισόδιο αυτό, δεν εμφανίσθηκε αιφνίδια τα ξημερώματα της 15.12.2018, αλλά επιδεινώθηκε σταδιακά κατά τους τελευταίους έναν με δύο μήνες, προ του περιστατικού του εμπρησμού. Η ίδια η ……. ……. στα πλαίσια της ανωτέρω προανακριτικής απολογίας της κατέθεσε αναφορικά με τη ψυχολογική της κατάσταση «… Τα βράδια έβλεπα διάφορες εικόνες στο κεφάλι μου οι οποίες δεν μου φεύγαν και μου έβγαινε άγρια και επιθετική συμπεριφορά. Δεν έλεγχα τον εαυτό μου, ούτε αυτό που κάνω, νευρίαζα με τον εαυτό μου που δεν μπορούσα να το ελέγξω αλλά δεν μετανιώνω. Ήταν το καλύτερο πράγμα που έχω κάνει για τον εαυτό μου…». Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, ο ίδιος ο εναγόμενος της κύριας αγωγής, κατέθεσε την 15.12.2018, στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης για την πράξη του εμπρησμού ότι, σε μη προσδιορισθέντα με την κατάθεσή του χρόνο, ερώτησε την ……. ……. εάν ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή, λαμβάνοντας από αυτήν αρνητική απάντηση. Συγκεκριμένα, στην ερώτηση που του ετέθη από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα «… Γνωρίζετε αν ακολουθούσε κάποια φαρμακευτική αγωγή ή αν είχε πρόβλημα υγείας», αυτός (εναγόμενος κύριας αγωγής) κατέθεσε σχετικά «Την είχα ρωτήσει και μου είχε απαντήσει αρνητικά σε όλα και πως είναι μια χαρά στην υγεία της». Επίσης, απεδείχθη ότι, τελούσα η ……. ……. στην ως άνω ψυχική κατάσταση, ο εναγόμενος την 8.12.2018 της ανακοίνωσε την επιθυμία του να αποχωρήσει από το σκάφος του. Μάλιστα, τούτο έπραξε όχι μόνος του ή παρουσία της συζύγου του, αλλά παρουσία τρίτου προσώπου και δη του ανωτέρω φίλου και συνεργάτη του. Για την απόφαση αυτή μάλιστα, ως ανωτέρω απεδείχθη και αναλύεται, είχε προηγηθεί (πριν από τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου 2018) συζήτηση μεταξύ αυτού και της συζύγου του, όπως επίσης είχε γίνει συζήτηση μεταξύ αυτών και αναφορικά με το πρόσωπο το οποίο θα ανακοίνωνε στην ……. ……. την απόφασή τους να αποχωρήσει από το σκάφος του εναγομένου, αποφασίσθηκε δε από κοινού ότι τούτο θα έπραττε ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος της κύριας αγωγής, επομένως, κύριος και κάτοχος του ανωτέρω σκάφους, ήτοι ενός χώρου με εγγενείς κινδύνους λόγω ύπαρξης καυσίμων στις δεξαμενές του και εύφλεκτων υλικών εντός αυτού, το οποίο (σκάφος) ευρίσκονταν ελλιμενισμένο στην ανωτέρω μαρίνα, πλησίον και σε μικρή απόσταση ετέρων ελλιμενισμένων σκαφών, τα οποία δεν είχαν υποχρέωση να απασχολούν φύλακα, αν και όφειλε και μπορούσε λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του, ήτοι ως πλοιοκτήτης του ανωτέρω σκάφους, να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο επί της χρήσεως του σκάφους του, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της απαιτούμενης, κατ` αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει και την οποία θα κατέβαλε κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, υπό τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και την οποία ηδύνατο να καταβάλει, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του, αφού εκουσίως ανέλαβε τη φροντίδα της παντελώς άγνωστης σε αυτόν ……. ……., αν και εγνώριζε ότι αυτή εμφάνιζε αντικοινωνική συμπεριφορά και ως εκ τούτου, επρόκειτο για δυνητικά επικίνδυνο πρόσωπο, αφού αυθαιρέτως, άνευ της προηγούμενης συναίνεσής του, είχε εισέλθει και διέμενε πριν γίνει αντιληπτή από αυτόν στο σκάφος του, της επέτρεψε να διαμένει επί του σκάφους του, ήτοι εντός χώρου με εγγενείς κινδύνους, ως ανωτέρω αναλύεται, παραλείποντας ωστόσο να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα επίβλεψης αυτής και δίχως να ζητήσει τη συνδρομή των αρμοδίων ιατρικών, κοινωνικών και διωκτικών υπηρεσιών. Τοιουτοτρόπως, αρχικά δημιούργησε και ακολούθως διατήρησε, με τις ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις του, μια επικίνδυνη πραγματική κατάσταση για τα παραπλεύρως αυτού ελλιμενισμένα σκάφη και εν προκειμένω για το σκάφος της ενάγουσας εταιρείας, δίχως να λάβει, ως όφειλε, κατά την καλή πίστη, εκ της προηγούμενης ως άνω συμπεριφοράς του και ως ηδύνατο, όλα τα, κατά τις περιστάσεις, προστατευτικά μέτρα, που ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών που μπορούσαν να προέλθουν από την ανωτέρω επικίνδυνη κατάσταση σε τρίτους και εν προκειμένω στην ενάγουσα εταιρεία, εξαιτίας προσβολής του απολύτου δικαιώματος κυριότητός της επί του ανωτέρω σκάφους της. Η συμπεριφορά του δε αυτή, συνέβαλε στη δημιουργία των προϋποθέσεων του ζημιογόνου αποτελέσματος και δη της βλάβης του σκάφους της ενάγουσας, αφού η παράλειψη επίβλεψης της ……. ……. καθώς επίσης η παράλειψη της αναζήτησης της συνδρομής των αρμοδίων ιατρικών, κοινωνικών και διωκτικών υπηρεσιών, εκ μέρους του, απετέλεσε έναν από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος της βλάβης του σκάφους της ενάγουσας, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό (αποτέλεσμα), καθώς η απουσία ελέγχου της ……. ……., διευκόλυνε την εκδήλωση της παράνομης πράξης αυτής και δη της πράξης του εμπρησμού, έστω κι αν ο εναγόμενος δεν την προκάλεσε άμεσα. Τοιουτοτρόπως, ο εναγόμενος της κύριας αγωγής ζημίωσε παράνομα και υπαίτια την ενάγουσα, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, η φωτιά από το σκάφος του, λόγω των καιρικών συνθηκών και δη της εντάσεως και της φοράς του ανέμου που επικρατούσε κατά τον επίδικο χρόνο, επεκτάθηκε και στον σκάφος αυτής (ενάγουσας). Οι αναφορές του εναγομένου στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι, η ……. ……. όπως και οιοσδήποτε άγνωστος σε αυτόν, ανά πάσα ώρα ηδύνατο να προκαλέσει τον εμπρησμό του σκάφους του, δεν δύναται να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση το παρόν Δικαστήριο, εφόσον εν προκειμένω, αυτός (εναγόμενος), υπό τις ανωτέρω αποδειχθείσες συγκεκριμένες περιστάσεις, γνωρίζοντας την αντικοινωνική συμπεριφορά της ……. ……., ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, δεν απέτρεψε αρχικά τη δημιουργία επικίνδυνης κατάστασης για το παραπλεύρως του σκάφους του ελλιμενισμένο σκάφος της ενάγουσας, ακολούθως δε διατήρησε την κατάσταση αυτή, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, το σκάφος της ενάγουσας κατασκευάσθηκε το έτος 1970, ως ειδικό σκάφος ψαρέματος, από ειδική ναυπηγική ξυλεία στο ναυπηγείο …………………, είχε ολική χωρητικότητα 27,54 τόνων, μήκος 15,45 μ., πλάτος 4.45 μ. και βάθος 1,75 μ.. Ακολούθως, σε μη επακριβώς αποδειχθέντα χρόνο, μετασκευάσθηκε σε σκάφος αναψυχής. Στο κατώτερο κατάστρωμα αυτό διέθετε δύο καμπίνες και αντίστοιχα δύο πλήρη λουτρά, κουζίνα, καμπίνα πληρώματος και μηχανοστάσιο με αποθήκες. Στο μηχανοστάσιο ευρίσκοντο οι δύο εσωλέμβιοι κινητήρες πετρελαίου του σκάφους, τύπου Caterpillar 3208-435 Dita, ισχύος 441 ίππων εκάστη, μία, όπως η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της ηλεκτρογεννήτρια, μάρκας Kohler, ισχύος 11 Kws, μηχανισμούς πηδαλίου, αντλίες και λοιπά βοηθητικά μηχανήματα. Στο επίπεδο του καταστρώματος αυτό διέθετε κλειστή υπερκατασκευή με σαλόνι, καναπέ, τραπέζι, ντουλάπες και λοιπά έπιπλα, η οποία (υπερκατασκευή) περιελάμβανε χώρο πηδαλουχίας, χώρο χαρτών, πίνακα με όλα τα απαραίτητα όργανα ναυσιπλοΐας και ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας. Στο ανοικτό κατάστρωμα, υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός όπως δέστρες, βαρούλκα, προστατευτικά ρέλια, ενώ έφερε τον απαραίτητο ηλεκτρολογικό και υδραυλικό εξοπλισμό, καθώς και πλήρη εξοπλισμό ενδιαίτησης και αναψυχής και δη ψυγείο, κουζίνα, θερμοσίφωνα, μηχάνημα αφαλάτωσης, μπαταρίες, αντλίες, τηλεόραση και στερεοφωνικό (σχετικά από 17.12.2022 τεχνική έκθεση του Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού ………). Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και ιδίως από την από 17.12.2022 τεχνική έκθεση του Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού …………………, απεδείχθη ότι, τα περισσότερα τμήματα του σκάφους αυτού, συνεπεία της πυρκαγιάς, υπέστησαν ολική καταστροφή, πλην ορισμένων τα οποία υπέστησαν πολύ εκτεταμένες ζημίες. Συγκεκριμένα, απεδείχθη ότι, υπέστησαν ολική καταστροφή, λόγω της φωτιάς, η βοηθητική λέμβος του εν λόγω σκάφους, η υπερκατασκευή και τα παράθυρα αυτής, το κυρίως κατάστρωμα, τα ενισχυτικά του και τα διαφράγματα τα οποία ευρίσκονταν κάτωθεν του καταστρώματος, ο χώρος του λουτρού και ο κεντρικός διάδρομος στο κατώτερο κατάστρωμα, η κουζίνα ομού με τα διαφράγματα, τα σχετικά ενισχυτικά και ο λοιπός εξοπλισμός της περιοχής, η καμπίνα επιβατών η οποία ευρίσκονταν στο πίσω τμήμα του κατώτερου καταστρώματος, ομού με τα διαφράγματα και τα ενισχυτικά της περιοχής, τα φινιστρίνια κάτω από το κυρίως κατάστρωμα, διάφοροι αποθηκευτικοί χώροι στην περιοχή των καμπινών του κατώτερου καταστρώματος, η μεγάλη καμπίνα των ιδιοκτητών, η μόνωση και η εσωτερική επένδυσή του στο πρωραίο διάφραγμα μεταξύ καμπίνας ιδιοκτητών και αυτής του πληρώματος, ενώ ο φέρον οργανισμός αυτού (διαφράγματος) υπέστη ζημία, η περιοχή διακυβέρνησης του σκάφους στο κυρίως κατάστρωμα, όλα τα συστήματα ηλεκτρικής και υδραυλικής εγκατάστασης, καθώς και όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα αυτού, η οροφή της υπερκατασκευής που αποτελούσε το πάτωμα του fly bridge, το σαλόνι του σκάφους στο κυρίως κατάστρωμα, διάφορα συστήματα και μηχανήματα που ευρίσκονταν στην αυτή περιοχή, όπως ψυγεία και στερεοφωνικό, η ηλεκτρολογική εγκατάσταση και η εγκατάσταση ηλεκτρονικών, καθώς και η θύρα εισόδου στο σαλόνι και το ανοικτό κατάστρωμα στην πρύμνη. Λόγω παραμόρφωσης της γάστρας, συνεπεία της απώλειας στήριξης του σκάφους, αφού κάηκαν τα ενισχυτικά αυτής (γάστρας), οι αρμοί της επένδυσης (πέτσωμα) αυτής άνοιξαν, η αριστερή πλευρά αυτής (γάστρας) κατεστράφη από την ίσαλο γραμμή έως και το κύριο κατάστρωμα, ενώ τα μέρη των εξάλων αυτής υπέστησαν μεγάλες παραμορφώσεις, άνοιξαν οι αρμοί έως περίπου τρία μέτρα από την πρύμνη του σκάφους, απεκολήθη η επένδυση της γάστρας και η δεξιά πλευρά αυτής κατεστράφη από το ύψος των εξάλων έως το κυρίως κατάστρωμα και περίπου τρία μέτρα πρώρα από την πρύμνη έως την πλώρη. Η καμπίνα του πληρώματος που ευρίσκεται πρώρα της καμπίνας ιδιοκτητών, υπέστη ζημία από τον καπνό, οι προωστήριες μηχανές υπέστησαν εκτεταμένη ζημία λόγω της φωτιάς αλλά και των υδάτων από την πυρόσβεση, αιτία από την οποία υπέστη εκτεταμένη ζημία και η κύρια και η βοηθητική γεννήτρια, το μηχάνημα της αφαλάτωσης του ύδατος και οι μπαταρίες του σκάφους, ενώ λόγω της αυτής αιτίας και της φωτιάς κατεστράφησαν οι ηλεκτρικές καλωδιώσεις, όλες οι επιφάνειες του μηχανοστασίου υπέστησαν εκτεταμένη ζημία λόγω των καπνών αλλά και των υδάτων πυρόσβεσης, οι δε ανοξείδωτες κατασκευές και ο εξοπλισμός του σκάφους, ήτοι χειρολαβές, ρέλια κουπαστών, σκελετοί σκιάστρων, υπέστησαν εκτεταμένη ζημία και παραμόρφωση είτε λόγω της φωτιάς, είτε λόγω της κατάρρευσης της υπερκατασκευής και του κυρίως καταστρώματος. Από την ίδια ως άνω τεχνική έκθεση αποδεικνύεται επίσης ότι, το εν λόγω σκάφος δεν επισκευάζεται, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι αυτό κατεστράφη ολοσχερώς. Η ενάγουσα δεν προσκόμισε αποδείξεις αναφορικά με το ύψος του τιμήματος αγοράς, το οποίο κατέβαλε για την απόκτηση του εν λόγω σκάφους. Η ίδια, αντιφατικά, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σελ. 21) αναφέρει ότι το σκάφος αυτό αγόρασε ως ψαράδικο ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ……… την 26.1.2005 και ακολούθως αυτός το μετασκεύασε σε σκάφος αναψυχής, ενώ προηγούμενα, με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε ότι η ίδια αγόρασε το εν λόγω σκάφος ως ψαράδικο το έτος 2007 από τον ……… και ακολούθως αυτή μετασκεύασε αυτό σε σκάφος αναψυχής. Προσκομίζει ωστόσο μετ’ επικλήσεως, ως σχετικό 24, μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα σημείωμα περί μεταβίβασης σκάφους με το όνομα M, του Λιμεναρχείου της La Spezia, αναφέροντας στις προτάσεις της (σχετικά σελ. 52) ότι αφορά το επίδικο σκάφος, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι ο αναφερόμενος στις έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας προηγούμενος ιδιοκτήτης του εν λόγω σκάφους ………….. αγόρασε αυτό, την 18.1.2005, ήδη μετασκευασμένο σε σκάφος αναψυχής με δύο εσωλέμβιους κινητήρες diesel της κατασκευάστριας εταιρείας CANTERPILLAR INC – USA, μοντέλο 3208-435 DITA, δυνάμει του από 18.1.2005 συμφωνητικού, αντί του ποσού των ευρώ 195.000. