ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 368/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή – Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από την Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των εκκαλούντων – εναγόντων: 1) ………… ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αρχικώς τέταρτης ενάγουσας ………….που απεβίωσε την 20.03.2024, 2) ………… και 3) ……… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Βολτή (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και Αναστάσιο Κυριακίδη (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – εναγόμενων – παρεμπιπτόντως εναγόμενων: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στο ……… Αττικής, οδός ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) …………., 3) ………… 4) ……….., 5) ………., 6) ……………., 7) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στην …….. Αττικής, …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στην Αθήνα, ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, 9) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στην Αθήνα, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα και 10) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στην Αθήνα, ……………και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους οποίους η πρώτη, ο δεύτερος και ο τρίτος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών), ο τέταρτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Ροδίτη (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς), ο πέμπτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πέτσα (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών), ο έκτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών), η έβδομη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη (ΑΜ … Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών), η όγδοη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου (ΑΜ … Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών), η ένατη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λύτρα (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και η δέκατη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητροπούλου (ΑΜ 13439 Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Β. Της εκκαλούσας – πρώτης εναγόμενης: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στο ……. Αττικής, οδός …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ ………….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – εναγόντων: 1) ……….. ατομικά και ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αρχικώς τέταρτης ενάγουσας …………….που απεβίωσε την 20.03.2024, 2) ………… και 3) ……….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Βολτή (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και Αναστάσιο Κυριακίδη (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Γ. Του εκκαλούντος – έκτου εναγόμενου: ………….ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – εναγόντων: 1) ……….. ατομικά και ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αρχικώς τέταρτης ενάγουσας …………..που απεβίωσε την 20.03.2024, 2) ………. και 3) …………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Βολτή (ΑΜ … Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και Αναστάσιο Κυριακίδη (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Δ. Της εκκαλούσας – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στην Αθήνα, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – εναγόντων: 1) …………, ατομικά και ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αρχικώς τέταρτης ενάγουσας ……………, που απεβίωσε την 20.03.2024, 2) …………. και 3) ……….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Βολτή (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και Αναστάσιο Κυριακίδη (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Ε. Της εκκαλούσας – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……..» που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφ. ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητροπούλου (ΑΜ …………. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – εναγόντων – πέμπτου εναγόμενου – προσεπικαλέσαντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος: 1) …………. ατομικά και ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αρχικώς τέταρτης ενάγουσας ……….. που απεβίωσε την 20.03.2024, 2) ……….., 3) ……….. και 4) ………., από τους οποίους ο πρώτος, η δεύτερη και η τρίτη εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Βολτή (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και Αναστάσιο Κυριακίδη (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και ο τέταρτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πέτσα (ΑΜ 34579 Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
ΣΤ. Του εκκαλούντος – πέμπτου εναγόμενου – προσεπικαλέσαντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πέτσα (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Των εφεσίβλητων – εναγόντων – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: 1) ………… ατομικά και ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αρχικώς τέταρτης ενάγουσας ……….., που απεβίωσε την 20.03.2024, 2) …………., 3) ………… και 4) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στην Αθήνα, …………..και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους οποίους ο πρώτος, η δεύτερη και η τρίτη εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Βολτή (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και Αναστάσιο Κυριακίδη (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και η τέταρτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητροπούλου (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Ζ. Του εκκαλούντος – τέταρτου εναγόμενου – προσεπικαλέσαντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Ροδίτη (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).
Της εφεσίβλητης – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» που εδρεύει στην ….. Αττικής, ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Η. Της εκκαλούσας – πρώτης εναγόμενης – προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στο …… Αττικής, οδός ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ ……….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Της εφεσίβλητης – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………» που εδρεύει στην Αθήνα, ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λύτρα (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Θ. Του εκκαλούντος – έκτου εναγόμενου – προσεπικαλέσαντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος: ……………. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ ……….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Της εφεσίβλητης – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στην Αθήνα, ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου (ΑΜ ……………. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Ι. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………» που εδρεύει στην …. Αττικής, ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη (ΑΜ …… Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση – τέταρτου εναγόμενου – προσεπικαλέσαντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος: …………ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Ροδίτη (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).
Των καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση – εναγόντων: 1) ………. ατομικά και ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αρχικώς τέταρτης ενάγουσας ……………που απεβίωσε την 20.03.2024, 2) ………. και 3) …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ανδρέα Βολτή (ΑΜ ….. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών) και Αναστάσιο Κυριακίδη (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Οι αρχικώς ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 16.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2021 και ειδικό …./2021 αγωγή τους, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα – πρώτη κυρίως εναγόμενη άσκησε την από 31.01.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …/2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……..» άσκησε την από 08.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2022 και ειδικό …/2022 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της πρώτης κυρίως εναγόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Ο προσεπικαλών – παρεμπιπτόντως ενάγων – τέταρτος κυρίως εναγόμενος άσκησε την από 02.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …../2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………..» άσκησε την από 01.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό ……/2022 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ του τέταρτου κυρίως εναγόμενου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Ο προσεπικαλών – παρεμπιπτόντως ενάγων – πέμπτος κυρίως εναγόμενος άσκησε την από 07.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …/2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……….» άσκησε την από 14.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …../2022 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ του πέμπτου κυρίως εναγόμενου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Ο προσεπικαλών – παρεμπιπτόντως ενάγων – έκτος κυρίως εναγόμενος άσκησε την από 10.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …./2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» άσκησε την από 08.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …/2022 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ του έκτου κυρίως εναγόμενου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1692/2023 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την κύρια αγωγή, τις προσεπικλήσεις – παρεμπίπτουσες αγωγές και τις πρόσθετες παρεμβάσεις, απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο των εναγόμενων και έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη, τον πέμπτο και τον έκτο των εναγόμενων, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης κυρίως εναγόμενης, την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πέμπτου κυρίως εναγόμενου και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του έκτου κυρίως εναγόμενου και δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τέταρτου κυρίως εναγόμενου, ενώ έκανε εν μέρει δεκτές την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης κυρίως εναγόμενης, την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του πέμπτου κυρίως εναγόμενου και την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του έκτου κυρίως εναγόμενου. Την απόφαση αυτή εκκαλούν: (Α) οι εκκαλούντες – ενάγοντες με την υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσή τους που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./05.07.2023 και ειδικό …/05.07.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/01.08.2023 και ειδικό …./01.08.2023, για τη δικάσιμο της 30.05.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο, (Β) η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», με την υπό στοιχείο Β’ από 04.07.2023 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./04.07.2023 και ειδικό ……/04.07.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/01.08.2023 και ειδικό …./01.08.2023, για τη δικάσιμο της 30.05.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο, (Γ) ο έκτος εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο Γ’ από 06.07.2023 έφεσή του που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../06.07.2023 και ειδικό …/06.07.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/01.08.2023 και ειδικό …./01.08.2023, για τη δικάσιμο της 30.05.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο, (Δ) η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……………..» με την υπό στοιχείο Δ’ από 06.07.2023 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./07.07.2023 και ειδικό …./07.07.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./07.07.2023 και ειδικό …./07.07.2023, για τη δικάσιμο της 09.01.2025, ενώ με την από 01.08.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../01.08.2023 και ειδικό …./01.08.2023 κλήση των εφεσίβλητων – εναγόντων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επαναφέρθηκε προς συζήτηση για τη συντομότερη δικάσιμο της 30.05.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο, (Ε) η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» με την υπό στοιχείο Ε’ από 06.07.2023 έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/10.07.2023 και ειδικό …/10.07.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …/31.07.2023 και ειδικό …/31.07.2023, για τη δικάσιμο της 09.01.2025, ενώ με την από 01.08.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./01.08.2023 και ειδικό …/01.08.2023 κλήση των εφεσίβλητων – εναγόντων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επαναφέρθηκε προς συζήτηση για τη συντομότερη δικάσιμο της 30.05.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο, (ΣΤ) ο πέμπτος εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο ΣΤ’ από 06.07.2023 έφεσή του που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό ..…/06.07.2023 και ειδικό …../06.07.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ..…/18.07.2023 και ειδικό ..…/18.07.2023, για τη δικάσιμο της 09.01.2025, ενώ με την από 01.08.2023 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/01.08.2023 και ειδικό …../01.08.2023 κλήση των εφεσίβλητων – εναγόντων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επαναφέρθηκε προς συζήτηση για τη συντομότερη δικάσιμο της 30.05.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο, (Ζ) ο τέταρτος εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο Ζ’ από 21.12.2023 επικουρική έφεσή του που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/22.12.2023 και ειδικό …../22.12.2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./22.12.2023 και ειδικό …./22.12.2023, για τη δικάσιμο της 30.05.2024 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο, (Η) η πρώτη εναγόμενη – προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..», με την υπό στοιχείο Η’ από 22.05.2025 επικουρική έφεσή της που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./22.05.2025 και ειδικό ……/22.05.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./23.05.2025 και ειδικό …./23.05.2025, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο και (Θ) ο έκτος εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο Θ’ από 22.05.2025 επικουρική έφεσή του που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../22.05.2025 και ειδικό …./22.05.2025 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/23.05.2025 και ειδικό …./23.05.2025, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο. (Ι) Η προσθέτως παρεμβαίνουσα – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……..» ζήτησε να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο Ι’ από 08.10.2025 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ του εκκαλούντος – τέταρτου εναγόμενου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος που κατατέθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./10.10.2025 και ειδικό …/10.10.2025, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι όλων των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δηλώσεις κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, πλην της πληρεξούσιας δικηγόρου του εφεσίβλητου – εκκαλούντος – πέμπτου εναγόμενου – προσεπικαλέσαντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, η οποία αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 876/1996 ΕλλΔνη 1996. 1562, ΕφΑθ 2527/2009 ΕλλΔνη 2011. 200). Στην προκειμένη περίπτωση νομίμως φέρονται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, η υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεση, η υπό στοιχείο Β’ από 04.07.2023 έφεση, η υπό στοιχείο Γ’ από 06.07.2023 έφεση, η από 01.08.2023 κλήση, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό στοιχείο Δ’ από 06.07.2023 έφεση, η από 01.08.2023 κλήση, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό στοιχείο Ε’ από 06.07.2023 έφεση, η από 01.08.2023 κλήση, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό στοιχείο ΣΤ’ από 06.07.2023 έφεση, η υπό στοιχείο Ζ’ από 21.12.2023 επικουρική έφεση, η υπό στοιχείο Η’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση και η υπό στοιχείο Θ’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση, κατά της υπ’ αριθ. 1692/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, καθώς και η υπό στοιχείο Ι’ από 08.10.2025 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εκκαλούντος – τέταρτου εναγόμενου-παρεμπιπτόντως ενάγοντος, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αναφέρονται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, και, επιπρόσθετα, διότι με αυτό τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων κατ’ άρθρο 246 του ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’, 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γίνουν με ενιαία δήλωση, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000 ΝοΒ 2001. 602, ΑΠ 1007/2012 ΤΝΠΔΣΑ). Η δήλωση επανάληψης δεν προϋποθέτει την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομιάς του θανόντος διαδίκου, αφού συνιστά σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς εκ μέρους των κληρονόμων, ούτε προϋποθέτει την προηγούμενη υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς, αφού το δικαίωμα που κρίνεται στη δίκη είναι εκείνο του κληρονομουμένου (ΑΠ 171/2017 ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 207/2011 ΝοΒ 2011. 1611). Περαιτέρω, η κληρονομική ιδιότητα εκείνων που συνεχίζουν τη δίκη μπορεί να συνομολογηθεί από τον αντίδικό τους, ρητώς ή σιωπηρώς με τη μη αμφισβήτηση αυτής (ΟλΑΠ 22/2000 ό.π., ΟλΑΠ 17/1989 ΕλλΔνη 1990. 1232), ενώ, αν αυτή αμφισβητηθεί, τότε το Δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη, την κληρονομική ιδιότητα εκείνων που συνεχίζουν τη δίκη (ΑΠ 1414/2007 ΝοΒ 2008. 183, ΜονΕφΑθ 214/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες – ενάγοντες της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης, με τις από 19.11.2025 προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, γνωστοποίησαν ότι απεβίωσε η τέταρτη εκκαλούσα – ενάγουσα …………….., την 20.03.2024 (βλ. το προσκομιζόμενο από 22.03.2024 απόσπασμα της υπ’ αριθ. 15/2/2024 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Βύρωνος Αττικής), ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./05.07.2023 και ειδικό …/05.07.2023, και ταυτοχρόνως δήλωσαν ότι συνεχίζει τη δίκη ο πρώτος εκκαλών – ενάγων, ως εκ διαθήκης κληρονόμος, άλλως κληροδόχος, της επίδικης απαίτησης της αποβιώσασας (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……./17.09.2024 Πράξη Κήρυξης Κυρίας της από 23.03.2015 ιδιόγραφης διαθήκης της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …./17.09.2024 πρακτικό δημοσίευσης της από 23.03.2015 ιδιόγραφης διαθήκης της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……/17.09.2024 Πράξη Κήρυξης Κυρίας της από 28.12.2021 ιδιόγραφης διαθήκης της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …./17.09.2024 πρακτικό δημοσίευσης της από 28.12.2021 ιδιόγραφης διαθήκης της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …../2025 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης, το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. ……/2025 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας, το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …/2025 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος και το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. πρωτ. …../2024 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων). Οι εφεσίβλητοι – εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν την κληρονομική ιδιότητα του πρώτου εκκαλούντος – ενάγοντος, ως εκ διαθήκης κληρονόμου, άλλως κληροδόχου, της επίδικης απαίτησης της αποβιώσασας τέταρτης εκκαλούσας – ενάγουσας, η οποία, άλλωστε, προκύπτει τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες – ενάγοντες της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης. Επομένως, νομίμως γνωστοποιήθηκε ο θάνατος της τέταρτης εκκαλούσας – ενάγουσας της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης και η εκούσια επανάληψη της διακοπείσας ως προς αυτήν δίκης από τον πρώτο εκκαλούντα – ενάγοντα ως εκ διαθήκης κληρονόμο, άλλως κληροδόχο, της επίδικης απαίτησης της αποβιώσασας.
Στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή, ο οποίος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, αν η κύρια αγωγή απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της ενωμένης με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, και ασκήσει έφεση ο ενάγων της κύριας δίκης, η οποία στρέφεται παραδεκτώς μόνο κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε την αγωγή του και κατά των αντιδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, ήτοι του εναγόμενου και του υπέρ αυτού παρεμβάντος, ο προσεπικαλέσας – κυρίως εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων νομιμοποιείται στην άσκηση επικουρικής έφεσης κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου, ζητώντας την επανεξέτασή της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος, καθώς σε αντίθετη περίπτωση δεν μεταβιβάζεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης. Η τελευταία αυτή έφεση κατ’ ανάγκη θα είναι επικουρική, θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης του κυρίως ενάγοντος, διότι αλλιώς δεν έχει ο προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, ανατρέχει, όμως, κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγόμενου, στο χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου (ΑΠ 450/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1194/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 693/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1357/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1601/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1315/1993 ΕλλΔνη 1994. 1593, ΕφΛαρ 75/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 94/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 161/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1512/2011 ΕλλΔνη 2012. 534, ΜονΕφΛαρ 38/2014 Δικογραφία 2015. 148, Κ. Οικονόμου, Η έφεση, έκδ. 2017, άρθρ0 516, αριθ. 18, σελ. 78). Τούτο δε λόγω του ότι η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή έχει εκ των πραγμάτων επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή εξετάζονται μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής, εάν δηλονότι η κύρια αγωγή απορριφθεί, το δικόγραφο της προσεπίκλησης και της ενωμένης μ’ αυτό παρεμπίπτουσας αγωγής δεν εξετάζεται ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 1353/2008 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, για να μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο και κατά το μέρος αυτό, δηλαδή όσον αφορά την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει έφεση (επικουρική) και ο ηττημένος προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής ζητώντας την επανεξέτασή της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος (ΕφΑθ 2416/2010 ΕλλΔνη 2011. 850, ΕφΑθ 6841/2008 ΕφΑΔ 2009. 597, ΕφΛαρ 55/2007 Δικογραφία 2007. 110). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 517 του ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατ’ εκείνων, που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται, ως απαράδεκτη. Διάδικοι είναι όσοι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι δικάσθηκαν από αυτήν ως αντίδικοι του εκκαλούντος. Σχετικά με το ζήτημα εάν η έφεση πρέπει να απευθύνεται ή όχι και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αντιδίκου του εκκαλούντος, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ απλής πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 80 του ΚΠολΔ), κατά την οποία ο παρεμβαίνων δεν καθίσταται διάδικος, δηλαδή υποκείμενο της δίκης, εφόσον δεν μπορεί να αξιώσει, με δικό του όνομα, έννομη προστασία και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 του ΚΠολΔ), στην οποία η ισχύς της απόφασης εκτείνεται στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος, προς τον αντίδικό του. Κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης του δικονομικού εγγυητή, ήτοι εκείνου από τον οποίο ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας (ΑΠ 1188/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 215/2013 ΕλλΔνη 2014. 1477, ΕφΑθ 6465/2009 ΕλλΔνη 2010. 256), εκουσίως ή μετά από προσεπίκληση (άρθρο 88 του ΚΠολΔ ), πρόκειται για απλή πρόσθετη παρέμβαση, δεδομένου ότι επί πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι του κυρίου διαδίκου, η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη δεν εκτείνεται και στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος, ως δικονομικού εγγυητή προς τον αντίδικό του, ως τέτοιου νοουμένου του αντιδίκου του, υπέρ ου η παρέμβαση, κυρίου διαδίκου και συνεπώς, πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, επί της οποίας και μόνο, λόγω της δημιουργουμένης σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, απαιτείται, κατά το άρθρο 517 εδ. β’ του ΚΠολΔ, να απευθύνεται η έφεση και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1741/2012, ΧΡΙΔ 2013. 367, ΕφΑθ 677/2011 ΕΦΑΔ 2011. 880, ΕφΔυτΜακ 17/2011 Αρμ. 2013. 1115, ΕφΑθ 6004/2006 ΕλλΔνη 2007. 569). Στην απλή πρόσθετη παρέμβαση η έφεση δεν απαιτείται να απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, που παρενέβη στην πρωτοβάθμια δίκη είτε εκουσίως, είτε μετά από προσεπίκληση του κυρίως εναγόμενου, αφού δεν καθίσταται με την παρέμβαση διάδικος (ΕφΠειρ 53/2020 δημοσίευση στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΔωδ 63/2018 ΝΟΜΟΣ). Αν, παρά ταύτα, η έφεση απευθύνθηκε και κατά του ομοδίκου δικονομικού εγγυητή του αντιδίκου του εκκαλούντος, απορρίπτεται ως προς αυτόν ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία (οπότε η έφεση κατ’ άρθρο 517 εδ. β’ του ΚΠολΔ έπρεπε να στραφεί και κατ’ αυτού), η δε συμμετοχή στην έκκλητη δίκη του προσθέτως παρεμβαίνοντος, υπέρ του αντιδίκου του, δικονομικού εγγυητή, δεν επιδρά στα έννομα συμφέροντά του. Η απεύθυνση, όμως, του δικογράφου της έφεσης κατά του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος, επέχει θέση κλήτευσής του προς συζήτηση της έφεσης, η οποία κλήτευση είναι αναγκαία, κατά τα άρθρα 81 παρ. 3, 82 εδ. γ’, 502, 517, 558 και 271 του ΚΠολΔ , με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης. Τούτο, διότι αυτός πρέπει να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης και να ασκεί τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει ο νόμος, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Συνεπώς, αν αυτός δεν εμφανιστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και δεν έχει κληθεί, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους, το οποίο απαράδεκτο, ως αναγόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 18/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 426/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 401/2009 ΑΧΑΝΟΜ 2010. 340, ΕφΔωδ 161/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 26/2005 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005. 296). Περαιτέρω, εάν στο πρώτο βαθμό συζητήθηκε αφενός η κύρια αγωγή μεταξύ των αρχικών διαδίκων και αφετέρου προσεπίκληση του κυρίως εναγόμενου αρχικού διαδίκου με παρεμπίπτουσα αγωγή προς τον δικονομικό εγγυητή του, ο δε προσεπικληθείς ασκήσει παρέμβαση, τότε αν απορριφθεί η κύρια αγωγή, ο ενάγων στην κύρια δίκη, ασκώντας έφεση ή αντέφεση κατά των απορριπτικών διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου. Αντιθέτως μόνο ο κυρίως εναγόμενος προσεπικαλέσας και παρεμπιπτόντως ενάγων δικαιούται να ασκήσει την έφεση του και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου από αυτόν, ώστε να μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το οικείο κεφάλαιο της προσεπίκλησης και της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 485/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1961/1986 ΕλλΔνη 29. 282, ΕφΑθ 3074/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 261/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 94/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 462/2016 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 1 του ΚΠολΔ σε περίπτωση άσκησης πρόσθετης παρέμβασης στην πρωτοβάθμια δίκη, αυτοτελές δικαίωμα άσκησης έφεσης έχει και ο προσθέτως παρεμβάς, είτε άσκησε, είτε δεν άσκησε έφεση ο διάδικος υπέρ του οποίου παρενέβη, ο οποίος ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει (ΕφΑθ 3699/2024 ΝΟΜΟΣ). Από την ως άνω διάταξη, που ορίζει, χωρίς διάκριση, ότι έχουν δικαίωμα έφεσης, εφόσον νικήθηκαν, και αυτοί που άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 και 83 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που άσκησε στον πρώτο βαθμό απλή πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα έφεσης ο ίδιος, αλλά για το συμφέρον του ηττηθέντος διαδίκου, υπέρ του οποίου είχε παρέμβει πρωτοδίκως. Σε άσκηση έφεσης δικαιούται ο προσθέτως παρεμβαίνων και αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου άσκησε παρέμβαση, έχει ασκήσει αυτοτελή έφεση. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται να προτείνει και άλλους λόγους έφεσης, εκτός από εκείνους που προβάλλει ο κύριος διάδικος. Ειδικότερα, ο απλώς προσθέτως παρεμβαίνων, ως βοηθός διάδικος, νομιμοποιείται να ασκήσει ένδικα μέσα στο όνομά του, πλην όμως η άσκηση αυτή λαμβάνει χώρα για χάρη του κυρίου διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου κρίνεται και το έννομο συμφέρον του, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν στρέφεται κατά της διάταξης της απόφασης που απορρίπτει την παρέμβαση. Τα ένδικα μέσα του παρεμβαίνοντος, μόλις ασκηθούν, λογίζονται ως ένδικα μέσα του κυρίου διαδίκου, ενώ το παραδεκτό τους κρίνεται από το πρόσωπο του κυρίου διαδίκου, δηλαδή, λ.χ. δεν υπόκεινται σε ξεχωριστή προθεσμία, αλλά η προθεσμία προς άσκησή τους εκκινεί από την επίδοση αποκλειστικά προς τον κύριο διάδικο, ενώ η επίδοση προς τον παρεμβαίνοντα δεν εκκινεί κάποια προθεσμία. Ο παρεμβαίνων φέρεται τυπικά μόνο ως ασκών το ένδικο μέσο, διάδικος, όμως, στη δίκη του ένδικου μέσου καθίσταται εξ αρχής ο κύριος διάδικος. Αν ασκηθεί, παράλληλα, το ένδικο μέσο, τόσο από τον κύριο διάδικο, όσο και από τον παρεμβαίνοντα, τότε γίνεται λόγος για ένα ενιαίο ένδικο μέσο και όχι για δύο και επιβάλλεται η συνεκδίκασή τους (ΕφΑθ 773/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 4458/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες υπό στοιχεία Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’, Ζ’, Η’ και Θ’ εφέσεις προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 1692/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η από 16.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2021 και ειδικό …./2021 αγωγή, η από 31.01.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …/2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης κυρίως εναγόμενης, η από 08.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …../2022 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………» υπέρ της πρώτης κυρίως εναγόμενης, η από 02.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …/2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του τέταρτου κυρίως εναγόμενου, η από 01.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …/2022 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……..» υπέρ του τέταρτου κυρίως εναγόμενου, η από 07.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …/2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του πέμπτου κυρίως εναγόμενου, η από 14.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …/2022 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………………..» υπέρ του πέμπτου κυρίως εναγόμενου, η από 10.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …/2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του έκτου κυρίως εναγόμενου και η από 08.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …/2022 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………..» υπέρ του έκτου κυρίως εναγόμενου, απορρίφθηκε η κύρια αγωγή ως προς τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο των εναγόμενων και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη, τον πέμπτο και τον έκτο των εναγόμενων, απορρίφθηκαν η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης κυρίως εναγόμενης, η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πέμπτου κυρίως εναγόμενου και η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του έκτου κυρίως εναγόμενου και έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τέταρτου κυρίως εναγόμενου, ενώ έγιναν εν μέρει δεκτές η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης κυρίως εναγόμενης, η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του πέμπτου κυρίως εναγόμενου και η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του έκτου κυρίως εναγόμενου. Ειδικότερα, την απόφαση αυτή εκκαλούν: (Α) οι ενάγοντες με την υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσή τους, στρεφόμενη κατά των εναγόμενων της κύριας αγωγής και των προσεπικαλούμενων – παρεμπιπτόντως εναγόμενων, και ζητούν την εξαφάνισή της με σκοπό να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή τους στο σύνολό της, (Β) η πρώτη κυρίως εναγόμενη με την υπό στοιχείο Β’ από 04.07.2023 έφεσή της, στρεφόμενη κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής, (Γ) ο έκτος κυρίως εναγόμενος με την υπό στοιχείο Γ’ από 06.07.2023 έφεσή του, στρεφόμενη κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής, (Δ) η παρεμπιπτόντως εναγόμενη – προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του έκτου κυρίως εναγόμενου ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………» με την υπό στοιχείο Δ’ από 06.07.2023 έφεσή της, στρεφόμενη κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής, (Ε) η παρεμπιπτόντως εναγόμενη – προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του πέμπτου κυρίως εναγόμενου ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» με την υπό στοιχείο Ε’ από 06.07.2023 έφεσή της, στρεφόμενη κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής και του πέμπτου κυρίως εναγόμενου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, (ΣΤ) ο πέμπτος κυρίως εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο ΣΤ’ από 06.07.2023 έφεσή του, στρεφόμενη κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής και της παρεμπιπτόντως εναγόμενης – προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», (Ζ) ο τέταρτος κυρίως εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο Ζ’ από 21.12.2023 έφεσή του, επικουρικά για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης των εκκαλούντων – κυρίως εναγόντων, στρεφόμενη κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», (Η) η πρώτη κυρίως εναγόμενη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα με την υπό στοιχείο Η’ από 22.05.2025 έφεσή της, επικουρικά για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης των εκκαλούντων – κυρίως εναγόντων, στρεφόμενη κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και (Θ) ο έκτος κυρίως εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο Θ’ από 22.05.2025 έφεσή του, επικουρικά για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης των εκκαλούντων – κυρίως εναγόντων, στρεφόμενη κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………».
