Αριθμός 338/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη-Εισηγήτρια και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ………., δικηγόρου Πειραιώς, κατοίκου …. Αττικής (ΑΦΜ ……….), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρο της Δαμιανού Δημητρούλια.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………… 2) ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μανούσο και 3) ………….. (ΑΦΜ ……..), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι δύο πρώτοι εκ των εφεσιβλήτων άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 24.2.2016 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2016) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν η υπ΄ αριθμ 709/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης κατά το μη οριστικό σκέλος αυτής, προκειμένου να διεξαχθεί η διαταχθείσα με την ως άνω απόφαση τεχνική πραγματογνωμοσύνη και η υπ΄ αριθμ. 1709/2022 απόφασή του, που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την από 24.2.2016 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2016) αγωγή κατά το μη κριθέν αυτής μέρος και την από 25.7.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2019 πρόσθετη παρέμβαση, ασκηθείσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς υπό της …………. (ήδη εκκαλούσας) και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Αμφότερες τις αποφάσεις αυτές προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου του η ήδη εκκαλούσα (προσθέτως παρεμβαίνουσα) με την από 17.7.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………../2023-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……/2023) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρασταθέντων διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου δικαστηρίου, η από 17-7-2023, με αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2023 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ………/2023, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση κατά της, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 1709/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατά της υπ’αριθμ. 709/2017 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου. Η υπό κρίση έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 20-7-2023, προ πάσης επιδόσεως, που έλαβε χώρα στις 6 και 7-9-2023 (βλ. προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα υπ’αριθμ…..΄/6-9-2023, …..΄/6-9-2023 και …..΄/7-9-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς) και πάντως εντός της διετίας από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, στις 26-5-2022(άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄ και παρ.2 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση.
Κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ήτοι, την 21-11-2024, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, η τρίτη εφεσίβλητη-αρχική εναγόμενης-καθ’ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ……….., δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παρ’ότι κλήθηκε νόμιμα, από την εκκαλούσα, προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως τούτο αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα, υπ’αριθμ……΄/7-9-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς, ………… Πρέπει, επομένως, να δικαστεί ερήμην, πλην όμως, η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α’ του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η παριστάμενη εκκαλούσα, για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης, προσκομίζει, κατ’ άρθρο 524 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔ, επικυρωμένα αντίγραφα των προτάσεων, που η τρίτη εφεσίβλητη κατέθεσε στο εκδόν τις εκκαλούμενες αποφάσεις δικαστήριο και κατά την πρώτη και κατά την δεύτερη, μετ’απόδειξιν συζήτηση, καθώς και τα ταυτάριθμα με την υπ’αριθμ……./2022 πρακτικά συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την αγωγή των πρώτης και δεύτερου εφεσίβλητου στρεφόμενη κατά της αρχικής εναγόμενης, ενώ τα ταυτάριθμα με την υπ’αριθμ.709/2017 μη οριστική απόφαση πρακτικά συνεδρίασης έχουν προσκομισθεί σε επικυρωμένο αντίγραφο από τους ίδιους τους εφεσιβλήτους και περιλαμβάνονται στα προσκομισθέντα απ’αυτούς σχετικά και τα προσκομίζει και η ίδια η εκκαλούσα.
Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ασκήθηκε από τους πρώτη και δεύτερη από τους εφεσίβλητους κατά της …….., η υπ’αριθμ.κατάθ. ………/26-2-2016 αγωγή, με την οποία ιστορούσαν ότι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι, έκαστος σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στην αγωγή, λεπτομερώς, κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, ήτοι, μίας αυτοτελούς, διακεκριμένης κάθετης ιδιοκτησίας (διώροφης οικοδομής), ευρισκομένου στις …., που χρησιμοποιούν ως παραθεριστική κατοικία και το οποίο ανέφεραν ότι απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, παραθέτοντας αναλυτικά τον τίτλο, βάσει του οποίου το απέκτησαν οι ίδιοι, καθώς επίσης και τους τίτλους των δικαιοπαρόχων τους.΄Οτι η εναγόμενη ήταν κυρία, νομέας και κάτοχος της αναφερόμενης αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας, που συνορεύει βόρεια με την ιδιοκτησία τους αυτή. Ότι η εναγόμενη, με τις πράξεις και παραλείψεις που εκτίθεντο στην αγωγή, παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους, διατάρασσε την συγκυριότητά τους αυτή, κατά την άσκησή της. Συγκεκριμένα, ιστορούσαν, κατά πρώτον, ότι το τοιχείο αντιστήριξης γαιών από οπτοπλινθοδομή/σκυρόδεμα, που συνεχίζεται σε βάθος τριών μέτρων, κάτω από το μαντρότοιχο, που χωρίζει τα τμήματα αποκλειστικής χρήσης των ιδιοκτησιών τους, δεν έχει επενδυθεί με την αναγκαία υγρομόνωση, από την πλευρά της εναγόμενης, με αποτέλεσμα σε περιπτώσεις ιδίως υπερχείλισης της κολυμβητικής της δεξαμενής, να αναπτύσσεται έντονη υγρασία στο υπόγειο της ιδιοκτησίας τους. ΄Ενεκα, δε, τούτου, η ιδιοκτησία τους αυτή, το έτος 2011, υπέστη ζημίες για την αποκατάσταση των οποίων προέβησαν σε δαπάνες, ενώ, ωσαύτως, ιστορούσαν ότι έκαμαν παρεμβάσεις και προς αποτροπή επανάληψης παρόμοιων συμβάντων στο μέλλον, αιτίες για τις οποίες ιστορούσαν ότι δαπάνησαν συνολικά, το ποσό των 5.230 ευρώ. Κατά δεύτερον, ιστορούσαν ότι η εναγόμενη, στον βόρειο εξωτερικό τοίχο της ιδιοκτησίας τους, χωρίς την άδειά τους, κατόπιν διάνοιξης οπών, τοποθέτησε μεταλλικές κατασκευές για την αναρρίχηση φυτών, με αποτέλεσμα, κατά τους ενάγοντες, να υπάρχει πρόβλημα, αφ’ενός, με την στατικότητα των επιχρισμάτων, αφ’ετέρου, οι οπές ευνοούν την ανάπτυξη υγρασίας στο εσωτερικό της οικίας τους, χωρίς παράλληλα, να μπορούν να κάμουν οποιαδήποτε παρέμβαση στον τοίχο τους αυτόν. Κατά τρίτον, τέλος, ιστορούσαν ότι το μηχανοστάσιο της κολυμβητικής δεξαμενής της εναγόμενης εφάπτεται στον τοίχο της οικίας τους, με αποτέλεσμα όταν ο μηχανισμός που αυτό εμπεριέχει, ενεργοποιείται να δονείται η οικία τους από το θόρυβο και τους κραδασμούς. Συναφώς, δε, ιστορούσαν ότι η εναγόμενη, με το σύζυγό της, επέδειξαν αδιαφορία στις σχετικές οχλήσεις τους.