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, το εν λόγω σκάφος, κατά το χρόνο επέλευσης του ενδίκου συμβάντος δεν ήταν ασφαλισμένο. Παράλληλα, εν τούτοις, από τις προσκομιζόμενες από αυτήν (ενάγουσα) ως σχετικό 19 και 19 α, αιτήσεις – υπεύθυνες δηλώσεις ακινησίας του, απεδείχθη ότι αυτό εντός του έτους 2018 χρησιμοποιήθηκε για διάστημα δύο μηνών κατά τη θερινή περίοδο ως ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, αφού είχε παύσει η ακινησία του την 13.7.2018 και ακολούθως, την 11.9.2018, δηλώθηκε εκ νέου αυτό σε ακινησία. Αναφορικά με τη συντήρησή του, η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει ως σχετικό 23 έγγραφο της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας με την επωνυμία ………….., η οποία εκμεταλλεύεται χώρο ως «Πάρκινγκ Σκαφών Αναψυχής», σύμφωνα με το οποίο (έγγραφο) το εν λόγω σκάφος ευρίσκονταν στο χώρο της κατά το χρονικό διάστημα από 13.8.2016 έως 21.9.2016 για εργασίες συντήρησης, χωρίς εν τούτοις να προκύπτει από το εν λόγω έγγραφο εάν εν τέλει πράγματι αυτό υπεβλήθη σε εργασίες συντήρησης και σε θετική περίπτωση, η έκταση και το είδος αυτών. Η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίζεται ότι, προ του ενδίκου συμβάντος, η αξία του εν λόγω σκάφους της ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 350.000, από το οποίο αφού αφήρεσε ποσοστό 10% ως φυσιολογική φθορά από τη συνήθη χρήση του από την ημέρα του ενδίκου συμβάντος έως του χρόνου εγέρσεως της ένδικης αγωγής της και συνυπολόγισε την αξία των υπολειμμάτων του και δη άξονες, έλικες, κινητήρες, ηλεκτρογεννήτριες και μεταλλικά ρέλια, όπως η αγωγή διορθώθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις της, αξίωσε ως αποζημίωση για την καταστροφή του σκάφους αυτού, το ποσό των ευρώ 295.000. Προς απόδειξη της αξίας του εν λόγω σκάφους, η ενάγουσα επικαλέσθηκε την ανωτέρω από 17.12.2022 τεχνική έκθεση του Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού ……….., σύμφωνα με την οποία η αξία του εν λόγω σκάφους, κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, ανήρχετο σε ευρώ 350.000. Από την ίδια έκθεση, προκύπτει ότι, στο ποσό αυτό εκτίμησε την αξία του ο ανωτέρω Ναυπηγός Μηχανολόγος Μηχανικός αφού ερεύνησε και την αγορά, δίχως εν τούτοις να επισυνάπτει στην εν λόγω τεχνική του έκθεση στοιχεία από την ερευνηθείσα υπ’ αυτού αγορά, όπως σχετικές αναγγελίες πώλησης αντίστοιχων σκαφών. Επιπλέον, στα πλαίσια της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της με αριθμό …../2023 ένορκης βεβαίωσης του …….., που εξετάσθηκε με επιμέλεια της ανωτέρω ασφαλίζουσας για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες του πλοίου P. εταιρείας, η ενάγουσα επικαλέσθηκε και προσεκόμισε την από 8.5.2023 συμπληρωματική έκθεση του ανωτέρω Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού ………………………. Ο τελευταίος, αναφορικά με την αξία του εν λόγω σκάφους, επέμεινε στην πρώτη του κρίση, ότι δηλαδή η αξία του σκάφους της ενάγουσας, κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 350.000, κατόπιν έρευνας αγοράς για σκάφη παρομοίου μεγέθους και εγκατεστημένης ισχύος, επιπροσθέτως δε ανέφερε ότι την 5.5.2023 ανηύρε αναγγελία πώλησης ενός ακριβώς ομοίου σκάφους με τα ίδια χαρακτηριστικά (ίδιους χώρους, ίδιο εσωτερικό χώρο, ίδιο ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό, με τις ίδιες μηχανές) και στην ίδια κατάσταση που ευρίσκονταν το σκάφος της ενάγουσας, με τιμή πώλησης το ποσό των ευρώ 295.000. Η ενάγουσα προσκομίζει την εν λόγω αναγγελία ως σχετικό 22, από την οποία εν τούτοις προκύπτει ότι, αυτή αφορά ένα σκάφος μοντέλο Alalunga 15 Fisherman, με κατασκευάστρια την Alalunga Cantiere Navale, έτους κατασκευής 1972, στην τοποθεσία Εμίλια – Ρομάνια της Ιταλίας, ξύλινο, μήκους 15,30 μ. πλάτους 4,38 μ., βυθίσματος 1,30 μ. χωρητικότητας οκτώ ατόμων, το οποίο διαθέτει τρεις καμπίνες και έξι κλίνες, καθώς και δύο λουτρά και επιπλέον καμπίνα πληρώματος, δύο κινητήρες Canterpillar 3208, ισχύος 435 ίππων (320 kW) με ώρες λειτουργίας κινητήρα περίπου 1.000, μέσης ταχύτητας 18 κόμβων και μεγίστης τοιαύτης 22 κόμβων, διαθέτει επίσης flybridge, μία δεξαμενή γλυκού νερού 750 λίτρων και μία δεξαμενή καυσίμων 2.500 λίτρων. Κατά την ίδια αναγγελία, το εν λόγω σκάφος ανακαινίσθηκε αρχικά το έτος 2007 στο ναυπηγείο De Cesari στη Cervia, όπου κατασκευάσθηκε και μια τρίτη καμπίνα με κουζίνα στο σαλόνι, ενώ παράλληλα υπεβλήθη κατά το έτος 2022-2023 σε σημαντική ανακατασκευή. Συγκεκριμένα, κατά την ίδια αναγγελία, κατά τη διάρκεια ανακατασκευής του τοποθετήθηκαν και αποκαταστάθηκαν κινητήρες, επισκευάστηκε η γεννήτρια, περατώθηκε καθαρισμός μηχανοστασίου, έλαβε χώρα βαφή γάστρας και υπεβλήθη σε έλεγχο ηλεκτρικού και υδραυλικού συστήματος και έλεγχο τιμονιού. Επίσης, κατά την ίδια αναγγελία, το εν λόγω σκάφος διέθετε κεραία ραντάρ και οθόνη, συναγερμό κινητήρα, αντλία πίεσης ύδατος, επένδυση καταστρώματος με teak (massello 12 mm rifatti nel 2007), δύο τιμόνια, γερανάκι, αεροσυμπιεστή, πλενόμενη αλυσίδα άγκυρας, πόρτα εισόδου, πιλοτήριο με επένδυση teak, σύνδεσμο ρεύματος ξηράς, σύνδεσμο ύδατος από το λιμάνι, εξοπλισμό ασφαλείας και δη βαρόμετρο, εξοπλισμό ασφαλείας σε απόσταση έξι μέτρων, σωσίβιο με σχοινί ασφαλείας και ελαφρύ σημαντήρα. Ο εναγόμενος, από την πλευρά του ισχυρίζεται ότι, η αξία του ανωτέρω σκάφους της ενάγουσας δεν ξεπερνούσε το ποσό των ευρώ 75.000 λόγω της κακής συντήρησής του, προσκόμισε δε ως σχετικό 21 τρεις αγγελίες πώλησης τριών σκαφών Alalunga 18, εκ των οποίων το πρώτο, έτους κατασκευής 1978, αγνώστου έτους κατασκευής τα υπόλοιπα και τα οποία, κατά τις εν λόγω αναγγελίες, διετίθεντο προς πώληση αντί του ποσού των δολ. ΗΠΑ 74.294 το πρώτο, των ευρώ 64.950 το δεύτερο και των δολ. ΗΠΑ 58.630 το τρίτο. Αναφορικά με την αξία του εν λόγω σκάφους, η ασφαλίζουσα το σκάφος του εναγόμενοί P. εταιρεία, επικαλέσθηκε τη με αριθμό ……/2023 ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλειά της …….., Μηχανολόγου Μηχανικού (η περιεχόμενη στη με αριθμό ……../2023 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του ………….. εργαζομένου στην ασφαλιστική εταιρεία ……………., ως προς την αξία του σκάφους παρέπεμψε στις διαπιστώσεις του ……………….). Σύμφωνα με την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του ……………………., η πραγματική αξία του εν λόγω σκάφους, κατά τον χρόνο επέλευσης του ενδίκου συμβάντος (15.12.2018), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 75.000. Κατά την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, το σκάφος της ενάγουσας παρέμενε σε ακινησία, παρουσίαζε εικόνα πλημμελούς συντήρησης και δεν ευρίσκετο σε καλή κατάσταση προ της πυρκαγιάς. Επίσης, κατέθεσε ότι, σκάφη τέτοιου τύπου, λόγω της ξύλινης κατασκευής τους απαιτούν υψηλό κόστος συντήρησης προκειμένου να διατηρούνται αξιόπλοα, το οποίο (κόστος συντήρησης) αυξάνει ακόμα περισσότερο λόγω της μεγάλης ηλικίας τους, ενώ η εμπορικότητά σκαφών αυτού του τύπου, παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή. Επιπλέον, κατά την εκτίμησή του, έλαβε υπόψη του τις τιμές πώλησης αντίστοιχων σκαφών στη διεθνή αγορά κατά το έτος 2019 σε αγγελίες που ανηύρε διαδικτυακά, καταθέτοντας παράλληλα ότι, ως είθισται στην διεθνή αγορά, η τελική τιμή πώλησης των σκαφών, υπολείπεται εν τέλει σε ποσοστό 20% με 30% από τις αρχικώς προτεινόμενες στις αγγελίες τιμές πώλησης. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας επικαλείται την προσκομιζόμενη από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ως σχετικό 46 αναγγελία πώλησης ενός μηχανοκίνητου σκάφους Alalunga S. Margh. Albacore 15, έτους κατασκευής 1975, ξύλινο, μήκους 15,3 μ., πλάτους 4,5 μ., βυθίσματος 0,7 μ. με δύο καμπίνες, δύο λουτρά και καμπίνα πληρώματος, το οποίο διαθέτει δεξαμενή νερού χωρητικότητας 600 λίτρων, δεξαμενή καυσίμων 1000 λίτρων, δύο μηχανές ισχύος συνολικά 650 ίππων και κατά την αγγελία επωλείτο αντί του ποσού των 110.000 ευρώ. Στο εν λόγω σχετικό επισυνάπτονται αγγελίες πώλησης σκαφών παρόμοιων με το ανωτέρω σκάφος. Επιπλέον, επικαλέσθηκε την προσκομιζόμενη ως σχετικό 46α αγγελία πώλησης, αναρτηθείσα από πωλητή από τη Λιγουρία της Ιταλίας, αντί του τιμήματος των 89.000, ενός σκάφους Alalunga 15 Fisherman, μήκους 14,85 μ., πλάτους 4,3 μ., το οποίο διαθέτει δύο καμπίνες και αντίστοιχα δύο λουτρά και δύο μηχανές Canterpillar C 12. Επικαλέσθηκε επίσης την προσκομιζόμενη σε αποσπασματική μετάφραση ως σχετικό 46β αναγγελία μια μηχανοκίνητης θαλαμηγού Alalunga 15 κατασκευασμένης το έτος 1967, από ξύλο, μήκους 14,08 μ. και πλάτους 4,8 μ. η οποία διαθέτει δύο καμπίνες, δεξαμενή νερού χωρητικότητας 700 λίτρων και καυσίμου χωρητικότητας 2.000 λίτρων και δυο κινητήρες, με τιμή πώλησης 100.000 ευρώ. Περαιτέρω, επικαλέσθηκε μία αναγγελία προσκομιζόμενη ως σχετικό 46γ πώλησης ενός σκάφους Alalunga 15 Fisherman, χωρίς έτερα προσδιοριστικά στοιχεία, αλλά με επισυναπτόμενες φωτογραφίες αυτού, έτους κατασκευής, κατά την εν λόγω ένορκη βεβαίωση 1972, η οποία προσφέρονταν προς πώληση αντί του ποσού των 130.000 ευρώ. Τέλος, επικαλέσθηκε την προσκομιζόμενη ως σχετικό 46δ αγγελία πώλησης από τα Ναυπηγεία της Πίζας ενός σκάφους KITALPHA 15, κατασκευής 1970, κατά την κατάθεση του οποίου τυγχάνει παρομοίου τύπου με το ανωτέρω σκάφος της ενάγουσας, το οποίο επωλείτο αρχικώς αντί του ποσού των 75.000 και προσφέρονταν προς πώληση με την εν λόγω αναγγελία αντί του ποσού των 65.000 ευρώ. