Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 349/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  349/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος : ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Χαλιακόπουλο (ΑΜΔΣΠ : …….).

Των εφεσίβλητων : 1) Της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» (πρώην «………»), που εδρεύει στο … (……..) των Νήσων …… (…………) και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) Της αλλοδαπής εταιρίας με την (πρώην) επωνυμία «……………», που εδρεύει στις Νήσους ………. και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στο …….. των Νήσων ……. (………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες αμφότερες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, Παναγιώτη Βρυώνη (ΑΜΔΣΑ : …..) και Κωνσταντίνο Πλιάτσικα (ΑΜΔΣΘ : ….).

Ο αιτών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 17-5-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2024 αίτησή του περί ανάκλησης απόφασης, κατά των καθ’ ων η αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η με αριθμό 3400/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), όπως διορθώθηκε αυτεπάγγελτα δυνάμει της με αριθμό 4124/2024 οριστικής απόφασης του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία η αίτηση ανάκλησης απόφασης απορρίφθηκε, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Ο ηττηθείς στον πρώτο βαθμό αιτών και ήδη εκκαλών με την από 5-2-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, αντιστοίχως.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 5-2-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …./2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό αιτούντος και ήδη εκκαλούντος κατά των καθ’ ων η αίτηση και ήδη εφεσίβλητων και κατά της με αριθμό 3400/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), όπως διορθώθηκε αυτεπάγγελτα δυνάμει της με αριθμό 4124/2024 οριστικής απόφασης του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά τη διαδικασία  της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 – 781 ΚΠολΔ), επί της ασκηθείσας σε βάρος των εφεσίβλητων – καθ’ ων η αίτηση από 17-5-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../2024 αίτησης του εκκαλούντος – αιτούντος, διώκοντος με αυτήν την ανάκληση της με αριθμό 6037/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η ανωτέρω αίτησή του περί ανάκλησης απόφασης πρωτίστως ως μη νόμιμη και σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμη,  ενώ επιπροσθέτως, καταδικάσθηκε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων η αίτηση, ποσού 271,56 ευρώ, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β,  518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 741, 760, 761, 762, 764 παρ. 2 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 6-2-2025  (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./6-2-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 741 ΚΠολΔ) προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των καθ’ ων η αίτηση Παναγιώτη Βρυώνη (ΑΜΔΣΑ : …….) στον αιτούντα και δη στον πρωτοδίκως παριστάμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά νόμο αντίκλητο του αιτούντος (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) Ηλία Χαλιακόπουλο (ΑΜΔΣΑ : …), την 7-1-2025, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία (7-1-2025) επισημείωση του δικαστικού επιμελητή …………… στο ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης μετά του συνημμένου σε αυτό ακριβούς αντιγράφου της διορθωτικής απόφασης, το οποίο κοινοποιήθηκε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος και το οποίο ο εκκαλών προσκομίζει μετ’ επικλήσεως στο παρόν Δικαστήριο, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με άρθρο 741 ΚΠολΔ) παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./6-2-2025 του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό …./2025 e-παράβολο ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 – 781 ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1, 741 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Οι αλλοδαπές εταιρίες με την επωνυμία «……….» (πρώην «………..») και «……..», που εδρεύουν στο … (…..) των Νήσων ……, ήδη εφεσίβλητες, άσκησαν την από 2-9-2011 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 6037/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας). Δυνάμει αυτής κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η από 18-7-2011 και υπ’ αριθμ. υπόθεσης …. και φακέλου δικογραφίας ……/2011 απόφαση του εδρεύοντος στο Λονδίνο αγγλικού Δικαστηρίου «The High Court of Justice, Queen’s Bench Division (Τμήμα Έδρας Βασίλισσας), Commercial Court (Εμπορικό Δικαστήριο)», η οποία εκδόθηκε επί της υπ’ αριθμ. ……../13-01-2011 αγωγής των ανωτέρω αιτουσών εταιριών κατά: α) της εταιρίας με την επωνυμία «…………..», η καταστατική έδρα της οποίας βρίσκεται στις ….. (……..), β) της εταιρίας με την επωνυμία «……….», η καταστατική έδρα της οποίας βρίσκεται ομοίως στις ……… (……….) και γ) του …….., κατοίκου …………., ήδη εκκαλούντος, και με την οποία υποχρεώθηκαν οι εν λόγω εναγόμενοι να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στις ενάγουσες (ως κεφάλαιο) το ποσό των ογδόντα έξι εκατομμυρίων οκτακόσιων πενήντα χιλιάδων δώδεκα (86.850.012) δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων είκοσι πέντε (44.625) λιρών Αγγλίας για δικαστικά έξοδα, για απαίτηση πηγάζουσα από σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός μεν των άνω εναγουσών εταιριών (και δη της πρώτης ενάγουσας υπό την ιδιότητα της δανείστριας και της δεύτερης ενάγουσας υπό την ιδιότητα της Trustee Ασφαλείας), αφετέρου δε της πρώτης εναγόμενης ως δανειολήπτριας, την εξόφληση της οποίας (οφειλής) εγγυήθηκαν η δεύτερη και ο τρίτος των εναγόμενων. Ακολούθως, οι εταιρίες με την επωνυμία «………….» και «…………» και ο …………. άσκησαν την από 20-1-2012 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……/2012 προσφυγή τους κατά της με αριθμό 6037/2011  απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων η με αριθμό 16/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή τους. Κατά της απόφασης αυτής οι εταιρίες με την επωνυμία «………» και «……….» και ο ………….. άσκησαν την από 25-5-2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1851/2017 απόφαση του ΑΠ. Στη συνέχεια, ο ……… άσκησε την από 17-5-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2024 ένδικη αίτησή του κατά των εταιριών με την επωνυμία «……….» (πρώην «………….») και «……..», με την οποία ζήτησε την ανάκληση, ως προς τον ίδιο (αιτούντα), της με αριθμό 6037/29.11.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας). Επί της εν λόγω αίτησης ανάκλησης εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων η προσβαλλόμενη με αριθμό 3400/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), η οποία διορθώθηκε αυτεπάγγελτα δυνάμει της με αριθμό 4124/2024 οριστικής απόφασης του ίδιου ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το όνομα του παραστάντος πληρεξούσιου δικηγόρου του αιτούντος στο εισαγωγικό τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ανάκλησης. Κατά της παραπάνω απόφασης (3400/2024 και 4124/2024) παραπονείται ο αιτών …………. και ήδη εκκαλών, με την υπό κρίση έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνισή της, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτηση ανάκλησης απόφασης, που άσκησε κατά των καθ’ ων η αίτηση και ήδη εφεσίβλητων.

