Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 271/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης     271/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………» και πρώην επωνυμία «……….» που εδρεύει στην Αθήνα, ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως συμπληρώθηκε με την από 24.11.2022 σύμβαση, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στο ……. της Ιρλανδίας, ……., με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θάνο Βασιλάκη (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων: 1) ………., 2) …….. και 3) ……. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Φουφόπουλο (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………» και πρώην επωνυμία «…………» που εδρεύει στην Αθήνα, ……….και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια δυνάμει της από 05.12.2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε με την από 17.01.2025 σύμβαση, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στο ……. της Ιρλανδίας, …………, με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 17.01.2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία είχε καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θάνο Βασιλάκη (ΑΜ ……….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Οι ανακόπτοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 11.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …../2022 ανακοπή τους, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 280/2024 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την από 19.10.2022 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με την από 06.03.2024 έφεσή της που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./07.03.2024 και ειδικό …/07.03.2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …/07.03.2025 και ειδικό …./07.03.2025 για τη δικάσιμο της 16.10.2025 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 05.03.2026 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή και κατά των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό …/05.03.2026 και ειδικό …./05.03.2026, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή και της προσθέτως παρεμβαίνουσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δηλώσεις κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 280/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και με την οποία έγινε δεκτή η από 11.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό ……./2022 ανακοπή των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή την 06.02.2024, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, η δε κρινόμενη από 06.03.2024 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …./07.03.2024 και ειδικό ……./07.03.2024 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Οι εφεσίβλητοι – ανακόπτοντες με την από 11.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …./2022 ανακοπή τους, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησαν, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί αφενός η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ………../2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε βάσει της υπ’ αριθ. …………./13.07.2007 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……..» ως δανείστριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας και του δεύτερου και της τρίτης των ανακοπτόντων ως εγγυητών υπέρ αυτής, και δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως συμπληρώθηκε με την από 24.11.2022 σύμβαση, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, το ποσό των 30.223,84 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, αφετέρου η προσβαλλόμενη από 19.10.2022 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 280/2024 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ., 632 παρ. 2 εδ. β’ και 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), αφού έκρινε ότι η ανακοπή, στην οποία σωρεύθηκαν παραδεκτώς ανακοπή, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ, κατά της διαταγής πληρωμής, και ανακοπή, κατ’ άρθρο 933 του ΚΠολΔ, κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η προσβαλλόμενη από 19.10.2022 επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκαν στους ανακόπτοντες την 21.10.2022 (βλ. τις υπ’ αριθ. …./21.10.2021, …/21.10.2021 και ../21.10.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …….), η δε ανακοπή επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή την 14.11.2022 (βλ. την υπ’ αριθ. …./14.11.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………), ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, κατ’ άρθρο 632 του ΚΠολΔ, και εντός της προθεσμίας των 45 ημερών, κατ’ άρθρα 933, 934 παρ. 1 α’ του ΚΠολΔ, στη συνέχεια έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον έκτο λόγο ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του, κρίνοντας ότι η καθ’ ης η ανακοπή κατά την υποβολή της από 16.09.2022 αίτησής της προς έκδοση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. …/2022 διαταγής πληρωμής δεν απέδειξε ότι νομιμοποιείται ενεργητικά προς τούτο, αφού από τα προσκομισθέντα έγγραφα ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη απαίτηση πράγματι μεταβιβάσθηκε στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» και ότι αυτή κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», αφού στο από Μαρτίου 2021 απόσπασμα του παραρτήματος μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σημειώνονται μεν υπ’ αύξοντα αριθμό …… τα ονόματα, οι διευθύνσεις και τα ΑΦΜ των ανακοπτόντων, πλην όμως στη στήλη με τους αριθμούς των μεταβιβαζόμενων συμβάσεων δεν αναφέρεται ο αριθμός της ένδικης υπ’ αριθ. …………/13.07.2007 δανειακής σύμβασης, αλλά ο αριθμός ….. που δεν ταυτίζεται με τον αριθμό της ένδικης σύμβασης, και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …………/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την προσβαλλόμενη από 19.10.2022 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, ενώ καταδίκασε την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή, και ήδη εκκαλούσα, για τους λόγους που αναφέρονται στην κρινόμενη έφεσή της και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στο Εφετείο, για τις ειδικές διαδικασίες, πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 591 παρ. 1 στοιχ. β` και 7 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης (ΕφΠατρ 128/2021 ΝΟΜΟΣ). Η έλλειψη της επίδοσης, παρά το ότι συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού της αγωγής, της παρέμβασης κλπ. δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προτείνεται και συνεπάγεται ακυρότητα τότε μόνο, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου, επέφερε στον προτείνοντα διάδικο βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας κατ’ άρθρα 159 περ γ’ και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1996 Αρμ 1996. 