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του σκάφους της ενάγουσας, ως αυτά απεδείχθησαν και αναλύονται ανωτέρω, ιδίως δε του έτους κατασκευής του εν λόγω σκάφους, του υλικού κατασκευής του (ξύλο) το οποίο απαιτεί ιδιαίτερες δαπάνες συντήρησης, παράγοντας που επηρεάζει το αγοραστικό ενδιαφέρον, της χρήσης του ως ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, του γεγονότος ότι αυτό χρησιμοποιούσαν οι εταίροι της ενάγουσας εταιρείας προηγούμενα του ενδίκου συμβάντος ως ιδιωτικό σκάφος αναψυχής, αφού για δύο μήνες, κατά την καλοκαιρινή περίοδο του έτους 2018, είχε αρθεί η ακινησία του, καθώς και του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύεται ότι είχε πρόσφατα συντηρηθεί, αφού η ενάγουσα, πλην της ανωτέρω απόδειξη ενός χώρου στάθμευσης σκαφών στο οποίο γίνεται γενική και αόριστη αναφορά περί εργασιών συντήρησης επ’ αυτού, καμία απόδειξη συντήρησης δεν προσκόμισε, τις τιμές πώλησης αντίστοιχων σκαφών, ως απεδείχθησαν και από τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους σχετικές αναγγελίες, η αξία του εν λόγω σκάφους, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής, ο οποίος τυγχάνει και κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της αξίας του και υπολογισμού της ζημίας της ενάγουσας (ΑΠ 522/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 90.000. Απεδείχθη, επίσης ότι, η αξία των υπολειμμάτων του εν λόγω σκάφους, όπως η αξία αυτών εκτιμήθηκε από την ίδια την ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της και δεν αμφισβητείται ειδικώς από τον εναγόμενο, ανήρχετο στο ποσό των ευρώ 20.000. Επομένως, αποδεικνύεται ότι, η ενάγουσα, συνεπεία της εκ του ενδίκου συμβάντος και δη της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου της κύριας αγωγής, υπέστη ζημία από την ολική καταστροφή του ως άνω σκάφους της, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ (90.000 μείον 20.000=) 70.000. Το ποσό αυτό ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο επιδικίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 346 ΑΚ, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας. Ο εναγόμενος στα πλαίσια της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασίας, δια των εγγράφων προτάσεών του (σχετικά σελ. 44), υπέβαλε αίτημα όπως απορριφθεί το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης τόκων επιδικίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 346 ΑΚ, σε περίπτωση δε τυχόν αποδοχής της ένδικης (κύριας) αγωγής εζήτησε να επιδικασθούν, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, μόνον τόκοι υπερημερίας, αίτημα το οποίο απερρίφθη σιωπηρά με την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία επιδικάσθηκαν υπέρ της κυρίως ενάγουσας, νόμιμοι τόκοι από της επιδόσεως της αγωγής. Ο εκκαλών υπό στοιχείο Α ένδικη έφεσή του δεν έπληξε κατά τούτο την εκκαλουμένη απόφαση, ούτε επανέφερε με τις έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το σχετικό αίτημα (στη σελίδα 8 των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επανέφερε τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στις σελίδες 2 έως 42 των εγγράφων προτάσεών του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και που αφορούν τη βασιμότητα της αγωγής, καθώς επίσης όσων περιέχονται στην προσθήκη επί των προτάσεων αυτών που κατέθεσε ομοίως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφορικά με την αντίκρουση των ισχυρισμών και ενστάσεων της ενάγουσας, ενώ το εν λόγω αίτημα περιέχεται στη σελίδα 44 των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεών του). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, το ανωτέρω σκάφος του εναγομένου, υπό το προηγούμενο όνομά του G, κατόπιν της με αριθμό ……../25.10.2017 αίτησης ασφάλισης, ασφαλίσθηκε, δυνάμει του με αριθμό ……../4.11.2017 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, από την ασφαλιστική εταιρεία με την τότε επωνυμία …….., οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα της δεύτερης κρινόμενης έφεσης εταιρεία, για το χρονικό διάστημα από 4.11.2017 έως 4.11.2018 και για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για υλικές ζημίες, έως του ποσού των 150.000 ευρώ, με τις ειδικότερες προϋποθέσεις, όρους και εγγυήσεις που διαλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο συμφωνήθηκε να διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους σε αυτό γενικούς και ειδικούς όρους αστικής ευθύνης και την υπ’ αριθμ. 328 Ρήτρα του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου για την Ασφάλιση σκαφών αναψυχής 1.11.1985 (Institute Yacht Clauses). Κατά τη διάρκεια ασφάλισης του εν λόγω σκάφους, δηλώθηκε από τον κυρίως εναγόμενο – ιδιοκτήτη αυτού, η αλλαγή της ονομασίας αυτού σε P και για το λόγο αυτό εκδόθηκε η με αριθμό …….. /24.10.2018 Πρόσθετη Πράξη Κλάδου Σκαφών. Προ της λήξεως της ισχύος του εν λόγω ασφαλιστηρίου, εζητήθη από τον εναγόμενο η ανανέωση ασφάλισης αυτού για ένα επιπλέον έτος. Η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, προέβη στην έκδοση του με αριθμό …………./1.11.2018 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με διάρκεια ασφάλισης του εν λόγω σκάφους, κατά το χρονικό διάστημα από 4.11.2018 έως 4.11.2019 και σύμφωνα με τους ίδιους όρους με τους οποίους είχε ασφαλίσει αυτό και κατά το προηγούμενο έτος. Ο εναγόμενος της κύριας αγωγής παρέλαβε το εν λόγω ασφαλιστήριο ομού μετά των εντύπων ασκήσεως του δικαιώματος εναντίωσης ή υπαναχώρησης του άρθρου 2 παρ.5 και 6 του Ν. 2496/1997 χωρίς, εν τούτοις, εντός μηνός από την παραλαβή αυτών να ασκήσει κάποιο εκ των ανωτέρω δικαιωμάτων του. Επομένως, απεδείχθη ότι δυνάμει εγκύρου συμβάσεως ασφαλίσεως το εν λόγω σκάφος του εναγομένου της κύριας αγωγής καλύπτονταν ασφαλιστικά, μεταξύ άλλων, για τις έναντι τρίτων προξενούμενες υλικές ζημίες από την παρεμπιπτόντως εναγομένη. Η τελευταία, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, η ένδικη περίπτωση εξαιρείται της ασφαλίσεως, εκ του λόγου ότι, κατά το άρθρο 2 των Γενικών όρων της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, δεν καλύπτεται η ευθύνη του Λήπτη της ασφάλισης για ατυχήματα και ζημίες που γίνονται θεληματικά ή σκόπιμα από αυτόν (λήπτη της ασφάλισης) ή από πρόσωπο που προστέθηκε στην ασφάλιση από αυτόν. Εν προκειμένω δε, η ……. ……., έθεσε εσκεμμένα φωτιά στο σκάφος του ασφαλισμένου της παρεμπιπτόντως εναγομένου, η οποία επεκτάθηκε ακολούθως στο σκάφος της κυρίως ενάγουσας (σχετικά σελ. 44 επ. εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξαιρέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης. Τον ισχυρισμό αυτό, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία – παρεμπιπτόντως εναγομένη, επανέφερε με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, κατά το πρώτο σκέλος του, ισχυριζόμενη ότι, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση η οποία αν και δέχθηκε ότι εσκεμμένα η ……. ……., προστηθείσα του κυρίως εναγομένου και παρεμπιπτόντως ενάγοντος, έθεσε την ως άνω πυρκαγιά από την οποία κατεστράφη το σκάφος της κυρίως ενάγουσας, παρά ταύτα, δέχθηκε ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική σύμβαση, παραβλέποντας, άλλως εσφαλμένως εκτιμώντας, τον όρο 2α των Γενικών Όρων Αστικής Ευθύνης Σκαφών Αναψυχής, με τον οποίο προβλέπονταν ότι εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη, έναντι τρίτου ευθύνη του ασφαλισμένου της – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, όταν αυτός ή κάποιο προστηθέν από αυτόν άτομο, προκαλεί εσκεμμένα υλικές ζημίες σε τρίτον. Επί του ισχυρισμού αυτού, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης, όπως προελέχθη, περιέχεται κωδικοποιημένο στον αγγλικό νόμο για τη Θαλάσσια Ασφάλιση του 1906 (Marine Insurance Act 1906), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον νόμο ΙΑ 2015, που τέθηκε σε ισχύ 18 μήνες από την ψήφιση του στις 12.2.2015, οι διατάξεις του οποίου, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς από τη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων και τους άλλους συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου, ισχύουν αναλλοίωτες μέχρι σήμερα. Οι διατάξεις του Μ.Ι.Α. 1906 έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφάλισης πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλάσσιων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Αποτελεί διεθνή συναλλακτική συνήθεια στον κλάδο ασφάλισης πλοίων, σκαφών και φορτίων να διέπεται η ασφάλιση, εκτός από τις διατάξεις του ως άνω νόμου και από έντυπους κωδικοποιημένους όρους ασφάλισης, εκπονημένους κατά κανόνα από το συλλογικό φορέα των Άγγλων Ασφαλιστών, δηλαδή το Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters) που εδρεύει στο Λονδίνο. Σε περίπτωση σύμβασης ναυτικής ασφάλισης που διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, αυτή ερμηνεύεται με βάση τις διατάξεις του ως άνω νόμου για τη ναυτική ασφάλιση και συμπληρωματικώς από το κοινό δίκαιο (common law) και την αγγλική πρακτική, σε συνδυασμό προς τους εκάστοτε έντυπους όρους ασφάλισης του Ινστιτούτου Ασφαλιστών, οι οποίοι προσιδιάζουν στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο και κατά τη συμφωνία των μερών ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του Μ.Ι.Α. 1906 επί συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης είναι ότι το ασφαλισμένο σκάφος εκτίθεται σε θαλάσσιους κινδύνους, προϋποτίθεται δηλαδή η ύπαρξη θαλάσσιου κινδύνου, προς αντιμετώπιση του οποίου συνομολογείται η ασφαλιστική κάλυψη. Κύριος σκοπός της σύμβασης ναυτικής ασφάλισης είναι η παροχή αποζημίωσης εκ μέρους του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο, για ζημίες που προήλθαν από θαλάσσιους κινδύνους, δηλαδή των απωλειών που είναι συμφυείς με τη θαλάσσια επιχείρηση, εναντίον των οποίων έχει γίνει η ασφάλιση, κατά τον τρόπο και την έκταση που έχει συμφωνηθεί. Το περιεχόμενο δε κάθε σύμβασης ασφάλισης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο και τα παραρτήματα του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 και 21 του Νόμου Μ.Ι.