Τέλος, οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι, συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγόμενης, η οποία πληροί, όπως ανέφεραν και τα στοιχεία της αδικοπραξίας, έχουν υποστεί εκτός της περιουσιακής και ηθική βλάβη, στο βαθμό, που, όπως ανέφεραν, ένεκα της προκλητικής αδιαφορίας της εναγόμενης, είχαν, στην πράξη, απομακρυνθεί από την ιδιοκτησία τους αυτή, εφ’όσον, όποτε την επισκέπτονταν, περισσότερο συγχύζονταν και λιγότερο αναπαύονταν. Για τους λόγους αυτούς, οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με δικές της δαπάνες: α) να προβεί στις απαιτούμενες εργασίες υγρομόνωσης του τοιχίου αντιστήριξης γαιών από Ο/Σ που συνεχίζεται σε βάθος τριών μέτρων, κάτω από τον μαντρότοιχο που χωρίζει τα τμήματα αποκλειστικής χρήσης τους, από την πλευρά της ιδιοκτησίας της, β)να απομακρύνει το μηχανοστάσιο της πισίνας της τουλάχιστον κατά τρία μέτρα από τον τοίχο που χωρίζει τις ιδιοκτησίες τους και να μην ενεργοποιεί την λειτουργία ανανέωσης — καθαρισμού του νερού κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, γ) να αποξηλώσει όλα τα μεταλλικά αγκύρια και τα μεταλλικά σύρματα, που είχε τοποθετήσει στον βόρειο εξωτερικό τοίχο της κατοικίας τους, να απομακρύνει τα αναρριχητικά φυτά και να αποκαταστήσει τις ρηγματώσεις που επήλθαν στον τοίχο συνεπεία των οπών, άλλως, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της εναγόμενης, να επιτραπεί στους ενάγοντες να προβούν εκείνοι στις προαναφερθείσες ενέργειες, με δαπάνες της εναγόμενης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες αποζημίωση για την ζημία που υπέστησαν, συνεπεία της εισροής υδάτων στο υπόγειο της κατοικίας τους, ύψους 5.230 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής, μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που τους είχε προκαλέσει και συνέχιζε να τους προκαλεί, ύψους 5.000 ευρώ, στον καθέναν απ’αυτούς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στα δικαστικά τους έξοδα.
Επί της άνω αγωγής, εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, η υπ’ αριθμ. 709/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, δικάζοντας με παρόντες τους διαδίκους, απέρριψε ως αόριστη την σωρευόμενη περί αδικοπραξίας αγωγή, έκανε δεκτή εν μέρει, την σωρευόμενη αρνητική αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να αποξηλώσει όλα τα μεταλλικά αγκύρια και τα μεταλλικά σύρματα που είχε τοποθετήσει στο βόρειο εξωτερικό τοίχο της κατοικίας των εναγόντων, να απομακρύνει τα αναρριχητικά φυτά και να αποκαταστήσει τις ρηγματώσεις, που επήλθαν στον τοίχο συνεπεία των οπών, άλλως, δε και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της εναγόμενης, με την παραπάνω διάταξη της απόφασης αυτής, επετράπη στους ενάγοντες να προβούν εκείνοι στις προαναφερθείσες ενέργειες, με δαπάνη της εναγόμενης, επιπλέον, δε, διόρισε πραγματογνώμονα από τον τηρούμενο στη Γραμματεία του δικαστηρίου, κατάλογο πραγματογνωμόνων, τον ………….., ηλεκτρολόγο μηχανικό του ΕΜΠ, ορίζοντας να μεταβεί προς επιτόπια θεώρηση του περιγραφόμενου στην απόφαση ακινήτου και, ειδικότερα του χώρου όπου βρίσκεται το μηχανοστάσιο της κολυμβητικής δεξαμενής της εναγόμενης και, αφού θα λάμβανε υπόψη του τα χρήσιμα και κρίσιμα για διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης στοιχεία της δικογραφίας, που θα παρέδιδαν οι διάδικοι, να γνωμοδοτούσε με αιτιολογημένη έγγραφη έκθεσή του, που θα κατετίθετο στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την όρκισή του : 1) Υποδεικνύοντας αρμοδίως, την κατά την κρίση του, κατάλληλη θέση στην οποία θα έπρεπε να μετακινηθεί το μηχανοστάσιο αυτό, ώστε, στο μέτρο του τεχνικά εφικτού, να αποφευχθεί η ενόχληση των εναγόντων και να επιτευχθεί η λειτουργικότητα του μηχανοστασίου, με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση της εναγόμενης (τόσο οικονομικά όσο και εξ απόψεως εξοικονόμησης χώρου), 2) ως προς το αν θα ήταν εφικτή η απαγόρευση της λειτουργίας ανανέωσης καθαρισμού του νερού του μηχανοστασίου αυτού, κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, με την πρόταση, εκ μέρους του ως άνω ειδικού, του ωραρίου διενέργειας της ως άνω εργασίας (μεταξύ του πλαισίου 07:30 έως 15:00 ή 17:30 έως 23:00), σε συνδυασμό με τη μετακίνησή του από τον χώρο που ήταν, ήδη, τοποθετημένο.
Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, παρενέβη στη δίκη προσθέτως υπέρ της εναγόμενης η νέα ιδιοκτήτρια της επίδικης ιδιοκτησίας και ήδη, εκκαλούσα, καταθέτοντας την από 25-7-2019, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2019.
Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και αφού η ανωτέρω αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την υπ’ αριθμ. κατάθ. …………./2021 κλήση της προσθέτως παρεμβαίνουσας, στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1709/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία αφού συνεκδικάστηκε με παρόντες τους διαδίκους, η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να ρυθμίσει τον χρονοδιακόπτη λειτουργίας της κύριας αντλίας (ανακυκλοφορίας νερού) της κολυμβητικής δεξαμενής, κατά τα χρονικά διαστήματα από ώρα 08:00 π.μ. έως 15:00 μ.μ. και 17:30 μ.μ. έως 23:00 μ.μ. και να απομακρύνει το τοιχίο του μηχανοστασίου με το τοιχίο της πισίνας κατά 30 εκατοστά, απομάκρυνση, η οποία θα οδηγήσει στον πλήρη διαχωρισμό του μηχανοστασίου με το τοιχίο της όμορης ιδιοκτησίας των εναγόμενων, με την παρεμβολή μεταξύ των δύο τοιχίων ηχομονωτικού υλικού ή εδαφικού υλικού, κατόπιν μελέτης και επίβλεψης από αρμόδιο μηχανικό και σε περίπτωση μή συμμόρφωσης της εναγόμενης, με την παραπάνω διάταξη, να επιτραπεί στους ενάγοντες να προβούν εκείνοι στις προαναφερθείσες ενέργειες με δαπάνες της εναγόμενης.
Με την υπό κρίση έφεση ζητείται να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, υπ’αριθμ.1709/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και η συμπροσβαλλόμενη, υπ’αριθμ.709/2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, κατά την μη οριστική της διάταξη, με σκοπό να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η από 24-2-2016 αγωγή των εναγόντων, για τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο της έφεσης λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 3994/2011, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς “ειδικές”, αλλά “ιδιάζουσες” γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1081/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 96/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 498/2018 Δημ. Νόμος). Η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι άκυρη ακόμα και όταν έχει ατέλειες, σφάλματα, ανακρίβειες ή εσφαλμένες κρίσεις, εναπόκειται, δε, στο δικαστήριο, το οποίο δικαιούται, αλλά και υποχρεούται, να αποφαίνεται κατά συνείδηση, ως προς την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, όταν κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 340 ΚΠολΔ), να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα ή να διατάξει επανάληψη ή συμπλήρωσή της ή νέα πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 187/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 715/2006, ΑΠ 1795/2005, Ζ. Χατζηγιαννάκος, Η Δικαστική Πραγματογνωμοσύνη κατά τον ΚΠολΔ, 2020 σελ. 135 επ). Από τις διατάξεις, δε, των άρθρ. 368, 387 και 388 