Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 313/2026

Αριθμός    313/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  2ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

Α) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους του Δικηγόρους της Ελένη Βουδούρη και Γεώργιο Μιχαηλίδη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)·

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ………, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Αικατερίνη Κασιμάτη.

Β) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Αικατερίνη Κασιμάτη.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………., και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» με Α.Φ.Μ:……., που εδρεύει  στον Πειραιά (οδός …………) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους τους δικηγόρους Ελένη Βουδούρη και Γεώργιο Μιχαηλίδη (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠοΔ).

Η υπό στοιχ Α εφεσίβλητη-Β εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  18.5.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2020) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν η υπ΄ αριθμ 274/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε απαράδεκτη η συζήτηση για τους λόγους που σε αυτήν αναφέρονται και η υπ΄ αριθμ 2597/2023 απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτά τα σε αυτήν αναφερόμενα.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η πρώτη εκ των εναγομένων και ήδη υπό στοιχ Α εκκαλούσα-Β εφεσίβλητη με την από  19.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  ΠΡΩΤ ………./2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  ………../2024) έφεσή της,  και β)  η ενάγουσα και ήδη υπό στοιχ Α εφεσίβλητη-Β εκκαλούσα με την από  17.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ  ……./2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2024) έφεσή της. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της υπό στοιχ Α εκκαλούσας-Β εφεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν   και  η πληρεξουσια δικηγόρος της υπό στοιχ Α εφεσίβλητης-Β εκκαλούσας, αφού έλαβε  τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Eνώπιον του Δικαστηρίου τούτου  εισάγονται προς συζήτηση :  Α) η από 19-07-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……./19-07-2024 έφεση της εν μέρει ηττηθείσας πρώτης των εναγομένων στην ένδικη αγωγή ……….. κατά της ενάγουσας σ’ αυτήν και Β) η από 17-09-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./19-09-2024 έφεση της εν μέρει ηττηθείσας ενάγουσας στην ένδικη αγωγή …….. κατά των εναγομένων σ’ αυτήν (…….. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..»), καθώς και κατά της υπ’ αριθ. 2597/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έχει εκδοθεί κατά την τακτική διαδικασία. Οι πιο πάνω εφέσεις πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και διότι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ( άρθρ. 31 παρ. 1, 246 ΚΠολΔ ).