Οι ένδικες υπό στοιχεία Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’ εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον οι εφέσεις ασκήθηκαν μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες – πρώτη, πέμπτο και έκτο των κυρίως εναγόμενων την 08.06.2023 (βλ. τη σχετική από 08.06.2023 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ……….. επί των προσκομιζόμενων αντιγράφων της υπ’ αριθ. 1692/2023 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), οι δε κρινόμενες υπό στοιχεία Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’ εφέσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης από τους εκκαλούντες – κυρίως ενάγοντες στους εκκαλούντες – πρώτη, πέμπτο και έκτο των κυρίως εναγόμενων, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι επί απλής ομοδικίας, όπως εν προκειμένω, η επίδοση της απόφασης από κάποιο ή προς κάποιο από τους ομοδίκους αφετηριάζει τη γνήσια προθεσμία της έφεσης μόνο κατά του επιδόσαντος και εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση, κατ’ άρθρο 144 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όχι δε και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους (βλ. ΑΠ 406/2019 QUALEX, ΑΠ 1306/2018 ΝΟΜΟΣ), αφετέρου ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων που ασκούνται από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες στην πρωτοβάθμια δίκη, και εν προκειμένω των υπό στοιχεία Δ’ και Ε’ εφέσεων, κρίνεται από το πρόσωπο του κυρίου διαδίκου και δεν υπόκεινται σε ξεχωριστή προθεσμία, αλλά η προθεσμία προς άσκησή τους εκκινεί από την επίδοση αποκλειστικά προς τον κύριο διάδικο, ενώ η επίδοση προς τον παρεμβαίνοντα δεν εκκινεί κάποια προθεσμία. Ειδικότερα, η κρινόμενη υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 05.07.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../05.07.2023 και ειδικό …./05.07.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, η κρινόμενη υπό στοιχείο Β’ από 04.07.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 04.07.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/04.07.2023 και ειδικό …./04.07.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, η κρινόμενη υπό στοιχείο Γ’ από 06.07.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 06.07.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../06.07.2023 και ειδικό …./06.07.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, η κρινόμενη υπό στοιχείο Δ’ από 06.07.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 07.07.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……/07.07.2023 και ειδικό …./07.07.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, η κρινόμενη υπό στοιχείο Ε’ από 06.07.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 10.07.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../10.07.2023 και ειδικό …../10.07.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, δοθέντος ότι η τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας ήταν κατά νόμο εξαιρετέα (Σάββατο 08.07.2023), και ως εκ τούτου η προθεσμία έληξε την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα (Δευτέρα 10.07.2023), κατ’ άρθρο 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και η κρινόμενη υπό στοιχείο ΣΤ’ από 06.07.2023 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 06.07.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../06.07.2023 και ειδικό …/06.07.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Εξάλλου, δεν ασκείται παραδεκτά η υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεση ως προς την έβδομη των εφεσίβλητων – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη στη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», λόγω της ιδιότητάς της ως δικονομικής εγγυήτριας του τέταρτου κυρίως εναγόμενου, ως προς την όγδοη των εφεσίβλητων – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη στη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………….», λόγω της ιδιότητάς της ως δικονομικής εγγυήτριας του έκτου κυρίως εναγόμενου, ως προς την ένατη των εφεσίβλητων – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη στη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……………» λόγω της ιδιότητάς της ως δικονομικής εγγυήτριας της πρώτης κυρίως εναγόμενης, και ως προς την δέκατη των εφεσίβλητων – καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη στη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……….», λόγω της ιδιότητάς της ως δικονομικής εγγυήτριας του πέμπτου κυρίως εναγόμενου. Τούτο, ειδικότερα, διότι η έβδομη, η όγδοη, η ένατη και η δέκατη των εφεσίβλητων δεν έλαβαν μέρος στη δίκη, που διεξήχθη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως αντίδικοι των εκκαλούντων – εναγόντων, αφού, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αυτές δεν άσκησαν πρωτοδίκως, υπέρ του υπόχρεων σε αποζημίωση έναντι των κυρίων διαδίκων, αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις, επί των οποίων και μόνο, λόγω της δημιουργουμένης σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ του παρεμβαίνοντος και του υπέρ ου η παρέμβαση, απαιτείται να απευθύνεται η έφεση και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, αλλά αντιθέτως η μεν έβδομη των εφεσίβλητων άσκησε, κατόπιν της από 02.02.2022 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής του τέταρτου κυρίως εναγόμενου, την από 01.03.2022 απλή πρόσθετη παρέμβαση, η όγδοη των εφεσίβλητων άσκησε, κατόπιν της από 10.02.2022 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής του έκτου κυρίως εναγόμενου, την από 08.03.2022 απλή πρόσθετη παρέμβαση, η ένατη των εφεσίβλητων άσκησε, κατόπιν της από 31.01.2022 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης κυρίως εναγόμενης, την από 08.03.2022 απλή πρόσθετη παρέμβαση, και η δέκατη των εφεσίβλητων άσκησε, κατόπιν της από 07.02.2022 προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής του πέμπτου κυρίως εναγόμενου, την από 14.03.2022 απλή πρόσθετη παρέμβαση. Συνεπώς, οι ανωτέρω καθ’ ων η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενες στη δίκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν έχουν καταστεί στην από 16.12.2021 κύρια αγωγή διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, ώστε να πρέπει να απευθύνεται και κατ’ αυτών η υπό στοιχείο Α’ έφεση των εν μέρει ηττηθέντων εκκαλούντων – εναγόντων της κύριας αγωγής. Επομένως, αναφορικά με την έβδομη, την όγδοη, την ένατη και την δέκατη των εφεσίβλητων, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, να απορριφθεί η υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεση ως απαράδεκτη (άρθρα 68, 73 και 517 του ΚΠολΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη. Τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ των εκκαλούντων της υπό στοιχείο Α’ έφεσης και της έβδομης, της όγδοης, της ένατης και της δέκατης των εφεσίβλητων, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 106, 179 και 183 του ΚΠολΔ ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Όσον αφορά στην ένδικη υπό στοιχείο Ζ’ από 21.12.2023 έφεση, επιτρεπτά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ασκήθηκε επικουρικά από τον τέταρτο κυρίως εναγόμενο – παρεμπιπτόντως ενάγοντα, στρεφόμενη κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης – δικονομικής του εγγυήτριας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης των εκκαλούντων – κυρίως εναγόντων, έχει δε ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον τέταρτο κυρίως εναγόμενο – παρεμπιπτόντως ενάγοντα, ενώ η κρινόμενη υπό στοιχείο Ζ’ από 21.12.2023 επικουρική έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 22.12.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …./22.12.2023 και ειδικό …../22.12.2023 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης την 26.05.2023. Συνεπώς, πρέπει η υπό στοιχείο Α’ έφεση ως προς την πρώτη, τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον πέμπτο και τον έκτο των εφεσίβλητων, καθώς και οι υπό στοιχεία Β’, Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ και Ζ’ εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό των εφέσεων έχουν κατατεθεί από τους εκκαλούντες τα παράβολα των 150,00 ευρώ που προβλέπονται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ. Αναφορικά με την ένδικη υπό στοιχείο Η’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση και την ένδικη υπό στοιχείο Θ’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση, για το παραδεκτό των οποίων έχουν κατατεθεί τα προβλεπόμενα από το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ παράβολα, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους (άρθρο 532 του ΚΠολΔ), καθόσον ασκήθηκαν μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην πρώτη και στον έκτο των κυρίως εναγόμενων που έλαβε χώρα την 08.06.2023, κατά τα προαναφερθέντα, και συγκεκριμένα η υπό στοιχείο Η’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 22.05.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../22.05.2025 και ειδικό …./22.05.2025 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση και η υπό στοιχείο Θ’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 22.05.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …./22.05.2025 και ειδικό …/22.05.2025 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση. Επομένως, οι ένδικες υπό στοιχεία Η’ και Θ’ επικουρικές εφέσεις, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, τυγχάνουν απορριπτέες ως εκπρόθεσμες, και συνακόλουθα ως απαράδεκτες κατ’ άρθρο 532 του ΚΠολΔ (βλ. ΕφΠειρ 1/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων των υπό στοιχεία Η’ και Θ’ επικουρικών εφέσεων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 εδ. α’, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ πρέπει και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους εκκαλούντες κατά την άσκηση των υπό στοιχεία Η’ και Θ’ επικουρικών εφέσεων, αφού οι ένδικες εφέσεις τους απορρίφθηκαν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση, που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, πρέπει να γίνεται σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της τέτοιας πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντα ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017 ΕΕμπΔικ 2018. 869, ΑΠ 611/2013 ΝοΒ 2013. 2195, ΕφΛαρ 199/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 3/2025 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσθέτως παρεμβαίνουσα – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………….», η οποία κατά την πρωτοβάθμια δίκη είχε ασκήσει την από 01.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …/2022 πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ του τέταρτου κυρίως εναγόμενου, με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης γενικό …../10.10.2025 και ειδικό …./10.10.2025 και επιδόθηκε στους διαδίκους (βλ. τις υπ’ αριθ. …./16.10.2025, …./16.10.2025, …./16.10.2025, …./16.10.2025, …./16.10.2025, …./16.10.2025, …/16.10.2025, …./16.10.2025, …/16.10.2025, …/16.10.2025 και …../16.10.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ……. και τις υπ’ αριθ. …/16.10.2025 και …………./16.10.2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …….), άσκησε την υπό στοιχείο Ι’ από 08.10.2025 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τέταρτου κυρίως εναγόμενου και νυν εφεσίβλητου – εκκαλούντος, και κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής και νυν εκκαλούντων – εφεσίβλητων, και ζήτησε επικουρικά για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης των εκκαλούντων – κυρίως εναγόντων και εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, να απορριφθεί η κύρια αγωγή και η εναντίον της από 02.02.2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή. Η παρέμβαση αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς, κατά τα άρθρα 80 και 81 παρ. 1 του ΚΠολΔ, από την προσθέτως παρεμβαίνουσα – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ως τρίτο πρόσωπο που δεν είχε λάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, κατά τα προαναφερθέντα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον την αποτροπή ως προς αυτήν των δυσμενών συνεπειών από την αποδοχή της κύριας αγωγής.
