Αριθμός 335/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο …. Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Γενικό Διευθυντή της κ. ……….., κάτοικο Αθήνας, με ΑΦΜ ….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Δικηγόρο, Στυλιανό Μανουσάκη.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ», με ΑΦΜ ….., που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Δήμαρχό του κ. …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό τους Δικηγόρο, Στέφανο Μυλωνά.
Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 18.5.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2022) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν η υπ΄ αριθμ 1168/2024 μη οριστική απόφαση το
υ παρόντος Δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτή και η υπ΄ αριθμ 3219/2024 απόφαση αυτού, που δέχθηκε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από 29.10.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……/2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 29-10-2024 (υπ’ αριθμ. κατάθ. …………/29-10-2024) έφεση της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 3219/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε, φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το απαιτούμενο για την άσκησή της παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην από 18-5-2022 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………./18-5-2022 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, Δήμος Περάματος ιστορούσε ότι, δυνάμει της από 23-8-2011 σύμβασης παραχώρησης χρήσης ακινήτου, που κατάρτισε εγκύρως με την εναγόμενη αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, παραχώρησε στην τελευταία, άνευ ανταλλάγματος, τη χρήση ενός ακινήτου κυριότητάς του, κειμένου στο Πέραμα Αττικής, όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή, με σκοπό την εγκατάσταση και λειτουργία εντός αυτού έκθεσης ναυτικού μουσείου, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ως άνω σύμβαση όρους. Ότι η διάρκεια της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε δεκαετής, λήγουσα την 23-8-2021, με δυνατότητα παράτασής της κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας των μερών. Ότι, αμέσως μετά την κατάρτιση της σύμβασης, ο ίδιος παραχώρησε τη χρήση του ένδικου ακινήτου στην εναγομένη, πλην όμως η τελευταία, καίτοι το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, όπως ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή. Ότι, για τον λόγο αυτό, το δημοτικό συμβούλιο, κατά τη λήξη της διάρκειας της ένδικης σύμβασης, έλαβε την απόφαση να μην παραταθεί η διάρκειά της, αλλά να καταγγελθεί αυτή από τον Δήμο. Ότι, κατόπιν τούτου, ο ίδιος, με την από 30-12-2021 εξώδικη καταγγελία του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 10-1-2022, κατήγγειλε τη μεταξύ τους (ένδικη) σύμβαση, λόγω λήξης της διάρκειάς της και ζήτησε την απόδοση του ένδικου ακινήτου του, πλην όμως η εναγομένη αρνείται να του το αποδώσει. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τη χρήση του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητεί δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και, ακολούθως, να απορριφθεί η αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 810 και 816 του ΑΚ προκύπτει ότι με την ενοχική, διαρκή και χαριστική σύμβαση του χρησιδανείου, η οποία μπορεί να καταρτισθεί και ατύπως, έστω και αν αφορά στην παραχώρηση της χρήσης ακινήτου (ΑΠ 273/2007, ΑΠ 1357/2005 ΝΟΜΟΣ), ο χρήστης παραχωρεί τη χρήση του πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο και ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Η λήξη της σύμβασης του χρησιδανείου καθορίζεται είτε με συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε από τον σκοπό του χρησιδανείου, όπως αυτός συνομολογήθηκε. Εάν το χρησιδάνειο συμφωνήθηκε να είναι ορισμένου χρόνου, η σύμβαση λήγει με την πάροδο αυτού, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία και ο χρήστης δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε. Εάν η σύμβαση χρησιδανείου είναι αορίστου χρόνου, η σύμβαση λήγει αυτοδικαίως (άρθρο 816 του ΑΚ) αφότου ο χρησάμενος έκανε χρήση του πράγματος ή όταν παρέλθει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση. Εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 817 ΑΚ, μπορεί ο χρήστης να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε, με άτυπη και απρόθεσμη καταγγελία, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος διαφορετική από τη συμφωνηθείσα, β) αν, εξαιτίας της χρήσης που κάνει ο χρησάμενος, το πράγμα περιέρχεται σε κατάσταση χειρότερη από αυτή στην οποία βρισκόταν όταν παραδόθηκε στον χρησάμενο, γ) αν ο χρησάμενος παραχώρησε το πράγμα σε τρίτον χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα και ιδίως χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση του χρήστη, δ) αν ο χρήστης χρειάζεται το πράγμα εξαιτίας επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης. Στην τελευταία περίπτωση, απαιτείται να πρόκειται περί ανάγκης, της οποίας η ικανοποίηση δεν μπορεί να αναβληθεί, χωρίς ουσιώδη ζημία του χρήστη και την οποία δεν μπορούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως να προβλέψει ο χρήστης. Επιπλέον, όσον αφορά στο χρησιδάνειο αορίστου χρόνου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 323, 505 επόμ., 608 παρ. 2, 669 παρ. 2 εδ. α` και 767 παρ. 1 του ΑΚ, ο χρήστης δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση οποτεδήποτε με τακτική καταγγελία, τάσσοντας στον χρησάμενο και εύλογη προθεσμία για την απόδοση του πράγματος (βλ. ΕφΑθ 1288/2025, ΜονΕφΘεσ 45/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 20/2003 ΝοΒ 2003/1054, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, ειδικό μέρος, τόμος Ι, παρ. 40 αριθμ. 27-32). Σε κάθε περίπτωση, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και, επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης. Το άκαιρο και η αντίθεση στην καλή πίστη είναι έννοιες μεταβλητές στον χρόνο, ανάλογα με τις περιστάσεις που τίθενται στην κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου. Είναι, δηλαδή, δυνατόν η αναζήτηση του χρησιδανείου να είναι άκαιρη και να αντίκειται στη συναλλακτική καλή πίστη σε κάποιο χρονικό σημείο, αλλά κατόπιν να μεταβάλλονται οι συνθήκες με τέτοιο τρόπο, ώστε να εκλείψει το στοιχείο του άκαιρου και η προς την καλή πίστη αντίθεση της αναζήτησης. Μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, εάν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος, μπορεί να το αναζητήσει είτε με την ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική αγωγή στηριζόμενη στο δικαίωμα της κυριότητας (βλ. ΑΠ 1168/2025, ΑΠ 1913/2008, Εφ Πατρ. 434/2021, Εφ Λαρ. 241/2014 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του (βλ. Ολ.ΑΠ 62/1990, ΑΠ 188/2026, AΠ 1913/2008, Εφ Λαρ. 241/2014 ΝΟΜΟΣ).