Α. 1906, σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης είναι η σύμβαση, με την οποία ο ασφαλιστής αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο κατά τρόπο και κατά την έκταση που συμφωνείται σ’ αυτήν, εναντίον κινδύνων θαλάσσης, δηλαδή κινδύνων που είναι συμφυείς με τη θαλάσσια επιχείρηση. Το συμβόλαιο θαλάσσιας ασφάλισης θεωρείται συνομολογηθέν όταν η πρόταση του ασφαλιζόμενου έγινε αποδεκτή από τον ασφαλιστή, είτε το ασφαλιστήριο εκδόθηκε τη στιγμή εκείνη, είτε όχι. Προκειμένου να γεννηθεί αξίωση αποζημιώσεως εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως, πρέπει να αποδειχθεί ότι, η ζημία προκλήθηκε, ως έγγιστα, από κάποιον ασφαλισθέντα κίνδυνο. Η αρχή αυτή εκφράζεται στο γνωστό νομικό απόφθεγμα “causa proxima non remota spectatur” (πρέπει να αναζητείται η εγγύτερη αιτία και όχι η απώτερη τοιαύτη) και αποτυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 55 (1) ΜΙΑ 1906, φέροντος τον τίτλο “Καλυπτόμεναι και Εξαιρούμεναι Ζημίαι” συμφώνως προς την οποία, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του Νόμου και εκτός εάν το ασφαλιστήριο ορίζει άλλως, ο ασφαλιστής ευθύνεται δι` απώλεια ή ζημία, η οποία έχει ως έγγιστα προκληθεί (proximately caused) εκ τινός ασφαλισθέντος κινδύνου. Συνεπώς, για την θεμελίωση της ευθύνης του ασφαλιστή σε περίπτωση απώλειας ή ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος, πρέπει να υφίσταται μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή του επελθόντος κινδύνου – ο οποίος πρέπει να αποτελεί ασφαλισμένο δια του ασφαλιστηρίου κίνδυνο – και της επελθούσης απώλειας ή προξενηθείσης ζημίας του ασφαλισμένου πράγματος, αιτιώδης σύνδεσμος, ήτοι η ζημία να είναι άμεσο αποτέλεσμα της εγγύτερης προς αυτήν αιτίας. Ως εγγύτερη δε αιτία θεωρείται όχι η χρονικώς τελευταία, αλλά εκείνη που είναι πρόσφορη και επικρατέστερη για την επέλευση του αποτελέσματος (Predominant in efficiency). Γενικώς, όπου ο κίνδυνος περιγράφει μία αιτία, ως επί θαλασσίων κινδύνων (Perils of the sea), εναπόκειται στον ασφαλισμένο να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία, η αξιούμενη βάσει ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οφείλετο σε ένα ασφαλισμένο κίνδυνο. Εάν ο ασφαλισμένος προβάλλει επαρκή αποδεικτικά μέσα για να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημία πιθανόν προκλήθηκε από ασφαλισμένο κίνδυνο, αλλά ο ασφαλιστής διατυπώνει μια εναλλακτική θεωρία ως προς την αιτία, το ζήτημα θα αποφασισθεί βάσει των πιθανοτήτων και για να επιτύχει ο διάδικος, ο οποίος φέρει το βάρος της αποδείξεως, πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει μία υπερέχουσα πιθανότητα (Preponderance of propability), η οποία στηρίζει την υπόθεση του. Αυτός δεν οφείλει να αποκλείσει όλες τις πιθανότητες των ισχυρισμών της άλλης πλευράς, απλώς πρέπει να αποδείξει ότι η δική του περίπτωση στηρίζεται σε μία υπερέχουσα πιθανότητα (ΕφΠειρ 350/2018, ΕφΠειρ 358/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, όπου και παραπομπές σε αγγλική νομολογία και βιβλιογραφία). Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται κατά τη Section 55 (2) ΜΙΑ, όταν η ζημία προήλθε από ηθελημένη κακή συμπεριφορά του ασφαλισμένου (“wilful misconduct”), αλλά, πλην αντίθετης πρόβλεψης στην ασφαλιστική σύμβαση, ευθύνεται αν η ζημία προκλήθηκε ως έγγιστα από ασφαλισμένο κίνδυνο, ακόμη και αν η ζημία δεν θα είχε συμβεί εάν δεν είχε λάβει χώρα η ηθελημένη κακή συμπεριφορά. Ο ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει τον δόλο του ασφαλισμένου ως εγγύτατη αιτία της προκληθείσας ζημίας, προκειμένου να απαλλαχθεί από την ευθύνη του. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι οποιαδήποτε μορφή αμέλειας του ασφαλισμένου στην επέλευση ζημίας ή απώλειας (καλυπτόμενης από την ασφαλιστική σύμβαση) δεν μπορεί κατ’ αρχήν να τύχει επίκλησης από τον ασφαλιστή προς τον σκοπό της απαλλαγής του από την ευθύνη, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά στη σύμβαση. Εν προκειμένω, από το προσκομιζόμενο σε αντίγραφο από 1.11.2018 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αποδεικνύεται ότι, η ανωτέρω αρχικώς παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία της οποίας η ήδη εκκαλούσα της δεύτερης κρινόμενης έφεσης εταιρεία τυγχάνει οιονεί καθολική διάδοχος, ανέλαβε για το χρονικό διάστημα από 4.11.2018 έως 4.11.2019, την ασφάλιση για ίδιες ζημίες του σώματος και των μηχανών του ανωτέρω σκάφους του κυρίως εναγομένου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο, έως του ποσού των ευρώ 150.000 και την αστική ευθύνη προς τρίτους (α) έως του ποσού των ευρώ 800.000 και δη (α) για σωματικές βλάβες έως του ποσού των ευρώ 500.000 και ανά άτομο έως του ποσού των ευρώ 50.000, (β) για υλικές ζημίες έως του ποσού των ευρώ 150.000 και (γ) για θαλάσσια ρύπανση έως του ποσού των 150.000 ευρώ (σελ. 2). Παράλληλα, απεδείχθη ότι, σύμφωνα με τον όρο 2 περ. α των Γενικών όρων Αστικής Ευθύνης Σκαφών Αναψυχής, υπό του τίτλου «ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ», προβλέφθηκε ότι, «Δεν καλύπτεται από την παρούσα ασφάλιση η ευθύνη του λήπτη της ασφάλισης α) Για ατυχήματα ή ζημίες που γίνονται θεληματικά ή σκόπιμα από τον Λήπτη της Ασφάλισης ή από πρόσωπα που προστέθηκαν στην υπηρεσία του …». Κατά το άρθρο 1 δε υπό του τίτλου «Α. Ορισμοί» των Ειδικών όρων Αστικής Ευθύνης Σκαφών αναψυχής, λήπτης της ασφάλισης υπό της έννοια του ασφαλιστηρίου θεωρείται ο κύριος, ο νομέας και ο κάτοχος του σκάφους. Εν τούτοις, εν προκειμένω δεν συνέτρεξε ο λόγος εξαίρεσης της «θεληματικής» άλλως «σκόπιμης» ζημίας από την προστηθείσα του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, ……. ……., αφού αυτή, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, κατά τον χρόνο του εμπρησμού του σκάφους του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, πράξη από την οποία ακολούθως προκλήθηκε και η καταστροφή του σκάφους της κυρίως ενάγουσας, ήταν ανίκανη προς καταλογισμό, γεγονός που την εμπόδιζε να διακρίνει το άδικο της ανωτέρω πράξης της. Η «θεληματική» άλλως «σκόπιμη» πράξη, που προβλέφθηκε με τον ανωτέρω όρο ασφάλισης, ως περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, όπως προκύπτει από τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν [θεληματικά άλλως σκόπιμα] απαιτεί τη συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη της πράξης ήτοι του ασφαλισμένου ή προστηθέντα αυτού, της λειτουργίας της κρίσης αυτού αλλά και της βούλησης, ήτοι προϋποθέτει τη διανοητική ικανότητά αυτού να αντιληφθεί και να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο, καθώς και να ενεργεί σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, όπως βασίμως υποστηρίζει ο εφεσίβλητος της υπό στοιχείο Β έφεσης με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Θεληματική ή σκόπιμη ενέργεια και αντίστοιχη ζημία δίχως ικανότητα προς καταλογισμό δεν δύναται να υπάρξει. Επομένως, ο ισχυρισμός της παρεμπιπτόντως εναγομένης ότι, εν προκειμένω, συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του παρεμπιπτόντως ενάγοντος για την καταστροφή του σκάφους της ενάγουσας συνεπεία της πυρκαγιάς του σκάφους του που επεκτάθηκε και στο σκάφος της κυρίως ενάγουσας, από εσκεμμένη, υπό της έννοια της θεληματικής ή σκόπιμης ενέργειας εκ μέρους της προστηθείσας αυτού (παρεμπιπτόντως ενάγοντος) ……. ……., τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του. Περαιτέρω, η παρεμπιπτόντως εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στα πλαίσια της προβληθείσας υπό στοιχείο (β) ενστάσεως κατά το δεύτερος σκέλος της (σχετικά σελ. 44), ισχυρίσθηκε ότι, στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης ενσωματώθηκε και απετέλεσε περιεχόμενο αυτής η με αριθμό 328 Ρήτρα του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου για ασφάλιση Σκαφών Αναψυχής (1.11.1985) [Institute Yacht Clauses], με τους όρους της οποίας προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι «2.1 Το σκάφος καλύπτεται από τους όρους της ασφάλισης αυτής … 2.1.2. εφόσον βρίσκεται παροπλισμένο εκτός ενεργού υπηρεσίας … κατά τη διάρκεια της συνήθους συντήρησης … εξαιρουμένης της περιόδου που το πλοίο χρησιμοποιείται σαν κατοικία …. εκτός εάν έχει δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση στους ασφαλιστές και όποιο ασφάλιστρο ζητείται από αυτούς να συμφωνηθεί…», καθώς επίσης ότι «3.2. δηλώνεται σαν απαράβατος όρος (warranty), ότι το πλοίο θα χρησιμοποιείται μόνο για προσωπική αναψυχή και όχι για ενοίκιο, ναύλο ή άλλη αμοιβή, εκτός μόνον κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τους ασφαλιστές…», τους οποίους όρους παρέθεσε αυτούσιους στις έγγραφες προτάσεις της (σελ. 10). Ισχυρίσθηκε επιπλέον ότι, με το όρο 2 περ. δ των γενικών όρων αστικής ευθύνης σκαφών αναψυχής, που περιελήφθη στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης, προβλέφθηκε ότι δεν καλύπτεται από τη σύμβαση αυτή η ευθύνη του Λήπτη της Ασφάλισης για ατυχήματα ή ζημίες που οφείλονται στη μη τήρηση από αυτόν (τον λήπτη της ασφάλισης) οποιωνδήποτε συμβατικών υποχρεώσεών του. Έτι περαιτέρω, με το άρθρο 8 περ.β και δ των ιδίων (γενικών) περιληφθέντων στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης όρων αστικής ευθύνης σκαφών αναψυχής, προβλέφθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ή μείωση της ζημίας και να ακολουθεί τις οδηγίες του ασφαλιστή, λαμβάνει δε λογικές προφυλάξεις για την αποφυγή ατυχημάτων και τηρεί απαρέγκλιτα τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς με την ασφάλεια των τρίτων. Ισχυρίσθηκε επιπλέον ότι, εν προκειμένω, ο παρεμπιπτόντως ενάγων, υπαιτίως παρέβη τις ανωτέρω συμβατικές υποχρεώσεις – εγγυητικούς όρους, αλλά και το άρθρο 8 περ. γ των Γενικών Όρων Αστικής Ευθύνης Σκαφών Αναψυχής της ένδικης σύμβασης, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται με το ως άνω ασφαλιστήριο η ζημία αυτού (παρεμπιπτόντως ενάγοντος) έναντι της κυρίως εναγούσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 55 της ΜΙΑ 1906, αφού εν προκειμένω, ο ασφαλισμένος της – παρεμπιπτόντως ενάγων δεν της δήλωσε και μάλιστα εμπροθέσμως ότι, αυτός είχε παραχωρήσει το ασφαλισμένο και τελών σε κατάσταση ακινησίας σκάφος του στην αλλοδαπή άστεγη και στερούμενη πόρων διαβίωσης ……. ……., προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιεί ως κατοικία, με σκοπό να επιβλέπει και συντηρεί αυτό, χωρίς την ιδική της συναίνεση και απόφαση. Τον εν λόγω ισχυρισμό, συμπλήρωσε με την υπό στοιχείο (γ) ένστασή της (σχετικά σελ. 46 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), κατά το πρώτο σκέλος της, ισχυριζόμενη ότι, εκ του ανωτέρω λόγου, ήτοι εξαιτίας της υπαίτιας παράβασης των ανωτέρω ρητά με τη σύμβαση ασφάλισης προβλεφθέντων εγγυητικών όρων, αφού κατά την περίοδο που το ανωτέρω σκάφος ευρίσκετο σε ακινησία σε προβλήτα της Μαρίνας Γλυφάδας χωρίς να μετακινείται στη θάλασσα, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση ότι γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ότι ο ασφαλισμένος της – παρεμπιπτόντως ενάγων είχε πράγματι παραχωρήσει το εν λόγω σκάφος του στην ……. ……., ως κατοικία της, αφού αυτός (ασφαλισμένος της) αρνείται τούτο, χωρίς αυτός, την ανωτέρω κατάσταση (χρήση του σκάφους του ως κατοικία) να έχει γνωστοποιήσει εμπρόθεσμα σε αυτήν (ασφαλιστική εταιρεία) ώστε να υπάρξει σχετική συναίνεσή της για συνέχιση της ασφάλισης του εν λόγω σκάφους με καταβολή επασφαλίστρου και έκδοση σχετικής πρόσθετης πράξης, αυτή (ασφαλίστρια εταιρεία) δεν ευθύνεται, ούτε έχει υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα, άλλως και επικουρικώς απαλλάσσεται της καταβολής του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.2 του Νέου Αγγλικού Νόμου περί Ασφαλίσεως 2015. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθόσον κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο παρεμπιπτόντως ενάγων, επιτρέποντας στην ως άνω Αυστριακή υπήκοο να διαμείνει προσωρινά στο σκάφος του, δε μετέβαλε τη χρήση του ως σκάφους αναψυχής του ιδίου και επιπλέον, διότι το επίδικο σκάφος, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν χρησιμοποιείτο ως κατοικία, αλλά η φιλοξενία της σε αυτό είχε έκτακτο και προσωρινό χαρακτήρα. Το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, πλήττει η παρεμπιπτόντως ενάγουσα με την ανωτέρω έφεσή της, στα πλαίσια του δευτέρου λόγου έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως ο λόγος αυτός δεόντως εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, σε κάθε δε περίπτωση, μετά την κατά τα άνω εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, παραδεκτώς επαναφέρεται προς αντίκρουση της (παρεμπίπτουσας) αγωγής με τις έγγραφες προτάσεις της (σχετικά σελ. 32 έως 35), έστω κι αν απορρίφθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του με την εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διακωλυτική ένσταση, γνήσια η οποία δεν στηρίζεται σε αυτοτελές αγωγικό δικαίωμα ένσταση [περί του παραδεκτού της προβολής της μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης σχετικά Πανταζόπουλος εις Ερμηνεία ΚΠολΔ2, Άρθρα 495-590, υπό του άρθρου 522, σελ. 126 παρ.7]. Ο παρεμπιπτόντως ενάγων, με τις έγγραφες προτάσεις του, αρνήθηκε ότι η χρήση του εν λόγω σκάφους ως κατοικίας άνευ της προηγούμενης ενημέρωσης της ασφαλίστριας του πλοίου προβλέφθηκε εν προκειμένω ως λόγος απαλλαγής της και περαιτέρω ότι εν προκειμένω το εν λόγω σκάφος δεν χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία, αλλά ως προσωρινή διαμονή της ανωτέρω αλλοδαπής υπηκόου, πράξη που δεν αποτελεί παραβίαση των υποχρεώσεών του που προκύπτουν από τη σύμβαση ασφάλισης, αναφέροντας παράλληλα ότι το γεγονός τούτο κρίθηκε και με τη με αριθμό 501/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι, σε κάθε περίπτωση, η παραχώρηση προσωρινά του σκάφους του προς διαμονή της ανωτέρω αλλοδαπής αποτελεί επουσιώδες γεγονός, ενώ παράλληλα καμία αμέλεια δεν τον βαρύνει ως προς τη διάγνωση της πνευματικής και ψυχικής κατάστασης αυτής. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης, όπως προαναφέρεται, περιέχεται κωδικοποιημένο στον Αγγλικό νόμο «περί θαλάσσιας ναυτικής ασφάλισης του 1906», γνωστό με την ονομασία “Marine Insurance Act 1906” (στο εξής : Μ.I.A. 1906), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον νόμο “Insurance Act 2015” (με ισχύ για περιπτώσεις που έλαβαν χώρα μετά τις 12.8.2016, κατά το άρθρο 23.2 αυτού), καθώς και στο κοινό δίκαιο (common law), εφόσον οι διατάξεις του δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του ανωτέρω νόμου και στην αγγλική πρακτική (English practice), και ερμηνεύεται από τα αγγλικά δικαστήρια και τους Άγγλους νομικούς συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου, σε συνάρτηση και με τις σχετικές ρήτρες ασφάλισης σκαφών αναψυχής “Institute yachts clauses” από 1.11.1985 (Εφ.Πειρ 604/2019, ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 και 35 του Μ.Ι.Α. 1906 (ως ίσχυε) στη σύμβαση ασφάλισης πλοίου επιτρεπόταν στους συμβαλλόμενους να θεωρούν ορισμένους όρους αυτής ουσιώδεις (warranties), οι οποίοι είτε περιέχονταν ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (express warranties) ή και εξυπακούονταν (implied warranties) και αποτελούσαν υποσχετικές εγγυήσεις του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή ότι θα πράξει ή δεν θα πράξει κάτι ή ότι μια ορισμένη κατάσταση πραγμάτων υφίσταται ή δεν υφίσταται, κατά τρόπο ώστε η παράβαση οιουδήποτε από αυτούς τους όρους από τον τελευταίο συνεπαγόταν την απαλλαγή του ασφαλιστή από τις υποχρεώσεις του που πήγαζαν από το ασφαλιστήριο. Η απαλλαγή αυτή ήταν αυτόματη, χωρίς να εξαρτάται από οποιαδήποτε δήλωση του ασφαλιστή περί περατώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως. Η επέλευση της αυστηρής αυτής έννομης συνέπειας (εκτός των εξαιρέσεων που αναφέρονταν στο άρθρο 34 του ως άνω νόμου) δεν εξαρτιόταν από το αν η μη συμμόρφωση είχε συντελέσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση της ζημίας ούτε επηρεαζόταν από το αν η παράβαση ήρθη ενδεχομένως προ πάσης ζημίας (βλ. Εφ.Πειρ 436/2020 στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, Εφ.Πειρ 143/2015 ΝΟΜΟΣ). Κατά τη νέα ασφαλιστική νομοθεσία «Insurance Act 2015» (Μέρος Γ’, άρθρο 10) η παράβαση εγγυοδοτικής δήλωσης (warranty) επιφέρει τη μερική αναστολή της ασφαλιστικής κάλυψης, ήτοι για το χρονικό διάστημα διάρκειας της παράβασης και επαναφέρει την ισχύ της ασφαλιστικής κάλυψης από τη στιγμή της θεραπείας της παράβασης (Α. Ρόκας/Κ. Κλαμαρής/Κ. Νούσια, Επιστημονική κίνηση στο εξωτερικό, ΕΕμπΔ 2016, σελ. 732-735). Συνεπώς, ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται σε αποζημίωση και καταβολή του ασφαλίσματος με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται πλέον στο άρθρο 10, υπό τον τίτλο «Παραβίαση εγγύησης», του “Insurance Act 2015”, σύμφωνα με το οποίο: «(1) Καταργείται κάθε κανόνας δικαίου (που αναφέρει) ότι η παραβίαση της εγγύησης (ρητή ή σιωπηρή) σε ασφαλιστική σύμβαση, έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή του ασφαλιστή από την ευθύνη του στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης. (2) Ο ασφαλιστής δεν φέρει καμία ευθύνη βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης σε περίπτωση ζημίας η οποία προκύπτει, ή οφείλεται σε κάτι που συμβαίνει, αφού παραβιασθεί (ρητά ή σιωπηρά) η εγγύηση στη σύμβαση αλλά πριν από την αποκατάσταση της εν λόγω παραβίασης. (3) Ωστόσο η παράγραφος (2) δεν ισχύει αν – (α) εξαιτίας αλλαγής των περιστάσεων, η εγγύηση παύει να ισχύει για τα περιστατικά της σύμβασης, (β) η τήρηση της εγγύησης καθίσταται παράνομη από μεταγενέστερο νόμο, ή (γ) ο ασφαλιστής παραιτείται του δικαιώματος από παραβίαση της εγγύησης. (4) Η παράγραφος (2) δεν επηρεάζει την ευθύνη του ασφαλιστή για ζημίες που προκύπτουν ή που οφείλονται σε κάτι που συμβαίνει – (α) πριν την παραβίαση της εγγύησης, ή (β) μετά από την αποκατάσταση της παραβίασης, εφόσον αυτή μπορεί να αποκατασταθεί. (5) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παραβίαση της εγγύησης θεωρείται ότι έχει αποκατασταθεί – (α) για περίπτωση που εμπίπτει στην παράγραφο (6), αν ο κίνδυνος τον οποίο αφορά η εγγύηση γίνεται ουσιαστικά ο ίδιος με τον κίνδυνο που αρχικά προέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι, (β) για κάθε άλλη περίπτωση, αν ο λήπτης της ασφάλισης δεν παραβιάζει πλέον την εγγύηση. (6) Μια περίπτωση εμπίπτει στην παρούσα παράγραφο – (α) αν η εν λόγω εγγύηση απαιτεί να υπάρξει (ή να μην υπάρξει) ενέργεια σε χρόνο που μπορεί να εξακριβωθεί, ή να εκπληρωθεί κάποιος όρος, ή ότι ένα γεγονός είναι (ή δεν είναι) η συγκεκριμένη περίπτωση και (β) αν η συγκεκριμένη απαίτηση δεν τηρείται. (7) Στον Νόμο του 1906 για τη Θαλάσσια Ασφάλιση – (α) στο άρθρο 33 (είδος εγγύησης), στην παράγραφο (3), παραλείπεται το δεύτερο εδάφιο, (β) παραλείπεται το άρθρο 34 (όταν δικαιολογείται η παραβίαση της εγγύησης)». Εν τούτοις, σύμφωνα με τη Section 11 (2), εάν συμβεί ζημία και παράλληλα δεν έχει τηρηθεί μία warranty, ο ασφαλιστής μπορεί να μην είναι σε θέση να αποκλείσει, περιορίσει ή να απαλλαγεί από την ευθύνη του βάσει της σύμβασης, εάν ο ασφαλισμένος αποδείξει ότι η μη συμμόρφωση με τη warranty δεν θα μπορούσε να αυξήσει τον ασφαλιστικό κίνδυνο που πραγματώθηκε υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Τέλος, επειδή οι γενικές αρχές για την ερμηνεία των συμβάσεων, που διατρέχουν όλα τα σύγχρονα δίκαια συμπίπτουν κατά βάση με εκείνες που περιέχονται στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, η ερμηνεία κανόνων αλλοδαπού δικαίου πρέπει να γίνεται κατά τις διατάξεις που κρατούν στη χώρα του εφαρμοστέου δικαίου, υπό το πνεύμα όμως και του αλλοδαπού δικαίου, που ήταν εφαρμοστέο στην ένδικη διαφορά (ΟλΑΠ 87/1993). Στο αγγλικό δίκαιο, η ερμηνεία των συμβάσεων (construction/interpretation), αφορά τη διαδικασία με την οποία ένα δικαστήριο καθορίζει την έννοια των όρων που χρησιμοποιήθηκαν από τα μέρη, καθώς και την έννομη συνέπεια των όρων αυτών. Αντικείμενο, δηλαδή, της ερμηνείας μιας σύμβασης είναι η εξακρίβωση των αμοιβαίων προθέσεων των μερών ως προς τις έννομες υποχρεώσεις, τις οποίες κάθε μέρος ανέλαβε, μέσω των συμβατικών όρων που χρησιμοποίησαν για να εκφράσουν τις υποχρεώσεις αυτές Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία είναι κοινές τόσο στο γραπτό δίκαιο όσο και στο δίκαιο της επιείκειας. Στην πρόσφατη αγγλική νομολογία προτιμάται ο όρος “αρχές ερμηνείας” (principles of construction) έναντι του παλαιότερου και αυστηρότερου όρου “κανόνες ερμηνείας” (rules of construction). Οι αρχές ερμηνείας, αντιμετωπίζονται ως κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την κοινή χρήση της γλώσσας, οι οποίες επικουρούν τους δικαστές, ώστε να οδηγηθούν σε εύλογη ερμηνεία των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, πάντοτε όμως κατόπιν συνεξέτασης των περιστάσεων που αφορούν τη συγκεκριμένη σύμβαση. Οι αρχές ερμηνείας δεν διαφοροποιούνται ανά είδος σύμβασης, τα δικαστήρια όμως τείνουν να προβαίνουν σε ερμηνεία με βάση τη φυσική και κοινή έννοια των λέξεων, που χρησιμοποίησαν τα μέρη όταν πρόκειται για εμπορικές συμβάσεις, ώστε να διασφαλίζεται βεβαιότητα στις συναλλαγές. Οι αρχές που χρησιμοποιούνται από τα δικαστήρια για την ερμηνεία των συμβάσεων μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: α) αντικειμενική φύση της ερμηνείας, β) λήψη υπόψη των περιστάσεων που περιβάλλουν την κατάρτιση της σύμβασης, γ) σημασία της γλώσσας που χρησιμοποίησαν τα μέρη, δ) συνεξέταση του συνόλου της σύμβασης, ε) σημασία της φύσης, του τύπου και της ποιότητας της σύνταξης της σύμβασης, στ) ενιαία φύση της διαδικασίας ερμηνείας της σύμβασης και ζ) τήρηση ισορροπίας μεταξύ περισσότερων, αντικρουόμενων αρχών ερμηνείας. Επιγραμματικά, η πρόθεση των μερών εξακριβώνεται με βάση τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε, ενόψει των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύμβαση, αλλά και τον εμπορικό σκοπό (αντικείμενο) της σύμβασης, στο μέτρο που αυτός συμφωνήθηκε ή αποδείχθηκε. Ο σκοπός κάθε ερμηνείας είναι η