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της πραγματογνωμοσύνης, που έχει ήδη διεξαχθεί από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρ. 388, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει ότι υπάρχει λόγος, μπορεί, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες. Η ρύθμιση αυτή προβλέπει τρεις διαφορετικές δικονομικές δυνατότητες για το δικαστήριο της ουσίας, όταν διαπιστώνονται τυχόν ελλείψεις, αντιφάσεις ή ασάφειες του περιεχομένου της γνωμοδότησης. Ειδικότερα: α) Επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης διατάσσεται όταν η αρχική γνωμοδότηση παρουσιάζει ασάφειες, αντιφάσεις ή ατέλειες, οι οποίες δεν μπορούν να θεραπευτούν με την κατ’ άρθρ. 384 παροχή διευκρινίσεων. Η επαναλαμβανόμενη πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται στα ίδια ή άλλα θέματα, για τα οποία είχε διαταχθεί η αρχική. β) Νέα πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται ως προς τα ίδια θέματα, για τα οποία είχε διαταχθεί η αρχική, αλλά από καινούργιους πραγματογνώμονες, όταν το δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις για να ελέγξει το περιεχόμενο της αρχικής γνωμοδοτήσεως, η ορθότητα της οποίας αμφισβητείται, κατά τρόπο, που κλονίζει το δικαστήριο και το δικαστήριο δεν κατέχει τις απαιτούμενες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις για τον έλεγχό του ή υπάρχει αδυναμία του δικαστηρίου εν γένει για τον σχηματισμό ασφαλούς κρίσης παρά τη διενέργεια της αρχικής πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1025/2014 Δημ. Νόμος, ΤριμΕφΠειρ 262/2021 Δημ. Ιστοσελ. ΕφΠειρ., Ζ. Χατζηγιαννάκος, ό.π. σελ. 251 επ., 257 επ.). Στην περίπτωση, που το Δικαστήριο διατάσσει νέα πραγματογνωμοσύνη, είτε διότι η προηγούμενη είναι ατελής ή ασαφής ή ακόμη, και όταν αντιφάσκει με άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν υφίσταται ακυρότητα της προηγούμενης διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, αφού στο Δικαστήριο εναπόκειται να προσδώσει σ΄ αυτήν την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα (ΑΠ 200/2001 ΕλλΔνη 42.732, ΤριμΕφΠειρ 262/2021 ό.π., ΕφΠειρ 277/2014, ΕφΑθ 3482/1999 ΕλλΔνη 41.1688). γ) Συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης διατάσσεται όταν, μετά την αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει η ανάγκη της επεκτάσεως αυτής και σε άλλα συναφή θέματα, στην εν λόγω, δε, περίπτωση μπορεί να διεξαχθεί αυτή (συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη) είτε από τους αρχικούς πραγματογνώμονες, είτε από νέους (ΤριμΕφΠειρ 262/2021 ό.π., ΤριμΕφΠατρ 166/2019 Δημ. Νόμος, ΕφΠατρ 399/2009 Δημ. Νόμος, ΕφΘεσ 621/1995 Αρμ 1996.74, ΕφΠειρ 1026/1986 ΕλλΔνη 29.710, Ζ. Χατζηγιαννάκος, ό.π. σελ. 251 επ.). Το Δικαστήριο, που δικάζει την υπόθεση, διατάζει τη διεξαγωγή νέας συμπληρωματικής ή την επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης, είτε με αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως (ΤριμΕφΠειρ 262/2021 ό.π., ΕφΠατρ 166/2019 ό.π., ΕφΠατρ 399/2009 ό.π.).