ΙΙΙ. Ο Κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» άρχισε να ισχύει την 01.03.2002 (άρθρο 76), καταργήθηκε δε αργότερα δυνάμει του άρθρου 80 του ομοίου αντικειμένου Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Δεκεμβρίου 2012, ο οποίος τον υποκατέστησε και του οποίου η εφαρμογή άρχισε στις 10.01.2015 (άρθρο 81). Σύμφωνα όμως, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012, ο Κανονισμός 44/2001 εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις αποφάσεις που εκδίδονται επί αγωγών που ασκήθηκαν πριν από τις 10.01.2015 και εμπίπτουν στο ρυθμιστικό του πεδίο (ΑΠ 820/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η προβλεπόμενη στον Κανονισμό 44/2001 διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας αποφάσεων που έχουν εκδοθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβάνει δύο στάδια, κατά το πρότυπο της προϊσχύσασας Κοινοτικής Σύμβασης των Βρυξελλών (1968). Το πρώτο στάδιο ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 38 έως 42 του Κανονισμού και διαμορφώνεται ως μία ex parte διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται από την παντελή έλλειψη αντιδικίας, καθώς δεν υφίσταται οιαδήποτε δυνατότητα προβολής ισχυρισμών και αντιρρήσεων εκ μέρους του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση (ΑΠ 630/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, υλικά αρμόδιο στην Ελλάδα για την κήρυξη της εκτελεστότητας Δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 740 επ. ΚΠολΔ σε συνδ. προς άρθρο 905 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος), σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού, όπου ορίζεται ότι για την εκδίκαση του “ενδίκου μέσου” του άρθρου 43 του Κανονισμού αρμόδιο είναι το Εφετείο, σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού, ενώ το “ένδικο μέσο” που μπορεί να ασκηθεί, κατά το άρθρο 44 του Κανονισμού, είναι η αναίρεση, σύμφωνα με σχετική ρύθμιση του παραρτήματος ΙV του Κανονισμού. Επομένως, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Κανονισμού 44/2001, που κατά βάση διατηρεί τη δομή και το ρυθμιστικό πλαίσιο της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών, προκύπτει ότι στα πλαίσια της θεσπιζόμενης, κατά τα ανωτέρω, ταχείας και απλής διαδικασίας για την κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης κράτους – μέλους, το Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο για την Ελλάδα) του κράτους – μέλους εκτέλεσης περιορίζεται στο να διαπιστώσει ότι πρόκειται περί εκτελεστής δικαστικής απόφασης προερχομένης από άλλο κράτος – μέλος, της οποίας το αντικείμενο υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού, χωρίς να έχει δικαίωμα πλέον να ερευνήσει, εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που δικαιολογούν την άρνηση της εκτελεστότητας, κατά τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (σε αντίθεση προς το υπό τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών ισχύσαν δίκαιο) και χωρίς ο καθ’ ου η εκτέλεση να δικαιούται να παραστεί στην ως άνω δίκη και να υποβάλλει παρατηρήσεις (ομοίως, κατά το άρθρο 34 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών). Συνακόλουθα, η ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δέχεται την αίτηση κήρυξης εκτελεστής της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, δεν συνιστά ουσιαστικά δικαστική απόφαση, αλλά απλή δικαστική διαταγή [ΑΠ 820/2021, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1028/2009, ΑΠ 1024/2001 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 371/2019 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς], εκδιδόμενη χωρίς αντιδικία και χωρίς κλήτευση αυτού κατά του οποίου ζητείται η αναγνώριση ή κήρυξη της εκτελεστότητας, ο οποίος δεν δύναται καν σε αυτό το στάδιο να καταθέσει προτάσεις (άρθρο 41 εδ. 2 Καν. 44/2001), που υπόκειται στο κατά το άρθρο 43 παρ. 1 του Κανονισμού ένδικο μέσο, το οποίο προσομοιάζει, στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου, προς την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ. Το εν λόγω “ένδικο μέσο”, παρά την ως άνω ατυχή ονομασία του (υπό τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών χρησιμοποιείτο ο ορθότερος όρος “προσφυγή”), δεν συνιστά “έφεση” κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά το Εφετείο, επιλαμβανόμενο αυτού, ενεργεί ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 12 παρ. 2 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό, τούτο ασκείται με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (Εφετείο) και με επίδοση αυτού στον καθ’ ου απευθύνεται (ΚΠολΔ 585 παρ. 1, 215 παρ. 1) εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 43 παρ. 5 του Κανονισμού αποκλειστικής προθεσμίας του ενός ή των δύο μηνών (ΑΠ 630/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, οι λόγοι της προσφυγής μπορεί να αναφέρονται στη μη συνδρομή τυπικών προϋποθέσεων αναγνώρισης και κηρύξεως εκτελεστότητας, ότι δηλαδή πρόκειται για δικαστική απόφαση που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, ότι δεν προσκομίσθηκαν τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 53-54 έγγραφα, ότι το δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να προβεί στην αναγνώριση ή την κήρυξη της εκτελεστότητας, ότι δεν νομιμοποιούνται ο αιτών και ο καθ’ ου η αναγνώριση ή εκτέλεση ή ότι ο τίτλος δεν είναι εκτελεστός, εφόσον ζητείται η κήρυξη εκτελεστότητας. Ακόμη, με την προσφυγή μπορούν να προβληθούν οι λόγοι οι προβλεπόμενοι, κατά τρόπο περιοριστικό (ΑΠ 630/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (ΑΠ 820/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στο πνεύμα αυτό, με την απόφαση του ΔΕΕ 13-10-2011 C-139/10, Prism Investments BV κατά Jaap Anne van der Meer [13-10/2011 ΔΕΚ (C-139/2010) Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ], κρίθηκε ότι το άρθρο 45 του Κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε ένδικο μέσο του άρθρου 43 ή 44 του ως άνω κανονισμού, να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας αποφάσεως για λόγο άλλο από τους αναφερόμενους στα άρθρα 34 και 35 αυτού, όπως η εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως (βλ. σκέψη 43 και το διατακτικό της απόφασης αυτής). Εξάλλου, ο οφειλέτης παράλληλα έχει τη δυνατότητα να προσβάλει την εκτέλεση και με βάση τα ένδικα βοηθήματα, που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους της εκτελέσεως, αν επικαλείται ελλείψεις και ελαττώματα καθαυτά της εκτελεστικής διαδικασίας ή ενδεχομένως και της εκτελούμενης αξιώσεως, αν αυτό προβλέπεται από την οικεία νομοθεσία, όπως συμβαίνει λ.χ. στο ελληνικό δίκαιο (ΚΠολΔ 933) [ΜονΕφΑθ 341/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Έτσι, η έλλειψη εκτελεστότητας της αποφάσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως συνιστά λόγο που μπορεί να υποβληθεί στον έλεγχο του δικαστηρίου της εκτελέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως. Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, από τη στιγμή που η απόφαση αυτή κηρύσσεται εκτελεστή και ενσωματώνεται στην έννομη τάξη του κράτους μέλους εκτελέσεως, οι εθνικοί κανόνες του τελευταίου αυτού κράτους σχετικά με την εκτέλεση εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο που ισχύουν για τις αποφάσεις που εκδίδονται από τα εθνικά δικαστήρια (βλ. σκέψεις 38 και 40 της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ 13-10-2011 C-139/10, με περαιτέρω παραπομπή σε άλλες αποφάσεις και συγκεκριμένα σε  αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1985, 148/84, Deutsche Genossenschaftsbank, Συλλογή 1985, σ. 1981, σκέψη 18, της 3ης Οκτωβρίου 1985, 119/84, Capelloni και Aquilini, Συλλογή 1985, σ. 3147, σκέψη 16, καθώς και απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 145/86, Hoffmann, Συλλογή 1988, σ. 645, σκέψη 27). Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, που ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο Κανονισμός 44/2001 υπερισχύει κάθε διάταξης του εσωτερικού δικαίου, που περιέχει ρυθμίσεις της ίδιας ύλης, όχι μόνον αντίθετες, αλλά και σύμφωνες προς το περιεχόμενό του. Στο θέμα, ειδικότερα, της αναγνωρίσεως και της κηρύξεως εκτελεστότητας των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, και επομένως, και των αποφάσεων των αγγλικών δικαστηρίων (μέχρι την 10-1-2015), θέτει στο περιθώριο τα άρθρα 323 και 905 ΚΠολΔ, τα οποία και υποκαθιστά (Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως III, Η διεθνής αναγκαστική εκτέλεση, 2006, § 77, αριθ. 6). Σύμφωνα δε, με τη νομολογία του ΔΕΚ, η κοινοτική διαδικασία κηρύξεως εκτελεστότητας (άρθρα 38-59 του Κανονισμού) έχει το προβάδισμα απέναντι στις εθνικές διαδικασίες, ενώ η εφαρμογή των εθνικών ρυθμίσεων μπορεί να είναι επιτρεπτή μόνο στο μέτρο που ο Κανονισμός 44/2001 περιέχει ρητή παραπομπή σε αυτές [ΔΕΚ απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, υπόθεση C-267/97, Eric Coursier ν Fortis Bank SA Martine Bellani, ΣυλλΝομ I, 1999, σελ. 2543 (2571), σκέψεις 25 επ., όπου αναφέρεται ότι η διαδικασία περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου αποτελεί αυτοτελές και πλήρες σύστημα (κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών), Π. Γέσιου – Φαλτσή, Γνωμοδότηση, ΕΠολΔ 2011.176 επ. (178)].