Οι αρχικώς ενάγοντες στην από 16.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2021 και ειδικό …/2021 αγωγή τους, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθεταν ότι την 27.03.2020 απεβίωσε στο ……….. Αττικής, με αιτία θανάτου «απροσδιόριστη» στην υπ’ αριθ. …/1/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Πειραιώς και «ισχαιμική νέκρωση τμήματος παχέος εντέρου» στην υπ’ αριθ. …../2020 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ο ……………., που γεννήθηκε την 06.02.2013, ανήλικο τέκνο του πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης ενάγουσας, δίδυμος αδελφός της ανήλικης τρίτης ενάγουσας και εγγονός της τέταρτης ενάγουσας, μητέρας του πρώτου ενάγοντος, ότι ο ανήλικος συγγενής τους που ήταν απολύτως υγιής, δεν είχε αντιμετωπίσει προβλήματα υγείας κατά το παρελθόν και είχε φυσιολογικό βάρος και ανάπτυξη, νοσηλεύθηκε στο ιδιωτικό νοσοκομείο της πρώτης εναγόμενης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………………», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ ο τρίτος εναγόμενος είναι ο διευθύνων σύμβουλος και ο υπεύθυνος διεύθυνσης εργασιών και προσωπικού, αμφότεροι δε ευθύνονται ως διοικούντες την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και υπεύθυνοι για την οργάνωση και την ορθή λειτουργία κατά την παροχή των υπηρεσιών της πρώτης εναγόμενης και ως προστήσαντες τους εναγόμενους ιατρούς, ενώ η πρώτη εναγόμενη χρησιμοποιεί, προς εκτέλεση του έργου της, ελευθέρως συνεργαζόμενους με αυτήν ιατρούς και λοιπό νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό, ότι ο θάνατος του ανήλικου συγγενούς τους οφείλεται σε αμελείς πράξεις και παραλείψεις, καθώς και σε εσφαλμένους ιατρικούς χειρισμούς του τέταρτου εναγόμενου, ιατρού παιδοχειρουργού, του πέμπτου εναγόμενου, ιατρού παιδιάτρου και του έκτου εναγόμενου, ιατρού παιδιάτρου και διευθυντή της Παιδιατρικής Κλινικής, οι οποίοι διενεργούσαν σε ασθενείς τους ιατρικές πράξεις της ειδικότητάς τους, καθώς και τη νοσηλεία αυτών, χρησιμοποιώντας τις κτιριακές, μηχανολογικές και λοιπές εγκαταστάσεις του νοσοκομείου της πρώτης εναγόμενης, καθώς και το παραϊατρικό και βοηθητικό προσωπικό αυτής, ενώ η πρώτη εναγόμενη επιμελείτο της νοσηλείας των ασθενών και χορηγούσε τα απαραίτητα υλικά και φάρμακα για την διεκπεραίωση των ιατρικών πράξεων, και εισέπραττε από τους ασθενείς χωριστή αμοιβή για τις υπηρεσίες της, πλέον της εισπραττόμενης από εναγόμενους ιατρούς αμοιβής, και ως εκ τούτου οι τελευταίοι ήταν προστηθέντες στην υπηρεσία της προστήσασας αυτούς πρώτης εναγόμενης και των υπεύθυνων οργάνων της διοίκησής της, δεύτερου και τρίτου των εναγόμενων, δεδομένου ότι από τις μεταξύ τους συμβάσεις ελεύθερης συνεργασίας και τον επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό, αφενός εξυπηρετούνταν οι εναγόμενοι ιατροί που χρησιμοποιούσαν την υποδομή και τις υπηρεσίες του νοσοκομείου της πρώτης εναγόμενης, αφετέρου η τελευταία που χρησιμοποιούσε προς εκτέλεση του έργου της ελευθέρως συνεργαζόμενους με αυτήν ιατρούς, ότι ειδικότερα ο ανήλικος ………….. εισήχθη εκτάκτως, την 27.03.2020, περί ώρα 14.18, στο νοσοκομείο της πρώτης εναγόμενης, λόγω κοιλιακού άλγους από 18ώρου, συνοδευόμενου από υψηλό πυρετό, επεισόδια εμετών και αφυδάτωση, κατόπιν σύστασης να εισαχθεί σε νοσοκομείο, λόγω υποψίας σκωληκοειδίτιδας, που είχε τεθεί από την ιδιώτη παιδίατρο του ανηλίκου τέκνου, ότι υποβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και βιοχημικές εξετάσεις, με τις οποίες διαπιστώθηκε μεγάλη πτώση λευκών αιμοσφαιρίων και πολυμορφοπύρηνων (εξετάσεις αίματος) και αύξηση του σακχάρου, αύξηση της CRP, πτώση της κρεατινίνης και ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βιοχημικές εξετάσεις), οι οποίες τεκμηρίωναν απολύτως τη διάγνωση οξείας κοιλιακής παθολογίας, με ενδεδειγμένη, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, την άμεση παιδοχειρουργική εκτίμηση του περιστατικού και την υποβολή σε απεικονιστικό έλεγχο, πλην όμως ο πέμπτος εναγόμενος ιατρός παιδίατρος, μετά την κλινική εξέταση του ανηλίκου και τη λήψη ιστορικού, σε συνδυασμό και με την ενημέρωση από τον πρώτο ενάγοντα ότι η οικογενειακή παιδίατρος είχε συστήσει να εισαχθεί σε νοσοκομείο, λόγω υποψίας σκωληκοειδίτιδας, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν παρέπεμψε τον ασθενή σε παιδοχειρουργική εκτίμηση, ούτε σε απεικονιστική εξέταση με απλή ακτινογραφία κοιλίας, που συνιστά αρχική εξέταση εκλογής, όπως θα έπραττε κάθε μέσος, συνετός παιδίατρος με βάση τα ιατρικά ευρήματα και τα συμπτώματα του εν λόγω ασθενούς, αλλά αντιθέτως διέγνωσε εσφαλμένα ότι ο ασθενής παρουσίαζε οξεία γαστρεντερίτιδα και εικόνα «ήπιας αφυδάτωσης» και αφού διαπίστωσε ότι ο ασθενής είχε πυρετό, έδωσε οδηγία να μεταβεί εκτός του κτιρίου, στον ειδικό χώρο εμπύρετων ασθενών, προκειμένου να υποβληθεί σε εξέταση για COVID-19, με αποτέλεσμα να παρέλθει πολύτιμος χρόνος μέχρι να διαπιστωθεί ότι το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, και επιπλέον έδωσε οδηγίες για την εισαγωγή του ασθενούς στην Παιδιατρική Κλινική για ενδοφλέβια ταχεία φόρτιση με φυσιολογικό ορό, ορό γλυκόζης και συνήθη εργαστηριακό έλεγχο γαστρεντερίτιδας, ότι ο τέταρτος εναγόμενος ιατρός παιδοχειρουργός, που κλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση περί ώρα 17.30, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, συνέστησε απεικονιστικό έλεγχο με υπερηχογράφημα κοιλίας ή αξονική κοιλίας, και όχι με απλή ακτινογραφία κοιλίας, η οποία μπορούσε να διενεργηθεί άμεσα, μέσα σε 20 λεπτά εντός του οργανωμένου νοσοκομείου της πρώτης εναγόμενης, επιπλέον δε σύμφωνα με το έντυπο Πορεία Νόσου, υποδείχθηκε από τον τέταρτο εναγόμενο η χρονοβόρα διαδικασία της αξονικής κοιλίας με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό, η οποία, όμως, δεν έλαβε ποτέ χώρα, ούτε καν ξεκίνησε, με αποτέλεσμα να παρέλθει περαιτέρω πολύτιμος χρόνος για την ανάδειξη της οξείας κοιλιακής παθολογίας του ασθενούς, ότι ο έκτος εναγόμενος, ιατρός παιδίατρος και διευθυντής της Παιδιατρικής Κλινικής, παρόλο που ήταν ο θεράπων ιατρός του ανήλικου ασθενούς, αναφερόμενος ως τέτοιος σε όλα τα σχετικά ιατρικά έγγραφα, και είχε την εποπτεία των περιστατικών της Παιδιατρικής Κλινικής, αφού ενημερωνόταν συνεχώς για την πορεία της υγείας των ασθενών, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ουδέν έπραξε, ούτε επενέβη ώστε να παραγγείλει τη διενέργεια των ενδεδειγμένων ιατρικών εξετάσεων, είτε συντασσόμενος με τις μη ενδεδειγμένες ως άνω πράξεις και παραλείψεις των συναδέλφων του ιατρών, είτε αδιαφορώντας πλήρως για την πορεία της νοσηλείας του ανήλικου ασθενούς, αν και όφειλε να ενεργήσει λόγω της ιδιότητάς του ως θεράπων ιατρός και ως διευθυντής της Παιδιατρικής Κλινικής, ότι περί ώρα 18.00 διαπιστώθηκε μεταβολική οξέωση, εργαστηριακό εύρημα συμβατό με εξελισσόμενη ισχαιμία εντέρου, ενώ περί ώρα 18.45 διαπιστώθηκε αιφνίδια κατάρρευση του ασθενούς και παρά τις προσπάθειες ανάνηψης, διαπιστώθηκε ο θάνατός του περί ώρα 21.01, ενώ σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ……./2020 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών τέθηκε ως αιτία θανάτου «ισχαιμική νέκρωση τμήματος παχέος εντέρου, μήκους 10 εκ., φέρον την σκωληκοειδή απόφυση μήκους 3,5 εκ. και μ.δ. 0,3 εκ.», ότι ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος των εναγόμενων, ιατροί, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, αξιολόγησαν εσφαλμένα τα συμπτώματα του ασθενούς, καθώς και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αίματος και των βιοχημικών εξετάσεων, οι οποίες τεκμηρίωναν απολύτως τη διάγνωση οξείας κοιλιακής παθολογίας, αλλά αντιθέτως διέγνωσαν εσφαλμένα ότι ο ασθενής παρουσίαζε οξεία γαστρεντερίτιδα και εικόνα «ήπιας αφυδάτωσης», ενώ δεν μερίμνησαν, όπως θα έπραττε κάθε μέσος, συνετός ιατρός με βάση τα ιατρικά ευρήματα και τα συμπτώματα του εν λόγω ασθενούς, για την ενδεδειγμένη, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και άμεση παιδοχειρουργική εκτίμηση του περιστατικού και την υποβολή του ασθενούς σε απεικονιστικό έλεγχο με απλή ακτινογραφία κοιλίας, με την οποία θα είχαν αναδειχθεί τα ευρήματα της εξελισσόμενης ισχαιμίας του εντέρου και θα είχε γίνει εσπευσμένη εισαγωγή του ασθενούς στο χειρουργείο και θα είχε αφαιρεθεί το πάσχον τμήμα του εντέρου και συνακόλουθα δεν θα είχε προκληθεί ο θάνατος του ασθενούς λόγω ισχαιμικής νέκρωσης τμήματος παχέος εντέρου. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της υλικής του ζημίας το ποσό των 1.000,00 ευρώ, που κατέβαλε για δαπάνες νοσηλείας στην πρώτη εναγόμενη, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες από το θάνατο του συγγενούς τους ………….., εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων από την πρώτη, τον δεύτερο και τον τρίτο των εναγόμενων ιατρών, τετάρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόμενων, οι οποίοι από αμέλειά τους και όντας υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματός τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, προκάλεσαν τον θάνατο του συγγενούς τους, το ποσό των 350.000,00 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των 350.000,00 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 180.000,00 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα και το ποσό των 180.000,00 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη. Η πρώτη κυρίως εναγόμενη, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω κύρια αγωγή, με το από 31.01.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2022 και ειδικό …./2022 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο ενσωμάτωσε το περιεχόμενο της κύριας αγωγής, που είχε ασκηθεί εναντίον της, προσεπικάλεσε την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» ως δικονομική της εγγυήτρια, να παρέμβει υπέρ αυτής και να την υποστηρίξει στην ως άνω εκκρεμή δίκη, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι αυτή είναι υπόχρεη σε αποζημίωση, δυνάμει έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης κάλυψης της επαγγελματικής αστικής της ευθύνης έναντι τρίτων ασθενών, μέχρι του ποσού των 750.000,00 ευρώ, ανά ασφαλιστική περίπτωση, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατ’ αυτής, με την οποία ζήτησε, μετά τον παραδεκτό κατ’ άρθρα 223, 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη να της καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό τυχόν υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω κυρίας αγωγής, μετά των τόκων και των εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταβολής στους τελευταίους, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η αντίδικός της στη δικαστική της δαπάνη. Η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» με το από 08.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …/2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εναγόμενης – προσεπικαλούσας, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως δικονομικής εγγυήτριας της τελευταίας, με αίτημα να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να απορριφθεί η κύρια αγωγή, και να καταδικασθούν οι αντίδικοί της στη δικαστική της δαπάνη. Ο τέταρτος κυρίως εναγόμενος, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω κύρια αγωγή, με το από 02.