Από την υπ’ αριθ. ……/29-11-2022 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος . …., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που προσκομίζει με επίκληση ο εφεσίβλητος, η οποία λήφθηκε νομότυπα (βλ. την υπ’ αριθ. ……/24-11-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ……..), την υπ’ αριθμ. ………/16-12-2022 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά . …….., η οποία λήφθηκε νομότυπα (βλ. την υπ’ αριθμ. …../13-12-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ……….), που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα και από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία εκτιμώνται από το Δικαστήριο είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη οι υπ’ αριθ. ….. και …/29-11-2022 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, που προσκομίζει με επικληση ο εφεσίβλητος, οι οποίες δεν λήφθηκαν την ώρα που αναφερόταν στη σχετική από 22-11- 2022 κλήση, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα, αλλά μισή και μια ώρα νωρίτερα από αυτήν, αντιστοίχως, δίχως να προκύπτει σχετική προηγούμενη ειδοποίηση της εκκαλούσας, η οποία δεν παρέστη κατά τη λήψη τους (άρθ. 421, 422, 424 περ. β ΚΠολΔ – βλ. υπ’ αριθμ. ……./24-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, . ……..), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ. ………../15-7-2004 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, εγκρίθηκε η κατασκευή ………… από τον εφεσίβλητο Δήμο επί εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων στη θέση «………….» αυτού. Ο εφεσίβλητος, κατόπιν δημοπρασίας, ανέθεσε την κατασκευή του ως άνω Μουσείου σε ανάδοχο, ο οποίος ολοκλήρωσε τις σχετικές εργασίες, πλην όσων είχαν ρητώς εξαιρεθεί από την εργολαβία του (επρόκειτο, κυρίως, για εργασίες εγκατάστασης κλιματισμού – θέρμανσης, φυσικού αερίου, συστημάτων και ανελκυστήρα) στις 23-11-2010 (βλ. την από 24-11-2010 βεβαίωση περαίωσης εργασιών της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του ενάγοντος). Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του ως άνω Μουσείου, αλλά πριν την διοικητική παραλαβή αυτού από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ενάγοντος Δήμου, το Δημοτικό του Συμβούλιο, με σχετική απόφασή του, ενέκρινε κατά πλειοψηφία τη δωρεάν παραχώρηση της χρήσης του στην εκκαλούσα μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία «…………..». Κατόπιν των ανωτέρω, μεταξύ αφενός του εφεσίβλητου Δήμου και αφετέρου της εκκαλούσας καταρτίσθηκε η από 23-8-2011 σύμβαση παραχώρησης χρήσης ακινήτου, με την οποία ο εφεσίβλητος Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει στην εκκαλούσα, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση του κείμενου στο Τέρμα Περάματος, εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Περάματος και πλησίον του κολυμβητηρίου ακινήτου του, μετά των πέντε συνολικά επ’ αυτού κτιρίων I, II, III, IV, V, καθώς και του περιβάλλοντος αυτών χώρου, όπως το ακίνητο αυτό περιγράφεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας του εφεσίβλητου Δήμου, πολιτικού μηχανικού, …………., το οποίο υπογράφηκε από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, προκειμένου η χρησάμενη να εγκαταστήσει επ’ αυτού την έκθεσή της και να δημιουργήσει ένα ναυτικό μουσείο – σύγχρονο πολιτιστικό οργανισμό στην περιοχή του Περάματος, με σκοπό να προσφέρει στο άμεσο μέλλον προβολή και ανταποδοτικά οφέλη στον εφεσίβλητο, σύμφωνα με τους ειδικότερους διαλαμβανόμενους στην ως άνω σύμβαση όρους. Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε δεκαετής, λήγουσα στις 23-8-2021, με δυνατότητα ανανέωσής της για δέκα (10) ακόμη έτη, κατόπιν σύμφωνης γνώμης των συμβαλλομένων. Κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου, ο εφεσίβλητος παρέδωσε στην εκκαλούσα το ένδικο ακίνητο μετά των επ’ αυτού κτιρίων, στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά τον ως άνω χρόνο, ήτοι αποπερατωμένα, αλλά χωρίς να έχουν τοποθετηθεί σε αυτά συστήματα κλιματισμού – θέρμανσης και ανελκυστήρες και χωρίς να έχει διαμορφωθεί πλήρως ο περιβάλλων αυτών χώρος, η δε εκκαλούσα, αφού έλεγξε το ένδικο ακίνητο, το παρέλαβε ανεπιφύλακτα και εγκαταστάθηκε σε αυτό, μεταφέροντας άμεσα τις συλλογές και τα εκθέματά της στις εγκαταστάσεις του και