ΙV. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 17-5-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2024 αίτησή του κατά των εταιριών με την επωνυμία «……….» (πρώην «…………») και «……..» ο αιτών ………. εξέθετε ότι η αναφερόμενη στην αίτησή του απόφαση δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλίας) [αρ. υπόθεσης ….. και φακέλου δικογραφίας ……./2011 απόφαση του High Court Queen’ s Bench Division], που τον υποχρεώνει, μεταξύ άλλων εναγόμενων, στην καταβολή των αναφερόμενων ποσών για απαίτηση από σύμβαση δανείου υπέρ των εναγουσών και νυν καθ’ ων η αίτηση, κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα δυνάμει της με αριθμό 6037/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 44/2001, καθώς και ότι κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε προσφυγή κατά τον Κανονισμό 44/2001 και απορρίφθηκε με τη με αριθμό 16/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ενώ απορρίφθηκε και η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατά της τελευταίας απόφασης, με τη με αριθμό 1396/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, εξέθετε ότι δυνάμει της παραπάνω απόφασης του αλλοδαπού δικαστηρίου, που κηρύχθηκε εκτελεστή, οι καθ’ ων η αίτηση επιχείρησαν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του στην ημεδαπή, χωρίς αποτέλεσμα, λόγω έλλειψης περιουσίας του και ήδη υποχρεώθηκε με τις με αριθμό 7/2011 και 42/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνος να δώσει βεβαιωτικό όρκο και περιουσιακό κατάλογο κατά τον ΚΠολΔ. Ακόμα, ιστορούσε ότι η πρώτη των καθ’ ων του κοινοποίησε την 16-6-2023 την από 13-6-2023 επιταγή προς πληρωμή σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου, που κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, ενώ ήδη του κοινοποιήθηκε την 18-4-2024 η από 29-3-2024 αίτηση της πρώτης των καθ’ ων στο Ειρηνοδικείο Σαλαμίνος για βεβαιωτικό όρκο, μολονότι εκείνη γνωρίζει την ανυπαρξία περιουσιακού στοιχείου του. Στη συνέχεια, ισχυριζόταν ότι η παραπάνω απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου έπαυσε να ισχύει στη χώρα προέλευσης (Αγγλία), μετά την κήρυξη της εκτελεστότητάς της στην ημεδαπή, εξαιτίας της παρόδου έξι ετών από την έκδοσή της, δηλαδή ήδη από την 18-7-2017, για λόγους που αφορούν το δίκαιο της Αγγλίας και εξαρτούν πλέον την εκτέλεσή της από την άδεια του αρμόδιου αγγλικού δικαστηρίου, η οποία δεν υφίσταται. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε την ανάκληση, ως προς τον ίδιο (αιτούντα), της με αριθμό 6037/29.11.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην ημεδαπή η αναφερόμενη απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου, αναδρομικά από την 18-7-2017, άλλως από την ημερομηνία κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου, άλλως από τη δημοσίευση της απόφασης του ημεδαπού δικαστηρίου, καθώς και να καταδικαστούν οι καθ’ ων η αίτηση στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του. Ωστόσο, η ένδικη αίτηση ανάκλησης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Και τούτο διότι η ανάκληση της εκτελεστότητας (αλλοδαπής) απόφασης, που κηρύχθηκε εκτελεστή βάσει του Κανονισμού 44/2001, δύναται να ζητηθεί μόνο με την άσκηση των προσφυγών (ένδικων μέσων), που προβλέπονται στα άρθρα 43 ή 44 του ίδιου Κανονισμού. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η άσκηση της αίτησης ανάκλησης του άρθρου 758 ΚΠολΔ, που συνιστά ρύθμιση του ημεδαπού δικονομικού δικαίου ως κράτους εκτέλεσης, καθότι ο Κανονισμός 44/2001 θεσπίζει ένα αυτοτελές και πλήρες σύστημα ελέγχου της εκτελεστότητας της αλλοδαπής απόφασης, το οποίο υπερισχύει των αντίστοιχων εθνικών δικονομικών κανόνων πλην εκείνων στους οποίους ο ίδιος (Κανονισμός) παραπέμπει ρητά, όπως εκτέθηκε στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ενώ τυχόν παραδοχή αίτησης ανάκλησης εκ του άρθρου 758 ΚΠολΔ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρακάμπτει την προβλεπόμενη στον Κανονισμό διαδικασία αναφορικά με την ανάκληση της κήρυξης της εκτελεστότητας απόφασης ενός κράτους μέλους στο κράτος εκτέλεσης αυτής. Ενισχυτική της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και η νομική φύση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου περί κήρυξης της εκτελεστότητας κατά το πρώτο στάδιο, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηριζόμενη κατά πάγια νομολογία ως «απλή δικαστική διαταγή» και όχι ως γνήσια δικαστική απόφαση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, οπότε είναι αμφίβολο κατά πόσο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 758 ΚΠολΔ, το οποίο ρυθμίζει την υπό προϋποθέσεις ανάκληση αποφάσεων που αποφαίνονται οριστικά. Επιπρόσθετα, η αδυναμία εκτέλεσης, ή ακόμη κι η μεταγενέστερη κατάλυση της εκτελεστότητας μιας απόφασης αλλοδαπού κράτους, αφού αυτή ήδη κηρύχθηκε εκτελεστή στο κράτος εκτέλεσης κατά τον Κανονισμό 44/2001, για ιδιαίτερους λόγους που αφορούν το δικονομικό δίκαιο της χώρας προέλευσης, δεν αποτελεί λόγο, που εμπίπτει στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού 44/2001, για τον οποίο μπορεί να ζητηθεί η ανάκληση της κήρυξης της εκτελεστότητάς της (άρθρο 45 του Κανονισμού 44/2001). Ένας τέτοιος λόγος όμως, θα μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο της ανακοπής κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ) στην ημεδαπή, όπου ο καθ’ ου η εκτέλεση θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο εκτελεστός τίτλος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις εκτελεστότητας, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (3400/2024 και 4124/2024) έκρινε όμοια και απέρριψε την ένδικη αίτηση ανάκλησης πρωτίστως ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα, πλην όμως, με εν μέρει ελλιπή κύρια αιτιολογία, η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά πλημμελή εφαρμογή του νόμου, απέρριψε την αίτησή του για ανάκληση της απόφασης, καθώς εσφαλμένα δέχθηκε ότι η απώλεια της εκτελεστότητας της αλλοδαπής απόφασης μπορεί να προβληθεί μόνο στο πλαίσιο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι με την αίτηση ανάκλησης της απόφασης (6037/2011) από το ελληνικό δικαστήριο, πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμα, όπως και ο συναφής λόγος έφεσης στο σύνολό του.