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …/2022 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο ενσωμάτωσε το περιεχόμενο της κύριας αγωγής, που είχε ασκηθεί εναντίον του, προσεπικάλεσε την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………….» ως δικονομική του εγγυήτρια, να παρέμβει υπέρ αυτού και να τον υποστηρίξει στην ως άνω εκκρεμή δίκη, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι αυτή είναι υπόχρεη σε αποζημίωση, δυνάμει έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης κάλυψης της επαγγελματικής αστικής του ευθύνης έναντι τρίτων ασθενών του, μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ, ανά ασφαλιστική περίπτωση, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατ’ αυτής, με την οποία ζήτησε, μετά τον παραδεκτό κατ’ άρθρα 223, 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό τυχόν υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους ενάγοντες, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω κυρίας αγωγής, μετά των τόκων και των εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταβολής στους τελευταίους, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η αντίδικός του στη δικαστική του δαπάνη. Η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………………» με το από 01.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …../2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τέταρτου εναγόμενου – προσεπικαλούντος, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως δικονομικής εγγυήτριας του τελευταίου, με αίτημα να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να απορριφθεί η κύρια αγωγή, και να καταδικασθούν οι αντίδικοί της στη δικαστική της δαπάνη. Ο πέμπτος κυρίως εναγόμενος, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω κύρια αγωγή, με το από 07.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2022 και ειδικό …/2022 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο ενσωμάτωσε το περιεχόμενο της κύριας αγωγής, που είχε ασκηθεί εναντίον του, προσεπικάλεσε την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……….» ως δικονομική του εγγυήτρια, να παρέμβει υπέρ αυτού και να τον υποστηρίξει στην ως άνω εκκρεμή δίκη, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι αυτή είναι υπόχρεη σε αποζημίωση, δυνάμει έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης κάλυψης της επαγγελματικής αστικής του ευθύνης έναντι τρίτων ασθενών του, μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ, ανά ασφαλιστική περίπτωση, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατ’ αυτής, με την οποία ζήτησε, μετά τον παραδεκτό κατ’ άρθρα 223, 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό τυχόν υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους ενάγοντες, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω κυρίας αγωγής, μετά των τόκων και των εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταβολής στους τελευταίους, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η αντίδικός του στη δικαστική του δαπάνη. Η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………..» με το από 14.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …/2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πέμπτου εναγόμενου – προσεπικαλούντος, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως δικονομικής εγγυήτριας του τελευταίου, με αίτημα να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να απορριφθεί η κύρια αγωγή, επικουρικώς δε σε περίπτωση που γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και η προσεπίκληση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, να περιορισθεί η ευθύνη της έναντι του πέμπτου εναγόμενου – προσεπικαλούντος στο ανώτατο όριο της ασφαλιστικής της ευθύνης, και να καταδικασθούν οι αντίδικοί της στη δικαστική της δαπάνη. Ο έκτος κυρίως εναγόμενος, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω κύρια αγωγή, με το από 10.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2022 και ειδικό …./2022 αυτοτελές δικόγραφο, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο ενσωμάτωσε το περιεχόμενο της κύριας αγωγής, που είχε ασκηθεί εναντίον του, προσεπικάλεσε την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………» ως δικονομική του εγγυήτρια, να παρέμβει υπέρ αυτού και να τον υποστηρίξει στην ως άνω εκκρεμή δίκη, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι αυτή είναι υπόχρεη σε αποζημίωση, δυνάμει έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης κάλυψης της επαγγελματικής αστικής του ευθύνης έναντι τρίτων ασθενών του, μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ, ανά ασφαλιστική περίπτωση, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατ’ αυτής, με την οποία ζήτησε, μετά τον παραδεκτό κατ’ άρθρα 223, 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό τυχόν υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους ενάγοντες, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω κυρίας αγωγής, μετά των τόκων και των εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταβολής στους τελευταίους, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η αντίδικός του στη δικαστική του δαπάνη. Η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………….» με το από 08.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …../2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του έκτου εναγόμενου – προσεπικαλούντος, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως δικονομικής εγγυήτριας του τελευταίου, με αίτημα να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να απορριφθεί η κύρια αγωγή, και να καταδικασθούν οι αντίδικοί της στη δικαστική της δαπάνη. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 1692/2023 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την κύρια αγωγή, τις προσεπικλήσεις – παρεμπίπτουσες αγωγές και τις πρόσθετες παρεμβάσεις και αφού έκρινε την κύρια αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297-299, 330 εδ. β’, 340, 345, 346, 481, 914, 922, 926, 932 του ΑΚ, του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, του άρθρου 302 του ΠΚ και των άρθρων 74 παρ. 1 εδ. α’, 176, 907, 908 παρ. 1 περ. δ’ του ΚΠολΔ, πλην του κονδυλίου αποζημίωσης ποσού 1.000,00 ευρώ, που κρίθηκε μη νόμιμο και απορριπτέο, αφού έκρινε τις προσεπικλήσεις – παρεμπίπτουσες αγωγές ως νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις του Ν. 2496/1997, των άρθρων 340, 345, 361 του ΑΚ, και των άρθρων 70, 88, 176, 907 του ΚΠολΔ, και αφού έκρινε τις πρόσθετες παρεμβάσεις ως παραδεκτές, κατ’ άρθρα 80, 81, 238 παρ. 1 του ΚΠολΔ και νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις του Ν. 2496/1997, του άρθρου 361 του ΑΚ, και του άρθρου 176 του ΚΠολΔ, στη συνέχεια απέρριψε την κύρια αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο των εναγόμενων και επέβαλε στους ενάγοντες μέρος της δικαστικής δαπάνης των τελευταίων, έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη, τον πέμπτο και τον έκτο των εναγόμενων, και υποχρέωσε τους τελευταίους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες από το θάνατο του συγγενούς τους, το ποσό των 250.000,00 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των 250.000,00 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 100.000,00 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα και το ποσό των 100.000,00 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και επέβαλε στην πρώτη, στον πέμπτο και στον έκτο των εναγόμενων μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης κυρίως εναγόμενης, την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πέμπτου κυρίως εναγόμενου και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του έκτου κυρίως εναγόμενου και δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τέταρτου κυρίως εναγόμενου και έκανε εν μέρει δεκτές την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης κυρίως εναγόμενης, την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του πέμπτου κυρίως εναγόμενου και την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του έκτου κυρίως εναγόμενου και αναγνώρισε την υποχρέωση της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης να καταβάλει στην προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα – πρώτη εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει η τελευταία στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, αφαιρουμένου του ποσού των 500.000,00 ευρώ και μέχρι του ποσού των 750.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή μέχρι την εξόφληση, και επέβαλε στην καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη μέρος της δικαστικής δαπάνης της προσεπικαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας – πρώτης εναγόμενης, αναγνώρισε την υποχρέωση της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης να καταβάλει στον προσεπικαλούντα – παρεμπιπτόντως ενάγοντα – πέμπτο εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει ο τελευταίος στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή μέχρι την εξόφληση, και επέβαλε στην καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη μέρος της δικαστικής δαπάνης του προσεπικαλούντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος – πέμπτου εναγόμενου, αναγνώρισε την υποχρέωση της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης να καταβάλει στον προσεπικαλούντα – παρεμπιπτόντως ενάγοντα – έκτο εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει ο τελευταίος στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή μέχρι την εξόφληση, και επέβαλε στην καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη μέρος της δικαστικής δαπάνης του προσεπικαλούντος – παρεμπιπτόντως ενάγοντος – έκτου εναγόμενου. Την απόφαση αυτή εκκαλούν: (Α) οι εκκαλούντες – ενάγοντες με την υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσή τους και ζητούν για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή τους στο σύνολό της, (Β) η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….», με την υπό στοιχείο Β’ από 04.07.2023 έφεσή της και ζητεί για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον της κύρια αγωγή, (Γ) ο έκτος εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο Γ’ από 06.07.2023 έφεσή του και ζητεί για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον του κύρια αγωγή, (Δ) η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……………» με την υπό στοιχείο Δ’ από 06.07.2023 έφεσή της και ζητεί για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η κύρια αγωγή ως προς τον έκτο εναγόμενο, (Ε) η καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» με την υπό στοιχείο Ε’ από 06.07.2023 έφεσή της της και ζητεί για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η κύρια αγωγή ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και η εναντίον της από 07.02.2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, (ΣΤ) ο πέμπτος εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο ΣΤ’ από 06.07.2023 έφεσή του και ζητεί για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον του κύρια αγωγή και (Ζ) ο τέταρτος εναγόμενος – παρεμπιπτόντως ενάγων με την υπό στοιχείο Ζ’ από 21.12.2023 έφεσή του που ασκήθηκε επικουρικά, κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης – δικονομικής του εγγυήτριας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», για την περίπτωση της παραδοχής της υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεσης των εκκαλούντων – κυρίως εναγόντων.