995, ΑΠ 433/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 159/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 511/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 851/2007 ΝοΒ 2007. 1825). Περαιτέρω, έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 368/2019 ΕΠολΔ 2019. 423, ΑΠ 1329/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 611/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1171/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 του ιδίου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας (ΑΠ 727/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 546/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1260/2019 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 368/2019 ΕΠολΔ 2019. 423). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατ’ άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019 ΕΠολΔ 2019. 423, ΑΠ 1564/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1731/2011 ΝοΒ 2012. 946). Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΑΠ 1260/2019 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 368/2019 ΕΠολΔ 2019. 423). Συνέπειες της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς τη διαδικαστική θέση του αυτοτελώς παρεμβαίνοντος είναι η χωριστή κίνηση προθεσμιών με τις προς αυτόν επιδόσεις, ελεύθερη εκτίμηση της ομολογίας του και ο αποκλεισμός της εξέτασής του ως μάρτυρα, η επέλευση βίαιης διακοπής της δίκης με την μεταβολή του προσώπου του, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντιστρόφως, εφόσον υφίσταται νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη, η καταδίκη στα έξοδα κατά τους κανόνες των άρθρων 180 και 182 του ΚΠολΔ και η απεύθυνση των ενδίκων μέσων και κατ’ αυτού (ΕφΠατρ 142/2020 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ’ του Ν. 4354/2015 «Διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» προκύπτει ότι σε ανώνυμες εταιρείες, που εδρεύουν στην Ελλάδα, στους σκοπούς των οποίων συμπεριλαμβάνετε η διαχείριση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις, αφού λάβουν ειδική προς τούτο άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, μπορεί να ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή/και πιστώσεων, οι οποίες δεν εξυπηρετούνται για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών. Οι μεταβιβαζόμενες αυτές απαιτήσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους, οι δε εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες ως άνω απαιτήσεις. Στην περίπτωση αυτή οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να εγείρουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου, όπως είναι η παράστασή τους σε εκκρεμή δίκη προς διασφάλιση της απαίτησης που διαχειρίζονται κατ’ ανάθεση, οπότε δεν ενεργούν ως αντιπρόσωποι ή εκπρόσωποι της αναθέτουσας τράπεζας, αλλά «ιδίω ονόματι». Άλλωστε, κατά την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 η κύρια διάδικος τράπεζα δεν υποκαθίσταται αυτοδικαίως από την εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στις εκκρεμείς δίκες, ούτε αντιπροσωπεύεται από αυτήν. Εφόσον ο νόμος δεν ορίζει τον τρόπο με τον οποίο η τελευταία εισέρχεται στη δίκη, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ. Επομένως, για να εισέλθει η εταιρεία διαχείρισης στην εκκρεμή ήδη μεταξύ του οφειλέτη και της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας δίκη και να μετάσχει σε αυτήν ως μη δικαιούχος διάδικος πρέπει να ασκήσει παρέμβαση, η οποία έχει το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κατά τα ανωτέρω. Μεταξύ της κυρίας διαδίκου τραπεζικής εταιρείας και της αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας διαχείρισης δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα (ΑΠ 70/2020 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 368/2019 ΕΠολΔ 2019. 423, ΑΠ 64/2017 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» άσκησε το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 05.03.2026 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, δηλαδή της ίδιας ως άνω ανώνυμης εταιρείας με την ιδιότητα της, όμως, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αρχικής ειδικής διαδόχου, αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «………….», της δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και η επίδικη απαίτηση, η οποία απορρέει από την υπ’ αριθ. …………../13.07.2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» ως δανείστριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας, και του δεύτερου και της τρίτης των ανακοπτόντων ως εγγυητών υπέρ αυτής, και βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι δυνάμει της από 05.12.2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε με την από 17.01.2025 σύμβαση, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, είναι, πλέον, διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», η οποία κατέστη, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, ειδική διάδοχος της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», δυνάμει της από 17.01.2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στην οποία είχε αρχικά εκχωρήσει και μεταβιβάσει τις απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, η δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………..», δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, ζητώντας να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.