οργανώνοντας τη μουσειακή της έκθεση εντός αυτού. Τον Αύγουστο του 2012, ο εφεσίβλητος Δήμος, με σκοπό να ολοκληρωθεί το έργο της κατασκευής του …………. στο δυτικό του άκρο, ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών, που δεν είχαν έως τότε εκτελεσθεί (εγκατάσταση συστημάτων κλιματισμού και θέρμανσης, διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου), στην κοινοπραξία με την επωνυμία «………….», η οποία ολοκλήρωσε αυτές στις 11-11-2013 (βλ. το από 11-8-2014 ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του ενάγοντος και το από 7-10-2014 πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου). Η εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών, κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου, είχε ως αποτέλεσμα την εν μέρει αναστολή της λειτουργίας του Μουσείου της εκκαλούσας για ενάμισι περίπου έτος, ήτοι από τον Αύγουστο του 2012 έως και τα τέλη του έτους 2013, με περαιτέρω συνέπεια τα επίσημα εγκαίνια αυτού να λάβουν εν τέλει χώρα στις 17-7-2014. Για τον λόγο μάλιστα αυτό, ο Γενικός Διευθυντής του Μουσείου της εκκαλούσας, με την από 3-5-2014 επιστολή του προς τον τότε Δήμαρχο του εφεσιβλήτου, …….., ζήτησε, μεταξύ άλλων, την παράταση της διάρκειας της ένδικης σύμβασης για τρία έτη, ώστε η διάρκεια αυτής να αρχίζει ουσιαστικά από τα επίσημα εγκαίνια του Μουσείου της, τον Ιούλιο του 2014 και να ισχύει για δέκα έτη, ήτοι έως τον Ιούλιο του 2024. Το εν λόγω αίτημα έγινε μεν εγγράφως δεκτό από τον τότε Δήμαρχο (βλ. το από 3-5-2014 σχετικό έγγραφο, που υπογράφεται από τον τότε Δήμαρχο του εφεσιβλήτου και τον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας), πλην όμως ουδέποτε εισήχθη προς συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, ώστε να ληφθεί εγκύρως σχετική απόφαση, περί τροποποίησης της ένδικης σύμβασης, ως προς τη διάρκειά της, η οποία έτσι παρέμεινε δεκαετής, λήγουσα στις 23-8-2021, όπως τούτο άλλωστε δεν αμφισβητείται ειδικώς από την εκκαλούσα. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Ιούλιο του 2014 έως τα τέλη του 2020, η εκκαλούσα συνέχισε να λειτουργεί το ναυτικό της μουσείο στις εγκαταστάσεις του ένδικου ακινήτου, οργανώνοντας κατά καιρούς στους χώρους του συνέδρια, ημερίδες και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση. Ωστόσο, στις 13-1-2021, ήτοι περί τους επτά μήνες πριν τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας της ένδικης σύμβασης, ο τότε Δήμαρχος του εφεσίβλητου Δήμου, με την με από 13-1-2021 πρόσκλησή του προς τα μέλη της Οικονομικής του Επιτροπής, κάλεσε αυτά σε τακτική συνεδρίαση με πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης τη λήψη απόφασης για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου. Το γεγονός αυτό δυσαρέστησε τη διοίκηση της εκκαλούσας, η οποία με την από 18-1-2021 εξώδικη δήλωσή της, απευθυνόμενη, μεταξύ άλλων και προς τον Δήμαρχο του εφεσίβλητου Δήμου, κάλεσε αυτόν να αποσύρει το εν λόγω θέμα από την ημερήσια διάταξη της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου, πρωτίστως λόγω αναρμοδιότητας αυτής να αποφασίσει επ’ αυτού και, σε κάθε περίπτωση, διότι, κατά την άποψή της, η υπό συζήτηση καταγγελία θα ήταν άκαιρη και καταχρηστική. Σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος της κοινοποίησε, στις 21-1-2021, την από 20-1-2021 εξώδικη απάντησή του (βλ. την υπ’ αριθμ. …./21-1-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά …………), με την οποία της δήλωνε ρητά, μεταξύ άλλων, ότι δεν προτίθεται να συναινέσει στην παράταση της διάρκειας της ένδικης σύμβασης μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της, την 23-8-2021. Μετά την ανταλλαγή των ανωτέρω εξώδικων δηλώσεων μεταξύ των διαδίκων, η