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’, 914 και 932 του ΑΚ, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί, δε, η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα, της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος είτε προέβλεψε, μεν, το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε, όμως, ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία, που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του (ΑΠ 655/2019 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατ’ άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 «περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και προστασίας των υγιών. Το άρθρο 3 του Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) ορίζει ότι το ιατρικό λειτούργημα ασκείται, σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με τα άρθρα 652, 330 και 914 του ΑΚ και 441 του ΠΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία, που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση επιμέλειας του να ενεργήσει, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, μη εκπληρώνοντας το καθήκον ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας (ΣτΕ 330/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1659/2003 ΠοινΔικ 2004. 227). Έτσι, το ιατρικό σφάλμα, που αντιμετωπίζεται στο Ελληνικό δίκαιο, ως περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 914 του ΑΚ, συνιστά παρανομία, ως συμπεριφορά, που αντίκειται τόσο στο θετικό δίκαιο και συγκεκριμένα, στην προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939, η οποία μπορεί να ερμηνευθεί, ως κανόνας συμπεριφοράς και όχι απλώς, ως εξειδίκευση του κατά το άρθρο 330 του ΑΚ μέτρου της απαιτουμένης επιμέλειας, όσο και στους γενικούς (άγραφους) κανόνες επιμέλειας, που ρυθμίζουν τον τρόπο ενεργείας των ιατρών σε συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, όπως είναι γνωστό, παρανομία δεν συνιστά, μόνον, η συμπεριφορά προσώπου, που αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου, αλλά και αυτή, που παραβιάζει τις υποχρεώσεις επιμελείας, τις οποίες οφείλει να εκπληρώνει κάθε κοινωνός προς το σκοπό της αποφυγής πρόκλησης ζημίας σε αγαθά άλλων προσώπων. Το δίκαιο, δηλαδή, απαγορεύει την αμελή συμπεριφορά και το ιατρικό σφάλμα συνιστά μία τέτοια συμπεριφορά (βλ. Κατερίνα Φουντεδάκη, Αστική ιατρική ευθύνη, έκδ. 2003, σελ. 327, 328). Το ιατρικό σφάλμα, αποτελώντας την αντικειμενική και υποκειμενική προϋπόθεση της ευθύνης του ιατρού εμφανίζεται με τη μορφή της εκδήλωσης ορισμένης συμπεριφοράς, χαρακτηριζόμενης, ως αποκλίνουσας, σε σχέση με αυτή, την οποία ο μέσος ιατρός της αντίστοιχης ειδικότητας επιβάλλεται να επιδείξει υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, τηρώντας τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (ΑΠ 1337/2005 ΠοινΔ 2006. 135, ΑΠ 1569/2003 ΠοινΔ 2003. 386). Ειδικότερα, στην περιοχή της ιατρικής αμέλειας αυτή μπορεί να εμφανίζεται υπό τις εξής μορφές: α) είτε ως εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μίας νόσου, που οφείλεται στην μη συμμόρφωση προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, β) είτε ως εσφαλμένη – πλημμελής θεραπευτική αγωγή (φαρμακευτική, διαιτητική, εγχειρηματική), διαδικασία, δηλαδή, που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς, κατά τρόπο, που παρακάμπτονται οι κοινώς αναγνωρισμένοι κανόνες της ιατρικής επιστήμης (όπως εγκατάλειψη εργαλείων ή άλλων αντικειμένων στο σώμα του ασθενούς μετά την εγχείρηση, μη έγκαιρη επέμβαση, χορήγηση υπερβολικής δόσης φαρμάκου), δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αμέλεια του ιατρού μπορεί να θεμελιωθεί σε σφάλμα περί την εκλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας και επέρχεται κακό στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας ή γενικά ενεργείας, είτε διότι επέλεξε μέθοδο και θεραπεία, η οποία, κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν η ενδεδειγμένη για την περίπτωση, γ) είτε ως μη παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και την ανάληψη της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα και δ) είτε ως μη εκπλήρωση καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας (ΕφΑθ 550/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 197/1988 ΑρχΝομ 1988. 139). Ωστόσο, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε, κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στη διάθεσή του μέσα, ένας συνετός και επιμελής ιατρός. Λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του ιατρού, η οποία συνιστά το λόγο της βαρύτερης ευθύνης του ειδικού, διότι ο ασθενής προσφεύγει στις υπηρεσίες του, συνήθως, με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση, λόγω αυτής της ειδικότητάς του. Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται, ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994 για την “προστασία των καταναλωτών”, όπως ισχύει μετά το Ν. 3587/2007, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι “ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο” (παρ. 1 και 2), ότι “ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας” (παρ. 3), ότι “ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του” (παρ. 4 εδ. α’), ότι “για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης, που καταλείπεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν” (παρ. 4 εδ. β) και ότι “η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας, κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα” (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται, δηλαδή, σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Για τη θεμελίωση της ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (“διπλή λειτουργία της αμέλειας”). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μίας ιατρικής πράξης, παραβιαστούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή και οι απορρέουσες από το γενικό καθήκον πρόνοιας και ασφάλειας υποχρεώσεις επιμελείας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως, υπαίτια. Ενόψει, δε, της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, τόσο, ως προς την υπαιτιότητα όσο και, ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του. Η παραπάνω διάταξη λειτουργεί, ως ειδικότερος κανόνας, ο οποίος εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελίωσης της αστικής ευθύνης, διαμορφώνει την ενοχή, που καταλαμβάνεται από αυτόν, κατά τρόπο, ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης με την αντιστροφή του σχετικού βάρους απόδειξης (ΑΠ 974/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1693/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 10/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 726/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 424/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1227/2007 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με το ζημιωθέντα τρίτο, προστηθείς, δε, μπορεί να είναι νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος), ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα, στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμα και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε καθ’ υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος. Ωστόσο, θα πρέπει μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας και της υπηρεσίας, που έχει ανατεθεί στον προστηθέντα, να υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι αυτή (πράξη) δεν θα μπορούσε να υπάρξει, χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 337/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 331/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1507/2005 ΕλλΔνη 2006. 92, ΑΠ 959/2004 ΕλλΔνη 2004. 1602, ΑΠ 926/2004, ΕλλΔνη 2005. 1659). Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρηματικής). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια, διευρύνει και τη δυνατότητα κερδών του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιουμένων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε, με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν (ΑΠ 1683/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1988/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 687/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1429/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 181/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1288/2010 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο, άλλωστε, ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί ο έλεγχος αυτός να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων. Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο αρκεί, για τον χαρακτηρισμό τους, ως προστησάντων, η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο διότι η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό, για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών), δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα (ΑΠ 1988/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 687/2013 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, αν από αμελή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευόμενου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (ΑΠ 418/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 687/2013 ό.π., ΑΠ 1226/2007 ΧρΙΔ 2008. 324, ΕφΑθ 26/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλομένης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών. Όλες, δε, οι προαναφερόμενες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι’ αυτά με ελεύθερη κρίση, τηρουμένης, όμως, της αρχής της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής και δη, αυξημένης τυπικής ισχύος κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος (ΟλΑΠ 9/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 55/2023 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στην διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου “οικογένεια του θύματος”, προφανώς διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, λόγω της φύσης του, υφίσταται αναγκαία τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί, αμφιθαλείς και ετεροθαλείς, ο σύζυγος ή η σύζυγος και, από δε τους αγχιστείς μόνον οι του πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός από θυγατέρα, νύφη από γιο), ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός δεν περιλαμβάνονται (ΟλΑΠ 21/2000 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 5/2024 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 253/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 562/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η από 16.12.2021 κύρια αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς την επικαλούμενη σχέση πρόστησης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης, ανώνυμης εταιρείας που έχει τη λειτουργία και την εκμετάλλευση διαγνωστικής, θεραπευτικής και νοσηλευτικής κλινικής, του δεύτερου και του τρίτου των εναγόμενων, υπεύθυνων οργάνων διοίκησης της πρώτης εναγόμενης, καθώς και του τέταρτου, του πέμπτου και του έκτου των εναγόμενων ιατρών, στην οποία και θεμελιώνεται η ευθύνη της πρώτης, του δεύτερου και του τρίτου των εναγόμενων για το θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, από τις επικαλούμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του τέταρτου, του πέμπτου και του έκτου των εναγόμενων ιατρών. Ειδικότερα, περιγράφονται αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο οι πράξεις και οι παραλείψεις του τέταρτου, του πέμπτου και του έκτου των εναγόμενων ιατρών, με τους οποίους σαφώς εμφανίζονται η πρώτη, ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόμενων να έχουν σχέση πρόστησης, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην κλινική της πρώτης εναγόμενης νοσηλεύθηκε ο ανήλικος συγγενής