Από την παραδεκτή, στο στάδιο αυτό, επισκόπηση των συναφών με την ενεργητική νομιμοποίηση της προσθέτως παρεμβαίνουσας εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθ. πρωτοκόλλου ……/30.12.2020 απόφασης του Τμήματος Ασφαλιστικών Α.Ε. και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, εγκρίθηκε η διάσπαση, δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» (η «διασπώμενη») με σύσταση νέας εταιρίας – πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «………..» (η «Επωφελούμενη»), βάσει των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 2515/1997, των άρθρων 54 παρ. 3, 57 παρ. 3, 59 έως 74 και 140 παρ. 3 του Ν. 4601/2019 και του άρθρου 145 του Ν. 4261/2014, όπως ισχύουν, η δε εγκριτική απόφαση καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στις μερίδες και των δύο εταιρειών (Διασπώμενης και Επωφελούμενης). Δυνάμει της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/17.03.2021, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …, η δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..» μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, μεταξύ άλλων απαιτήσεων, και την επίδικη απαίτηση, η οποία απορρέει από την υπ’ αριθ. …………./13.07.2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………..» ως δανείστριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας και του δεύτερου και της τρίτης των ανακοπτόντων ως εγγυητών υπέρ αυτής, και βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 17.01.2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/20.01.2025, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………» μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………», στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, μεταξύ άλλων απαιτήσεων, και την επίδικη απαίτηση, και έτσι η τελευταία κατέστη, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, ειδική διάδοχος της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..». Δυνάμει της από 05.12.2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε με την από 17.01.2025 σύμβαση, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …/20.01.2025, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό …., η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….» ανέθεσε τη διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων της στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………», η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015. Κατόπιν τούτων, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε από τη διαχειρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….», σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 του ΚΠολΔ), ενώ παραδεκτώς και νομίμως ασκήθηκε, κατ’ άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, το πρώτον στην προκειμένη δίκη, που ανοίχθηκε με την ένδικη έφεση, αφού αυτή είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει αυτοτελώς ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……………/13.07.2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με αποτέλεσμα μεταξύ της κύριας διαδίκου εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθόσον η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής παραγόμενο δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνουν και την ειδική διάδοχο της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας, και συγκεκριμένα μετά την αναβίωση αυτής με την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», καθόσον η υπόθεση αφορά τη μεταβιβασθείσα προς αυτήν έννομη σχέση, από την οποία απορρέει η ένδικη απαίτηση που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, συνεκδικαζόμενη με την υπό κρίση έφεση, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πέραν του ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι αυτής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (βλ. σχετ. ΑΠ 1426/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4355/2002 ΕλλΔνη 2004. 206), επιδόθηκε στους καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση – εφεσίβλητους – ανακόπτοντες, διαδίκους της κύριας δίκης, νομίμως και εμπροθέσμως δέκα (10) μέρες πριν τη συζήτηση (άρθρο 591 παρ. 1β’ του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με τα άρθρα 39 και 120 του Ν. 4842/2021 και διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 2 του Ν. 4871/2021), και συγκεκριμένα την 06.03.2026 (βλ. τις υπ’ αριθ. …/06.03.2026, …/06.03.2026 και …./06.03.2026 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς …………), ενώ δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, διάδικο της κύριας δίκης, αφού η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε τη σχετική έκθεση επίδοσης, πλην όμως, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται την έλλειψη αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται, παρά την έλλειψη αυτή, νομίμως ασκηθείσα (βλ. ΕφΑθ 481/2022 ΝΟΜΟΣ). Σημειώνεται επιπροσθέτως ότι, εφόσον η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν τελούν σε αντιδικία, ούτε έχουν αντιτιθέμενα έννομα συμφέροντα, ενώ ο προσθέτως παρεμβάς δεν θεωρείται διάδικος, αλλά βοηθός διαδίκου ή μη κύριος διάδικος (βλ. ΑΠ 111/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 18/2008 ΝΟΜΟΣ), δεν υφίσταται ανεπίτρεπτη αντιπροσώπευσή τους, κατ’ άρθρα 94 επ. του ΚΠολΔ, 713 του ΑΚ, 233 του ΠΚ και 1, 3 του Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», από τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο (βλ. ΑΠ 1456/2006 ΝοΒ 2006. 1750, ΑΠ 1366/1995 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 705/2012 ΝΟΜΟΣ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του Ν. 4354/2015 και του Ν. 