εκκαλούσα συνέχισε να χρησιμοποιεί το ένδικο ακίνητο έως και τις 23-8-2021, ημερομηνία κατά την οποία έληξε αυτοδικαίως η ένδικη μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου, λόγω πέρατος της συμφωνηθείσας διάρκειάς της, η οποία δεν παρατάθηκε στο μεταξύ με νεότερη έγκυρη συμφωνία των μερών. Ωστόσο, μετά την ανωτέρω ημερομηνία, η εκκαλούσα δεν απέδωσε το ένδικο ακίνητο στον εφεσίβλητο χρήστη, όπως είχε υποχρέωση από τη μεταξύ τους σύμβαση και συνέχισε να το χρησιμοποιεί. Ο εφεσίβλητος Δήμος, με την από 12-10-2021 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 18-10- 2021 (βλ. την υπ’ αριθ. …./18-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, ……. .), διαμαρτυρήθηκε για την εκ μέρους της μη απόδοση του ένδικου ακινήτου κατά τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης, επαναλαμβάνοντας ρητώς ότι δεν συναινεί στην παράταση της διάρκειάς της, καλώντας την ταυτοχρόνως να του αποδώσει το ένδικο ακίνητο εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την προς αυτήν επίδοση της ως άνω εξώδικης δήλωσής του. Όμως, η εκκαλούσα δεν ανταποκρίθηκε ούτε στην παραπάνω πρόσκληση του εφεσιβλήτου και αντ’ αυτού συνέχισε να κατέχει και να χρησιμοποιεί το ένδικο ακίνητο. Κατόπιν τούτου, το Δημοτικό Συμβούλιο του εφεσιβλήτου, με την υπ’ αριθμ. 77/14-12-2021 απόφασή του, αποφάσισε κατά πλειοψηφία τη μη παράταση της χρονικής διάρκειας της ένδικης σύμβασης και την καταγγελία αυτής λόγω λήξης της συμβατικής της διάρκειας. Σε εκτέλεση δε της ανωτέρω απόφασης, ο εφεσίβλητος Δήμος, με την από 30-12-2021 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 10-1-2022 (βλ. την υπ’ αριθμ. …./10-01-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, ………..), κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση χρησιδανείου λόγω λήξης της συμβατικής της διάρκειας και κάλεσε εκ νέου την εκκαλούσα να του αποδώσει το παραχωρηθέν ακίνητό του, συγκοινοποιώντας προς αυτήν και την ανωτέρω απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου. Όμως, η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε ούτε και στην παραπάνω πρόσκληση του εφεσιβλήτου, συνεχίζοντας έκτοτε να χρησιμοποιεί το ένδικο ακίνητο χωρίς νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω από 30-12-2021 έγγραφη καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκ μέρους του εφεσιβλήτου, λόγω λήξης της συμβατικής της διάρκειας, ουδέν έννομο αποτέλεσμα επέφερε και έλαβε χώρα εκ περισσού, αφού η ένδικη σύμβαση είχε ήδη λήξει αυτοδικαίως με μόνη την παρέλευση της συμβατικής της διάρκειας, στις 23-8-2021, χωρίς έκτοτε να έχει ανανεωθεί εγκύρως με νεότερη συμφωνία των διαδίκων, ώστε η μεταγενέστερη καταγγελία της ήδη λήξασας σύμβασης να καθίσταται άνευ αντικειμένου. Εξάλλου, η παραμονή της εκκαλούσας στο ένδικο ακίνητο και μετά τη λήξη της ένδικης σύμβασης δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα με τη σιωπηρή σύμφωνη γνώμη ή έστω ανοχή του εφεσίβλητου χρήστη, ώστε να συνάγεται σιωπηρή παράταση της διάρκειάς της και μετατροπή αυτής σε σύμβαση αόριστου χρόνου, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, ήδη από τα τέλη του 2020, ήτοι πριν τη λήξη της ένδικης σύμβασης, της είχε δηλώσει ρητά ότι δεν συναινεί στην παράταση της διάρκειάς της, ενώ και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της, διαμαρτυρήθηκε, τόσο προφορικά όσο και εγγράφως, καλώντας την να του αποδώσει το ένδικο ακίνητο (βλ. τις προαναφερόμενες από 12-10-2021 και 30-12-2021 εξώδικες δηλώσεις του εφεσίβλητου Δήμου). Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η εκκαλούσα, μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου, στις 23-8-2021, κατέστη υπερήμερη ως προς την απόδοση του ένδικου ακινήτου στον εφεσίβλητο. Με την έφεσή της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, ενόψει α) της προαναφερόμενης από 3-5-2014 επιστολής του τότε Δημάρχου του εφεσιβλήτου, με την οποία αποδέχθηκε το αίτημα της εκκαλούσας για παράταση της διάρκειας της ένδικης σύμβασης κατά τρία έτη, ώστε η διάρκεια αυτής να αρχίζει ουσιαστικά από τα επίσημα εγκαίνια του Μουσείου της, τον Ιούλιο του 2014 και να ισχύει έκτοτε για δέκα έτη, ήτοι έως τον Ιούλιο του 2024, καθόσον δεν είχε γίνει χρήση του ακινήτου εκ μέρους της την πρώτη τριετία της σύμβασης, β) του γεγονότος ότι ο εφεσίβλητος ανέχθηκε την παρουσία της και τη χρήση του ακινήτου μετά τη λήξη της σύμβασης για έναν ακόμη χρόνο μέχρι την άσκηση της αγωγής, γ) του τεράστιου προβλήματος που θα δημιουργηθεί από την απομάκρυνση του μουσείου, που αποτελεί πολύ σημαντικό πολιτιστικό χώρο, ενώ ο εφεσίβλητος Δήμος δεν έχει τη δυνατότητα, κατά τους ισχυρισμούς της, να χρησιμοποιήσει το ένδικο ακίνητο ως ναυτικό μουσείο, η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους του αντιδίκου της παρίσταται καταχρηστική. Επιπλέον, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ήταν άκαιρη η καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου. Σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αυτή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή τα προβαλλόμενα από την εκκαλούσα, δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα του εφεσιβλήτου, να αναζητήσει τη χρήση του ακινήτου του μετά τη λήξη της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου, υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Πράγματι, η προβαλλόμενη από την εκκαλούσα συμπεριφορά του αντιδίκου της, πριν από την άσκηση του εν λόγω δικαιώματός του, δεν ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να της δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι αυτό δεν θα ασκηθεί, αφού, όπως η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της, ήδη, περί τους οκτώ μήνες πριν τη λήξη της ένδικης σύμβασης, γνώριζε ότι ο εφεσίβλητος δεν συναινεί στην παράταση της διάρκειάς της και, επιπλέον, γνώριζε βέβαια προ πολλού ότι η δέσμευση του Δημάρχου του εφεσιβλήτου για παράταση της μίσθωσης δεν υλοποιήθηκε, αφού δεν συνάφθηκε σχετική πρόσθετη σύμβαση μεταξύ των μερών. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος Δήμος δεν έχει τη δυνατότητα, κατά τους ισχυρισμούς της αντιδίκου του, να χρησιμοποιήσει το ένδικο ακίνητο ως ναυτικό μουσείο δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του, ενώ, η συνέχιση της χρήσης του ακινήτου από την εκκαλούσα, μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρά την εκτιθέμενη στην αγωγή αντίθετη βούληση του εφεσιβλήτου, ασφαλώς δεν μπορεί να θεμελιώσει κατάχρηση δικαιώματος του τελευταίου. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων έληξε αυτοδικαίως λόγω πέρατος της συμφωνηθείσας διάρκειάς της, η οποία δεν παρατάθηκε στο μεταξύ με νεότερη έγκυρη συμφωνία των μερών και όχι με καταγγελία της. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα άκαιρης καταγγελίας της ως άνω σύμβασης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή, δεν έσφαλε. Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου τους του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά το τυπικό της μέρος και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά το ουσιαστικό της μέρος.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που είχε κατατεθεί για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, που ορίζει για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Μαρτίου 2026 και δημοσιεύθηκε στις 11 Μαΐου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