ΙΙ. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα στην πιο πάνω δεύτερη έφεση και εφεσίβλητη στην πρώτη αυτών ……….. με την από 18-05-2020 και αριθ. κατάθεσης ……../20-05-2020 αγωγή της κατά της πρώτης των εναγομένων  και ήδη εκκαλούσας στην ως άνω πρώτη έφεση και πρώτης των εφεσιβλήτων στη δεύτερη αυτών (εφέσεων) ………, καθώς και κατά της δεύτερης των εναγομένων και ήδη δεύτερης των εφεσιβλήτων στην ως άνω δεύτερη έφεση ανώνυμης εταιρείας «….…….», ισχυρίστηκε ότι η αυτή (ενάγουσα) και η πρώτη των εναγομένων απασχολούνταν στην δεύτερη αυτών ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι το έτος 2014, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της (ενάγουσας). Ότι η πρώτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα στην ως άνω πρώτη έφεση και πρώτη των εφεσιβλήτων στην ως άνω δεύτερη έφεση ……….., η οποία απασχολείτο και αυτή με σύμβαση εργασίας από την ως άνω δεύτερη των εναγομένων και ήδη δεύτερη των εφεσιβλήτων στην ως άνω δεύτερη έφεση ανώνυμη εταιρεία : α) καταθέτοντας ενόρκως ως μάρτυρας στις 24-03-2015 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά τη συζήτηση της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή εργατικής αγωγής της και ήδη ενάγουσας  κατά της ήδη δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας (εργοδότη αυτής) και β) με τις από 12-10-2015 έγγραφες εξηγήσεις της ενώπιον του Πταισματοδίκη του 3ου Τμήματος του Πταισματοδικείου Πειραιά στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης για την υπ’ αριθ. ΑΒΜ ………… μήνυση της ήδη ενάγουσας εναντίον της, ισχυρίστηκε για την τελευταία εν γνώσει της τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ψευδή γεγονότα, τελώντας τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης ενώπιον μεγάλου αριθμού προσώπων με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της. Ότι η δεύτερη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία τελούσε σε γνώση των ανωτέρω και ήταν αυτή που προκάλεσε στην πρώτη των εναγομένων εργαζόμενή της την απόφασή της να διαπράξει κατά της ενάγουσας τα προαναφερόμενα αδικήματα, με σκοπό να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να απορριφθεί η ως άνω εργατική αγωγή αυτής (της και ήδη ενάγουσας) εναντίον της (ήδη δεύτερης των εναγομένων). Ότι με την τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων και την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών (εναγομένων), οι τελευταίες προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της και ως εκ τούτου αυτή (ενάγουσα) υπέστη σωματική αλλά και ψυχική (ηθική) βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Με βάση δε τα παραπάνω η ως άνω ενάγουσα, μετά τον παραδεκτά γενόμενο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένες οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να της καταβάλουν το ποσό των 100.044 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη,  επιφυλασσόμενη για το ποσόν των 44 ευρώ προκειμένου να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κατά των εναγομένων στην ποινική δίκη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2597/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν αυτή (αγωγή) ως προς την δεύτερη των εναγομένων ως άνω εταιρεία και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς την πρώτη των εναγομένων και αναγνωρίστηκε ότι η τελευταία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται : Α) Η πρώτη των εναγομένων στην ένδικη πιο πάνω αγωγή ……….. με την πρώτη ως άνω κρινόμενη έφεσή της, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου της και Β) Η ενάγουσα στην ως άνω αγωγή ……… με την δεύτερη ως άνω κρινόμενη έφεσή της, για λόγους αναγομένους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί την εξαφάνιση αυτής και την καθ’ ολοκληρίαν αποδοχή της αγωγής της και ως προς τις δύο ως άνω εναγόμενες στην ένδικη αγωγή. Οι πιο πάνω εφέσεις ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τις ως άνω διαδίκους, που ηττήθηκαν εν μέρει πρωτοδίκως. Πρέπει, επομένως, αυτές να γίνουν δεκτές από τυπική άποψη και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για καθεμία απ’ αυτές και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο άσκησης της έφεσης, όπως προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις  κατάθεσης των δικογράφων αυτών (βλ. e-παράβολο: …………/2024, για την πρώτη έφεση και e-παράβολο: ………./2024 για τη δεύτερη έφεση).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι : α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 361-363 ΠΚ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον πιο κάτω κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (01-08-2023). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (άρθρο 361 ΠΚ), ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ, που ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο) και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ). Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό. Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο (κατάλληλο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ’ άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 343/2016, ΑΠ 271/2012). Με τα δεδομένα αυτά και  σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ’ αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος, μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 756/2011). Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α΄ – δ΄ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις, που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ΄ και δ΄). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 605/2021, AΠ 474/2020, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 149/2020, AΠ 169/2019). Περαιτέρω, ενώπιον “τρίτου” τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου. Στην έννοια του “τρίτου”, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι’ αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (Ολ. ΑΠ 3/2021 Ποιν, ΑΠ 1185/2024, ΑΠ 975/2024,  ΑΠ 959/2024 Ποιν, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 512/2023, ΑΠ 855/2023, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 864/2014, ΑΠ 121/2012). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (ψευδής κατάθεση) «1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικός ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή». Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος με την εν λόγω διάταξη, η οποία είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου ΠΚ, όπου έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανωμοτί κατάθεση) του προηγούμενου ΠΚ, απαιτείται: α) Ο διάδικος ή ο μάρτυρας να καταθέτει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Επίσης, τα κατατιθέμενα στη δίκη γεγονότα πρέπει να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με την υπόθεση, ανεξαρτήτως του εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη. Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικός άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών (ΑΠ 1156/2025, ΑΠ 1316/2023, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 172/2022, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 217/2020, ΑΠ 775/2020, ΑΠ 1705/2019). Επίσης,  κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 46 του ισχύοντος ΠΚ, «με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε». Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή και επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών (ΑΠ 268/2025, ΑΠ 1270/2024, ΑΠ 1276/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1669/2022, ΑΠ 269/2021, ΑΠ 523/2019, ΑΠ 874/2015). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. (ΑΠ 1865/2025, ΑΠ 1541/2025, ΑΠ 996/2023, ΑΠ 885/2023, ΑΠ 271/2023, ΑΠ ΑΠ 1157/2021). Τέλος,  κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια : το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το “εύλογο” του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932). Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι “οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και “στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει”, και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ). Επίσης, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, η οποία, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ως εκ τούτου η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο και αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του “ευλόγου” εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως : το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του “ευλόγου” και συνακόλουθα το “εύλογο” εμπεριέχεται αναγκαίως στο “ανάλογο”. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.  (Oλ AΠ 9/2015, AΠ 2101/2025, AΠ 2008/2025, AΠ 1747/2025, AΠ 1462/2024, AΠ 981/2024, AΠ 1320/2023, AΠ 878/2023, AΠ 756/2023, ΑΠ 1624/2022).

