Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 377/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός   377/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη γραμματέα, Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……….., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) …………., και 2) …………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο, Μίνα Καούνη (με δήλωση κατ’ άρθρο 245 παρ. 2 ΚΠολΔ – ΔΕ Μίνα Καούνη και Συνεργάτες).

Του εφεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών (ΑΦΜ …………), που κατοικεί στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη δικαστική πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Λαμπρινή Μήττα (με δήλωση κατ’ άρθρο 245 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Οι εκκαλούντες άσκησαν την με αρ. κατ. ………./2022 αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο με την με αρ. 1214/2025 απόφαση την απέρριψε.

Την ως άνω απόφαση προσέβαλαν οι εκκαλούντες με την με αρ. κατ. ………./2025 έφεση προς το δικαστήριο τούτο, η οποία προσδιορίστηκε (εκθ. κατ. Εφετ.Πειρ. ………../2025) να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή.

Οι πληρεξούσιες νομικοί παραστάτες των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η  υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 495 παρ. 3, 518 παρ. 2, ηλεκτρονικό παράβολο …………/2025). Είναι, επομένως, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Με την πρωτοδίκως κριθείσα αγωγή τους, οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες, ζήτησαν, αφενός να αναγνωριστεί ότι ο εν ζωή κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου του Δήμου Νίκαιας (12.9.2005) πατέρας τους,  …….., ήδη αποβιώσας, είχε καταστεί κύριος ενός οικοπέδου, εμβαδού 187 τ.μ., κειμένου στη Νίκαια Αττικής, επί των οδών ……………, με ΚΑΕΚ ……….., με έκτακτη χρησικτησία ασκώντας ο ίδιος πράξεις νομής, ήτοι επίβλεψη, καθαρισμούς, συντήρηση περίφραξη, οίκηση, συνεχώς από το έτος 1970 έως το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου, αφετέρου δε να διορθωθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Νίκαιας Αττικής η ανακριβής εγγραφή τούτου, ως αγνώστου ιδιοκτήτη και να εγγραφεί αυτό, ως πλήρους κυριότητας του ίδιου, εν ζωή ακόμη κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου. Επιπροσθέτως, επικαλούμενοι ότι οι ίδιοι ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους και της μεταποβιωσάσης μητέρας τους, συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και μετά το θάνατο εκάστου εξ αυτών, ζήτησαν να αναγνωριστούν ότι κατέστησαν οι ίδιοι πλέον συγκύριοι ισομερώς και αδιαιρέτως του ως άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής των κληρονομουμένων νομέων. Το εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο αρνήθηκε την αγωγή και επιπλέον ισχυρίστηκε ότι α) το επίδικο προήλθε από τη συνένωση δύο οικοπέδων, του με αρ. .. και του με αρ. ….. του οικοδομικού τετραγώνου …… του προσφυγικού συνοικισμού του …… συνολικής έκτασης αυτού 4.022 στρεμμάτων, που περιήλθε στην κυριότητα του με απαλλοτρίωση για την αστική εγκατάσταση προσφύγων, δυνάμει της με αρ. 116677/1927 απόφασης του τότε Υπουργού και Υγιεινής που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β αρ. 89, έτος 1927, την οποία κατέλαβε και, επιπλέον, ως εκ του προορισμού της για την αποκατάσταση προσφύγων, ήτοι δημόσιου σκοπού, ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής και επομένως ανεπίδεκτο χρησικτησίας, β) άλλως ολόκληρο το επίδικο είναι δάσος και του ανήκει δυνάμει της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και των από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τα οποία περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου τα κτήματα που λόγω της μορφής τους ανήκαν στο οθωμανικό κράτος, όπως το επίδικο που ήταν δάσος, για την οποία κανείς ιδιώτης δεν τήρησε την οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ. 17/19.11.1836 διαδικασία αναγνώρισης ιδιωτικού δάσους, και εξ αυτού του λόγου και του δασικού χαρακτήρα του του ανήκει, γ) άλλως επειδή το κατέλαβε και το δήμευσε με δικαίωμα πολέμου, άλλως επειδή εγκαταλείφθηκε από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους του, και δεν καταλήφθηκε από τρίτους, δ) άλλως επειδή του ανήκει ως αδέσποτο, δυνάμει του άρθρου 16 του από 21.6/10.7.1837 Νόμου περί διακρίσεως κτημάτων σε συνδυασμό με το άρθρ. 2 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, ε) άλλως ότι του ανήκει, βάσει του άρθρου 1 του β.δ. της 3/15/.12.1833, σύμφωνα με το οποίο του ανήκουν όλα τα λιβάδια – βοσκότοποι και στ) άλλως ότι το απέκτησε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία ασκώντας από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής που αναφέρει με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αρ. 1214/2025 απέρριψε την αγωγή κάνοντας δεκτή ως ουσία βάσιμη την με στοιχ. α’ ένσταση του εναγομένου περί κυριότητας του που απέκτησε με την ως άνω απαλλοτρίωση. Εναντίον αυτής της απόφασης παραπονούνται οι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή τους για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή.