των εναγόντων και στη διάθεσή του τέθηκε ο ιατρικός και ο νοσηλευτικός εξοπλισμός αυτής, καθώς και οι υπηρεσίες του ιατρικού προσωπικού της για την πραγμάτωση της νοσηλείας. Επιπλέον, με σαφήνεια συνάγεται, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι η ευθύνη της πρώτης, του δεύτερου και του τρίτου των εναγόμενων από την πρόστηση θεμελιώνεται στην περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των ομοδίκων τους ιατρών, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται στην αγωγή ότι η πρώτη, ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόμενων είχαν τοποθετήσει τους εναγόμενους ιατρούς σε θέση ή απασχόληση για τη διεκπεραίωση ιατρικών πράξεων και ότι διατηρούσαν το δικαίωμα να δίνουν σε αυτούς οδηγίες σχετικά με τον τρόπο εκπλήρωσης των ιατρικών υπηρεσιών τους έναντι των ασθενών, όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα – πρώτη εναγόμενη στην υπό στοιχείο Β’ έφεσή της. Αντιθέτως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, στην υπό κρίση περίπτωση νοσηλείας του συγγενούς των εναγόντων στην ιδιωτική κλινική της πρώτης εναγόμενης, αρκεί για τον χαρακτηρισμό αυτής ως προστήσασας, η εκ μέρους της παροχή γενικών μόνο οδηγιών στους ιατρούς ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας των τελευταίων, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η παροχή ειδικών οδηγιών στους ιατρούς, για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών), αφού αυτοί είναι υποχρεωμένοι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, να ενεργήσουν όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η ένδικη από 16.12.2021 κύρια αγωγή ήταν ορισμένη ως προς την επικαλούμενη σχέση πρόστησης μεταξύ των εναγόμενων, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Β’ έφεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο η εκκαλούσα – πρώτη εναγόμενη υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επιπλέον, η από 16.12.2021 κύρια αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς τα ειδικότερα περιστατικά αμέλειας του έκτου εναγόμενου ιατρού, ενώ, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, η αμελής συμπεριφορά του έκτου εναγόμενου ιατρού δεν είναι από τα στοιχεία εκείνα, τα οποία οι ενάγοντες όφειλαν να επικαλεστούν κατά τρόπο συγκεκριμένο και να αποδείξουν προς θεμελίωση της αγωγής τους, κατ’ άρθρο 8 του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, και τούτο, πέραν του ότι στην κοινή αδικοπρακτική αγωγή, δηλαδή σε εκείνη που δεν σχετίζεται με την παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, τα περιστατικά της αμέλειας, μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να διευκρινιστούν και να συγκεκριμενοποιηθούν, με βάση τα περιστατικά, που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (βλ. ΑΠ 220/2003 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1175/2019 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η ένδικη από 16.12.2021 κύρια αγωγή ήταν ορισμένη ως προς την επικαλούμενη αμελή συμπεριφορά του έκτου εναγόμενου ιατρού, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Γ’ έφεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο ο εκκαλών – έκτος εναγόμενος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης ποσού 1.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε ο πρώτος ενάγων για τη νοσηλεία του ανηλίκου τέκνου του στο ιδιωτικό νοσοκομείο της πρώτης εναγόμενης, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύονται στο δικόγραφο οι επιμέρους δαπάνες για τη νοσηλεία, για τις ιατρικές εξετάσεις, που διενεργήθηκαν στον θανόντα συγγενή των εναγόντων, καθώς και για τα φάρμακα, που χορηγήθηκαν στον τελευταίο, με το αντίστοιχο κόστος αυτών, ώστε να καθίσταται εφικτό στο μεν Δικαστήριο να τάξει το αντίστοιχο θέμα απόδειξης, στους δε εναγόμενους να αμυνθούν, κρίνεται μη νόμιμο, αφού δεν συντρέχει ο απαιτούμενος για την αποζημίωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης ζημίας των εναγόντων και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ζημιώσαντων εναγόμενων, αφού οι ενάγοντες θα υποβάλλονταν στην εν λόγω δαπάνη για την παροχή των υπηρεσιών νοσηλείας του θανόντος συγγενούς τους, ακόμη και αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι επικαλούμενες στην αγωγή παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγόμενων ιατρών που συνιστούν αμελή συμπεριφορά αυτών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι ήταν νόμω αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης ποσού 1.000,00 ευρώ, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, και συνεπώς ο σχετικός λόγος της υπό στοιχείο Α’ έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες – ενάγοντες παραπονούνται για την απόρριψη του εν λόγω κονδυλίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έρευνα, διέρχεται τρία στάδια, κατά τα οποία εξετάζονται πρώτα το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης (άρθρο 532 παρ. 1), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ’ ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1). Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανόμενου και του προσκομισθέντος το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη, κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ. Το Εφετείο, όμως, του νόμου μη ορίζοντος το αντίθετο, κατά την ορθή έννοια των ως άνω διατάξεων, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, α) να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η πραγματογνωμοσύνη, β) να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 του ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των αποδείξεων που θα διεξαχθούν, καθώς και αυτών που εκτιμήθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και ως εκ τούτου, κατ’ επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 παρ. 1), να εξαφανίσει τότε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, κατά την έννοια της άνω διάταξης, προϋπόθεση της εξαφάνισης της απόφασης είναι η προηγούμενη διάγνωση από το Εφετείο της βασιμότητας των λόγων της έφεσης, η οποία επιτυγχάνεται κυριαρχικά από αυτό, κατά τα προεκτεθέντα. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αλλά τουναντίον: α) από τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση και β) από την έχουσα επίσης εφαρμογή στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δικαιούται να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης και να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, που θα συντελούν στη διάγνωση της βασιμότητας του λόγου της έφεσης και της εν γένει διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1844/2011, ΕφΑθ 1597/2011, ΕφΛαμ 139/2011, ΕφΘεσ 91/2009, ΕφΔωδ 131/2005 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Αναφορικά δε με τα παραπάνω ζητήματα, το δικαστήριο αποφασίζει κατά την ανέλεγκτη κρίση του, εκτιμώντας ελεύθερα τη χρησιμότητα του επιλεγόμενου μέτρου για τη διαλεύκανση των εριστών σημείων της διαφοράς (ΕφΑθ 248/2012 ΕλλΔνη 2013. 453). Εξάλλου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 368 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς “ειδικές”, αλλά “ιδιάζουσες” γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες, άλλως η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, του σχετικού αιτήματος δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης (ΑΠ 96/2019 ΕφΑΔ 2019. 923, ΑΠ 812/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 757/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 237/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1009/2014 ΝΟΜΟΣ). Η άρνηση ή η παράλειψη, όμως, του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, είτε στην περίπτωση του άρθρου 368 παρ. 1, είτε στην περίπτωση του άρθρου 368 παρ. 2 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει λόγο έφεσης, οπότε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αν διαπιστώσει την ανάγκη της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης μπορεί να τη διατάξει, αναβάλλοντας την απόφασή του για την ουσία της έφεσης (ΕφΘεσ 18408/2017 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 161/2020 ΝΟΜΟΣ, Χ. Απαλαγάκη – Στ. Σταματόπουλος, Ο Νέος ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν 4842 & 4855/2021, τόμ. Ι, άρθρο 368, αρ. 12, σελ. 1297). Τέλος, το δικαστήριο, μπορεί να διορίσει ως πραγματογνώμονες και πρόσωπα εκτός καταλόγου πραγματογνωμόνων, αν το κρίνει σκόπιμο, εφόσον κρίνει τα πρόσωπα αυτά κατάλληλα για το σκοπό διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 1286/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1291/2010 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης και συντελούν στη διάγνωση της βασιμότητας των λόγων των κρινόμενων υπό στοιχεία Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’ εφέσεων, που αφορούν σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και συναρτώνται άμεσα με την παραδοχή ή την απόρριψη, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, της κύριας από 16.12.2021 αγωγής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν δύναται να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση εάν ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος των εναγόμενων, ιατροί, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, αξιολόγησαν εσφαλμένα τα συμπτώματα του ανήλικου ασθενούς …………. που εισήχθη εκτάκτως, την 27.03.2020, περί ώρα 14.18, στο νοσοκομείο της πρώτης εναγόμενης, ήτοι κοιλιακό άλγος από 18ώρου, συνοδευόμενο από υψηλό πυρετό, επεισόδια εμετών και αφυδάτωση, καθώς και τη σύσταση να εισαχθεί σε νοσοκομείο, λόγω υποψίας σκωληκοειδίτιδας, που είχε τεθεί από την ιδιώτη παιδίατρο του ανηλίκου ασθενούς, εάν από τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αίματος και των βιοχημικών εξετάσεων του ασθενούς, διαπιστώθηκε πτώση λευκών αιμοσφαιρίων και πολυμορφοπύρηνων (εξετάσεις αίματος) και αύξηση του σακχάρου, αύξηση της CRP, πτώση της κρεατινίνης και ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βιοχημικές εξετάσεις), και εάν τα αποτελέσματα αυτά τεκμηρίωναν τη διάγνωση οξείας κοιλιακής παθολογίας, με ενδεδειγμένη, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, την άμεση παιδοχειρουργική εκτίμηση του περιστατικού και την υποβολή σε απεικονιστικό έλεγχο, εάν ο πέμπτος εναγόμενος ιατρός παιδίατρος, μετά την κλινική εξέταση του ανηλίκου και τη λήψη ιστορικού, σε συνδυασμό και με την ενημέρωση από τον πρώτο ενάγοντα ότι η οικογενειακή παιδίατρος είχε συστήσει να εισαχθεί σε νοσοκομείο, λόγω υποψίας σκωληκοειδίτιδας, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν παρέπεμψε τον ασθενή σε παιδοχειρουργική εκτίμηση, ούτε σε απεικονιστική εξέταση με απλή ακτινογραφία κοιλίας, όπως θα έπραττε κάθε μέσος, συνετός παιδίατρος με βάση τα ιατρικά ευρήματα και τα συμπτώματα του εν λόγω ασθενούς, αλλά αντιθέτως διέγνωσε εσφαλμένα ότι ο ασθενής παρουσίαζε οξεία γαστρεντερίτιδα και εικόνα «ήπιας αφυδάτωσης» και αφού διαπίστωσε ότι ο ασθενής είχε πυρετό, έδωσε οδηγία να μεταβεί εκτός του κτιρίου, στον ειδικό χώρο εμπύρετων ασθενών, προκειμένου να υποβληθεί σε εξέταση για COVID-19, με αποτέλεσμα να παρέλθει πολύτιμος χρόνος μέχρι να διαπιστωθεί ότι το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, και επιπλέον έδωσε οδηγίες για την εισαγωγή του ασθενούς στην Παιδιατρική Κλινική για ενδοφλέβια ταχεία φόρτιση με φυσιολογικό ορό, ορό γλυκόζης και συνήθη εργαστηριακό έλεγχο γαστρεντερίτιδας, εάν η διάγνωση των αιτιών του κοιλιακού άλγους και της