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη υπ’ αριθ. …. και …./05-11-2020 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά ………. των μαρτύρων …………….. και ………, αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων της, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την  ίδια (ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη) υπ’ αριθ. …./05-11-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ……………, λόγω μη συμφωνίας των στοιχείων ταυτότητας του μάρτυρα με αυτά που αναγράφονται στη σχετική κλήση που επιδόθηκε στις αντιδίκους της (βλ. υπ’ αριθ. ….. και …/30-10-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….), και επίσης χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υπ’ αριθ. … και …../6-11-2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……..και ……… ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες-πρώτη των εφεσιβλήτων στην ως άνω πρώτη έφεση και εφεσίβλητες στην ως άνω δεύτερη έφεση και οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) δεν λαμβάνονται υπόψη, καθόσον στη σχετική κλήση που επιδόθηκε στην αντίδικό τους αναγράφεται ότι οι εν λόγω μάρτυρες θα εξεταστούν σε χρόνο προγενέστερο απ’ αυτόν που πράγματι εξετάστηκαν χωρίς την παρουσία της αντιδίκου τους (βλ. υπ’ αριθ. ….. Η/02-11-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά ……………), καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η δεύτερη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται στον χώρο της ναυτιλίας με αντικείμενο τον εφοδιασμό πλοίων με βιομηχανικά προϊόντα, είδη ασφάλειας εργαζομένων, χάρτες ναυσιπλοϊας, τρόφιμα και καπνικά προϊόντα, απασχολώντας προσωπικό, που υπερβαίνει τους  ενενήντα (90) εργαζόμενους. Η ενάγουσα είχε προσληφθεί από τη δεύτερη των εναγομένων εταιρεία την 01-07-2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου με πενθήμερη απασχόληση εβδομαδιαίως και από ώρα 08:00 έως 16:00, έναντι μεικτού μηνιαίου μισθού ύψους 1.330,10 ευρώ. Η πρόσληψη της ενάγουσας από τη δεύτερη των εναγομένων έγινε λόγω των φιλικών σχέσεων του τότε νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αποβιώσαντος ……….. τόσο με την ίδια (ενάγουσα) όσο και με τον πρώην εργοδότη της ………….. Κατά το πρώτο έτος της εργασίας της η ενάγουσα απασχολήθηκε στο Τμήμα Τροφίμων και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ναυτιλιακών Χαρτών και Βιβλίων και ειδικότερα στην έκδοση συνοδευτικών παραστατικών και τιμολόγησης. Το αντικείμενο της εργασίας της είχε σχέση με τη διάθεση χαρτών, ναυτικών εντύπων και πληροφοριών που εξέδιδαν οι διάφορες υδρογραφικές υπηρεσίες ανά τον κόσμο, με τις οποίες συνεργάζονταν η ως άνω επιχείρηση και που είχαν σχέση με την ασφάλεια των πλοίων και των ανθρώπων. Μετά τη μετάθεση της ενάγουσας στο Τμήμα Ναυτιλιακών Χαρτών και Βιβλίων και ειδικότερα στην έκδοση συνοδευτικών παραστατικών και τιμολόγησης από το έτος 2013, Προϊστάμενος αυτής ήταν ο ………….., Γενικός Διευθυντής και, μέχρι το μήνα Ιούλιο του έτους 2014, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης των εναγομένων. Η θέση της ενάγουσας στο ως άνω Τμήμα ήταν βέβαια σημαντική, καθόσον η εργασία στο εν λόγω Τμήμα ακολουθεί την παραγωγική διαδικασία και προηγείται της παράδοσης, ενώ οι χάρτες και τα βιβλία αφορούν πληροφορίες κατεύθυνσης πλοίων και σχετικές με την ανθρώπινη ασφάλεια επί του πλοίου, αλλά το αντικείμενο της σχετικής εργασίας ήταν απλό και δεν είχε ιδιαίτερες δυσκολίες. Η ενάγουσα σε εκτέλεση της εργασιακής της σύμβασης προσέφερε συνεχώς τις πιο πάνω υπηρεσίες της στη δεύτερη των εναγομένων μέχρι τις 28-5-2014, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και την απέλυσε, καταβάλλοντάς της και τη νόμιμη αποζημίωση. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν καταχρηστική, καθόσον αυτή είχε γίνει για το λόγο ότι ο από το έτος 2013 Προϊστάμενός της ……….. την παρενοχλούσε σεξουαλικά, κυρίως λεκτικά, και επειδή αυτή δεν ενέδιδε, της ασκούσε ψυχολογική πίεση για την οδηγήσει σε παραίτηση. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο ως άνω Προϊστάμενός της μεθόδευσε την απόλυσή της, αφού σκηνοθέτησε σε βάρος της ένα λάθος της σχετικό με την παραγγελία τιμολογίων, το οποίο και παρουσίασε σαν σοβαρό, ενώ δεν ήταν, και μάλιστα της επέβαλε γι’ αυτό πρόστιμο 200 ευρώ, το οποίο αρχικά αρνήθηκε να πληρώσει, αλλά στη συνέχεια δέχθηκε με την προϋπόθεση να της δοθεί σχετική απόδειξη, μετά ταύτα δε αυτός (Προϊστάμενος) έπεισε για τα παραπάνω τον τότε νόμιμο εκπρόσωπό της δεύτερης των εναγομένων ……….. ότι είχε κάνει ένα πολύ σοβαρό λάθος και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της. Ακολούθως, η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι η υπό τις ως άνω συνθήκες και περιστάσεις καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν καταχρηστική, άσκησε κατά της ήδη δεύτερης των εναγομένων την από 22-08-2014  και με αριθμό κατάθεσης …../2014 αγωγή της, εκθέτοντας σ’ αυτήν ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν άκυρη ως καταχρηστική για τους προαναφερόμενους λόγους. Ειδικότερα, η και ήδη ενάγουσα ζήτησε,  μετά τον παραδεκτά γενόμενο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι η από 28-05-2014 καταγγελία τη σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την απειλή, σε περίπτωση άρνησής της, χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 6.756,90 ευρώ νομιμοτόκως από τότε που κάθε μισθός της κατέστη απαιτητός, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 1.330,10 ευρώ, ήτοι το μηνιαίο μισθό της στο τέλος κάθε μήνα και μετά τη συζήτηση της αγωγής, για όσο χρονικό διάστημα αρνείται να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και επίσης να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 55.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αγωγής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 24-03-2015, κατέθεσε ως μάρτυρας ανταπόδειξης μετά από πρόταση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, η ήδη πρώτη των εναγομένων, που είναι υπάλληλός της και η οποία ανέφερε τα εξής : «…Ήταν χαρωπή…η ………Έχω ακούσει ότι την ημέρα της κοπής της πίστας έκανε διάφορα. Καθόταν στην αγκαλιά των συναδέλφων και έκανε αγκαλίτσες και φιλάκια…Ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι ήταν η κατάσταση. Φιλιόταν με άνδρες συναδέλφους και καθόταν στην αγκαλιά τους. Στην προηγούμενη κοπή πίτας το είχα δει με τα μάτια μου. Κόψαμε την πίτα και έκατσε στα πόδια κάποιου…», «…Δεν υπήρχαν πρόστιμα στην εταιρεία. Δεν της επιβλήθηκε πρόστιμο…Εγώ είμαι δώδεκα χρόνια εκεί και ποτέ δεν άκουσα πρόστιμο… όταν χρειαζόμαστε δάνειο λόγω αρρώστιας μας το έδινε. Όλοι έπαιρναν προκαταβολές…Έχει τύχει σε εμένα να πάρω 50 ευρώ προκαταβολή…Δεν υπάρχει λευκό κουτί στο ισόγειο…Εγώ ξέρω ότι δεν μπαίνουν πρόστιμα…», «…Επειδή η σχέση της με το ….. ήταν πολύ προσωπική, μπορεί να μη χτύπαγε κάρτα. Ο ….. της το επέτρεπε και έδειχνε ανοχή. Μέχρι που απολύθηκε έτσι…», «…Έκανε διάφορα λάθη… Έκανε πολλά λάθη στη δουλειά. Αντί να κόψει τιμολόγιο, έκοβε πιστωτικό ή δελτίο αποστολής. Κατά καιρούς το έκανε , όχι συνέχεια. Έκανε 20 λάθη το μήνα. Κάθε ημέρα έκανε λάθη…». Επί της εν λόγω αγωγής (εργατικής) εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3071/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Μετά την άσκηση έφεσης από την και ήδη ενάγουσα εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 354/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η εν λόγω έφεση.  Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω καταγγελία προκλήθηκε από κακότητα, εμπάθεια και εκδικητικότητα εκ μέρους της τότε εναγομένης λόγω άρνησης της ενάγουσας να ενδώσει στις σεξουαλικές παρενοχλήσεις του προϊσταμένου της, δεδομένου ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της που ήταν φίλος της ενάγουσας, ο οποίος είχε τον αποφασιστικό ρόλο και έλαβε τη σχετική απόφαση, δεν είχε ενημερωθεί απ’ αυτήν για κανένα περιστατικό σεξουαλικής ή ψυχολογικής παρενόχλησης. Επίσης, με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε αποκλειστικά και μόνο διότι η ενάγουσα, αρνούμενη ότι αυτή έκανε το λάθος για την παραγγελία επιπλέον τιμολογίων, ζήτησε από το λογιστήριο απόδειξη για την καταβολή του προστίμου που της επιβλήθηκε, όπως αυτό συνηθιζόταν να γίνεται, δηλαδή η εναγομένη να επιβάλει πρόστιμο στους υπαλλήλους της σε περίπτωση κάποιου λάθους τους. Ακόμη, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η τότε ένδικη καταγγελία έγινε στο πλαίσιο ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, επειδή αυτή έκρινε ότι αυτό επέβαλλε το καλώς εννοούμενο συμφέρον της και είχε ως κίνητρο την εύρυθμη λειτουργία της, αφού είχε διακοπεί η αρμονική συνεργασία τους λόγω της πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων εκ μέρους της ενάγουσας, κυρίως λόγω της καθυστερημένης προσέλευσης στην εργασία της κατά τις Τρίτες ημέρες της εβδομάδας, αλλά και την χωρίς άδεια απομάκρυνσή της κατά τη διάρκεια της ημέρας από τη θέση της για τη διευθέτηση προσωπικών θεμάτων της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά την υπ’ αριθ. ΑΒΜ Γ ……….. μήνυση εναντίον της πρώτης των εναγομένων για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς κατάθεσης ως προς όσα ως άνω αυτή κατέθεσε ως μάρτυρας ανταπόδειξης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης από 24-03-2015 (εργατικής) αγωγής της και ήδη ενάγουσας κατά της δεύτερης των εναγομένων. Η πρώτη των ήδη εναγομένων προς υπεράσπισή της κατά της εν λόγω μήνυσης της ενάγουσας στις από 12-10-2015 έγγραφες εξηγήσεις της στον 3ο Πταισματοδίκη Πειραιά ανέφερε και τα εξής : «…Τον χαρακτηρισμό ότι είναι “ελευθέρων ηθών” oυδέποτε τον κατέθεσα ή τον υπονόησα!!! Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι αυθαίρετη δική της κρίση, εγγίζουσα τα όρια της αυτοκριτικής και αυτογνωσίας…». Εξάλλου, από την προσήκουσα εκτίμηση του συνόλου των προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν ήταν συνεπής στις ως άνω εργασιακές της υποχρεώσεις προς τη δεύτερη των εναγομένων, αφού συχνά εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της, εκμεταλλευόμενη τη φιλική της σχέση με το ………. Συγκεκριμένα αυτή, σχεδόν κάθε Τρίτη, επικαλούμενη αβάσιμα την ύπαρξη σχετικών προφορικών αδειών εκ μέρους του ……….. προς την ίδια, καθυστερούσε χωρίς προφανή και γνωστή στην εργοδοσία της αιτία να προσέλθει στην εργασία της κατά μία ώρα (09:00 αντί 08:00), ενώ κατά τη διάρκεια του ως άνω συμφωνημένου ωραρίου εργασίας της εγκατέλειπε με διάφορες δικαιολογίες τη θέση της, με συνέπεια την πρόκληση δυσλειτουργιών στο Τμήμα Χαρτών και δυσαρέσκειας τόσο στον Προϊστάμενο όσο και στους λοιπούς συναδέλφους της, μεταξύ των οποίων και η πρώτη των εναγομένων, καθόσον έπρεπε να κινείται υπάλληλος από άλλο τμήμα της δεύτερης των εναγομένων εργοδότριας εταιρείας για να καλύψει το κενό της ενάγουσας, προκειμένου να δοθούν έγκαιρα τα παραστατικά και να αναχωρήσουν τα αυτοκίνητα για τα προγραμματισμένα δρομολόγια. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά τα ισχύοντα στην εν λόγω επιχείρηση η ενάγουσα, όπως και οι λοιποί συνάδελφοί της, ήταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν κάρτα εισόδου και εξόδου και ως εκ τούτου σε κάθε περίπτωση είχε υποχρέωση να λαμβάνει γραπτές άδειες απουσίας. Περαιτέρω, χαρακτηριστικό των λαθών που έκανε συχνά η ενάγουσα στην εργασία της, λόγω της έλλειψης επιμέλειας και ενδιαφέροντος εκ μέρους της, ήταν να παραγγείλει διπλά κάποια δελτία αποστολής-τιμολόγια και συγκεκριμένα έξι (6) κιβώτια δελτίων αποστολής-τιμολόγια, ήτοι 6.000 στελέχη τιμολογίων, ενώ υπήρχε ανάγκη μόνο για τα μισά, λάθος το οποίο ανακαλύφθηκε στις 26-5-2014. Μετά ταύτα ο ως άνω Προϊστάμενος της ενάγουσας, ενόψει του ότι δεν ήταν η πρώτη φορά και το ως άνω λάθος είχε κόστος για τη δεύτερη των εναγομένων, επέβαλε σε βάρος της πρόστιμο 200 ευρώ. Η τελευταία αντέδρασε και εκφράστηκε αρνητικά τόσο για την εργοδότριά της όσο και για τους συναδέλφους της, ενώ στις 28-5-2014 και μετά την εγκατάλειψη αδικαιολόγητα της θέσης της για μια ώρα περίπου, αντέδρασε σε σχετική παρατήρηση του Προϊσταμένου της για την απουσία της και του απάντησε «αφού είστε ένα μπουρδέλο, εγώ έφυγα». Την παραπάνω συμπεριφορά της ενάγουσας πληροφορήθηκε ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης των εναγομένων …….., ο  οποίος έλαβε την απόφαση να διακόψει τη συνεργασία της εταιρείας με την ενάγουσα, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας της και καταβάλλοντάς της τη νόμιμη αποζημίωσή της. Με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή όσα  κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας η πρώτη των εναγομένων στις 24-03-2015 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά προς ανταπόδειξη των αναφερομένων στην από 22-08-2014 αγωγή (εργατική) της ενάγουσας κατά της ήδη δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας ως προς τα εξής : «Έκανε διάφορα λάθη…Έκανε πολλά λάθη στη δουλειά. Αντί να κόψει τιμολόγιο, έκοβε πιστωτικό ή δελτίο αποστολής. Κατά καιρούς το έκανε, όχι συνέχεια. Έκανε 20 λάθη το μήνα. Κάθε μέρα έκανε λάθη…» και «…Επειδή η σχέση της με το … ήταν πολύ προσωπική. Μπορεί να μην κτύπαγε κάρτα. Ο …… της το επέτρεπε και έδειχνε ανοχή. Μέχρι που απολύθηκε έτσι…». Επίσης, δεν αποδείχθηκε το ψεύδος αυτών που πιο κάτω κατέθεσε η πρώτη των εναγομένων στην προαναφερόμενη από 24-03-2015 κατάθεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ήτοι «…Ήταν χαρωπή…η ………Έχω ακούσει ότι την ημέρα της κοπής της πίτας έκανε διάφορα. Καθόταν στην αγκαλιά των συναδέλφων και έκανε αγκαλίτσες και φιλάκια…Ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι, ήταν η κατάσταση. Φιλιόταν με άνδρες συναδέλφους και καθόταν στην αγκαλιά τους. Στην προηγούμενη κοπή πίτας το είχα δει με τα μάτι μου. Κόψαμε την πίτα και έκατσε στα πόδια κάποιου…». Τα παραπάνω αναφερόμενα από την πρώτη των εναγομένων ήσαν αληθή, καθόσον από πολλές φωτογραφίες φαίνεται η ενάγουσα να αγκαλιάζει συναδέλφους της και να κάθεται στα πόδια τους σε διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις της εταιρείας. Εξάλλου, τα ως άνω αναφερόμενα έγιναν δεκτά και με την υπ’ αριθ. 337/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, που δίκασε κατ’ έφεση απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, και κήρυξε την πρώτη των εναγομένων (κατηγορουμένη-εκκαλούσα στην ως άνω πρώτη έφεση-πρώτη των εφεσιβλήτων στην ως άνω δεύτερη έφεση) ένοχη μόνο καθόσον αφορά το σκέλος αυτής (κατηγορίας) περί μη επιβολής προστίμου στην ενάγουσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε τα όσα ως άνω κατέθεσε η πρώτη των εναγομένων στην παραπάνω από 23-04-2015 