Στην προκείμενη περίπτωση επειδή με την με αριθμ.709/2017 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διατάχθηκε μεταξύ άλλων, αναφορικά με το μηχανοστάσιο της κολυμβητικής δεξαμενής της οικίας, ιδιοκτησίας της εναγόμενης και ήδη, της προσθέτως παρεμβαίνουσας και για τη διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος της αγωγής, με το οποίο εζητείτο να υποχρεωθεί η εναγόμενη να απομακρύνει το εν λόγω μηχανοστάσιο, τουλάχιστον κατά τρία μέτρα από τον τοίχο που χωρίζει τις ιδιοκτησίες τους, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και αφού διόρισε ως πραγματογνώμονα τον ηλεκτρολόγο μηχανικό του ΕΜΠ, . ……., προκειμένου, αφού θα μετέβαινε προς επιτόπια θεώρηση στον χώρο, όπου βρίσκεται το εν λόγω μηχανοστάσιο να γνωμοδοτούσε ως προς το επίμαχο τεχνικό ζήτημα, υποδεικνύοντας 1) την κατά την κρίση του κατάλληλη θέση, στην οποία θα έπρεπε να μετακινηθεί το μηχανοστάσιο αυτό, ώστε, στο μέτρο του τεχνικά εφικτού, να αποφευχθεί η ενόχληση των εναγόντων και να επιτευχθεί η λειτουργικότητα του μηχανοστασίου, με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση της εναγόμενης (τόσο οικονομικά όσο και εξ απόψεως εξοικονόμησης χώρου).Το ζητούμενο, δηλαδή, για το Δικαστήριο εκείνο ήταν να αποφευχθεί η ενόχληση των εναγόντων και να επιτευχθεί η λειτουργικότητα του μηχανοστασίου, με την μικρότερη δυνατή επιβάρυνση της εναγόμενης και , ήδη της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ιδιοκτήτριας της όμορης οικίας, υποδεικνύοντας στον πραγματογνώμονα να υποδείξει την κατάλληλη θέση μετακίνησής του, όπως ζήτησαν οι ενάγοντας, εφ’όσον τούτο θα ήταν τεχνικά εφικτό. Επειδή, όμως, ο διορισθείς πραγματογνώμονας δεν αποφάνθηκε για το ζήτημα αν για την οριστική επίλυση της διαφοράς, η προτεινόμενη μετακίνηση του μηχανοστασίου κατά 20-30 εκατοστά, με τοποθέτηση ηχομονωτικού υλικού (π.χ.πετροβάμβακα), διαχωρίζοντας και αποφεύγοντας(με τον τρόπο αυτό) την οποιαδήποτε δομική επαφή των τοιχίων του μηχανοστασίου με το τοιχείο της όμορης ιδιοκτησίας, ήταν τεχνικά εφικτή, χωρίς να θιγεί η λειτουργικότητά του μηχανοστασίου, ποιές τεχνικές εργασίες θα έπρεπε να λάβουν χώρα για την μετακίνηση αυτή, αλλά και αν αυτή είναι και πολεοδομικά εφικτή, ούτε ποιό θα ήταν το οικονομικό κόστος για την μετακίνηση αυτή, για κάθε εργασία και υλικά, αλλά και για την έκδοση των απαιτούμενων πολεοδομικών πράξεων, από την αρχή μέχρι το τέλος της σχετικής διαδικασίας, ώστε η τυχόν αποφασισθείσα από το Δικαστήριο μετακίνηση να γινόταν με την μικρότερη δυνατή επιβάρυνση της ήδη, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, ιδιοκτήτριας, σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της κατά τρόπο οριστικό, μη ενόχλησης της όμορης οικίας και του ιδιοκτησιακού δικαιώματος των εναγόντων. Κατόπιν αυτών, η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη πρέπει να συμπληρωθεί, προκειμένου το Δικαστήριο να αχθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση σε σχέση με το αποδεικτέο ζήτημα, λαμβανομένου υπόψη ότι για την αξιολόγησή του απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, να εμμείνει στην κρίση, που διατύπωσε με την υπ’ αριθ. 709/2017 μη οριστική απόφασή του ότι δεν επαρκούν τα μέχρι τώρα αποδεικτικά μέσα προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης. Πρέπει, επομένως, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης και να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο άρθρο 388 ΚΠολΔ (νέα) επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθεί συμπληρωματική τεχνική πραγματογνωμοσύνη από έτερο πραγματογνώμονα, με επιμέλεια του επιμελέστερου διαδίκου και αφού τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον ΚΠολΔ και δη ενδεικτικά στα άρθρα 375, 385 και 388 ΚΠολΔ, στην οποία (πραγματογνωμοσύνη) ο διορισθείς πραγματογνώμονας θα πρέπει να απαντήσει αιτιολογημένα επί των ερωτημάτων που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, η Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να επιμεληθεί για την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα, κατ’ άρθρο 375 ΚΠολΔ, ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, αφού η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (ΕφΑθ 10739/1997 ΕλλΔνη 1999/1111).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου, με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων, να διεξαχθεί συμπληρωματική τεχνική πραγματογνωμοσύνη.