V. Από το άρθρο 520 παρ.1 KΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Λόγος όμως, εφέσεως, ο οποίος και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί έννομη επιρροή και επομένως, δεν δύναται να οδηγήσει κατά νόμο στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης, είναι αλυσιτελής και κατά τούτα απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 122/2014, ΤριμΕφΠειρ 601/2025 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όλως εσφαλμένα απέρριψε κατ’ ουσίαν την αίτησή του για ανάκληση της απόφασης, καθώς δεν έλαβε υπόψη του τις δικαστικές αποφάσεις και τις ερμηνείες και τα πορίσματα Άγγλων νομομαθών, που προσκόμισε πρωτοδίκως. Ωστόσο, η επικαλούμενη με τον παραπάνω λόγο έφεσης νομική πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να μην λάβει υπόψη του και να μην αξιοποιήσει αποδεικτικά για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τα ως άνω προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τον εκκαλούντα έγγραφα (δικαστικές αποφάσεις, ερμηνείες και πορίσματα Άγγλων νομομαθών), δεν καθιστά εξαφανιστέα την εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου αυτού, διότι το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης έφεσης (άρθρο 522 KΠολΔ), κατά τον έλεγχο του συναφούς λόγου της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, θα επανεκτιμήσει από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της (άρθρο 534 KΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, η δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης θα επέλθει μόνο εάν το Δικαστήριο τούτο, κατά τον έλεγχο του ανωτέρω λόγου περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αχθεί σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης. Επομένως, ο τρίτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελής και ως εκ τούτου ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη.

VI. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε κριθεί η ένδικη αίτηση ορισμένη και νόμιμη, κατά το κύριο και τα επικουρικά της αιτήματα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 758 παρ. 1 εδ. α και β και παρ. 2, 904 παρ. 1 και παρ. 2 περ. στ, 905, 747, 118 ΚΠολΔ, η αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί, επειδή από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και γνωμοδοτήσεις Άγγλων νομομαθών και αντίγραφα νομοθεσίας για το αγγλικό δίκαιο, το οποίο εξάλλου αλλοδαπό δίκαιο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, χωρίς ειδικότερη απόδειξη (άρθρο 337 ΚΠολΔ), και αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω, αποδεικνύονται τα εξής: Οι καθ’ ων η αίτηση και ήδη εφεσίβλητες αλλοδαπές εταιρίες, με την από 2-9-2011 αίτησή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ……./2011 και προσδιορίστηκε προς συζήτηση στη δικάσιμο στις 20-9-2011, ζήτησαν να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα η από 18-7-2011 και με αρ. υπόθεσης …… και φακέλου δικογραφίας …../2011 απόφαση (πρόκειται ουσιαστικά για «διαταγή» (order) που εκδόθηκε κατά τη συνοπτική διαδικασία) του Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλίας),The High Court of Justice (Ανώτερο Δικαστήριο), Queen’s Bench Division (Τμήμα Έδρας της Βασίλισσας), Commercial Court (Εμπορικό Δικαστήριο), επικαλούμενες στην αίτησή τους ότι η απόφαση αυτή είναι εκτελεστή κατά το αγγλικό δίκαιο και για την οποία είχε εκδοθεί αρμοδίως η από 12-8-2011 βεβαίωση κατά τα άρθρα 54-58 του Κανονισμού 44/2001 από τον Δικαστή του εν λόγω Δικαστηρίου. Με την απόφαση (διαταγή) αυτή, ειδικότερα, έγινε δεκτή η από 13-1-2011 αγωγή των καθ’ ων η αίτηση – εναγουσών κατά: α) της εταιρίας με την επωνυμία «…………..», η καταστατική έδρα της οποίας βρίσκεται στις Νήσους …………… και η πραγματική της έδρα βρίσκεται στα …….. ….., β) της εταιρίας με την επωνυμία «………….», η καταστατική έδρα της οποίας βρίσκεται ομοίως στις Νήσους ………. και η πραγματική έδρα βρίσκεται στον Πειραιά, και γ) του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος, …………, κατοίκου ………… και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στις ενάγουσες – καθ’ ων η αίτηση, το ποσό των 86.850.012 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον δικαστικών εξόδων ύψους 44.625 λιρών Αγγλίας, για απαίτηση που πηγάζει από σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός μεν των άνω εναγουσών εταιριών (και δη της πρώτης ενάγουσας υπό την ιδιότητα της δανείστριας και της δεύτερης ενάγουσας υπό την ιδιότητα της Trustee Ασφαλείας), αφετέρου δε της πρώτης εναγόμενης ως δανειολήπτριας, την εξόφληση της οποίας (οφειλής) εγγυήθηκαν η δεύτερη και ο τρίτος των εναγόμενων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, χωρίς την παρουσία των εναγόμενων, εξέδωσε τη με αριθμό 6037/2011 απόφαση, με την οποία δέχθηκε την παραπάνω αίτηση και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την παραπάνω απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης (6037/2011) ο αιτών και ήδη εκκαλών …….. και οι εταιρίες «………….» και «……….», κατά των οποίων είχε εκδοθεί η αλλοδαπή απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, άσκησαν την από 20-1-2012 προσφυγή τους, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 16/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας, οι ίδιοι άσκησαν την από 25-5-2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1851/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. [Διευκρινίζεται ότι η αναφερόμενη στην ένδικη αίτηση ανάκλησης με αριθμό 1396/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου αφορά σε άλλη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα εκδόθηκε επί της από 23-12-2014 αίτησης αναίρεσης του …….., του …….. και του …………. κατά της με αριθμό 787/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς].