διαπίστωση της βούλησης των μερών με αντικειμενικό τρόπο, δηλαδή όχι με το τι η μία ή η άλλη πλευρά εννοούσε ή κατάλαβε με τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων ή διατυπώσεως, αλλά “η έννοια που θα προσέδιδε στο κείμενο ένας εχέφρων άνθρωπος, ο οποίος θα είχε γνώση του ιστορικού που λογικά ήταν στη διάθεση των μερών κατά την κατάρτιση της σύμβασης”. Κυρίως τεκμαίρεται ότι, τα μέρη εννοούσαν αυτό που πραγματικά διατύπωσαν, έτσι ώστε αφενός οι λέξεις λαμβάνονται υπόψη ως έχουν, αφετέρου η έννοια ενός συμβατικού κειμένου ή συγκεκριμένου τμήματος αυτού αναζητείται στο ίδιο αυτό κείμενο (in the document itself). Περαιτέρω, βασική αρχή της ερμηνείας των συμβάσεων κατά το αγγλικό δίκαιο είναι η προσήλωση στην κοινή λογική (common sense), έτσι ώστε η ερμηνεία των συμβατικών όρων να μην αντίκειται στην κανονική ζωή. Ειδικά στις εμπορικές συμβάσεις, η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την εμπορική κοινή λογική, έτσι ώστε να μην καταλήγει σε συμπεράσματα που δεν συνάδουν με την επιχειρηματική λογική, αλλά και τις συνήθειες συγκεκριμένου κλάδου. Ωστόσο, παρά τις ανωτέρω γενικές αρχές, τα δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη και τις, κατά τη σύναψη της σύμβασης, περιβάλλουσες αυτήν συνθήκες (surrounding circumstances) που βοηθούν στη διακρίβωση της έννοιας συμβατικού όρου από έναν λογικό άνθρωπο. Η παλαιότερη τάση των αγγλικών δικαστηρίων να μην καταφεύγουν στις περιβάλλουσες συνθήκες όταν το “γράμμα” της σύμβασης ήταν απόλυτα σαφές, δεν εμποδίζει τη νεότερη νομολογία να καταφεύγει σε ερμηνεία και λήψη υπόψη περιρρεόντων την κατάρτιση της σύμβασης στοιχείων, ακόμη και όταν η διατύπωση του κειμένου είναι αναμφίβολη Γίνεται, δηλαδή, δεκτό ότι καμία σύμβαση δεν καταρτίζεται σε “κενό” (in a vacuum), αλλά πάντα τοποθετείται εντός συγκεκριμένου πλαισίου. Έτσι, κατά την ερμηνεία της σύμβασης, τα δικαστήρια δύνανται να λάβουν υπόψη τα γεγονότα που γνώριζαν τα μέρη πριν ή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με τη γέννηση και τον σκοπό της σύμβασης, με την αγορά εντός της οποίας δραστηριοποιούνται τα μέρη, καθώς και με τη θέση των μερών, υπό την έννοια της συναλλακτικής ανισότητας, που δύναται να οδηγήσει στην επιβολή από το ισχυρό μέρος ανεπιεικών όρων εις βάρος του αδυνάμου. Τα δικαστήρια όμως δεν δύνανται να λάβουν υπόψη, κατά την ερμηνεία μιας σύμβασης, μεταγενέστερα της κατάρτισής της γεγονότα ή στοιχεία, δηλαδή, “…οτιδήποτε τα μέρη είπαν ή έκαναν μετά τη σύναψη της σύμβασης”. Οι προαναφερθέντες γενικοί κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων εφαρμόζονται και για την ερμηνεία των συμβάσεων θαλάσσιας ασφάλισης, υπό την επιφύλαξη ότι τα εν λόγω ασφαλιστήρια αποτελούν έγγραφα που αφορούν ένα ειδικό και μοναδικό είδος επιχειρηματικής δραστηριότητας και το νόημά τους δεν είναι κατανοητό χωρίς αυτό το στοιχείο να ληφθεί υπόψη. Ιδιαίτερης σημασίας για την ερμηνεία των ναυτικών ασφαλιστηρίων είναι και οι εμπορικές συνήθειες (usages of trade), οι οποίες, εφόσον ικανοποιούν το δικαστήριο και πληρούν τις απαιτήσεις του νόμου, θεωρείται ότι αποτελούν μέρος των εν λόγω ασφαλιστηρίων. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο των ναυτικών ασφαλιστηρίων θα πρέπει να ερμηνεύονται εντός του πλαισίου τους (in their context). Αυτό διακρίνεται α) στο “πραγματικό πλαίσιο” (factual context) εντός του οποίου συνήφθη η σύμβαση, β) στο “συμβατικό πλαίσιο” (contractual context), το οποίο λαμβάνει υπόψη τους σκοπούς του ασφαλιστηρίου, και γ) στο “πλαίσιο της συγκεκριμένης φράσης” (context of the particular phrase), στην οποία περιλαμβάνεται η αμφισβητούμενη λέξη. Τα επιμέρους αυτά πλαίσια από κοινού δύνανται να διευκολύνουν σημαντικά το δικαστήριο να καταλήξει σε ικανοποιητικά συμπεράσματα όσον αφορά την ερμηνεία των ναυτικών ασφαλιστηρίων. Δεδομένου ότι μια λέξη ή φράση παίρνει τη σημασία της από το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζεται, οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την έννοια κάποιας λέξης ή έκφρασης σε μια σύμβαση θα πρέπει να τυγχάνει ανάγνωσης σε συνάρτηση με το οικείο πλαίσιο, δηλαδή τις άλλες λέξεις που την πλαισιώνουν, προκειμένου να εξακριβωθεί το ακριβές της νόημα. Επιπλέον, οι λέξεις θα πρέπει να εξετάζονται εντός του άμεσου πλαισίου τους (in their immediate context), καθόσον πρέπει να καθορίζονται από το άμεσο περιβάλλον τους (immediate surroundings). Μεταξύ των ερμηνευτικών κανόνων του αγγλικού δικαίου περιλαμβάνεται και ο κανόνας κατά τον οποίο όταν σε μια σύμβαση υπάρχουν έγγραφοι όροι (χειρόγραφοι – written- ή δακτυλογραφημένοι -typewritten-) και έντυποι όροι, οι έγγραφοι όροι έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τους έντυπους όρους (“written clauses have greater weight than printed”). Ο ως άνω ερμηνευτικός κανόνας ισχύει και για την ερμηνεία των συμβάσεων θαλάσσιας ασφάλισης. Ο δικαιολογητικός λόγος αυτού του ερμηνευτικού κανόνα έγκειται στην παραδοχή ότι οι έγγραφοι όροι έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ενώ οι έντυποι έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (και συνεπώς κατά τεκμήριο δεν εκφράζουν απαραιτήτως τη δικαιοπρακτική βούληση των συγκεκριμένων συμβαλλομένων), και συνεπώς αν είναι αντίθετοι ή διαφοροποιούνται από έγγραφους όρους που κατά τεκμήριο απετέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, οι τελευταίοι υπερισχύουν. Σε περίπτωση που σε σύμβαση υπάρχουν προτυπωμένοι όροι και δακτυλογραφημένοι όροι (typewritten), οι δακτυλογραφημένοι όροι αποτελούν τους έγγραφους όρους και οι προτυπωμένοι όροι αποτελούν τους έντυπους όρους. Επίσης, μεταξύ των ερμηνευτικών κανόνων του αγγλικού δικαίου περιλαμβάνεται και ο κανόνας “contra preferentem”, τον οποίο δύναται να εφαρμόσει το δικαστήριο σε ειδικές περιπτώσεις ως κανόνα ύστατης λύσης (last resort), αν μετά την εφαρμογή των προεκτεθεισών αρχών ερμηνείας εξακολουθεί να αμφιβάλλει για την έννοια κάποιου όρου της σύμβασης. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, σε περίπτωση ασάφειας ενός όρου της σύμβασης, αυτός ερμηνεύεται εις βάρος του μέρους που τον επικαλείται προς αποφυγή συμβατικών του υποχρεώσεων ή εις βάρος του μέρους που αρχικά πρότεινε την εισαγωγή του στην επίμαχη σύμβαση (verba chartarum forties accipiuntur contra proferentem). Ο ως άνω ερμηνευτικός κανόνας ίσχυε ιδίως για την ερμηνεία ασφαλιστικών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων θαλάσσιας ασφάλισης. Ο δικαιολογητικός λόγος αυτού του ερμηνευτικού κανόνα έγκειται στην παραδοχή ότι όποιος συνέταξε έναν όρο (ή υπέρ του οποίου συνετάγη ένας όρος) έχει και τη συνέπεια της εις βάρος του ερμηνείας, αν ο όρος αυτός δεν είναι σαφής ή είναι διφορούμενος και ικανός διαφορετικής ερμηνείας, επειδή αυτός είχε την υποχρέωση να τον διατυπώσει σαφέστερα, και δεν μπορεί να ωφεληθεί από την παράλειψη του να το κάνει. Πρόκειται δηλαδή για ένα εργαλείο, που συντείνει στην αποφυγή της τεχνητής δημιουργίας ασάφειας στο κείμενο ενός όρου της σύμβασης, προκειμένου να επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα [ΑΠ 1375/2024 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Εν προκειμένω, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στους όρους της εν λόγω σύμβασης ασφάλισης περιελήφθησαν με συμφωνία των διαδίκων οι Ρήτρες 328 της 1.11.1985 του Ινστιτούτου Σκαφών Αναψυχής, αφού στη σελίδα 2 και 3 αυτού υπό του τίτλου «Καλυπτόμενοι κίνδυνοι» αναφέρεται η φράση «Insitute Yxacht Clauses Cl 328 (1.11.85), στις σελίδες 2 και 3 αρχικά στην αγγλική γλώσσα και ακολούθως σε μετάφραση, υπό του τίτλου «Γενικές εξαιρέσεις και περιορισμοί (general exclusions) προβλέφθηκε κατ’ ακριβή διατύπωση «Ρήτρα 328 (1.11.85) του Ινστιτούτου για την ασφάλιση Σκαφών Αναψυχής. Τα παρακάτω άρθρα διαγράφονται: 5.1: Απαράβατος όρος ταχύτητας, 10.1: Απόρριψη ή πτώση στη θάλασσα εξωλέμβιου κινητήρα, 10.6: Προσωπικά αντικείμενα, 19.3: Απώλεια ή ζημία στο πηδάλιο, τον άξονα ή την προπέλα, 21: εξαίρεση πολέμου, 22: Εξαίρεση απεργιών & πολιτικών πράξεων». Ακολούθως δε, στη σελίδα 6 αυτού υπό του τίτλου «Επισυναπτόμενοι Γενικοί και Ειδικοί όροι» προβλέφθηκε «Ρήτρα του Ινστιτούτου Σκαφών, Ρήτρα 328 (1.11.85) και τέλος στις σελίδες 21 επ. παρετέθησαν οι Ρήτρες του Ινστιτούτου για Ασφάλιση σκαφών 328 1.11.85 [Institute Yacht Clauses 328 1.11.85]. Κατά τον όρο 11 των εν λόγω Ρητρών, υπό του τίτλου «Αστική Ευθύνη από Τρίτους» προβλέφθηκε ότι «Η ρήτρα αυτή θα ισχύει όταν αναφέρεται κάποιο ποσό γι’ αυτό το λόγο στο παράρτημα του Συμβολαίου. 11.1 Οι ασφαλιστές συμφωνούν να αποζημιώσουν για όποιο ποσό ή ποσά μπορεί ο ασφαλισμένος να καταστεί κατά νόμο υπεύθυνος να αποζημιώσει και θα αποζημιώσει, εξαιτίας του εννόμου συμφέροντος που έχει το πλοίο και τα οποία προέρχονται από ατυχήματα τα οποία συμβαίνουν αναφορικά με: 11.1.1. ζημία ή απώλεια σε οποιοδήποτε άλλο σκάφος ή περιουσία.». Επιπλέον, με τον όρο 2 των εν λόγω Ρητρών υπό του τίτλου «Εν υπηρεσία και παροπλισμό» ορίζεται ότι: «2.1 Το σκάφος καλύπτεται από τους όρους της ασφάλισης αυτής: 2.1.1 όταν βρίσκεται σε υπηρεσία πάνω στη θάλασσα ή σε ποτάμια και λίμνες, ή μέσα στο λιμάνι, σε αποβάθρες, μαρίνες, σε ναυπηγικές κλίνες κλπ.» και «2.1.2.εφόσον βρίσκεται παροπλισμένο εκτός ενεργού υπηρεσίας όπως προβλέπεται στη Ρήτρα 4, συμπεριλαμβανομένης, της ανύψωσης, ανέλκυσης και της καθέλκυσης ενόσω μετακινείται εντός ναυπηγείου ή μαρίνας, αποσυναρμολόγησης, συναρμολόγησης της ανακαίνισης, ή κατά τη διάρκεια της συνήθους συντήρησης ή κατά τη διάρκεια επιθεώρησης (επίσης συμπεριλαμβάνονται ο δεξαμενισμός και αποδεξαμενισμός και οι περίοδοι που τούτο πλέει παροπλισμένο, σαν επακόλουθα του παροπλισμού του, ή για να εξοπλισθεί και με άδεια να μετακινηθεί ρυμουλκούμενο ή με τρόπο από ή προς τη θέση πλευρίσεως του αλλά όχι έξω από τα όρια του λιμένα, ή τον τόπο που το πλοίο βρίσκεται παροπλισμένο), εξαιρουμένης όμως της περιόδου που το πλοίο χρησιμοποιείται σαν κατοικία ή εκτελεί μεγάλες επισκευές ή υποβάλλεται σε μετατροπές, εκτός εάν έχει δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση στους Ασφαλιστές και όποιο ασφάλιστρο ζητείται από αυτούς να συμφωνηθεί.». Περιεχόμενο του ένδικου ασφαλιστηρίου, απετέλεσε και ο όρος με στοιχείο 4 των ανωτέρω Ρητρών, σύμφωνα με τον οποίο υπό του τίτλου «4. Εγγύηση παροπλισμού» ορίζεται ότι «Δηλώνεται σαν απαράβατος όρος (warranty) ότι το πλοίο θα είναι παροπλισμένο εκτός υπηρεσίας, όπως αναφέρεται στο παράρτημα του Συμβολαίου, ή θα θεωρείται καλυμμένο με όρους που θα συμφωνηθούν με την προϋπόθεση ότι θα δοθεί σχετική προειδοποίηση στους ασφαλιστές». Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, στη σελίδα πέντε του εν λόγω ασφαλιστηρίου όπου γίνεται χρήση της λέξεως παροπλισμού, πλησίον αυτής παρατίθεται εντός παρενθέσεως η φράση «ακινησία». Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, στη σελίδα 2 του εν λόγω εγγράφου ασφαλιστηρίου πλάι στη φράση «Περίοδος Ακινησίας (Laid up Period)» ουδέν ανεγράφη, ενώ ως διάρκεια ασφάλισης στην πρώτη σελίδα του εν λόγω ασφαλιστηρίου ορίσθηκε από 4.11.2018 από ώρα 12.00 μεσημβρινή έως 4.11.2019 έως ώρα 12.00 μεσημβρινή. Εν τούτοις, αφού στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιελήθησαν οι όροι της με αριθμό 328 Ρήτρας του Ινστιτούτου των ασφαλιστών και προβλέφθηκαν σαφώς οι όροι της εν λόγω Ρήτρας οι οποίοι δεν θα ισχύουν μεταξύ των συμβαλλομένων, ως αναλύεται και απεδείχθη ανωτέρω, χωρίς να διαγραφούν οι ανωτέρω όροι (ρήτρες) 2.1.2 και 4 του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών, οι οποίες ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης στην περίοδο που το ένδικο σκάφος, θα είναι εκτός υπηρεσίας, αφήνοντας την ευχέρεια στον ασφαλιζόμενο πλοιοκτήτη να καθορίσει το χρόνο που το πλοίο θα ήταν εκτός υπηρεσίας και στην οποία θα εξακολουθούσε να καλύπτεται υπό τους όρους 2.1.2 και 4, με τους εν λόγω όρους. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων με σαφήνεια ότι, σε περίπτωση που το πλοίο ευρίσκεται παροπλισμένο εκτός ενεργού υπηρεσίας (laid up out of commission), θα εξαιρείται της ασφάλισης, σύμφωνα με την πρόβλεψη στον προαναφερόμενο όρο 4, οποιαδήποτε περίοδος κατά την οποία γίνεται χρήση του σκάφους ως κατοικία. Ο όρος αυτός ουσιώδης, περιελήφθη ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (express warranties) και απετέλεσε υποσχετική εγγύηση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ασφαλισμένου στην ανωτέρω ασφαλίστρια εταιρεία ότι, κατά τη διάρκεια του παροπλισμού του, το ανωτέρω σκάφος δεν θα χρησιμοποιείται ως κατοικία, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του παρεμπιπτόντως ενάγοντος [βλ. σχετικά ότι ο όρος αυτός της ανωτέρω Ρήτρας αποτελεί υποσχετική εγγύηση ΑΠ 1375/2024 ο.π.]. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, το εν λόγω σκάφος του κυρίως εναγομένου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, ευρίσκετο σε ακινησία, αφού είχε τεθεί στην κατάσταση αυτή ήδη από την 6.11.2018 (σχετικά αίτηση – υπεύθυνη δήλωση αυτού προς τη Λιμενική Αρχή Σαρωνικού περί καταχώρησης της έναρξης ακινησίας στο Βιβλίο Ακινησίας Ιδιωτικών Σκαφών Αναψυχής της ανωτέρω Λιμενικής Αρχής), ενώ παράλληλα, όπως ο ίδιος ο κυρίως εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων κατέθεσε στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης για το ένδικο συμβάν, το ανωτέρω σκάφος του, ομοίως κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, δεν διέθετε λειτουργική ικανότητα, αφού ο ίδιος είχε αφαιρέσει έναν και δη τον δεξιό από τους δύο κινητήρες του και είχε παραδώσει αυτόν προς επισκευή του σε συνεργείο. Τοιουτοτρόπως, το εν λόγω σκάφος, έστω κι αν παρέμενε ελλιμενισμό στην ανωτέρω μαρίνα, έστω κι αν δεν είχε προβλεφθεί με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο συγκεκριμένη χρονική περίοδος παροπλισμού του, αυτό ήταν σε κατάσταση παροπλισμού, αφού η έννοια του όρου αυτού (παροπλισμός), παρότι περισσότερο τεχνική παρά νομική, εξαρτάται βασικά από τον βαθμό απενεργοποιήσεως ενός πλοίου, δηλαδή εάν βρίσκεται σε λειτουργική κατάσταση ή όχι και όχι τόσο από το εάν είναι ανελκυσμένο στην ξηρά ή βρίσκεται εν επιπλεύσει (όμοια ΕΠ 35/2007 ΕΝΔ 35.207). Παράλληλα, απεδείχθη ότι, η . ……. κατοικούσε εντός αυτού ήδη από την 1.8.2018 έως της επελεύσεως του ενδίκου συμβάντος την 15.12.2018. Ο παρεμπιπτόντως ενάγων, με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επί της εφέσεως της παρεμπιπτόντως εναγομένης, στα πλαίσια άρνησης του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου εφέσεως αυτής (παρεμπιπτόντως εναγομένης) περί παραβίασης εκ μέρους του της ανωτέρω, περιληφθείσας ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (express warranties) υποσχετικής εγγύησης του παρεμπιπτόντως ενάγοντος – ασφαλισμένου της ότι κατά τη διάρκεια του παροπλισμού του, το ανωτέρω σκάφος του δεν θα χρησιμοποιείται ως κατοικία, αρνήθηκε ότι παραβίασε την ως άνω υποσχετική εγγύηση, υποστηρίζοντας ότι το εν λόγω σκάφος δεν χρησιμοποιείτο ως κατοικία αυτής, αλλά ως τόπος προσωρινής της διαμονής, αφού αναφέρει σχετικά (σελ. 4 εγγράφων προτάσεών του) «Σε κάθε περίπτωση αρνούμαι τους ισχυρισμούς της αντιδίκου ότι δήθεν παραβίασα τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τη δήθεν παραχώρηση του σκάφους ως τόπο προσωρινής διαμονής της ……. ……. ή ότι δήθεν παρέλειψα να ενημερώσω για τη χρήση του σκάφους κατά τον τρόπο αυτό από εκείνην», με αποτέλεσμα να μη συντρέχει περίπτωση παράβασης εκ μέρους του του ανωτέρω συνομολογηθέντος όρου. Εν τούτοις, δεν απεδείχθη ότι αυτή (. …….), καθόλο το χρονικό διάστημα των 4,5 μηνών διαμονής της εντός του εν λόγω σκάφους, διέθετε έτερη κατοικία στην Ελλάδα. Αντίθετα, απεδείχθη ότι, τις στεγαστικές της ανάγκες, έως της επελεύσεως του ενδίκου συμβάντος, εκάλυπτε αποκλειστικά το εν λόγω σκάφος. Επομένως, κρίνεται ότι πράγματι το σκάφος του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, κατά τον επίδικο χρόνο, κατά τον οποίο τελούσε σε κατάσταση παροπλισμού και δη ακινησίας χωρίς παράλληλα αυτό να διαθέτει λειτουργική ικανότητα, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, είχε απομακρυνθεί η μία από τις δύο μηχανές του, χρησιμοποιείτο ως κατοικία της . ……. [για την έννοια της κατοικίας στα πλαίσια της εν λόγω Ρήτρας και ΕΠ 481/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς, στην οποία η διαμονή για δέκα τρεις ημέρες μονίμων κατοίκων αλλοδαπής οι οποίοι στα πλαίσια παραθερισμού τους διέμεναν σε σκάφος ασφαλισμένο με σύμβαση ασφάλιση στην οποία περιείχετο η ανωτέρω Ρήτρα έγινε δεκτό ότι παραβίασε την εν λόγω Ρήτρα ήτοι ότι η διαμονή αυτή συγκροτούσε την έννοια της κατοικίας της εν λόγω Ρήτρας, η οποία επικυρώθηκε ακολούθως με την ΑΠ 1375/2024 ο.π.]. Για την πραγματική αυτή κατάσταση, εν τούτοις, ο παρεμπιπτόντως ενάγων – ασφαλισμένος και λήπτης της ασφάλισης, δεν ενημέρωσε και μάλιστα προ του ενδίκου συμβάντος σχετικά την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλίζουσα το εν λόγω σκάφος του εταιρεία, αφού καμία σχετική απόδειξη δεν προσεκόμισε που να αποδεικνύει ότι πράγματι ενημέρωσε αυτήν. Ως εκ τούτου, αποδεικνύεται ότι, αυτός (παρεμπιπτόντως ενάγων) παραβίασε τον ως άνω, ρητά περιληφθέντα στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο όρο (express warranties), με αποτέλεσμα κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και δη ο εμπρησμός του σκάφους του και η ολική καταστροφή από την πυρκαγιά του σκάφους της κυρίως ενάγουσας, να έχει ήδη επέλθει αναστολή της ασφαλιστικής κάλυψης από την παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρεία, του λήπτη της ασφάλισης – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, για τις έναντι τρίτων προξενούμενες υλικές ζημίες, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ασφαλίζουσα κατά τον επίδικο χρόνο το ανωτέρω σκάφος του κυρίως εναγομένου και παρεμπιπτόντως ενάγοντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του “Insurance Act 2015”, κατά τον βάσιμο κατά τούτο ισχυρισμό της, δεν ευθύνεται σε αποζημίωση αυτού και καταβολή του ασφαλίσματος σε αυτόν, για την αποζημίωση που αυτός υποχρεούται να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα εταιρεία. Ο ισχυρισμός του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ότι, η παραχώρηση του σκάφους του για την προσωρινή διαμονή της ανωτέρω αλλοδαπής υπηκόου αποτελεί επουσιώδες γεγονός (σελ. 5 εγγράφων προτάσεών του), εάν εκτιμηθεί ως ισχυρισμός του άρθρου 11 (2) της ΙΑ 2015 ότι δηλαδή, η μη συμμόρφωση με την ανωτέρω warranty δεν θα μπορούσε να αυξήσει τον ασφαλιστικό κίνδυνο που πραγματώθηκε υπό συγκεκριμένες συνθήκες, τον οποίο προβάλει, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία σκέψη της παρούσας, ώστε η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλίστρια του σκάφους του εταιρεία να μην είναι σε θέση να αποκλείσει, περιορίσει ή να απαλλαγεί από την ευθύνη της βάσει της ένδικης σύμβαση ασφάλισης, δεν αποδείχθηκε από αυτόν ο οποίος και έφερε το βάρος απόδειξης. Αντίθετα, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως αυτές απεδείχθησαν και αναλύονται ανωτέρω, η χρήση του σκάφους του ως κατοικία από την …………. καθόν χρόνο αυτό ευρίσκετο σε κατάσταση παροπλισμού εκτός ενεργού υπηρεσίας και όχι για λόγους αναψυχής του, επέτεινε τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Εξάλλου, η επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου του σκάφους αυτού όχι για λόγους αναψυχής αλλά ως κατοικίας, προκύπτει από το γεγονός ότι περιελήφθη ο όρος 2.1.2. της ανωτέρω Ρήτρας 328 στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Σε αντίθετη κρίση, το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την, επικαλούμενη από τον εναγόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για πρώτη φορά στα πλαίσια της έφεσης της παρεμπιπτόντως εναγομένης, με αριθμό 501/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους, πλην όμως είναι γνωστή στο Δικαστήριο από προηγούμενη ενέργειά του [άρθρο 336 παρ.2 ΚΠολΔ] [ΑΠ 30/2000 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ] ότι η εν λόγω απόφαση εξεδόθη κατόπιν εφέσεως, επί της προσκομιζόμενης στην παρούσα δίκη με αριθμό 607/2022 οριστικής απόφασης του Ναυτικού Τμήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η τελευταία αυτή απόφαση, εξεδόθη κατόπιν της συνεκδίκασης της από 11.3.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2020 αγωγής της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας με την επωνυμία «…………………..» κατά του ήδη κυρίως εναγομένου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, της από 22.7.