ένορκη κατάθεσή της, περί του ότι δεν επιβλήθηκε πρόστιμο στην ενάγουσα από τη δεύτερη των εναγομένων ήσαν ψευδή, αφού το γεγονός αυτό, η επιβολή δηλαδή του προστίμου στην ενάγουσα είχε λάβει χώρα και μάλιστα ήταν γνωστό στο σύνολο των υπαλλήλων της δεύτερης των εναγομένων, ενώ επιβεβαιώνεται και από χειρόγραφο σημείωμα του …………, που αναφέρει την επιβολή προστίμου 200 ευρώ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εναγομένων γνώριζε το ψεύδος του ως άνω ισχυρισμού της που συνδέονταν διαδικαστικά και ουσιαστικά με την κρινόμενη υπόθεση (εργατική διαφορά) και κατέθεσε τα παραπάνω ενόρκως ως μάρτυρας στην εν λόγω δίκη με εμφανή σκοπό και πρόθεση να ωφελήσει την δεύτερη των εναγομένων και εργοδότριά της να αντικρούσει την ως άνω (εργατική) αγωγή. Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα αποδείχθηκε ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων και ήδη εκκαλούσας-πρώτης των εφεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά σχετικά με την μη επιβολή προστίμου ήσαν μεν ψευδή, πλην όμως λόγω της φύσεως αυτών, αφού αφορούσαν μόνο το συγκεκριμένο ζήτημα, της επιβολής δηλαδή ή όχι προστίμου, δεν ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361, 362, 363, 367 του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν την εφαρμογή του ν. 5090/2024. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εναγομένων κατέθεσε εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής και συγκεκριμένα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά τα ως άνω ψευδή γεγονότα σχετικά με το ότι δεν είχε επιβληθεί πρόστιμο στην ενάγουσα γνωρίζοντας ότι αυτά ήταν ψευδή. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση λόγω συνδρομής όλων των ως άνω απαιτουμένων στοιχείων στοιχειοθετείται η τέλεση από την πρώτη των εναγομένων της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης. Επίσης, στην παρούσα περίπτωση δεν ασκεί έννομη επιρροή το ότι με την υπ’ αριθ. 150/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου-Ζ΄ Ποινικό Τμήμα η πρώτη των εναγομένων κηρύχθηκε αθώα για την αποδοθείσα σ’ αυτήν αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης καθόσον αφορά τα ως άνω κατατεθέντα απ’ αυτήν ότι δεν επιβλήθηκε πρόστιμο στην ενάγουσα. Τούτο δε διότι κατά τα ως άνω εκτιθέμενα συντρέχουν όλες οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης και συνεπώς με βάση αυτή θεμελιώνεται η επικαλούμενη από την ενάγουσα αδικοπραξία σε βάρος της και προσβολή της προσωπικότητάς της. Περαιτέρω, από την προσήκουσα εκτίμηση του συνόλου των ως άνω επικαλουμένων και νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων δεν προέκυψε κάποιο σαφές και συγκεκριμένο σχετικό στοιχείο και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη των εναγομένων και συγκεκριμένα ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ……. ζήτησε με οποιονδήποτε τρόπο ή προκάλεσε στην πρώτη αυτών (εναγομένων) την απόφαση να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα στις 24-03-2015 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ώστε να εξαπατήσει το Δικαστή του εν λόγω Δικαστηρίου και να εκδώσει απόφαση απορριπτική της εκδικαζόμενης τότε εργατικής αγωγής της ενάγουσας. Εξάλλου, από την παραπάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της πρώτης των εναγομένων η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των εν γένει συνθηκών υπό τις οποίες αυτή τελέσθηκε, του βαθμού υπαιτιότητας της πρώτης των εναγομένων, της προσωπικότητας της ενάγουσας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Το ποσό αυτό κρίνεται δίκαιο και εύλογο, δηλαδή ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.