Από τις με αρ. …., …., …../7.11.2022 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου Πειραιά, …………, που ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντίδικης πλευράς (βλ. την …../2.11.2022 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμ. ………….), που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και κτηματολογικά και τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, από τις μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εντός σχεδίου πόλης, εμβαδού 187 τ.μ., που βρίσκεται στη Νίκαια Αττικής, με ΚΑΕΚ …………. Εντός του υπάρχουν δύο παλαιά ισόγεια κτίσματα, ένα στο βορρά επιφανείας 25 τ.μ. και ένα στο νότο επιφανείας 4 τ.μ.  Το εν λόγω ακίνητο προήλθε από τη συνένωση δύο οικοπέδων, του με αρ. … και του με αρ. ……. του οικοδομικού τετραγώνου 48 του προσφυγικού συνοικισμού του ….. συνολικής έκτασης αυτού 4.022 στρεμμάτων, που περιήλθε στην κυριότητα του εφεσιβλήτου με απαλλοτρίωση για την αστική εγκατάσταση προσφύγων, δυνάμει της με αρ. 116677/1927 απόφασης του τότε Υπουργού και Υγιεινής που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β αρ. 89, το έτος 1927, την οποία αμέσως κατέλαβε. Για το με αρ. ….. οικόπεδο εκδόθηκε το οριστικό, νομίμως μεταγραμμένο, υπ’ αρ. ……/12.9.1939 παραχωρητήριο της ……… προς τον …………., που υπέχει θέση νόμιμου τίτλου και έτσι αυτός απέκτησε πλήρη κυριότητα, ενώ για το με αρ. ….. οικόπεδο υπάρχει εγγραφή στα βιβλία της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων για αγορά από τον πρόσφυγα ……………., σύμφωνα με την με αρ. ……/7.5.1940 βεβαίωση της ως άνω τράπεζας, από την οποία συνάγεται ότι ο εν λόγω είχε εξοφλήσει όλες τις ληξιπρόθεσμες χρεωλυτικές δόσεις αγοράς, ήτοι το τίμημα της αγοράς του εν λόγω οικοπέδου και, επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2, 4, 10 (ιδίως §§ 2, 4 και 6α), 12 §§1 περίπτ. α’, 2 περίπτ. α’ και 6α, 16 §§ 1 και 6, 20, 21 § 1, 28 § 1 εδάφ. α’ και 70 του από 15/28.7.1938 β. δ/τος κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας, που ίσχυε τότε κατά το χρόνο της παραχώρησης, μετά την παρέλευση έτους από την καταβολή του τιμήματος ή σε κάθε περίπτωση από την 11.11.1944, που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 § 2 του ν. 18/1944 και 1 § 3 του α. ν. 1073/1946 θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι εξοφλήθηκε το τίμημα, ο ως άνω πρόσφυγας απέκτησε πλήρη κυριότητα επί του με αρ. …… οικοπέδου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν είχε εκδοθεί το οριστικό παραχωρητήριο (ΟλΑΠ 341/1981, ΝοΒ 29. 1532, ΑΠ 1093/2025, ΑΠ 210/2009 δημ ΝΟΜΟS). Επομένως και τα δύο οικόπεδα (… και ……) που αποτελούσαν το επίδικο ακίνητο είχαν παραχωρηθεί από το εφεσίβλητο σε ιδιώτες ήδη από το έτος 1941, άλλως από το έτος 1945, και, επομένως δεν αποτελούσαν δημόσιο κτήμα ούτε πράγμα εκτός συναλλαγής, ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Σχετικά με τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου ότι απέκτησε το επίδικο «δικαιώματι πολέμου», ως διάδοχος του Οθωμανικού Δημοσίου, στο οποίο ανήκε η ευρύτερη έκταση πριν την Επανάσταση του 1821, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31.3.1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως. Σε σχέση με τους λοιπούς ισχυρισμούς του ότι, δηλαδή, ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και εγκαταλείφτηκε από αυτούς κατά τον χρόνο υπογραφής των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι ήταν δάσος, κατά το χρόνο της παραχώρησης της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος, είτε το 1836 βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του από  17/29.11.1836 β.