Κατά το Αγγλικό δίκαιο [Άρθρο 70.2 σε συνδυασμό με τα Μέρη 83, 84, 72, 73, 89, 69 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας (Civil Procedure Rules) 1998, όπως ισχύουν], η αναγκαστική εκτέλεση (enforcement by execution) των αποφάσεων ή διατάξεων (orders) των αγγλικών δικαστηρίων που επιδικάζουν χρηματικές αξιώσεις, διενεργείται βάσει της εντολής ή εντάλματος εκτέλεσης (writ or warrant of execution) που δύναται να λάβει διάφορες μορφές, λ.χ. όπως με την Εντολή Κατάσχεσης (Writ of Control), που επιτρέπει στους δικαστικούς επιμελητές του Δικαστηρίου μέσω μιας διοικητικής διαδικασίας να κατασχέσουν και να εκποιήσουν τα αγαθά του οφειλέτη για να ικανοποιήσουν το οφειλόμενο κατά την απόφαση χρέος, την Εντολή Χρέους Τρίτου (Third Party Debt Order), που αντιστοιχεί στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου, την Εντολή Εγγραφής Υποθήκης (Charging Order), που προσομοιάζει με την προσημείωση υποθήκης ή την υποθήκη που μπορεί να συνοδεύεται με την Εντολή Πώλησης του βεβαρημένου ακινήτου (Order for Sale), την Εντολή Κατάσχεσης Μισθών (Attachment of Earnings Order), που απευθύνεται στον εργοδότη του οφειλέτη και τον υποχρεώνει να παρακρατεί τακτικές πληρωμές από τους μισθούς του οφειλέτη και να τις καταβάλλει στο δανειστή, το Διορισμό (Αναγκαστικού) Διαχειριστή από το Δικαστήριο που θα συλλέγει τα εισοδήματα του οφειλέτη για εξόφληση του χρέους και τη Διαδικασία Πτώχευσης (βλ. Ministry of Justice, Practice Direction 70a – Enforcement of Judgments and orders στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Η.Β.: <https://www.justice.gov.uk/courts/procedure-rules/civil/rules/part70/pd_part70 >, επίσης, Gaby Hardwicke, Enforcement of a Judgment – Briefing Note, Reviewed March 2021, στην ιστοσελίδα: <https://www.gabyhard- wicke.co.uk/briefing-notes-and-faqs/enforcement-of-a-judgment/>). Τόσο η εντολή εκτέλεσης, όσο και τα εντάλματα εκτέλεσης που προσομοιάζουν και αντιστοιχούν με το απόγραφο κατά το ημεδαπό μας δίκαιο, εκδίδονται με χρονική ισχύ δώδεκα μηνών που δύναται να παραταθεί για άλλους δώδεκα μήνες μετά από αίτηση του επισπεύδοντος, πριν ή μετά τη λήξη της διάρκειας της αμέσως προηγούμενης εντολής ή εντάλματος εκτέλεσης [βλ. Άρθρο 83.3, των αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύουν: «(3) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (4), για τους σκοπούς της εκτέλεσης, η εντολή ή το ένταλμα θα ισχύει για την περίοδο των 12 μηνών που αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσής τους. (4) Το δικαστήριο δύναται να παρατείνει τη σχετική εντολή ή ένταλμα οποιαδήποτε στιγμή για περίοδο 12 μηνών κάθε φορά. (5) Εάν η αίτηση υποβληθεί πριν από τη λήξη της περιόδου των 12 μηνών, η περίοδος παράτασης θα αρχίζει από την επομένη της λήξης. (6) Εάν η αίτηση υποβληθεί μετά τη λήξη της περιόδου των 12 μηνών, οποιαδήποτε περίοδος παράτασης θα αρχίσει οποιαδήποτε ημέρα μετά τη λήξη που ορίσει το δικαστήριο.» (βλ. Ministry of Justice, Part 83 – Writs and Warrants – General Provisions, στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Η.Β.: <https://www.justice.gov.uk/courts/procedure-rules/civil/rules/part-83-writs-and-warrants-general-provisions#l>). Περαιτέρω, το αγγλικό δίκαιο γνωρίζει σχετικά λίγους περιορισμούς στην αναγκαστική εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Υπάρχει, ωστόσο, ένας βασικός περιορισμός στο άρθρο 24 του Νόμου περί Παραγραφής (Limitation Act) του 1980, κατά το οποίο προβλέπεται ότι: «1. Δεν επιτρέπεται η [άσκηση] αγωγή[ς] επί οποιασδήποτε απόφασης μετά την παρέλευση έξι ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση κατέστη εκτελεστή. 2. Δεν επιτρέπεται η είσπραξη τόκων υπερημερίας σε σχέση με οποιοδήποτε χρέος από απόφαση μετά την παρέλευση έξι ετών από την ημερομηνία κατά την οποία οι τόκοι κατέστησαν απαιτητοί.». Ο όρος «αγωγή» στο άρθρο 24 παρ. 1 προσδιορίζεται στο άρθρο 38 παρ. 1 του ίδιου νόμου με το οποίο ορίζεται ότι: «η αγωγή περιλαμβάνει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου εκκλησιαστικού δικαστηρίου». Η διάταξη αυτή ερμηνεύτηκε από τη Βουλή των Λόρδων, το πρώην Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, στην υπόθεση …. κ.α. κατά ….. που αφορούσε την υποχρέωση καταβολής 70.000,00 λιρών από τον εναγόμενο, ο οποίος μετοίκησε από την Αγγλία λίγο μετά την απόφαση (βλ. …. and Another ν …… (Trading as LE Design Services) [1998] UKHL 34= [1998] 3 All ER 897= [1999] 3 WLR 501, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Βρετανικού και Ιρλανδικού Ινστιτούτου Νομικών Πληροφοριών: <https://www.bailii.org/> και της Βουλής του Η.Β. <https://publications.parliament.uk/>). Το 1992, 11 χρόνια αργότερα, ο επισπεύδων δανειστής ανακάλυψε ένα ακίνητο και έναν τραπεζικό λογαριασμό του καθ’ ου οφειλέτη στην Αγγλία και επέσπευσε εκ νέου τη διαδικασία εκτέλεσης. Επομένως, η εκτελεστική διαδικασία αφορούσε την ίδια απόφαση. Ο καθ’ ου αντιτάχθηκε στην εκτέλεση, επικαλούμενος το άρθρο 24 παρ. 1 του παραπάνω νόμου, το οποίο επιχείρημα όμως, απορρίφθηκε, καθώς η Βουλή των Λόρδων έκρινε ότι: «Ως «αγωγή» κατά το άρθρο 24 παρ. 1 νοείται η «νέα» αγωγή στην οποία δεν περιλαμβάνεται η διαδικασία εκτέλεσης» (εισήγηση Lord Lloyd of Berwick που έγινε δεκτή). Άκρως σχετική είναι και απόφαση του High Court του Λονδίνου του Μαΐου του 1997 στην υπόθεση ………. ….. κατά …. [2011] ………., η οποία αφορούσε καταψηφιστική απόφαση που εκδόθηκε ερήμην των εναγόμενων και τους υποχρέωνε στην καταβολή ποσού ύψους 324.185,43 λιρών Αγγλίας. Παρόλο που δεν διενεργήθηκε αναγκαστική εκτέλεση στην Αγγλία, αντίθετα, έγιναν (καθυστερημένες) προσπάθειες να εκτελεστεί η απόφαση στην Ελλάδα, και, ειδικότερα, στη Σκιάθο, όπου βρέθηκε ακίνητη περιουσία των οφειλετών. Οι οφειλέτες άσκησαν αρνητική αναγνωριστική αγωγή στην Αγγλία, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου δεν ήταν εκτελεστή σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Νόμου περί Παραγραφής, λόγω της καθυστέρησης στην εκτέλεσή της για