ΔΙΟΡΙΖΕΙ πραγματογνώμονα την ………….., που περιέχεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων, που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και η οποία – μετά από κατάθεση του σχετικού δικογράφου περί ορισμού δικασίμου όρκισης που θα επιμεληθεί η επιμελέστερη των διαδίκων – αφού δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σε δημόσια συνεδρίασή του και σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την προς αυτήν νόμιμη κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, οφείλει να καταθέσει την έκθεσή της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την όρκισή της. Στην εν λόγω έκθεση, αφού λάβει υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και μεταβεί στο χώρο, όπου βρίσκεται η επίδικη πισίνα και λάβει υπόψη της κάθε άλλο χρήσιμο κατά την κρίση της στοιχείο, με δεόντως αιτιολογημένη έγγραφη έκθεση, θα πρέπει αιτιολογημένα να αποφανθεί: Αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στην από 3-12-2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα, ηλεκτρολόγου μηχανικού, ………… και την σ’αυτήν προτεινόμενη μετακίνηση του μηχανοστασίου κατά 20-30 εκατοστά, με τοποθέτηση ηχομονωτικού υλικού, για τον διαχωρισμό των τοιχίων του μηχανοστασίου με το τοιχείο της όμορης ιδιοκτησίας, αν η μετακίνηση αυτή είναι τεχνικά εφικτή, χωρίς να θιγεί η λειτουργικότητα του μηχανοστασίου, ποιες επιμέρους τεχνικές εργασίες θα πρέπει να λάβουν χώρα για την μετακίνηση αυτή, αλλά και αν αυτή είναι και πολεοδομικά εφικτή, περαιτέρω, δε, ποιό θα είναι το οικονομικό κόστος για την μετακίνηση αυτή, για κάθε επιμέρους εργασία και υλικά και για την έκδοση των απαιτούμενων πολεοδομικών πράξεων, από την αρχή μέχρι το τέλος της σχετικής διαδικασίας, ώστε η τυχόν αποφασισθείσα από το Δικαστήριο μετακίνηση να γίνει με την μικρότερη δυνατή επιβάρυνση της ήδη, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, ιδιοκτήτριας, σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της, κατά τρόπο οριστικό, μη ενόχλησης της όμορης οικίας και του ιδιοκτησιακού δικαιώματος των εναγόντων από την λειτουργία του μηχανοστασίου της πισίνας. Οι διάδικοι οφείλουν να παράσχουν κάθε συνδρομή που θα τους ζητηθεί από την πραγματογνώμονα και να θέσουν υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν στην παρούσα υπόθεση, καθώς και όσα άλλα βρίσκονται εις χείρας τους και θα είναι, κατά τη γνώμη του πραγματογνώμονα χρήσιμα για τη σύνταξη της έκθεσής του. Η πραγματογνώμονας διατηρεί τη δυνατότητα, αφού λάβει υπόψη της το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας να διαπιστώσει, πλην των απαντήσεων των ανωτέρω ερωτημάτων αιτιολογημένη άποψη επί οποιουδήποτε άλλου ζητήματος κρίνει χρήσιμο για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την με επιμέλεια της Γραμματείας αυτού του Δικαστηρίου κοινοποίηση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στους διαδίκους και στον ανωτέρω πραγματογνώμονα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 19η Μαρτίου 2026 και δημοσιεύθηκε στις 11 Μαΐου 2026 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους όσων εξ αυτών παραστάθηκαν.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