δ/τος «περί ιδιωτικών δασών», άλλως ότι το απέκτησε με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, άλλως, ότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο κατά την 3/15-12-1833, άλλως ότι ήταν αδέσποτο κατά την 21.6/10.7.1837, χωρίς να απαιτείτο η κατάληψή του, αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν, γιατί από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν οθωμανικό δημόσιο κτήμα (δάσος), ότι άνηκε σε Οθωμανούς και εγκαταλείφθηκε, ούτε ότι υπήρξε ποτέ δάσος ούτε ειδικά το 1836 όταν δημοσιεύτηκε το από 17/29.11.1836 β.δ/γμα ή ότι υπήρξε λιβάδι ή βοσκότοπος κατά την ημερομηνία της 3/15-12-1833 ή ότι ήταν αδέσποτο, ενώ ουδέποτε το εφεσίβλητο άσκησε πράξεις νομής επ’ αυτού. Συνεπώς, το επίδικο ήταν πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και επ’ αυτού ο πατέρας των εκκαλούντων, ………….., ασκούσε από το έτος 1970 έως το χρόνο έναρξης λειτουργίας του κτηματολογίου του Δήμου Νίκαιας (12.9.2005) και μετέπειτα έως το θάνατό του τον Ιανουάριο του 2014 συνεχώς πράξεις νομής, όπως οίκηση, καθαρισμούς, περίφραξη και επίβλεψη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, αποκτώντας έτσι επ’ αυτού δικαίωμα πλήρους κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Μετά τα ανωτέρω, έπρεπε η υπό κρίση αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύθηκαν αγωγή διόρθωσης εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής και αναγνωριστική κυριότητας των εναγόντων εκκαλούντων εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν μόνο ως προς το αίτημα διόρθωσης και να διορθωθεί η εσφαλμένη αρχική εγγραφή, ώστε να αναγραφεί ως πλήρης κύριος του επιδίκου σε ποσοστό 100%, ο ……………….., ενώ ως προς τη σωρευθείσα αναγνωριστική κυριότητας αγωγή εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί δεν έχει τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1539/1938, η οποία δεν απαιτείται για την αγωγή διόρθωσης του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998 αλλά απαιτείται για την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν ως προς την πρώτη σωρευθείσα αγωγή, δεχόμενο την ένσταση του εφεσιβλήτου περί δημοσίου κτήματος ανεπίδεκτου χρησικτησίας, και ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη σωρευθείσα αγωγή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γι’ αυτό και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η αγωγή και να γίνει αυτή δεκτή μόνο ως προς την πρώτη σωρευθείσα αγωγή διόρθωσης εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής και να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη σωρευθείσα αγωγή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στον σύνολό τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου μέρους (22 παρ. 2 περ. β’ του Ν. 3693/1957) και να επιστραφεί το παράβολο της έφεσης στον καταθέσαντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 1214/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Διακρατεί την υπόθεση.

Δέχεται την αγωγή, ως προς το αίτημα διόρθωσης της εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής και απορρίπτει αυτήν ως προς την αναγνωριστική κυριότητας των εναγόντων εκκαλούντων σε βάρος του εναγόμενου εφεσιβλήτου .

Αναγνωρίζει ότι, κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στη Νίκαια Αττικής (12.9.2005), ο ………….. ήταν πλήρης και αποκλειστικός κύριος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ………….., που βρίσκεται στη Νίκαια Αττικής.

Διατάσσει τη διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων που αφορά το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ……….., ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο να αναγραφεί ως πλήρης κύριος αυτού και σε ποσοστό 100% ο …………..

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους νομικούς παραστάτες, στον Πειραιά στις   26 Μαΐου 2026.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