αφυδάτωσης του ασθενούς όφειλε και μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα με τη διερεύνηση για COVID-19, εξαιτίας συνοδού εμπύρετου, εάν ο τέταρτος εναγόμενος ιατρός παιδοχειρουργός κλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση περί ώρα 17.30 και εάν από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, συνέστησε απεικονιστικό έλεγχο με υπερηχογράφημα κοιλίας ή αξονική κοιλίας, και όχι με απλή ακτινογραφία κοιλίας, επιπλέον εάν υποδείχθηκε από τον τέταρτο εναγόμενο η χρονοβόρα διαδικασία της αξονικής κοιλίας με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό, η οποία, όμως, δεν έλαβε ποτέ χώρα, ούτε καν ξεκίνησε, με αποτέλεσμα να παρέλθει περαιτέρω πολύτιμος χρόνος για την ανάδειξη της οξείας κοιλιακής παθολογίας του ασθενούς, εάν ο έκτος εναγόμενος, ιατρός παιδίατρος και διευθυντής της Παιδιατρικής Κλινικής, ήταν ο θεράπων ιατρός του ανήλικου ασθενούς και εάν είχε την εποπτεία των περιστατικών της Παιδιατρικής Κλινικής, και εάν από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ουδέν έπραξε, ούτε επενέβη ώστε να παραγγείλει τη διενέργεια των ενδεδειγμένων ιατρικών εξετάσεων, είτε συντασσόμενος με τις μη ενδεδειγμένες πράξεις και παραλείψεις των συναδέλφων του ιατρών, είτε αδιαφορώντας πλήρως για την πορεία της νοσηλείας του ανήλικου ασθενούς, εάν η απλή ακτινογραφία κοιλίας συνιστά αρχική εξέταση εκλογής και εάν θα μπορούσε να διενεργηθεί άμεσα εντός του οργανωμένου νοσοκομείου της πρώτης εναγόμενης, και εάν με την απλή ακτινογραφία κοιλίας θα είχαν αναδειχθεί τα ευρήματα της εξελισσόμενης ισχαιμίας του εντέρου του ανήλικου ασθενούς, ώστε να γίνει εσπευσμένη εισαγωγή του στο χειρουργείο και να αφαιρεθεί το πάσχον τμήμα του εντέρου και εάν συνακόλουθα δεν θα είχε προκληθεί ο θάνατος του ασθενούς λόγω ισχαιμικής νέκρωσης τμήματος παχέος εντέρου. Κατά συνέπεια, αφού για τα ανωτέρω ζητήματα απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης (άρθρο 368 παρ. 1 του ΚΠολΔ), και ενόψει των εκατέρωθεν αντικρουόμενων μαρτυρικών καταθέσεων των εχόντων ειδικές προς τούτο γνώσεις ιατρών περί των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, το Δικαστήριο δεν δύναται να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση ως προς τα ανωτέρω ζητήματα και κρίνει αναγκαίο να διατάξει, κατά παραδοχή και του σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος – πέμπτου εναγόμενου της υπό στοιχείο ΣΤ’ έφεσης, νέες, συμπληρωματικές, αποδείξεις, αναβάλλοντας την οριστική απόφασή του, και ειδικότερα τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονα με την ειδικότητα του παιδοχειρουργού που κρίνεται κατάλληλος για το σκοπό αυτό, κατ’ άρθρο 372 του ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν περιλαμβάνεται παιδοχειρουργός στον τηρούμενο στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου κατάλογο πραγματογνωμόνων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, χωρίς προηγουμένως να προβεί στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εξουσία την οποία έχει, κατά τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ως άνω λόγων των υπό στοιχεία Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’ εφέσεων, ούτως ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή κρίση. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται ενόψει του ότι η απόφαση με την οποία αναβάλλεται η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης αυτής είναι μη οριστική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων, την υπό στοιχείο Α’ από 05.07.2023 έφεση, την υπό στοιχείο Β’ από 04.07.2023 έφεση, την υπό στοιχείο Γ’ από 06.07.2023 έφεση, την από 01.08.2023 κλήση, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό στοιχείο Δ’ από 06.07.2023 έφεση, την από 01.08.2023 κλήση, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό στοιχείο Ε’ από 06.07.2023 έφεση, την από 01.08.2023 κλήση, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό στοιχείο ΣΤ’ από 06.07.2023 έφεση, την υπό στοιχείο Ζ’ από 21.12.2023 επικουρική έφεση, την υπό στοιχείο Η’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση και την υπό στοιχείο Θ’ από 22.05.2025 επικουρική έφεση, κατά της υπ’ αριθ. 1692/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και την υπό στοιχείο Ι’ από 08.10.2025 πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει τυπικά την υπό στοιχείο Α’ έφεση ως προς την έβδομη, την όγδοη, την ένατη και την δέκατη των εφεσίβλητων.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των εκκαλούντων της υπό στοιχείο Α’ έφεσης και της έβδομης, της όγδοης, της ένατης και της δέκατης των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Δέχεται τυπικά την υπό στοιχείο Α’ έφεση ως προς την πρώτη, τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον πέμπτο και τον έκτο των εφεσίβλητων, καθώς και τις υπό στοιχείο Β’, Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ και Ζ’ εφέσεις.
Απορρίπτει τυπικά ως απαράδεκτες την υπό στοιχείο Η’ επικουρική έφεση και την υπό στοιχείο Θ’ επικουρική έφεση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων των υπό στοιχεία Η’ και Θ’ επικουρικών εφέσεων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της υπό στοιχείο Η’ επικουρικής έφεσής της με το υπ’ αριθ. ………./2025 ηλεκτρονικό παράβολο, καθώς και του παραβόλου ποσού εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της υπό στοιχείο Θ’ επικουρικής έφεσής του με το υπ’ αριθ. ………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο.
Αναβάλλει την έκδοση της οριστικής του απόφασης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της υπό στοιχείο Α’ έφεσης ως προς την πρώτη, τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον πέμπτο και τον έκτο των εφεσίβλητων, και των υπό στοιχείο Β’, Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ και Ζ’ εφέσεων.
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, που θα διεξαχθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων.
Διορίζει πραγματογνώμονα τον παιδοχειρουργό ……………….., ο οποίος, αφού δώσει το νόμιμο όρκο, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη νόμιμη επίδοση σε αυτόν της παρούσας απόφασης, στο κατάστημα αυτού του Δικαστηρίου, ενώπιον των Δικαστών του Δικαστηρίου τούτου ή των νόμιμων αναπληρωτών τους, σε ημέρα και ώρα που αρμοδίως θα ορισθεί, πρέπει, αφού προηγουμένως λάβει γνώση όλων των στοιχείων της δικογραφίας και συγκεντρώσει από τους διαδίκους όσες πληροφορίες κρίνει απαραίτητες, και ενεργήσει κάθε άλλη αναγκαία πράξη, να γνωμοδοτήσει εγγράφως και αιτιολογημένα ως προς το αντικείμενο της δίκης, και ειδικότερα να απαντήσει στα ερωτήματα που διατυπώνονται ενδεικτικά, αλλά και σε κάθε ζήτημα που από την επιστήμη του κρίνεται ως κρίσιμο να διευκρινισθεί: (α) εάν ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος των εναγόμενων, ιατροί, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, αξιολόγησαν εσφαλμένα τα συμπτώματα του ανήλικου ασθενούς …………. που εισήχθη εκτάκτως, την 27.03.2020, περί ώρα 14.18, στο νοσοκομείο της πρώτης εναγόμενης, ήτοι κοιλιακό άλγος από 18ώρου, συνοδευόμενο από υψηλό πυρετό, επεισόδια εμετών και αφυδάτωση, καθώς και τη σύσταση να εισαχθεί σε νοσοκομείο, λόγω υποψίας σκωληκοειδίτιδας, που είχε τεθεί από την ιδιώτη παιδίατρο του ανηλίκου ασθενούς, (β) ποια ήταν τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αίματος και των βιοχημικών εξετάσεων του ασθενούς και εάν από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε πτώση λευκών αιμοσφαιρίων και πολυμορφοπύρηνων (εξετάσεις αίματος) και αύξηση του σακχάρου, αύξηση της CRP, πτώση της κρεατινίνης και ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βιοχημικές εξετάσεις), και εάν αυτά τα αποτελέσματα τεκμηρίωναν τη διάγνωση οξείας κοιλιακής παθολογίας, με ενδεδειγμένη, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, την άμεση παιδοχειρουργική εκτίμηση του περιστατικού και την υποβολή του ασθενούς σε απεικονιστικό έλεγχο, (γ) εάν ο πέμπτος εναγόμενος ιατρός παιδίατρος, μετά την κλινική εξέταση του ανηλίκου και τη λήψη ιστορικού, σε συνδυασμό και με την ενημέρωση από τον πρώτο ενάγοντα ότι η οικογενειακή παιδίατρος είχε συστήσει να εισαχθεί σε νοσοκομείο, λόγω υποψίας σκωληκοειδίτιδας, από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν παρέπεμψε τον ασθενή σε παιδοχειρουργική εκτίμηση, ούτε σε απεικονιστική εξέταση με απλή ακτινογραφία κοιλίας, όπως θα έπραττε κάθε μέσος, συνετός παιδίατρος με βάση τα ιατρικά ευρήματα και τα συμπτώματα του εν λόγω ασθενούς, αλλά αντιθέτως διέγνωσε εσφαλμένα ότι ο ασθενής παρουσίαζε οξεία γαστρεντερίτιδα και εικόνα «ήπιας αφυδάτωσης» και αφού διαπίστωσε ότι ο ασθενής είχε πυρετό, έδωσε οδηγία να μεταβεί εκτός του κτιρίου, στον ειδικό χώρο εμπύρετων ασθενών, προκειμένου να υποβληθεί σε εξέταση για COVID-19, με αποτέλεσμα να παρέλθει πολύτιμος χρόνος μέχρι να διαπιστωθεί ότι το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, και επιπλέον έδωσε οδηγίες για την εισαγωγή του ασθενούς στην Παιδιατρική Κλινική για ενδοφλέβια ταχεία φόρτιση με φυσιολογικό ορό, ορό γλυκόζης και συνήθη εργαστηριακό έλεγχο γαστρεντερίτιδας, (δ) εάν η διάγνωση των αιτιών του κοιλιακού άλγους και της αφυδάτωσης του ασθενούς όφειλε και μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα με τη διερεύνηση για COVID-19, εξαιτίας συνοδού εμπύρετου, (ε) εάν ο τέταρτος εναγόμενος ιατρός παιδοχειρουργός κλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση περί ώρα 17.30 και εάν από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, συνέστησε απεικονιστικό έλεγχο με υπερηχογράφημα κοιλίας ή αξονική κοιλίας, και όχι με απλή ακτινογραφία κοιλίας, επιπλέον εάν υποδείχθηκε από τον τέταρτο εναγόμενο η χρονοβόρα διαδικασία της αξονικής κοιλίας με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό, η οποία, όμως, δεν έλαβε ποτέ χώρα, ούτε καν ξεκίνησε, με αποτέλεσμα να παρέλθει περαιτέρω πολύτιμος χρόνος για την ανάδειξη της οξείας κοιλιακής παθολογίας του ασθενούς, (στ) εάν ο έκτος εναγόμενος, ιατρός παιδίατρος και διευθυντής της Παιδιατρικής Κλινικής, ήταν ο θεράπων ιατρός του ανήλικου ασθενούς και εάν είχε την εποπτεία των περιστατικών της Παιδιατρικής Κλινικής, και εάν από αμέλεια, δηλαδή από την έλλειψη της επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ουδέν έπραξε, ούτε επενέβη ώστε να παραγγείλει τη διενέργεια των ενδεδειγμένων ιατρικών εξετάσεων, είτε συντασσόμενος με τις μη ενδεδειγμένες πράξεις και παραλείψεις των συναδέλφων του ιατρών, είτε αδιαφορώντας πλήρως για την πορεία της νοσηλείας του ανήλικου ασθενούς, (ζ) εάν η απλή ακτινογραφία κοιλίας συνιστά αρχική εξέταση εκλογής, η οποία θα μπορούσε να διενεργηθεί άμεσα, εντός του οργανωμένου νοσοκομείου της πρώτης εναγόμενης, και εάν με την απλή ακτινογραφία κοιλίας θα είχαν αναδειχθεί τα ευρήματα της εξελισσόμενης ισχαιμίας του εντέρου του ανήλικου ασθενούς, ώστε να γίνει εσπευσμένη εισαγωγή του στο χειρουργείο και να αφαιρεθεί το πάσχον τμήμα του εντέρου και εάν συνακόλουθα δεν θα είχε προκληθεί ο θάνατος του ασθενούς λόγω ισχαιμικής νέκρωσης τμήματος παχέος εντέρου. Η έγγραφη γνωμοδότησή του πρέπει να κατατεθεί από τον πραγματογνώμονα εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την όρκισή του, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, όπου θα συνταχθεί η σχετική έκθεση.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 19.03.2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 21.05.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