ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 329/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Ηλία Σταυρόπουλο Εφέτη, Αναστασία Παρούση Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… με ΑΦΜ …., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο ΝΣΚ Πάνο Μελανούρη (ΑΜ ΝΣΚ ……) και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………., 2) …….., 3) ………, 4) ……… 5) ………. και 6) …………. εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούτση (ΔΣΑ …..), βάσει δηλώσεως (άρθρο 242παρ.2 του ΚΠολΔ)και προκατέθεσαν προτάσεις ενώ οι λοιποί εφεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι ενάγοντες και ήδη πρώτος, δεύτερος και τρίτος των εφεσίβλητων άσκησαν σε βάρος των εναγομένων, ήδη τέταρτου, πέμπτου και έκτης των εφεσίβλητων την από 12/8/2022 αγωγή -προσεπίκληση ( αριθ. εκθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2022) τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Στη δίκη αυτή άσκησε την από 11/10/2022 κύρια παρέμβαση( αριθ. εκθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2022) το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμ. 1901/3.6.2024 οριστική απόφαση, συνεκδικάζοντας την αγωγή και την κύρια παρέμβαση ερήμην των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των καθ’ων η κύρια παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αφού απέρριψε την ασκηθείσα κύρια παρέμβαση και την προσεπίκληση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.
Το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 13/12/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../13.12.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./26.3.2025) έφεση, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος με αριθμό πινακίου 2.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως από τη σειρά της εκ του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και ειδικότερα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των εφεσίβλητων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1901/3.6.2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των καθ’ων η κύρια παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 11/10/2022 (αριθ. εκθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2022) κύρια παρέμβαση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη εκκαλούντος και έγινε εν μέρει δεκτή η από 12/8/2022 (αριθ. εκθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2022) αγωγή των εναγόντων ήδη πρώτου, δεύτερου και τρίτου των εφεσίβλητων παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι οι τρεις πρώτοι εφεσίβλητοι επέδωσαν την εκκαλουμένη απόφαση στο εκκαλούν στις 29/11/2024 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/29.11.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών .-…..) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 13/12/2024, δηλαδή εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με την υπό κρίση έφεση στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), ερήμην των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των εφεσίβλητων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν εμφανίστηκαν νόμιμα, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νομότυπα από την σειρά του οικείου πινακίου , παρά το γεγονός ότι οι ανωτέρω κλητεύθηκαν νομότυπα για να παραστούν στην συζήτηση της υπό κρίση έφεσης κατά την δικάσιμο αυτή (5-2-2026), όπως προκύπτει από τις μετ`επικλήσεως προσκομιζόμενες υπό των τριών πρώτων εφεσίβλητων υπ`αρ…../4-4-2025, …/4-4-2025 και ……/4-4-2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ….., αντίστοιχα. Η διαδικασία όμως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 524 παρ. 4 ΚπολΔ.). Πρέπει επίσης να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρ. 501, 502 παρ.1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τους ερήμην δικασθέντες τέταρτο, πέμπτο και έκτη των εφεσίβλητων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού του κατέχει το πράγμα. Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος. Ακόμη, ο κύριος μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας του πράγματος (ΑΠ 193/2019, ΑΠ 228/2017, ΑΠ 1351/2014, ΑΠ 1106/2014).[ΑΠ 1517/2024 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ].