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του Ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το Ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Από δε τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 του ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οποιαδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτή, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μοφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 177/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 574/2020 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, υπ’ αριθ. 20783/09.11.2020 (ΦΕΚ Β’ 4944/09.11.2020), «Καθορισμός εντύπου σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003», «Οι προβλεπόμενες από την παρ. 8 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 συμβάσεις καταχωρίζονται με υποβολή εντύπου, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και το ποσό ή ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, κατά την κρίση των συμβαλλομένων, τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις (ενδεικτικά: ονοματεπώνυμο ή επωνυμία οφειλετών και εγγυητών, τυχόν μοναδικοί αριθμοί καταχώρισης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στα βιβλία του μεταβιβάζοντος) και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών (για τις οποίες αρκεί και απλή αναφορά ότι υφίστανται). Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών, καθώς και ημερομηνία δημοσίευσης καταχώρισης στο ενεχυροφυλάκειο. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο παράρτημα της παρούσας απόφαση υπόδειγμα. Τα στοιχεία που εξατομικεύουν τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών μπορούν να αναγράφονται σε ξεχωριστό παράρτημα. Το παράρτημα μονογράφεται σε κάθε σελίδα του από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε με ιδιόχειρη, είτε με έντυπη ή ηλεκτρονική υπογραφή. Μαζί με το παραπάνω έντυπο, συνυποβάλλεται η μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση ή περίληψη αυτής, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 ή συμβολαιογραφικό έγγραφο ή πρακτικό διοικητικού συμβουλίου, με την οποία οι υπογράφοντες το έντυπο δηλώνουν ή, από τα οποία προκύπτει, ότι έχουν νομίμως εξουσιοδοτηθεί από τους συμβαλλομένους για την υπογραφή και υποβολή του. Τα μέρη δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, πλην των ως άνω αναφερομένων, για την ολοκλήρωση της καταχώρισης των παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 στο οικείο ενεχυροφυλάκειο.». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθορίζονται μεν τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το έντυπο της περίληψης της καταχωριστέας πράξης, πλην όμως δεν ορίζονται οι συνέπειες που επάγεται η ενδεχόμενη έλλειψη ή ελλιπής παράθεση ορισμένων από αυτά και ειδικότερα, δεν απειλείται ρητώς ποινή ακυρότητας (ΜονΕφΛαμ 25/2025 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή να αποδεικνύεται με δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα. Από τα έγγραφα πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύψος της σχετικής αξίωσης, το ληξιπρόθεσμο και η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δικαιούχου και οφειλέτη (ΑΠ 355/1999 ΕλλΔνη 40. 1535). Εάν τα ανωτέρω δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 του ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 10/1997 ΕΕμπΔ 1999. 30, ΜονΕφΠειρ 476/2024 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ’ ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως, για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, και ως εκ τούτου εάν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 2039/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1878/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 419/2004 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή το Εφετείο δεν δεσμεύεται, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης από τον κανόνα του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 1408/1999 ΕλλΔνη 41. 737, ΜονΕφΘρ 321/2015 ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια ισχύουν και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει εδώ θέση εναγόμενου, προβάλλει περισσότερους λόγους ανακοπής, δηλ. σωρεύει περισσότερες βάσεις σ’ αυτή, καθώς κάθε λόγος ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση (ΑΠ 13/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 5/2012 ΠειρΝομ 2012. 168). Επομένως, και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξεταστεί, υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει (ΑΠ 1556/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 1286/2012 ΕΠολΔ 2013. 559, ΑΠ 920/2011 ΕΠολΔ 2012. 101, ΑΠ 13/2010 ΝοΒ 2010. 1440, ΑΠ 1568/2009 ΔΕΕ 2010. 65, ΜονΕφΠατρ 55/2021 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 5/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του και τον όγδοο λόγο ανακοπής, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου αυτής, οι εφεσίβλητοι – ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή κατά την υποβολή της από 16.09.2022 αίτησής της προς έκδοση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγής πληρωμής δεν απέδειξε ότι νομιμοποιείται ενεργητικά προς τούτο, αφού από τα προσκομισθέντα έγγραφα ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη απαίτηση πράγματι μεταβιβάσθηκε στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………» και ότι αυτή κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………..», αφού στο από Μαρτίου 2021 απόσπασμα του παραρτήματος μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σημειώνονται μεν υπ’ αύξοντα αριθμό …….. τα ονόματα, οι διευθύνσεις και τα ΑΦΜ των ανακοπτόντων, πλην όμως στη στήλη με τους αριθμούς των μεταβιβαζόμενων συμβάσεων δεν αναφέρεται ο αριθμός της ένδικης υπ’ αριθ. ………../13.07.2007 δανειακής σύμβασης, αλλά ο αριθμός ……….. που δεν ταυτίζεται με τον αριθμό της ένδικης σύμβασης. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 623, 624, 632, 904, 919, 924, 925, 933 του ΚΠολΔ, 455, 456, 458, 460, 462 του ΑΚ, 10 του Ν. 3156/2003 και 3 του Ν. 2844/2000, και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την βασιμότητα του ως άνω λόγου ανακοπής: Κατόπιν της από 16.09.2022 αίτησης της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», και πρώην επωνυμία «……………..», η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 326/2/17.09.2019 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β’ 3533/20.09.2019 και την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 508/9/26.07.2024 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β’ 4471/31.07.2024), ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ………./2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εφεσίβλητοι – ανακόπτοντες να καταβάλουν στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, το ποσό των 30.223,84 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση που απορρέει από την υπ’ αριθ. …………/13.07.2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» ως δανείστριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας και του δεύτερου και της τρίτης των ανακοπτόντων ως εγγυητών υπέρ αυτής. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ………/2022 διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, προς απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησής της, επικαλέσθηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι (ζ) Την υπ’ αριθ. πρωτ. ………/17.03.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ….., περίληψης της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, με την οποία η δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………» μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», τιτλοποιούμενες επιχειρηματικές απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του Ν. 3156/2003, καθώς και ακριβές αντίγραφο του αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην περίληψη της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης, (η) Την υπ’ αριθ. πρωτ. …/17.03.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, περίληψης της από 16.03.2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, με την οποία η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» ανέθεσε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή τη διαχείριση των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, (ια) Την υπ’ αριθ. πρωτ. …/29.07.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, περίληψης του από 11.06.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………» και η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή συμφώνησαν τη λύση της από 16.03.2021 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, (ιβ) Την υπ’ αριθ. πρωτ. …/29.07.2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο …. με αύξοντα αριθμό .., περίληψης της από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, με την οποία η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» ανέθεσε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή τη διαχείριση των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων. Εξάλλου, στο απόσπασμα των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην περίληψη της από 16.03.2021 σύμβασης πώλησης μεταξύ της δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», γίνεται αναφορά στην ένδικη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» ως δανείστριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας και του δεύτερου και της τρίτης των ανακοπτόντων ως εγγυητών υπέρ αυτής, υπ’ αύξοντα αριθμό ….., ως ακολούθως: α) το ονοματεπώνυμο της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας και τα ονοματεπώνυμα του δεύτερου και της τρίτης των ανακοπτόντων ως εγγυητών υπέρ αυτής, καθώς και οι αριθμοί φορολογικού τους μητρώου, β) ο υπ’ αριθ. ………… λογαριασμός, ως αριθμός λογαριασμού δανείου, που συνιστά τον λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο, μετά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, λογαριασμός που αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …./2022 διαταγή πληρωμής, γ) ο αριθμός ….., ως αριθμός της ένδικης σύμβασης, ενώ στο ανωτέρω απόσπασμα, στο κάτω μέρος της σελίδας, υπάρχει μία σημείωση, σύμφωνα με την οποία, ο αναφερόμενος ως αριθμός σύμβασης, είναι συστημικός, ταυτιζόμενος με τον αριθμό της σύμβασης, ενώ τυχόν διαφορά ανάμεσα στους δύο αριθμούς, οφείλεται σε συστημικούς λόγους, δ) το υπόλοιπο του δανείου κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (12.03.2021), ήτοι το ποσό των 46.443,43 ευρώ, καθώς και το ποσό της προσημείωσης ύψους 72.000,00 ευρώ. Το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής η ένδικη απαίτηση προσδιορίζεται από τον αριθμό της δανειακής σύμβασης …..-./13.07.2007 και μνημονεύεται επιπλέον ο υπ’ αριθ. …. λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης, ενώ στο ανωτέρω παράρτημα της από 16.03.2021 σύμβασης μεταβίβασης απαίτησης, γίνεται αναφορά σε διαφορετικό αριθμό σύμβασης δανείου, καθώς και σε ένα αριθμό λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, ουδόλως δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητα της ένδικης απαίτησης, δοθέντος ότι αποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο αναφερόμενος στο παράρτημα της από 16.03.2021 σύμβασης μεταβίβασης αριθμός δανειακής σύμβασης, συνιστά τον συστημικό αριθμό σύμβασης, χωρίς να είναι απαραίτητη η μνεία, στο παράρτημα της από 16.03.2021 σύμβασης, πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό της επίμαχης απαίτησης, καθόσον, από τα λοιπά αναφερόμενα ως άνω στοιχεία, ταυτοποιείται πλήρως η μεταβιβαζόμενη απαίτηση (βλ. ΜονΕφΛαμ 25/2025 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η επίδικη απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δυνάμει της οποίας επισπεύδεται η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση, μεταβιβάστηκε προς την αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», από την τελευταία δε, ανατέθηκε στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή η διαχείριση της επίδικης απαίτησης, δυνάμει της ως άνω από 11.06.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Συνεπώς, ο έκτος λόγος ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του και ο όγδοος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως, και στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτό ως και ουσιαστικά βάσιμο τον λόγο αυτό της ανακοπής, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης. Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την ανακοπή ως προς όλες τις διατάξεις της, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης που θα καθορισθεί εξαρχής, και να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παράβολου στην καταθέσασα εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή (άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο έκτος λόγος ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του και ο όγδοος λόγος ανακοπής. Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το Δικαστήριο τούτο υποκαθίσταται πλέον στη θέση εκείνου.

Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου Κώδικα, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει, κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων (ΑΠ 1349/2013 ΝΟΜΟΣ). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από πλευράς αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος και περαιτέρω απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 1071/2017 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Επειδή η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν έχει ανάγκη από πλήρεις αιτιολογίες, αλλά αρκεί να αναφέρει α) την αιτία της πληρωμής, δηλαδή το είδος της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση, έστω και συνοπτικά, εφόσον δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς αυτήν, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή και β) το καταβλητέο ποσό χρημάτων, προκειμένου η απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 του ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση του τίτλου, εάν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως όταν υπάρχει καταδίκη σε τόκους ορισμένου κεφαλαίου, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από τον νόμο (ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2012 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει τοκοχρεολυτικού δανείου πρέπει να περιλαμβάνει: α) τη συμφωνία χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου με τον όρο, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθώς και τόκων υπερημερίας από της καταγγελίας, β) το ύψος του συμφωνηθέντος επιτοκίου, για την εύρεση των τυχόν αξιούμενων συμβατικών τόκων, γ) τη χορήγηση του δανείσματος, δ) την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, βάσει του προαναφερθέντος συμβατικού όρου, λόγω καθυστέρησης καταβολής των συμφωνηθεισών τοκοχρεολυτικών δόσεων και ε) το κατάλοιπο που ζητείται να βεβαιωθεί υπέρ του αιτούντος. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106 και 626 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο αιτών την έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να περιορίσει το ποσό, για το οποίο ζητεί την έκδοση, σε μέρος μόνο της απαίτησής του ή των τόκων, έστω και εάν τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύουν το σύνολο της απαίτησης, ο περιορισμός δε του αιτήματος σε μέρος του κεφαλαίου ή της παρεπόμενης απαίτησης των τόκων αποτελεί άσκηση δικονομικής ευχέρειας του δανειστή και δεν απαπείται να αιτιολογείται (ΑΠ 206/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1512/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 112/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ 256/2014 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, με τον ανωτέρω περιορισμό δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της απαίτησης, για το οποίο ζητείται η έκδοση εκτελεστού τίτλου. Ειδικότερα, όταν η απαίτηση συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, όπως κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς, τόκους υπερημερίας κ.λπ., ο περιορισμός του ποσού, για το οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, επιχειρείται παραδεκτά, μόνον εφόσον διευκρινίζεται από τον αιτούντα σε ποια επί μέρους κονδύλια αφορά ή όταν η απαίτηση περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του συνόλου της και επέρχεται, κατά τον τρόπο αυτό, αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί η απαίτηση, για την οποία έχει ζητηθεί η έκδοση εκτελεστού τίτλου (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 30/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 652/2023, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 965/2021 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Η ανωτέρω διευκρίνιση ως προς τον περιορισμό του ποσού είναι αναγκαία, διότι ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής, αμυνόμενος κατά του κύρους της, με άσκηση ανακοπής του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, φέρει το δικονομικό βάρος να μην αμφισβητήσει γενικώς την απαίτηση ως προς το ύψος της, αλλά να προσδιορίσει συγκεκριμένα τα κατ’ ιδίαν κονδύλια που προσβάλλει, εφόσον η ευδοκίμηση κάποιου λόγου ανακοπής θα επιφέρει ακυρότητα της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, κατά το οποίο θα μειωθεί η οφειλή. Εξάλλου, σε περίπτωση ευδοκίμησης κατ’ ουσίαν κάποιου λόγου ανακοπής, που πλήττει συγκεκριμένο κονδύλιο της συνολικής οφειλής ως προς τη νομιμότητα ή το ύψος του δεν μπορεί το Δικαστήριο, να ακυρώσει αντίστοιχα τη διαταγή πληρωμής, διότι δεν μπορεί να προβεί σε αφαίρεση ολοκλήρου του κονδυλίου από την απαίτηση, όπως αυτή περιορίστηκε, εφόσον δεν είναι σαφές εάν περιλαμβάνεται σε αυτήν, και σε ποια έκταση, το πληττόμενο κονδύλιο, ούτε μπορεί να προβεί αυθαίρετα σε αναλογική μείωση κατά κλάσμα ή εκατοστιαίο ποσοστό του ποσού της επιδικασθείσας απαίτησης, εάν ο αιτών δεν έχει διευκρινίσει ότι περιορίζει