πάνω από έξι χρόνια. Κατά το αγγλικό Δικαστήριο, αυτό ήταν ουσιαστικά μια κίνηση τακτικής από την πλευρά των εναγόμενων που ήλπιζαν να προδικάσουν το ζήτημα της εκτελεστότητας στα ελληνικά δικαστήρια λαμβάνοντας μια απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου που θα χρησιμοποιούσαν για να πείσουν τα ελληνικά δικαστήρια να αρνηθούν την εκτέλεση. Ο Άγγλος δικαστής έκρινε όμως, ότι το κατάλληλο forum για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της εκτέλεσης ήταν η Ελλάδα και ότι το ελληνικό δικαστήριο ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το ζήτημα. Βέβαια, πρέπει να διακρίνεται η παρ. 2 με την παρ. 1 του παραπάνω άρθρου 24, καθώς η παρ. 2 δεν αναφέρεται σε «αγωγές», απλώς αναφέρει ότι δεν μπορούν να εισπραχθούν τόκοι υπερημερίας επί χρέους που έχει αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία που κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι, δηλαδή την ημερομηνία της απόφασης ή της διαταγής του δικαστηρίου. Στην παραπάνω υπόθεση …. κ.α. κατά ……. λ.χ., η Βουλή των Λόρδων επέτρεψε τη συνέχιση της εκτέλεσης, αλλά απαγόρευσε την είσπραξη τόκων μετά από έξι έτη. Ειδικότερα, η Βουλή των Λόρδων έκρινε ότι: «δεν υπήρχε λόγος να μην αποδοθεί το κοινό νόημα στις σχετικές λέξεις του άρθρου 24 παρ. 2 «δεν εισπράττονται τόκοι υπερημερίας…», με αποτέλεσμα να αποκλείεται η εκτέλεση [για είσπραξη τόκων]  μετά την πάροδο έξι ετών όσον αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις». Ωστόσο, υπάρχει ένας δικονομικός περιορισμός στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης στην Αγγλία. Κατά το άρθρο 83.2 παρ. 3 στους αγγλικούς Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας, απαγορεύεται η έκδοση εντολής ή εντάλματος εκτέλεσης όταν έχουν παρέλθει έξι (6) έτη ή περισσότερα από την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης (ή διαταγής), εκτός και εάν ζητηθεί και δοθεί άδεια από το αρμόδιο δικαστήριο. Οι διατάξεις του άρθρου 83.2 παρ. 4 περ. (α)-(στ) καθορίζουν τις υποχρεωτικές προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται κάθε αίτηση παράτασης προθεσμίας [βλ. High Court, Oraki ν Hall [2019] EWHC 1515 (Ch), σκ. 87, στην επίσημη ιστοσελίδα των Εθνικών Αρχείων της Κυβέρνησης του Η.Β.: <https://caselaw.nationalarchives.gov.uk/>]. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83.2 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «(1) Ο παρών κανόνας εφαρμόζεται σε: (α) εντολές και εντάλματα ελέγχου – (β) εντολές εκτέλεσης- (γ) […] (δ) […] (2) Μια εντολή ή ένταλμα στην οποία εφαρμόζεται ο παρών κανόνας αναφέρεται στον παρόντα κανόνα ως «σχετική εντολή ή ένταλμα». (3) Οποιαδήποτε σχετική εντολή ή ένταλμα δεν πρέπει να εκδίδονται χωρίς την άδεια του δικαστηρίου όταν (α) έχουν παρέλθει έξι έτη ή περισσότερα από την ημερομηνία της απόφασης ή της διαταγής [….]. (4) Αίτηση για άδεια μπορεί να υποβληθεί σύμφωνα με το Μέρος 23 και πρέπει- (α) να  προσδιορίζει την απόφαση ή τη διαταγή στην οποία αναφέρεται η αίτηση – (β) εάν η απόφαση ή η διαταγή [του δικαστηρίου] αφορά την πληρωμή χρημάτων, να αναφέρει το αρχικά οφειλόμενο ποσό και, εάν είναι διαφορετικό, το οφειλόμενο ποσό κατά την ημερομηνία κατάθεσης της ειδοποίησης για την αίτηση- (γ) εάν η περίπτωση εμπίπτει στην παράγραφο (3)(α), να αναφέρει τους λόγους της καθυστέρησης στην εκτέλεση της απόφασης ή της διαταγής [του δικαστηρίου] – (δ)(…) (στ) να παρέχει οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες είναι απαραίτητες για να κρίνει το δικαστήριο ότι ο αιτών δικαιούται να προβεί σε εκτέλεση της απόφασης ή της διαταγής [του δικαστηρίου] και ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοση [άδειας] προς εκτέλεση, είναι ο καθ’ ου η εκτέλεση. (7Α) Σε περίπτωση που- (α) το δικαστήριο χορηγήσει άδεια, δυνάμει του παρόντος κανόνα ή με άλλο τρόπο, για την έκδοση εντολής εκτέλεσης ή εντολής αναγκαστικής διαχείρισης («η διάταξη για παροχή άδειας»)-και (β) η εντολή [εκτέλεσης] δεν εκδοθεί εντός ενός έτους από την ημερομηνία της [έκδοσης] της διάταξης που χορηγεί την άδεια, η διάταξη αυτή παύει να ισχύει. (7Β) Σε περίπτωση που η διάταξη που χορηγεί την άδεια έχει παύσει να ισχύει, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει νέα διάταξη που να χορηγεί την άδεια.» (βλ. Ministry of Justice, Part 83-Writs And Warrants – General Provisions, στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Η.Β.: <https://www.justice.gov.uk/courts/procedure-rules/civil/rules/part-83-writs-and-warrants-general-provisions#83.2>).

Βάσει της σχετικής νομολογίας των αγγλικών δικαστηρίων, η λήψη άδειας για την εκτέλεση απόφασης μετά την πάροδο έξι ετών δεν είναι ποτέ μια απλή τυπική διαδικασία. Αντιθέτως, κάλλιστα η αίτηση για χορήγηση άδειας δύναται να απορριφθεί [βλ. π.χ. Court of Appeal, …….. v …….. [2002] ………… = [2002] All E.R. (D) ……], εκτός κι εάν ο ενδιαφερόμενος ανταποκριθεί στο βάρος της απόδειξης και αποδείξει ότι είναι δίκαιο να χορηγηθεί [High Court, … ν …. [2001] …. W.L.R. …]. Η άδεια για να προχωρήσει η εκτέλεση τότε μόνο χορηγείται, όταν συντρέχουν περιστατικά που θεμελιώνουν ότι η εκτέλεση πρέπει να συνεχίσει, κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα απαγόρευσης μετά την πάροδο έξι ετών [βλ. Court of Appeal, …… v …………. [2002] EWCA Civ …, σκ. 14-25, High Court, ……… κατά … [2005] EWHC ….. (Comm)]. Βασικό κριτήριο που δικαιολογεί τη χορήγησή της, είναι η ύπαρξη – η εύρεση εκ των υστέρων-νέας περιουσίας του οφειλέτη και καθ’ ου η εκτέλεση (βλ. ……… ν ………., ο.π., σκ. ……, όπου δίνεται το παράδειγμα του αρχικά άπορου οφειλέτη και καθ’ ου η εκτέλεση, ο οποίος στη συνέχεια κερδίζει κάποιο μεγάλο ποσό σε διαγωνισμό). Όπως έχει κριθεί: «ένας ιδιαίτερος παράγοντας που μπορεί να εξαιρεί την υπόθεση από το συνηθισμένο πλαίσιο [σ.σ. της εξαετούς απαγόρευσης] είναι η ανακάλυψη περιουσιακών στοιχείων εντός της επικράτειας που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης» (βλ. επίσης ……… ν ….. SDPR [2008] EWHC ….. (Comm), σκ. 25).

Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 83.2 παρ. 3 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας έχει μακρά ιστορία στο αγγλικό δίκαιο [βλ. γενικά τις αποφάσεις της Βουλής των Λόρδων (House of Lords) στη … and Αnother v …. (Trading as LE Design Services), ο.π., και του αγγλικού Εφετείου (Court of Appeal) στην ……… v …… [1948] …. KB … =[1948] … All ER ….., όπως και High Court of Singapore, ………… v ………. [2017] SGHCR …., σκ. 3-12, στην επίσημη ιστοσελίδα του <https://www. elitigation. sg/gdviewer/s/2017_SGHCR_7>]. Διαχρονικά στην Αγγλία έχουν θεσπιστεί διατάξεις – όπως η ισχύουσα του άρθρου 83.2 παρ. 3 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας – που απαιτούν τη χορήγηση άδειας από το αρμόδιο δικαστήριο για την επίσπευση εκτέλεσης εντός της αγγλικής επικράτειας μετά την πάροδο έξι ετών από την έκδοση της απόφασης, ιδίως όταν ανευρεθεί ή αποκτηθεί νέα περιουσία από τον καθ’ ου η εκτέλεση [βλ. High Court, …………… v ……….. [2023] EWHC …… (KB), σκ. 31-32, στην επίσημη ιστοσελίδα των Εθνικών Αρχείων της Κυβέρνησης του Η.Β.: < https://caselaw.nationalarchives.gov.uk/>]. Ειδικότερα, το άρθρο 83.2 παρ. 3 αποτυπώνει το αντίστοιχο φίλτρο (περιορισμό) που  χρονολογείται από τους πρώτους Κανόνες του Ανώτατου Δικαστηρίου, που εισήχθησαν στον τροποποιητικό νόμο του 1875 για το Ανώτατο Δικαστήριο της Δικαιοσύνης (1873) (Δικαστικές πράξεις. Διάταξη 42 παρ. 18 και 19 του Κανονισμού του Ανώτατου Δικαστηρίου [Judicature Acts. Order 42 rr 18 and 19 of the Rules of the Supreme Court]). Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί κάποιου είδους νομοθετικής απαγόρευσης ή κωλύματος, ή αποσβεστική προθεσμία, ή προθεσμία παραγραφής που καταλύει την εκτελεστότητα μιας δικαστικής απόφασης ή διαταγής, όπως επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων [(βλ. για τα παραπάνω Court of Appeal, ……….. v …….. [2024] EWCA Civ …., σκ. 49, στην επίσημη ιστοσελίδα των Εθνικών Αρχείων της Κυβέρνησης του Η.Β.: < https://caselaw.nationalarchives.gov.uk/>]. Αποφαινόμενο για την πανομοιότυπη και προκάτοχο διάταξη (42 παρ. 18 και 19 του Κανονισμού του Ανώτατου Δικαστηρίου) που ομοίως προέβλεπε τη λήψη δικαστικής άδειας για επίσπευση εκτέλεσης πέραν της εξαετίας, το αγγλικό Εφετείο διευκρίνισε πως και η διάταξη εκείνη είχε αποκλειστικά διαδικαστική φύση και αφορούσε το μηχανισμό εκτέλεσης (βλ. ……. ν ………., ο.π., αλλά και την ανάλυση του θέματος από το House of Lords, στη … and Αnother v ……, ο.π.). Επιπλέον, όπως κρίθηκε, η απόρριψη μιας αίτησης για χορήγηση αδείας προς επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την πάροδο έξι ετών δεν αποκλείει μεταγενέστερα την υποβολή νέας αίτησης, η οποία όμως πρέπει να στηρίζεται σε νέα στοιχεία, ώστε να γίνει δεκτή (βλ. ………… ν …., ο.π.). Μάλιστα, σε μεταγενέστερη απόφαση διασαφηνίστηκε πως η συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής (limitation period) των αγωγών επί τη βάσει δικαστικής απόφασης δεν εμποδίζει τον επισπεύδοντα να υποβάλει αίτηση για την έκδοση νέου εντάλματος εκτέλεσης [Εφετείο (Court of Appeal), …….. v ….. and others [1991] Ch …..].  Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο περιορισμός του άρθρου 83.2 παρ. 3 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να προσομοιάζει με προθεσμία παραγραφής ή αποσβεστική προθεσμία, δεν είναι όμως τέτοια. Η διάταξη αυτή δεν έχει ως αποτέλεσμα την εξάλειψη των δικαιωμάτων του επισπεύδοντος δανειστή. Αντίθετα, πρόκειται για μια διαδικαστική προϋπόθεση που περιορίζει την πρόσβαση στο μηχανισμό αναγκαστικής εκτέλεσης. Όπως σχετικά τονίστηκε στη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων: «Ο δανειστής δεν πρέπει να στερείται της δυνατότητας να διεκδικήσει τα δικαιώματά του μέσω της εκτέλεσης απλώς και μόνο επειδή θα έχουν περάσει πολλά χρόνια ή δεκαετίες μέχρι να μπορέσει εύλογα να είναι σε θέση να το πράξει. Δεν υπάρχει κώλυμα που να βασίζεται απλώς στην παρέλευση ορισμένης περιόδου. Ο νόμος δεν αντιμετωπίζει τον οφειλέτη σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί μια απόφαση ως έχοντα το δικαίωμα να είναι ήρεμος γνωρίζοντας ότι μετά την πάροδο μιας ορισμένης περιόδου απαλλάσσεται από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τη δικαστική απόφαση εναντίον του» (βλ. ……. ν ………, ο.π., σκ. 51). Εξάλλου, η απόρριψη μιας αίτησης για χορήγηση αδείας προς επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την πάροδο έξι ετών δεν αποκλείει την υποβολή νέας αίτησης, η οποία πρέπει να στηρίζεται σε νέα στοιχεία για να γίνει δεκτή (βλ. ……. ν ………, ο.π., βλ. και Practical Law Dispute Resolution, Enforcing a money judgment by taking control of goods with writs and warrants of control, Thomson Reuters, 17 Αυγούστου 2016, σελ.7). Επομένως, η παρέλευση και μόνο της προθεσμίας των έξι ετών δεν κωλύει τη δυνατότητα επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης για το μέλλον και δεν συνεπάγεται την κατάλυση της εκτελεστότητας της απόφασης ενός αγγλικού δικαστηρίου. Τουναντίον, η ανυπαρξία περιουσίας του οφειλέτη στην αγγλική επικράτεια, στην οποία ανυπαρξία θα οφείλεται και η έλλειψη προόδου της αναγκαστικής εκτέλεσης, θα συνιστά συνάμα και λόγο μη χορήγησης της άδειας, κατά το άρθρο 83.2 παρ. 3 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας. Το γεγονός αυτό ακριβώς δύναται να οδηγήσει τον επισπεύδοντα στην αναζήτηση περιουσίας του οφειλέτη σε άλλο κράτος, όπου θα επιχειρηθεί η εκτέλεση. Σε αυτή την περίπτωση όμως, το άρθρο 83.2 παρ. 3 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας δεν είναι εφαρμοστέο, καθώς  αφορά τη διαδικασία εκτέλεσης εντός της αγγλικής επικράτειας και όχι εκτός αυτής, όπως άλλωστε καταδεικνύει η νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων (βλ. …………… v …………….., ο.π., τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδίως σκ. 1, 2, 47, 56, 58, 75, 96).