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………………./2020 παρεμπίπτουσας αγωγής του ήδη παρεμπιπτόντως ενάγοντος κατά της εταιρείας με την επωνυμία «…………………», ήδη παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα η υπό στοιχεία Β έφεση και της από 24.9.2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2020 επικουρικής πρόσθετης παρέμβασης της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας στην ανοιγείσα με την από 11.3.2020 κύρια αγωγή δίκη. Ειδικότερα, με την πρώτη (από 11.3.2020) των ανωτέρω αγωγών, η μη διάδικος στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία «………………..», αξίωνε από τον ήδη κυρίως εναγόμενο, την καταβολή του ποσού των ευρώ 76.765,92, αφενός μεν συνεπεία της περιγραφόμενης σε αυτήν συμβάσεως που είχαν καταρτίσει, δυνάμει της οποίας αυτή (μη διάδικος στην παρούσα δίκη εταιρεία) είχε αναλάβει το έργο της προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος από τη βύθιση του πλοίου του ήδη κυρίως εναγομένου συνεπεία του ενδίκου συμβάντος, αφ’ ετέρου δε και επικουρικώς λόγω της εκ του νόμου ευθύνης του από τη ρύπανση ως πλοιοκτήτης αυτού. Ενόψει της αγωγής αυτής, ο εναγόμενος της αγωγή αυτής και ήδη κυρίως εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων είχε ανακοινώσει τη δίκη αυτή στην ως άνω ασφαλίζουσα το σκάφος εταιρεία, καλώντας της να παρέμβη σε αυτή και παράλληλα αξίωνε, λόγω της ένδικης σύμβασης ασφάλισης και της ανάληψης υπό της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για ζημίες από θαλάσσια ρύπανση, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει κάθε ποσό που αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στην ανωτέρω κυρίως εναγομένη αντιρρυπαντική εταιρεία. Κατόπιν εκδόσεως της με αριθμό 607/2022 αποφάσεως επί των ανωτέρω αγωγών οι οποίες έγιναν δεκτές, κατ΄ αυτής άσκησαν έφεση τόσο ο ήδη κυρίως ενάγων όσο και η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας η ήδη εκκαλούσα τυγχάνει οιονεί καθολικός διάδοχος, επί των οποίων εξεδόθη η επικαλούμενη από τον ήδη παρεμπιπτόντως ενάγοντα με αριθμό 501/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας είναι γνωστό στο παρόν Δικαστήριο από άλλη δικαστική του ενέργεια και ως εκ τούτου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.2) [ΑΠ 30/2000 ο.π.], απερρίφθη τελεσιδίκως ο ισχυρισμός (ένσταση) της ήδη παρεμπιπτόντως εναγομένης, περί απαλλαγής της (άρθρο 10 § § 2 και 6 Ι.Α 2015) από την υποχρέωσή της καταβολής στον ενάγοντα της ανωτέρω [από 22.7.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2020] παρεμπίπτουσας αγωγής και ήδη παρεμπιπτόντως ενάγοντος το ποσό που αυτός θα υποχρεώνονταν να καταβάλει στην ανωτέρω μη διάδικο στην παρούσα δίκη αντιρρυπαντική εταιρεία με την επωνυμία «…………», όπως αυτή ζητούσε με την από 11.3.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2020 αγωγή της, λόγω παραβίασης εκ μέρους του ασφαλισμένου της και ήδη παρεμπιπτόντως ενάγοντος των εγγυητικών όρων 2.1.2 των ως άνω με αριθμό 328 από 1.11.1985 Ρητρών, κατά τον οποίο αυτός εγγυήθηκε ότι, κατά τη διάρκεια παροπλισμού του σκάφους του, αυτό δεν καλύπτεται από τους όρους της ένδικης ασφάλισης κατά την περίοδο που αυτό χρησιμοποιείται ως κατοικία, εκτός μόνον κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τους ασφαλιστές. Συγκεκριμένα, το ανωτέρω Δικαστήριο οδηγήθηκε σε απορριπτική κρίση επί τη ανωτέρω διακωλυτικής ενστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας διότι, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, επιτρέποντας ο παρεμπιπτόντως ενάγων στην ανωτέρω αλλοδαπή, από φιλανθρωπία, να διαμένει προσωρινά στο σκάφος του, χωρίς αντάλλαγμα, δεν παραβίασε τον ανωτέρω όρο, διότι η φιλοξενία και η διαμονή αυτής ήταν έκτακτη και προσωρινή και επίκειτο η αποχώρησή της από αυτό, εξυποννοώντας ότι, εν προκειμένω, το εν λόγω σκάφος δεν χρησιμοποιείτο ως κατοικία από αυτή, αλλά ως προσωρινή διαμονή της. Εν τούτοις, το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα της με αριθμό 501/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς διότι, η ως άνω κρίση του ανωτέρω Δικαστηρίου [Μονομελές Εφετείο Πειραιώς] περί του εάν το σκάφος αυτό χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία, αφορά κρίση περί πραγματικού περιστατικού, πλην όμως δεδικασμένο δεν παράγεται για πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από τον δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως ΑΠ 340/2025 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Περαιτέρω δε, η κρίση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, περί ευθύνης της παρεμπιπτόντως εναγομένης βάσει της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης προς αποκατάσταση της ζημίας του παρεμπιπτόντως ενάγοντος που κατήχθη σε δίκη με την ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων της ανωτέρω αγωγής δεν παραβίασε, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη, τον εν λόγω warranty, απορρίπτοντας ακολούθως τον θεμελιούμενο στις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.2 και 6 της ΙΑ 2015, αντίθετο ισχυρισμό της παρεμπιπτόντως εναγομένης, έλαβε χώρα στα πλαίσια της αξίωσης του παρεμπιπτόντως ενάγοντος προς καταβολή του ασφαλίσματος λόγω επέλευσης ετέρου ασφαλιστικού κινδύνου και δη, λόγω της προκληθείσας υπ’ αυτού ζημίας σε τρίτους από θαλάσσια ρύπανση και όχι όπως εν προκειμένω, λόγω πρόκλησης υλικών ζημιών σε τρίτους. Πράγματι, από το προσκομιζόμενο έγγραφο ασφαλιστήριο, αποδεικνύεται ότι η ασφαλίστρια του εν λόγω σκάφους εταιρεία είχε αναλάβει να καλύψει ασφαλιστικά την αστική ευθύνη του ασφαλισμένου της – παρεμπιπτόντως ενάγοντος για σωματικές βλάβες σε τρίτους έως του ποσού των 500.000 ευρώ, για υλικές ζημίες σε τρίτους έως του ποσού των 150.000 ευρώ και για την αστική ευθύνη του για θαλάσσια ρύπανση έως του ποσού των 150.000 ευρώ. Και πράγματι, από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται δεδικασμένο όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 34/1992), πλην όμως, εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα προδικαστικού ζητήματος που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου από το ανωτέρω Δικαστήριο.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει αμφότερες οι ένδικες εφέσεις, καθό μέρος έγιναν τυπικά δεκτές, να γίνουν δεκτές και ως βάσιμες στην ουσία τους, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, το παρόν δε Δικαστήριο να κρατήσει και να δικάσει τις ένδικες αγωγές (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η ένδικη από 23.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/23.12.2022) αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «………..» κατά του ……., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος της αγωγής αυτής να καταβάλει στην ενάγουσα της αγωγής αυτής το ποσό των ευρώ εβδομήντα χιλιάδων [70.000], με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η από 20.02.2023 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/2023) παρεμπίπτουσα αγωγή του …………….. κατά εταιρείας με την επωνυμία «………..», της οποίας, οιονεί καθολικός διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………………….», για τους ειδικότερα διαλαμβανομένους λόγους στο σκεπτικό της παρούσας. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση των ενδίκων εφέσεων του παραβόλου στους εκκαλούντες (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.ε΄ ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε το άρθρο από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 63, 68 παρ. 1 και 2 και 69 του Κωδ.Δικηγ, πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του εκκαλούντος της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως, λόγω της εν μέρει ήττας του, μέρος των δικαστικών εξόδων της πρώτης εφεσιβλήτου εταιρείας, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ τα δικαστικά έξοδα της παρεμπιπτόντως εναγομένης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ιδίως της έννοια της κατοικίας του όρου 2.1.2. της Ρήτρας 328 (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 28.11.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………./29-11-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/11.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση και την από 06.12.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……………./06-12-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………./23.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση.
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Ι. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 28.11.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………………/29-11-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../11.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του …………… κατά της δεύτερης των εφεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, της εταιρείας με την επωνυμία «……………..», υπό την προηγούμενη επωνυμία της «…………..».
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος της αμέσως ανωτέρω έφεσης τη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των εφεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………………», το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό οκτακοσίων (800) ευρώ
ΙΙ. Δέχεται τυπικά και στην ουσία (α) την από 28.11.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./29-11-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../11.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του ……….. κατά της πρώτης των εφεσιβλήτων εταιρείας με την επωνυμία «…………» και την από 06.12.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………../06-12-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/23.12.2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 3022/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί και Δικάζει την από 20.02.2023 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../2023) παρεμπίπτουσα αγωγή του …………. κατά εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και την από 23.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/23.12.2022) αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «…………» κατά του …………..
[Α] Απορρίπτει την από 20.02.2023 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………../2023) παρεμπίπτουσα αγωγή του ……….. κατά εταιρείας με την επωνυμία «………..», της οποίας, οιονεί καθολικός διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, τυγχάνει η ήδη εκκαλούσα ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………………».
Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων της αμέσως ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής δικαστική δαπάνη.
[Β] Δέχεται ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της την από 23.12.2022 (με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………../23.12.2022) αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία «…………» κατά του ………..
Υποχρεώνει τον εναγόμενο της αγωγής αυτής να καταβάλει στην ενάγουσα της αγωγής αυτή το ποσό των ευρώ εβδομήντα χιλιάδων (70.000), νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της ένδικης αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου της αγωγής αυτής μέρος της δικαστικής δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος του οποίου ορίζει στο ποσό των ευρώ τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 19.3.2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε δε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, την 21η.4.2026 με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχωρήσεως της Εφέτου Μαρίας Παπαδογρηγοράκου, αποτελούμενη από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά και Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτες και με Γραμματέα την Ε.Δ, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