τη συνολική απαίτησή του σε συγκεκριμένο ποσοστό του συνόλου της (ΕφΑθ 3200/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 123/2024 ΝΟΜΟΣ). Καθίσταται σαφές ότι ο κατά τα ανωτέρω αόριστος περιορισμός της απαίτησης εμποδίζει τόσο τη συγκεκριμενοποίηση της απαίτησης που ενσωματώνει ο εκδοθείς εκτελεστός τίτλος, όσο και τη δυνατότητα του ανακόπτοντος οφειλέτη να προβάλλει λυσιτελώς και με πληρότητα λόγους μείωσης της απαίτησης για μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΕφΑθ 5270/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 136/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του οι εφεσίβλητοι – ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για μέρος της ένδικης απαίτησης συνολικού ποσού 54.855,02 ευρώ, χωρίς να αναλύεται, ούτε στην από 16.09.2022 αίτηση, ούτε στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, σε ποια επιμέρους κονδύλια της συνολικής απαίτησης αντιστοιχεί το αιτούμενο – επιδικαζόμενο ποσό των 30.223,84 ευρώ και ότι, για τον λόγο αυτό, τυγχάνει αόριστη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αφού δεν εξειδικεύεται η επίδικη απαίτηση κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και εμποδίζεται η εκ μέρους των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων προβολή ισχυρισμών αναφορικά με τη βασιμότητα και τη νομιμότητα καθενός από τα επιμέρους κονδύλια και, εντεύθεν, επέρχεται ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα προκύπτει ότι καταρτίσθηκε η υπ’ αριθ. ………/13.07.2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» ως δανείστριας, της πρώτης ανακόπτουσας ως οφειλέτριας και του δεύτερου και της τρίτης των ανακοπτόντων ως εγγυητών υπέρ αυτής, με την οποία συμφωνήθηκε η χορήγηση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσού 60.000,00 ευρώ, διάρκειας 204 μηνών, με σκοπό την επισκευή κατοικίας, το οποίο θα εξοφλείτο εντόκως, κατά τη διάρκεια του πρώτου 60μήνου με σταθερό επιτόκιο ανερχόμενο σε 5,67% ετησίως και στη συνέχεια με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα απαρτίζεται από το Διατραπεζικό Επιτόκιο Euribor 360 ημερών, πλέον περιθωρίου 1,25% και εισφοράς του Ν. 128/1975 0,12%. Την 27.07.2007 εκταμιεύτηκε το ως άνω ποσό του δανείου και έκτοτε τηρήθηκε ο υπ’ αριθ. …… λογαριασμός εξυπηρέτησης έως την 10.01.2018, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση δανείου με τις από 23.01.2018 εξώδικες δηλώσεις – καταγγελίες, που επιδόθηκαν στην πρώτη και στον δεύτερο των ανακοπτόντων την 08.03.2018 (βλ. τις υπ’ αριθ. ……/08.03.2018 και υπ’ αριθ. …./08.03.2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ….) και στην τρίτη ανακόπτουσα την 06.03.2018 (βλ. την υπ’ αριθ. …./06.03.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ……..), και ακολούθως μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού ποσού 46.186,32 ευρώ στον υπ’ αριθ. …………. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, ο οποίος έκτοτε, και λόγω των χρεοπιστώσεων, εμφάνισε την 20.09.2021 χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 52.874,57 ευρώ, το οποίο ακολούθως μεταφέρθηκε στον υπ’ αριθ. ……. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, ο οποίος έκτοτε, και λόγω των χρεοπιστώσεων, εμφάνισε την 30.06.2022 χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 54.855,02 ευρώ. Η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, ως διαχειρίστρια απαιτήσεων του Ν. 4354/2015, μεταξύ των οποίων και η επίδικη ως άνω απαίτηση ποσού 54.855,02 ευρώ, αιτήθηκε την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγής πληρωμής για μέρος της απαίτησής της ποσού 30.223,84 ευρώ, εντόκως από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης των εξώδικων δηλώσεων – καταγγελιών, ήτοι για την πρώτη και τον δεύτερο των ανακοπτόντων από την 09.03.2018 και για την τρίτη ανακόπτουσα από την 07.03.2018, με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,5%, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο, μέχρι την εξόφληση. Από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αντίγραφα της κίνησης των ανωτέρω λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της υπ’ αριθ. 0010-2102-…./13.07.2007 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, και δη του υπ’ αριθ. ….. λογαριασμού με ημερομηνία 12.07.2022 και των υπ’ αριθ. ….. και …. λογαριασμών οριστικής καθυστέρησης με ημερομηνία 14.07.2022, αποδείχθηκε ότι η συνολική οφειλή των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων ανήλθε στο ποσό των 54.855,02 ευρώ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το κείμενο της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. …../2022 διαταγής πληρωμής, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, με την από 16.09.2022 αίτησή της, αιτήθηκε την έκδοση διαταγής πληρωμής για το ποσό των 30.223,84 ευρώ, εντόκως από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης των εξώδικων δηλώσεων – καταγγελιών, ήτοι