Εν κατακλείδι, στο αγγλικό δίκαιο υφίσταται μεν η εξαετής αποσβεστική προθεσμία βάσει του άρθρου 24 παρ. 1 του νόμου περί παραγραφής του 1980 για την άσκηση «νέας» αγωγής επί δικαστικής απόφασης, αλλά ο μηχανισμός εκτέλεσης δικαστικής απόφασης δεν υπόκειται σε κάποια αποσβεστική ή άλλου είδους προθεσμία, ή παραγραφή, πλην του περιορισμού του άρθρου 83.2 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας (βλ. …….. v …………… ο.π., σκ. 31). Τόσο το άρθρο 24 του Νόμου περί Παραγραφής του 1980, όσο και οι διατάξεις του άρθρου 83.2 παρ. 3 των αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, δεν αφορούν στην ισχύ καθαυτή των αποφάσεων των αγγλικών δικαστηρίων ως εκτελεστών τίτλων, η οποία ισχύς τους καθαυτή δεν υπόκειται σε κάποιο γενικό κανόνα παραγραφής, ή αποσβεστική προθεσμία, ή άλλη καθολική απαγόρευση. Ειδικότερα, το άρθρο 83.2 παρ. 3 των αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας δεν αφορά στην εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά στις προϋποθέσεις και τη δυνατότητα διενέργειας ειδικότερων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης εντός της αγγλικής επικράτειας επί τη βάσει των αποφάσεων αυτών, μετά την πάροδο έξι ετών από την έκδοσή τους. Άλλωστε, αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι η άρνηση έκδοσης εντολής εκτέλεσης (writ of execution) μετά την εξαετία δεν συνεπάγεται την αδυναμία υποβολής νέας αίτησης για την έκδοση τέτοιας εντολής σε μελλοντικό χρόνο βάσει νέων στοιχείων. Έπεται πως το άρθρο 83.2 παρ. 3 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, που επιτρέπει την έκδοση εντολής εκτέλεσης μετά την εξαετία, κατ’ εξαίρεση και μόνο μετά από άδεια του δικαστηρίου, δεν επιδρά – αναδρομικά μάλιστα – στην εκτελεστότητα της απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου και, άρα, στην κήρυξη της εκτελεστότητάς της, που έχει προηγηθεί στην ημεδαπή, παρά τα όσα αβάσιμα διατείνεται ο αιτών – εκκαλών και επαναφέρει στο παρόν Εφετείο. Εξάλλου, τα έγγραφα (γνωμοδοτήσεις νομομαθών και άλλο υλικό), που προσκομίζουν όλοι οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επιβεβαιώνουν όλα τα παραπάνω.

Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται, οι ενάγουσες ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων και ήδη καθ’ ων η αίτηση – εφεσίβλητες επιχείρησαν να εκτελέσουν την παραπάνω απόφαση στην Αγγλία. Προς τούτο, ο αιτών κλήθηκε σε εξέταση ενώπιον του High Court από τον Δικαστή …….. στις 13 Ιουνίου 2017 για να παράσχει πληροφορίες αναφορικά με όλα του τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα, απαντώντας σε αυτές, όπως και συμπληρωματικές ερωτήσεις που του τέθηκαν εγγράφως εκ των υστέρων. Στη συνέχεια, και ελλείψει κινητής ή ακίνητης περιουσίας του στην Αγγλία, δεν επακολούθησαν άλλες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης εκεί. Άλλωστε, η επιχείρηση νέων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης στην Αγγλία και η αναζήτηση άδειας από το High Court για την κατ’ εξαίρεση έκδοση νέας εντολής εκτέλεσης (writ of execution) μετά την πάροδο εξαετίας, θα ήταν ατελέσφορη και αλυσιτελής, εξαιτίας της έλλειψης κινητής ή ακίνητης περιουσίας του αιτούντος στην Αγγλία. Σε κάθε περίπτωση, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, η παρέλευση εξαετίας από την έκδοση της από 18-7-2011 και με αρ. υπόθεσης …… και φακέλου δικογραφίας …../2011 απόφασης του παραπάνω αγγλικού δικαστηρίου (High Court, QB, Commercial Court), χωρίς να συνεχίσει η αναγκαστική εκτέλεση εντός της αγγλικής επικράτειας, αλλά και η μη λήψη άδειας για την εκτέλεσή της κατά το άρθρο 83.2 παρ. 3 στ.α των αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας δεν συνεπάγεται την απώλεια της εκτελεστότητας της εν λόγω απόφασης του High Court, που κηρύχθηκε εκτελεστή στην ημεδαπή δυνάμει της με αριθμό 6037/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας). Αντιθέτως, η άδεια κατά το άρθρο 83.2 παρ. 3 στ. α των αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας θα αφορούσε αποκλειστικά στη λήψη τυχόν ειδικότερων πράξεων εκτέλεσης εντός της αγγλικής επικράτειας και μόνο. Επομένως, με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, ακόμη κι αν η κρινόμενη αίτηση ήθελε κριθεί νόμιμη, θα ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατ’ ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους πρώτο και δεύτερο συναφείς λόγους έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επικαλούμενος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αίτησή του για ανάκληση της απόφασης, αν και διαπίστωσε την έλλειψη κινητής και ακίνητης περιουσίας του στην Αγγλία και την πάροδο εξαετίας από την τελευταία πράξη επίσπευσης διαδικασίας εκτέλεσης, την 13-6-2017, οπότε εκλήθη σε εξέταση ενώπιον του High Court, καθώς ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν έκανε δεκτό τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του ότι στην Αγγλία η πάροδος εξαετίας από την έκδοσή της (2011) και η έλλειψη άδειας από το αγγλικό δικαστήριο, που δεν χορηγείται λόγω έλλειψης περιουσίας του, επιφέρει την παύση της εκτελεστότητας της ένδικης απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου, γεγονός που αποκλείει την εκτελεστότητα του αλλοδαπού τίτλου στην Ελλάδα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και οι παραπάνω συναφείς λόγοι έφεσης στο σύνολό τους. Επιπρόσθετα, το υποβαλλόμενο από τον εκκαλούντα με την προσθήκη των προτάσεών του στο παρόν Δικαστήριο αίτημα για επανάληψη της συζήτησης στο εφετείο, προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια των αντιδίκων του βεβαίωση κατ’ άρθρο 54 του Κανονισμού 44/2001 για την εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης στην Αγγλία, τυγχάνει απορριπτέο πρωτίστως ως μη νόμιμο, αφού κατά τις ρυθμίσεις του Κανονισμού η εν λόγω βεβαίωση προσκομίζεται στο πρώτο στάδιο από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, ο οποίος επιδιώκει την κήρυξη της εκτελεστότητας στο κράτος εκτέλεσης, όρος που δεν συντρέχει σε αυτή τη στάση της δίκης εν προκειμένω, και σε κάθε περίπτωση ως αλυσιτελές, αφού, όπως αποδείχθηκε κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου δεν έχει απωλέσει την εκτελεστότητά της εντός του κράτους προέλευσης, ήτοι στην Αγγλία, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος ως αβάσιμου.

VII. Μετά ταύτα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2, 741, 746 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ επίσης, πρέπει και να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../6-2-2025 του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, καθότι η ένδικη έφεσή του απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 3400/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών – Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), όπως διορθώθηκε δυνάμει της με αριθμό 4124/2024 οριστικής απόφασης του ίδιου ως άνω δικαστηρίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την   12η  Μαΐου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                         Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