V. Με βάση τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, όπως εκτέθηκε παραπάνω, σχετικά με την ένδικη αγωγή:

Α) Ως προς την από 19-07-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./19-07-2024 έφεση της πρώτης των εναγομένων ……………..

Το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, περιέχουσα όλα τα από το νόμο απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωσή της, καθώς και ότι η ως άνω πρώτη των εναγομένων-εκκαλούσα τέλεσε την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας-εφεσίβλητης και προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά της, περιλαμβάνοντας στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης και τη συκοφαντική δυσφήμηση που αφορούσε την ένορκη κατάθεσή της ως μάρτυρα σχετικά με τη συμπεριφορά (αγκαλιές και φιλιά) της ενάγουσας στον εργασιακό της χώρο, καθώς και σχετικά με τη μη επιβολή προστίμου στην ενάγουσα από τη δεύτερη των εναγομένων, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις  τέλεσης συκοφαντικής δυσφήμησης ούτε άλλης αξιόποινης πράξης ως προς τα ως άνω κατατεθέντα περί της συμπεριφοράς της ενάγουσας στον εργασιακό της χώρο και επίσης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις  συκοφαντικής δυσφήμησης αλλά ψευδούς κατάθεσης ως προς τα ως άνω κατατεθέντα περί μη καταβολής (επιβολής) προστίμου στην ενάγουσα και ακολούθως το Δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) κρίνοντας ότι το ύψος της επιδικαστέας στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής της βλάβης πρέπει να ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ κατά τα ως άνω εκτιθέμενα τούτο (ποσό) έπρεπε να ανέρχεται σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, και ως εκ τούτου οι σχετικοί ισχυρισμοί αυτής (εκκαλούσας-πρώτης των εναγομένων) και οι λόγοι της έφεσής της είναι βάσιμοι. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2597/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μόνο ως προς το μέρος αυτής που έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων …… ., καθώς και ως προς τη διάταξη περί επιβολής της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ σε βάρος της πρώτης των εναγομένων. Ακολούθως, πρέπει η εν λόγω αγωγή καθόσον αυτή στρέφεται κατά της πρώτης των εναγομένων, να κρατηθεί και να δικασθεί κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένη η πρώτη των εναγομένων (…………) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η πρώτη των εναγομένων-εκκαλούσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας-εφεσίβλητης, και των δύο βαθών δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ακόμη, λόγω της μερικής νίκης της εκκαλούσας (………..) πρέπει κατ’ άρθρ. 495 ΚΠολΔ να διαταχθεί η επιστροφή σ’ αυτήν του κατατεθέντος ηλεκτρονικού  παραβόλου άσκησης της έφεσης αυτής με αριθ. ……/2024.

Β) Ως προς την από 17-09-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………/19-09-2024 έφεση της ως άνω ενάγουσας ……….

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα ότι το ύψος της  χρηματικής ικανοποίησης που έχει δικαίωμα να λάβει η ενάγουσα λόγω της ηθικής της βλάβης ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ και όχι στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 100.000 ευρώ, ενώ κατά τα παραπάνω αναφερόμενα αυτό (ποσό) ανέρχεται σε 2.000 ευρώ, δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο, ούτε εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, και ως εκ τούτου οι σχετικοί ισχυρισμοί αυτής (εκκαλούσας-ενάγουσας) και οι σχετικοί λόγοι της έφεσής της είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. του ΚΠολΔ και επέβαλε σε βάρος της ενάγουσας τη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, ενόψει του ότι η διάδικος αυτή είχε κοινή παράσταση-εκπροσώπηση με την ως άνω πρώτη των εναγομένων-εφεσιβλήτων (………….), καθώς και του ότι αυτή (δεύτερη των εναγομένων) δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα για ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη και επομένως είναι βάσιμος  ο σχετικός πέμπτος λόγος της έφεσης ως προς της διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης περί επιβολής της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης των εναγομένων ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2597/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως προς το μέρος αυτής που αφορά την επιβολή σε βάρος της ενάγουσας της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης των εναγομένων ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η εκκαλούσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 176, 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Ακόμη, λόγω της μερικής νίκης της εκκαλούσας (…………) πρέπει κατ’ άρθρ. 495 ΚΠολΔ να διαταχθεί η επιστροφή σ’ αυτήν του κατατεθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ……../2024.

Γ Ι Α  Τ Ο Υ Σ  Λ Ο Γ Ο Υ Σ  Α Υ Τ Ο Υ Σ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις πιο κάτω εφέσεις : Α) την από 19-07-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά  ………/19-07-2024 έφεση και Β) την από 17-09-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………./19-09-2024 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2597/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά .

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από  19-07-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά  ………/19-07-2024 έφεση της ……..

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2597/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μόνο ως προς το μέρος αυτής που έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων ………., καθώς και ως προς τη διάταξη περί επιβολής της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ σε βάρος της πρώτης των εναγομένων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.-

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι είναι υποχρεωμένη η πρώτη των εναγομένων (. …….) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη των εναγομένων-εκκαλούσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας-εφεσίβλητης, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα (………..) του κατατεθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. ………./2024.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 17-09-2024 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……./19-09-2024 έφεση της …………..

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2597/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ως προς το μέρος αυτής που αφορά την επιβολή σε βάρος της ενάγουσας της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης των εναγομένων-εφεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων, για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα (…….) του κατατεθέντος ηλεκτρονικού  παραβόλου άσκησης της έφεσης με αριθ. …………/2024.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις  6 Μαΐου  2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