για την πρώτη και τον δεύτερο των ανακοπτόντων από την 09.03.2018 και για την τρίτη ανακόπτουσα από την 07.03.2018, με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,5%, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο, μέχρι την εξόφληση, επιφυλασσόμενη για το επιπλέον ποσό για μελλοντική επιδίωξη, η δε προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. …../2022 διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και διατακτικό. Εντούτοις, ο ανωτέρω περιορισμός του αιτούμενου ποσού επιχειρήθηκε αορίστως από την εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, χωρίς να εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια, από τα οποία απαρτίζεται το μέρος της συνολικής απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και χωρίς να γίνεται περιορισμός της συνολικής απαίτησης κατά ορισμένο ποσοστό, με αποτέλεσμα να καθίσταται αόριστη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, όταν η συνολική απαίτηση απαρτίζεται από περισσότερα κονδύλια, όπως κεφάλαιο, τόκους, τόκους τόκων, έξοδα, εισφορά Ν. 128/1975 κλπ., όπως εν προκειμένω, πρέπει, κατά τον περιορισμό του συνολικού αιτήματος, να διευκρινίζεται στην αίτηση για ποια κονδύλια ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής και αντίστοιχα να αναφέρονται στην τελευταία τα κονδύλια αυτά, τα οποία εξοπλίζονται με εκτελεστό τίτλο, ή έστω να γίνεται αναλογικώς περιορισμός της συνολικής απαίτησης, που θα οδηγήσει σε σύμμετρη ποσοστιαία μείωση εκάστου κονδυλίου, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί η απαίτηση, για την οποία έχει ζητηθεί η έκδοση εκτελεστού τίτλου, δοθέντος μάλιστα ότι οι εφεσίβλητοι – ανακόπτοντες με την ανακοπή τους πλήττουν συγκεκριμένα κατ’ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και δη αυτά, που αφορούν στους τόκους και στην εισφορά Ν. 128/1975. Τούτο διότι η ως άνω δικονομική ευχέρεια της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή να ζητήσει, για λόγους περιορισμού των εξόδων, την έκδοση διαταγής πληρωμής για μέρος της απαίτησής της, και χωρίς ειδική αιτιολόγηση της ενάσκησης της εν θέματι ευχέρειας της, δεν αναιρεί την υποχρέωσή της να προσδιορίσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ποιο είναι το είδος και το ύψος των επιμέρους κονδυλίων, από τη συνολική απαίτησή της, για τα οποία ζητεί την έκδοση εκτελεστού τίτλου, ενώ ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 423 του ΑΚ, δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η οικειοθελής προσφορά του οφειλέτη. Σημειωτέον ότι δεν απαιτείται επίκληση δικονομικής βλάβης εκ μέρους των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων, αφού η αοριστία της από 16.09.2022 αίτησης για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, ως αναφερόμενη στην προδικασία, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστή (άρθρο 111 του ΚΠολΔ), και αρκεί η προβολή της αοριστίας με λόγο ανακοπής, όπως εν προκειμένω, χωρίς την επίκληση δικονομικής βλάβης. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, και ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, και να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και η από 19.10.2022 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς την από 05.03.2026 πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον αυτή δεν περιέχει ίδιο αίτημα που να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει, έστω σιωπηρά, το Δικαστήριο, αλλά απλώς διευρύνει τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας, αποτέλεσμα το οποίο επέρχεται αμέσως μετά την άσκησή της (βλ. ΑΠ 715/1998 ΕλλΔνη 40. 630, ΕφΠειρ 111/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔνη 53. 822, ΜονΕφΑθ 252/2020 ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 06.03.2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 280/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και την από 05.03.2026 πρόσθετη παρέμβαση.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 06.03.2024 έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 280/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζει την από 11.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό ……/2022 ανακοπή.

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει την υπ’ αριθ. …../2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την από 19.10.2022 επιταγή προς πληρωμή, η οποία καταχωρήθηκε παρά πόδας αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής.

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή του παράβολου ποσού εκατό (100,00) ευρώ που κατατέθηκε στην Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υπ’ αριθ. ……../2024 ηλεκτρονικό παράβολο.

Επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας – καθ’ ης η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων – ανακοπτόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 23.04.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