Β. Κύρια παρέμβαση είναι η διαδικαστική πράξη, με την οποία επιτυγχάνεται η συμμετοχή τρίτου σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, με αρμοδίως κατατιθέμενο και επιδιδόμενο δικόγραφο, στο οποίο εκδηλώνεται η από τον τρίτο αντιποίηση του αντικειμένου της δίκης και με το οποίο ζητείται να περιέλθει το αντικείμενο της δίκης σ’ αυτόν. Ήτοι η κύρια παρέμβαση είναι η “αγωγή” ενός τρίτου, του κυρίου παρεμβαίνοντος, που στρέφεται και κατά των δύο διαδίκων ενός εκκρεμούς δικαστικού αγώνα (κύριας δίκης), με την οποία ο ίδιος αξιώνει για τον εαυτό του το αντικείμενο της κύριας δίκης. Κατά περιεχόμενο, σκοπό, συνέπειες και δύναμη, η κύρια παρέμβαση εξομοιώνεται με την κύρια αγωγή, από την οποία τυπικώς διαφέρει, γιατί δεν είναι εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, αλλά “παρεμπίπτουσα αγωγή”, που έχει όμως αυτοτέλεια έναντι της αγωγής, καθόσον ο κυρίως παρεμβαίνων υποβάλλει αίτηση παροχής έννομης προστασίας, με τη μορφή της διάγνωσης ότι δικαιούχοι του επιδίκου αντικειμένου είναι αυτός ο ίδιος. Για το παραδεκτό της κύριας παρέμβασης απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή των γενικών διαδικαστικών προϋποθέσεων του απαιτούντος για την αγωγή (όπως η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κ.λ.π.) και ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις δηλ. η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως πρώτα, η κατά την άσκηση της παρεμβάσεως ύπαρξη εκκρεμούς δίκης και η αντιποίηση του αντικειμένου της αρχικής δίκης, το δε δικόγραφο για να είναι ορισμένο πρέπει να περιέχει εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για κάθε δικόγραφο (άρθρ. 118, 119 ΚΠολΔικ) και τα εξής: α) αναγραφή των διαδίκων και της διαφοράς που εκκρεμεί, β) προσδιορισμό του εννόμου συμφέροντος που έχει ο παρεμβαίνων στην εκκρεμή δίκη και μάλιστα με σαφήνεια (ΟλΑπ 28/2007), καθώς και το δικαίωμα με βάση το οποίο ο κυρίως παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος του επιδίκου αντικειμένου. Προσέτι πρέπει η κύρια παρέμβαση να περιέχει και αυτοτελές αίτημα δικαστικής προστασίας, στο οποίο είναι προφανές ότι εμπεριέχεται το αίτημα για απόρριψη της αγωγής, αφού η αντιποίηση του αντικειμένου της αυτή τη έννοια έχει. Εξάλλου το ορισμένο του δικογράφου της παρεμβάσεως, όπως και κάθε δικογράφου κρίνεται από το περιεχόμενο του και όχι από στοιχεία εκτός αυτού κείμενα ή από της αποδείξεως. (ΑΠ 761/2017 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ)
Γ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ. α` και 3, 6 παρ.1, 2 και 3, 7 παρ. 3 και 7α παρ.1 περ. α` εδ. α` και β` ν. 2664/1998, προκύπτει ότι: α) Στο Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, β) Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών… γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας, ε) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με το δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ` ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή στρέφεται κατά του (ανακριβώς) αναγραφομένου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου και κατά του ειδικού διαδόχου… στ)… ζ) Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της πιο πάνω αναφερόμενης αποκλειστικής προθεσμίας των 5 ή 7 ετών, καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας, ενώ σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης, οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ή αν αντίθετα γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση, διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας. Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 και 12 παρ. 1 ζ` του Ν. 2664/1998 (ΑΠ 1117/2024, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 416/2024, ΑΠ 424/2023, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1412/2021). Η επί αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 απόφαση έχει πρωτίστως αναγνωριστικό χαρακτήρα – ενίοτε καταψηφιστικό (σε περίπτωση που ζητείται και απόδοση), ενώ η διάταξη περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών έχει παρακολουθηματικό διαπλαστικό χαρακτήρα (ΑΠ 94/2024, ΑΠ 416/2024).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο – το οποίο, κατ` άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες και, κατ` άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση. Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ` αυτό. Κατά δε το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια. Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο. Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ). Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1156/2025, ΑΠ 98/2024, ΑΠ 2047/2022, ΑΠ 266/2022, ΑΠ 564/2021, ΑΠ 108/2019 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα ΑΠ).
Στην υπό κρίση από 12/8/2022 αγωγή οι ενάγοντες ήδη πρώτος δεύτερος και τρίτος των εφεσιβλήτων εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 81,25% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 9,375% εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών δύο όμορων αγροτεμαχίων κείμενων στη θέση «… ή ….. ή ….» της περιφέρειας …… Σαλαμίνας του Δήμου Σαλαμίνας, εκτός οικοδομικού σχεδίου, εντός του οικισμού ….., όπως ειδικότερα περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια, τα οποία φέρουν ΚΑΕΚ ……… και …………, τα οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο. Ότι οι εναγόμενοι ήδη τέταρτος, πέμπτος και έκτη των εφεσίβλητων κατά το χρονικό διάστημα μετά τις 20/6/2021 και έως τον Απρίλιο του έτους 2022 προέβησαν στις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή διαταρακτικές της κυριότητας τους πράξεις εκμεταλλευόμενοι την πρόσκαιρη απουσία τους, λόγω των περιορισμών της πανδημίας. Ότι από την παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων έχουν υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Ακολούθως, εξέθεταν ότι προσεπικαλούν με την αγωγή-προσεπίκληση το Ελληνικό Δημόσιο, διότι ο πρώτος εναγόμενος επικαλείτο συμφωνία με τον δεύτερο και την τρίτη των εναγόμενων, οι οποίοι, κατά δήλωσή του, είναι κληρονόμοι των εμφανιζόμενων στο υποθηκοφυλακείο ιδιοκτητών όμορων αγροτεμαχίων, τα οποία ωστόσο διεκδικούνται από το Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσαν οι ενάγοντες με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί των επίδικων ακινήτων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν την υφιστάμενη διατάραξη προβαίνοντας στις εκτιθέμενες στην αγωγή ενέργειες, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση ύψους 10.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν και να παύσουν κάθε μελλοντική διατάραξη με απειλή χρηματικής ποινής προσωπικής κράτησης και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα. Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε στην εκκρεμή αυτή δίκη την από 12/8/2022 κύρια παρέμβαση, στην οποία εξέθετε ότι οι τρεις πρώτοι των καθ’ων η κυρία παρέμβαση άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 12-8-2022 (αριθ. έκθ.κατ. ……./2022) αγωγή κατά των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των καθ’ ων η κυρία παρέμβαση, την οποία ενσωμάτωσαν στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους επί των περιγραφόμενων στην αγωγή δύο αγροτεμαχίων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν τη διατάραξη επί των επιδίκων. Περαιτέρω, το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε ότι το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ………. εμπίπτει εντός του καταγεγραμμένου δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ ……, εκτάσεως 288 στρεμμάτων και 180 τμ και εντός ευρύτερης δασικής έκτασης της περιοχής ………… Σαλαμίνας ενώ δεν εμπίπτει εντός του οικισμού υπό την έννοια του άρθρου 4 του ν.3127/2003 και ευρίσκεται εκτός της κηρυχθείσας υπό απαλλοτρίωση με την υπ’ αριθμ. Ε13862/5745/2.8.1969 κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας ( ΦΕΚ Δ 169) έκτασης. Ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του: α) δυνάμει της από 9/7/1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των σχετικών Πρωτοκόλλων του Λονδίνου δικαιώματι πολέμου, άλλως βάσει της ανωτέρω Συνθήκης και των σχετικών Πρωτοκόλλων ως έκταση που ανήκε σε άγνωστους οθωμανούς κι εγκαταλείφθηκε από αυτούς χωρίς το επίδικο να καταληφθεί από οποιονδήποτε τρίτο πέραν του ίδιου (Ελληνικού Δημοσίου), άλλως ως δημόσια, κατά το οθωμανικό σύστημα, έκταση σαν διάδοχος του τουρκικού δημοσίου, β) άλλως βάσει των διατάξεων του βδ της 17/29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών» σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ισχύοντος δασικού κώδικα καθώς και τη διάταξη του άρθρου 21παρ.13 του ν. 3208/2003 ως τουλάχιστον από το 1820 (δημόσια) δασική έκταση, γ) άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος επί του οποίου εξ αυτού του λόγου έχει τεκμήριο κυριότητας, αφού ουδείς αναγνωρίστηκε με τις προβλεπόμενες διαδικασίες κύριος αυτού, δ) άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και μετέπειτα, καθόσον από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνωρίσεως του ελληνικού κράτους και εξακολούθησε έκτοτε την ασκεί με την άσκηση επί αυτού των αναφερόμενων πράξεων φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ε) άλλως κατελήφθη από τη σύσταση του ελληνικού κράτους από αυτό ως αδέσποτη αφού πριν τη σύσταση του ελληνικού κράτους και μετά από αυτή δεν εξουσιάστηκε από οποιονδήποτε από τους τρεις πρώτους των καθ’ων η παρέμβαση και τους δικαιοπαρόχους τους. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο να αναγνωριστεί κύριο του επιδίκου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ……………, να διαταχθεί η αντίστοιχη διόρθωση στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο του Δήμου Σαλαμίνας και να καταδικαστούν οι καθ’ων στα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ.1901/2024 οριστική απόφασή του, συνεκδικάζοντας ερήμην των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των καθ’ων η κυρία παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, την από 12/8/2022 αγωγή-προσεπίκληση και την από 11/10/2022 κύρια παρέμβαση, απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς τους τρεις πρώτους των καθ’ων ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου και ως προς τους λοιπούς των καθ’ων ως αόριστη, απέρριψε την ασκηθείσα προσεπίκληση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εκκαλούν –κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση έφεσή του, για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η εκ μέρους του κυρία παρέμβαση στο σύνολό της.
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι οι ενάγοντες -πρώτος, δεύτερος και τρίτος των καθ’ων η κυρία παρέμβαση και ήδη τρεις πρώτοι των εφεσίβλητων είχαν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 24/9/2010 (αριθμ.καταθ. ……/28.9.2010) αγωγή τους κατά του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 81,25% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 9,375% εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ …………., το οποίο περιήλθε στη συγκυριότητά τους με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και να διορθωθεί σχετικά η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας, ώστε το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ …………. να μην εμφανίζεται ότι ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου αλλά ως κύριοι αυτού να καταχωρισθούν οι ίδιοι κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία την ανωτέρω αγωγή εξέδωσε αρχικά την υπ’ αριθμ. 1349/2014 μη οριστική απόφαση του και ακολούθως την υπ’ αριθμ. 5234/2017 οριστική απόφαση, με την οποία αφενός αναγνώρισε τη συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεχόμενο ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου στις 11/9/1915, απορρίπτοντας τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αφετέρου διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου, ώστε να εμφαίνονται ως συγκύριοι του επιδίκου οι ενάγοντες, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας ο καθένας. Κατά της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 5234/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς συμπροσβαλλομένης και της υπ’ αριθμ. 1349/2014 μη οριστικής απόφασης του το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 27/12/2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 349/2020 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Ήδη δε και κατόπιν άσκησης της από 5/5/2022 αίτησης αναίρεσης κατά της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 349/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1752/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ η υπ’ αριθμ. 349/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς καταχωρίστηκε στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου (βλ. το υπ’ αριθμ. …/5.3.2025 πιστοποιητικό του κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς και Νήσων). Με βάση τα ανωτέρω, το αίτημα της κύριας παρέμβασης να αναγνωριστεί το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο κύριο του επίδικου ακινήτου ΚΑΕΚ …………., ως προς τους τρεις πρώτους των καθ’ων η κυρία παρέμβαση, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω ύπαρξης δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 349/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Ειδικότερα, υφίσταται ταυτότητα διαδίκων, αφού το κυρίως παρεμβαίνον και οι τρεις πρώτοι των καθ’ων η κύρια παρέμβαση ήταν αντίστοιχα εναγόμενο και ενάγοντες στην προγενέστερη αγωγή, καθώς αφενός η κύρια παρέμβαση σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο Β νομική σκέψη επέχει θέση αγωγής αφετέρου δεν υπάρχει μεταβολή της ιδιότητας υπό την οποία παρίστανται οι διάδικοι διότι μεταβλήθηκε απλά η διαδικαστική τους θέση (βλ. Κονδύλη «ΤΟ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ» εκδ.1983 σελ. 306). Περαιτέρω, υφίσταται ταυτότητα νομικής και ιστορικής αιτίας διότι με την υπ’ αριθμ. 349/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αναγνωρίστηκε η κυριότητα των εναγόντων ήδη τριών πρώτων καθ’ων η κύρια παρέμβαση έναντι του εναγομένου ήδη κυρίως παρεμβαίνοντος στο επίδικο, με αριθμό ΚΑΕΚ ………….. γεωτεμάχιο, παρήχθη δεδικασμένο που εμποδίζει την έρευνα ύπαρξης κυριότητας, καθώς καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία της κύριας παρέμβασης ως προς το ζήτημα της κυριότητας και δεν επιτρέπεται να ερευνηθεί εκ νέου ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε αυτή (βλ. ΑΠ 569/2017 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αντικείμενο της αρνητικής αγωγής (άρθρο 1108 ΑΚ), η οποία ασκείται από τον κύριο του πράγματος, είναι η διατάραξη της κυριότητας και όχι της νομής, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το προσθέτως παρεμβαίνον ήδη εκκαλούν στην υπό κρίση έφεσή του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς τους τρεις πρώτους των καθ’ων λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Συνεπώς, δεδομένου ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της έφεσης που αφορούν στην άρνηση της κυριότητας των τριών πρώτων εφεσίβλητων-καθ’ων η κύρια παρέμβαση, πρέπει η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1901/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το εκκαλούν, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νόμιμου αιτήματός τους ( άρθρα 106,176,183,191παρ.2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν όμως μειωμένα, κατά το άρθρο 22 του Ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) [ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 342/2019 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ παράβολο ποσού διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ σε βάρος των τέταρτου, πέμπτου και έκτης των εφεσίβλητων, για την περίπτωση άσκησης, εκ μέρους τους, ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 13/12/2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../13.12.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./26.3.2025) έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 1901/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των εφεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 2/4/2026 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 8 Μαΐου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